Μιθριδάτης ΣΤ΄ Ευπάτωρ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Μιθριδάτης ΣΤ΄ Ευπάτωρ
Mithridates VI Louvre.jpg
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Μιθραδάτης Στ' Εὐπάτωρ (Αρχαία Ελληνικά)
Γέννηση134 π.Χ. ή 132 π.Χ.[1]
Σινώπη
Θάνατος63 π.Χ.
Βασίλειο του Βοσπόρου
Συνθήκες θανάτουαυτοκτονία
ΕθνικότηταΠέρσες και Έλληνες
Χώρα πολιτογράφησηςΒασίλειο του Πόντου
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταστρατιωτικός ηγέτης
Οικογένεια
ΣύζυγοςΛαοδίκη
Μονίμη
Υψικράτεια
Βερενίκη της Χίου
Στρατονίκη του Πόντου
ΣύντροφοςΑδοβογιόνα η Πρεσβύτερη
ΤέκναΦαρνάκης Β΄ του Πόντου
Μιθριδάτης ο Νεότερος
Κλεοπάτρα του Πόντου
Αρκαθίας
Μαχάρης
Μιθριδάτης του Κιμμερίου Βοσπόρου
Δρυπετίνα
Αριαράθης Θ΄ της Καππαδοκίας
Αδοβογιόνα η Νεότερη
Αθηναΐς Φιλόστοργος Β΄
Νύσσα
Ξιφάρης
Μιθριδάτης της Κολχίδας
ΓονείςMιθριδάτης Eυεργέτης και Λαοδίκη Στ' της Συρίας
ΑδέλφιαΛαοδίκη της Καππαδοκίας
Μιθριδάτης Χρηστός
Λαοδίκη
ΟικογένειαΔυναστεία των Μιθριδατιδών
Στρατιωτική σταδιοδρομία
Πόλεμοι/μάχεςΜιθριδατικοί Πόλεμοι
Αξιώματα και βραβεύσεις
Αξίωμαβασιλιάς του Πόντου (119 π.Χ.–62 π.Χ.)
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Μιθριδάτης ΣΤ΄ Ευπάτωρ Διόνυσος (132 π.Χ. - 63 π.Χ.) από τη Δυναστεία των Μιθριδατιδών ήταν βασιλιάς του Πόντου και της Μικράς Αρμενίας στη βόρεια Μικρά Ασία (στη σημερινή Τουρκία) από το 120 π.Χ. έως το 63 π.Χ.. Ήταν ένας από τους πιο εντυπωσιακούς και επιτυχημένους εχθρούς της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας, καθώς ενέπλεξε στους Μιθριδατικούς πολέμους τρεις από τους εξέχοντες στρατηγούς της ύστερης Ρωμαϊκής Δημοκρατίας: τον Λεύκιο Κορνήλιο Σύλλα, τον Λούκιο Λικίνιο Λούκουλλο και τον Πομπήιο. Γιος του Μιθριδάτη Ε΄ του Ευεργέτη, εξαναγκάστηκε μετά το θάνατο του πατέρα του να εγκαταλείψει τα ανάκτορα της Σινώπης, επειδή υποψιάζονταν ότι η μητέρα του, Λαοδίκη, επιβουλευόταν τη ζωή του.

Βίος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ύστερα από μια περιπετειώδη νεανική ζωή, κατά την οποία περιπλανήθηκε στα βουνά της πατρίδας του, σκληραγωγήθηκε στις διάφορες κακουχίες και- το σπουδαιότερο- συνήθισε τον οργανισμό του στη χρήση δηλητηρίων (μιθριδατισμός), ο Μιθριδάτης ανακηρύχτηκε στη Σινώπη, μόνος αυτός, βασιλιάς του κράτους του Πόντου (112 π.Χ.). Προσλαμβάνοντας Έλληνες συμβούλους επιδόθηκε στην αναδιοργάνωση του στρατού του με κύριο σκοπό την επέκταση της κυριαρχίας του. Πρώτος στόχος του ήταν η προσάρτηση του κράτους του Κιμμερίου Βοσπόρου, στη σημερινή χερσόνησο της Κριμαίας. Την αφορμή του έδωσε η αδυναμία του βασιλιά του κράτους αυτού Παιρισάδου Ε΄ και των ελληνικών πόλεων της περιοχής να αντιμετωπίσουν την πίεση ων γειτονικών βαρβαρικών φύλων και ιδιαίτερα των Σκυθών.

Ο Μιθριδάτης στις διαπραγματεύσεις επέβαλε την προσωπικότητά του αντλώντας από την καταγωγή του. Από την πλευρά του πατέρα του οι πρόγονοί του έφθαναν ως τον Κύρo και τον Δαρείο, ενώ από την πλευρά της μητέρας του ως τον Μέγα Αλέξανδρο. Πέραν τούτου ήταν ικανότατος ιππέας και κυνηγός, ιδιότητες εξαιρετικές όταν σχετίζεται κανείς με ασιάτες ιππείς όπως οι Σαρμάτες[2] Πέραν, ωστόσο της προσωπικής γοητείας που πιθανώς ασκούσε ο Μιθριδάτης, ενίσχυσε περαιτέρω τους δεσμούς φιλίας παντρεύοντας τις κόρες του με αρχηγούς των Σαρματών, προσφέροντάς τους παράλληλα πλούσια δώρα. Αποτέλεσμα αυτής της συνειδητής πολιτικής του ήταν να αντιπροσωπεύονται όλες οι περιοχές του Πόντου στο στράτευμά του και να έχει σχεδόν ανεξάντλητες εφεδρείες στους επερχόμενους πολέμους[3]

Σαρμάτες και ελληνικές πόλεις της Ταυρικής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μιθριδάτης ΣT´ πέραν της εξέγερσης προς τον μεγάλο αντίπαλο, τη ρωμαϊκή δημοκρατία, προσπάθησε και το κατόρθωσε εξαιτίας της στρατωτικής του ανωτερότητας να απελευθερώσει τις ελληνικές πόλεις της επικράτειας της κριμαϊκής χερσονήσου από την πίεση των σκυθών Σαρματών (Σαυροματών). Ωστόσο, αντιλαμβανόμενος τη διαρκή ανάλωση ζωτικών πόρων που απαιτούσε η οποιαδήποτε προσπάθεια να διατηρηθούν οι Σαρμάτες μακριά από τις ελληνικές πόλεις της Ταυρικής, οδηγήθηκε στην τακτική της ειρήνευσης και των φιλικών σχέσεων μαζί τους.

Το τέλος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μιθριδάτης, μετά τη λήξη του τρίτου πολέμου από τον Ευφράτη όπου έφτασε, πέρασε με λίγες δυνάμεις την Αρμενία, κατόπιν στην Κολχίδα και τέλος στην Κριμαία.

Κατά τη δεύτερη φάση του Γ΄ Μιθριδατικού Πολέμου με τους Ρωμαίους (66-63), ο αντίπαλός του Γναίος Πομπήιος, με αναμφισβήτητο κύρος στο στρατό, με στόλο που δέσποζε -μετά την εξόντωση των πειρατών- από την Φοινίκη ως το Βόσπορο και αφού είχε αναγκάσει τον Τιγράνη Β΄ της Αρμενίας να δηλώσει υποταγή στη Ρώμη, ζήτησε από τον Μιθριδάτη ΣΤ΄ να παραδοθεί άνευ όρων. Εκείνος αρνήθηκε και τότε άρχισε η τελευταία περιπέτεια της ζωής του. Από τον Ευφράτη όπου έφτασε (και νικήθηκε), πέρασε με λίγες δυνάμεις την Αρμενία, κατόπιν στην Κολχίδα και τέλος στην Κιμμέριο Βόσπορο. Εκεί παραμέρισε το γιο του Μαχάρη (που λίγο αργότερα αυτοκτόνησε), πήρε ο ίδιος την εξουσία, σχεδιάζοντας μάλιστα να ηγηθεί των Σκυθών και άλλων γειτονικών λαών σε μια εκστρατεία προς την Ιταλία. Ωστόσο, το κύρος του είχε ανεπανόρθωτα κλονιστεί. Ο διοικητής της φρουράς στην πόλη Φαναγόρεια στασίασε· ο πληθυσμός των ελληνικών πόλεων της περιοχής εξεγέρθηκε, εξαιτίας των καταπιεστικών μέτρων του γιου του Φαρνάκη Β΄, που αναγορεύτηκε βασιλιάς, πράγμα που σήμαινε καθαίρεση του Μιθριδάτη.[4]

Βλέποντας πως πλησιάζει το τέλος του, ο Μιθριδάτης ΣΤ΄ έδωσε εντολή να αυτοκτονήσουν όλες οι γυναίκες και τα παιδιά του, που τον συνόδευαν και ύστερα αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει και ο ίδιος. Επειδή όμως ο οργανισμός του είχε συνηθίσει στα δηλητήρια, τον σκότωσε τελικά -ύστερα από επιθυμία του- ένας Γαλάτης μισθοφόρος. Μετά από τον θάνατό του, το κύριο κράτος τού Πόντου (στην Μικρά Ασία) έγινε (μαζί με τη Βιθυνία) από τον Πομπήιο ρωμαϊκή επαρχία, ενώ στην επαρχία του Κιμμερίου Βοσπόρου παρέμεινε ως βασιλιάς ο γιος του Μιθριδάτης του Κιμμερίου Βοσπόρου, ως «φίλος και σύμμαχος» της Ρώμης.[5]

Επίλογος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

«προσλαβόντα δὲ καὶ Βιθυνίαν, ἣν ἔχει Γλαβρίων, πολεμεῖν Μιθριδάτῃ καὶ Τιγράνῃ τοῖς βασιλεῦσιν, ἔχοντα καὶ τὴν ναυτικὴν δύναμιν καὶ τὸ κράτος τῆς θαλάσσης».[6]

Η αποτυχία των προσπαθειών τού Μιθριδάτη για την ίδρυση ενός μεγάλου ελληνιστικού βασιλείου στην ανατολή, το οποίο και θα αντιστάθμιζε την ισχύ του ρωμαϊκού κόσμου, είχε βαθύτατες συνέπειες στην ιστορία του αρχαίου κόσμου. Μόλις έγινε προφανές, πως ένα τέτοιο κράτος δεν ήταν παρά ένα ουτοπικό όνειρο, ένα προς ένα τα βασίλεια της ανατολής υποτάχθηκαν στη ρωμαϊκή υπερδύναμη, που μισό αιώνα αργότερα μετατράπηκε στην πανίσχυρη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.

Οικογένεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Είχε πολλές συζύγους και παλλακίδες· στα παιδιά του έδινε Ελληνικά και Περσικά ονόματα, δηλωτικά της καταγωγής του.

Νυμφεύτηκε πρώτα την αδελφή του Λαοδίκη το 115/113 και έζησαν ως το 80 πΧ. Είχε τέκνα:

Το 8/88 πΧ έκανε δεύτερο γάμο με τη Μονίμη και έζησαν ως το 72/71 πΧ. Είχαν τέκνο:

Οι δύο επόμενες σύζυγοί του ήταν επίσης Ελληνίδες: τρίτη ήταν η Βερενίκη της Χίου από το 86 ως το 72/71 πΧ.

Τέταρτη ήταν η Στρατονίκη του Πόντου από κάποια στιγμή μετά το 86 πΧ ως το 63 πΧ. και είχε τέκνο:

Η πέμπτη σύζυγός του δεν είναι γνωστή.

Έκτη ήταν η Υψικράτεια η ανδροπρεπής, που τον ακολούθησε αφοσιωμένα στη φυγή και εξορία του.

Παλλακίδα του ήταν η Αδοβογιόνα η Πρεσβύτερη, αδελφή τού Βρογιτάρου βασιλιά της Γαλατίας στη Μ. Ασία. Είχε τέκνα:

Από τις διάφορες παλλακίδες του είχε τέκνα: Κύρος, Ξέρξης, Δαρείος, Αρταφέρνης, Οξυάθρης, Φοίνιξ, Εξιπόδρας, Ευπάτρα, Κλεοπάτρα η Νεότερη,

Ο Αρχέλαος αρχιερέας-βασιλιάς στα Κόμανα Καππαδοκίας, ισχυριζόταν καταγωγή από τον Μιθριδάτη ΣΤ΄. Οι χρονολογίες δεν ταιριάζουν για να είναι γιός του· μπορεί να είναι εγγονός του, δηλ. κάποια κόρη τού Μιθριδάτη ΣΤ΄ από μία παλλακίδα του να παντρεύτηκε τον Αρχέλαο έμπιστο στρατηγό τού βασιλιά και πατέρα τού Αρχελάου των Κομάνων.

Όταν το 63 πΧ το νότιο μέρος από το βασίλειο τού Πόντου προσαρτήθηκε από τον Ρωμαίο Πομπήιο, οι αδελφές, σύζυγοι, παλλακίδες και κόρες τού Μιθριδάτη ΣΤ΄ εκτελέστηκαν. Ο Πλούταρχος στον Βίο Πομπηίου (βιβλ. 45) αναφέρει, ότι η αδελφή του και πέντε κόρες του ακολούθησαν στην θριαμβική είσοδο κατά την επιστροφή τού στρατηγού στη Ρώμη το 61 πΧ.

Παραπομπές-σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 d:Q15720379: «Митридат» (Ρωσικά)
  2. Για να κατανοήσουμε το μέγεθος της καλής ή κακής εντύπωσης που προκαλούσε η γνώση της ιππικής τέχνης, στην επιγραφή Ναξ-ι-Ρουστάμ ο Δαρείος καυχάται ότι είναι καλός ιππέας (Βλ. DNb 41 — 2: asabāra uvāsabāra amiy. Σε μεταγενέστερη ιστορική περίοδο οι Πάρθοι διώχνουν τον βασιλιά Ονώνη Α' διότι παραμελούσε το κυνήγι και δεν ενδιαφερόνταν για τα άλογα. Βλ. Τάκιτος, Annales II, 2 [...] raro venatu, segni equorum cura [...]
  3. Ο Αππιανός Μιθριδάτειος 19, αναφέρει ότι χρησιμοποιούσε σαρματικό ιππικό ως εμπροσθοφυλακή ήδη από τον πρώτο πόλεμο ενάντια στους Ρωμαίους. Πρβλ. [...] πρόδρομοί τε αὐτοῦ, Σαυροματῶν ἑκατὸν ἱππεῖς [...], εκδ. Mendelssohn L. 1879.
  4. Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, Τόμ. 6, σ. 182, Εκδοτική Αθηνών,, 1987
  5. Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό., όπ. π.
  6. Πλούταρχος , Πομπήιος 30.5

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Duggan, Alfred 1958, He Died Old: Mithradates Eupator, King of Pontus, Faber and Faber, London
  • Mendelssohn L. 1879, (ed) Appian. The Foreign Wars, Teubner, Leipzig.
  • M. Castanga, Mithridate VI Eiratore, re del Pοnto (1938)
  • Ιωάννης Τουλουμάκος, «Μιθριδάτης ΣΤ΄», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους της Εκδοτικής Αθηνών, τ. Ε΄(Αθήνα 1974).



Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Mithridates VI of Pontus της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).