Λυκαονία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση


Τμήμα ιστορικού χάρτη της Μ. Ασίας που δείχνει την περιοχή της Λυκαονίας.

Η Λυκαονία ήταν αρχαία χώρα της Μικράς Ασίας. Αναφέρεται για πρώτη φορά από τον Ξενοφώντα, ενώ αργότερα στους Ρωμαϊκούς χρόνους παραχωρείται στους διάφορους τοπικούς πολιτικούς άρχοντες.

Το όνομα Λυκαονία το συναντάμε και στην Πελοπόννησο. Σύμφωνα με τον Διονύσιο τον Αλικαρνασσέα το αρχικό όνομα της Αρκαδίας ήταν Λυκαονία[1].

Γεωγραφική περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Λυκαονία ήταν γειτονικό κράτος της Καππαδοκίας από δυτικά. Τα όρια αυτής της χώρας άλλαξαν από την εποχή του Ξενοφώντος και μετά. Την εποχή των Περσικών πολέμων περιελάμβανε και το μεγαλύτερο μέρος της υστερότερης Καταονίας. Στα νότια η οροσειρά του Ταύρου την χώριζε από την Κιλικία, ενώ το Ικόνιο όπως αναφέρεται στο ιστορικό σύγγραμμα Κύρου Ανάβασις του Ξενοφώντος, ήταν πόλη της Φρυγίας, στα δυτικά. Στους Ρωμαϊκούς χρόνους η περιοχή διαμοιράστηκε και μετά από τον Αντίοχο πέρασε στην κυριαρχία του Ευμένη το ανατολικό τμήμα, ενώ το δυτικό τμήμα μαζί με την Γαλατία δόθηκε στον Αμύντα, και αργότερα σε άλλους. Αργότερα ο Στράβων αναφέρει ότι η χώρα επεκτάθηκε με ένα μεγάλο τμήμα της Φρυγίας, και συνόρευε βόρεια με τη Γαλατία, νότια με την Κιλικία, την Ισαυρία και την παρόρια Φρυγία, ανατολικά με την Καππαδοκία και την Καταονία, δυτικά με τη Φρυγία και νοτιοδυτικά με την Πισιδία. Ως φυσικά όρια είχε νότια τον Ταύρο και βόρεια τη λίμνη Τάττα.

Σχεδόν ολόκληρη η χώρα είναι πεδινή που περιβάλλεται στο Νότο και στη Δύση από μεγάλους ορεινούς όγκους. Στις πεδιάδες της επεκτείνεται έρημος γυμνή και λευκή. Χαρακτηριστική η γύμνια της χώρας διακρίνεται στη δορυφορική φωτογραφία της Μικράς Ασίας. Παρά το Ικόνιο όμως αποτελεί όαση άξια λόγου, και είναι κατάλληλη για την κτηνοτροφία, το δε μαλλί ήταν κατά τον Στράβωνα σκληρό. Στην Λυκαονία ζούσαν μεγάλα κοπάδια αγριογάιδαρων. Το άγονο έδαφος ήταν πλούσιο σε κοιτάσματα αλατιού, που διακινούνταν και στο εμπόριο της εποχής εκείνης. Λόγω του αρμυρού εδάφους, το νερό των περισσότερων πηγών έκανε μόνο για τα πρόβατα, ενώ το πόσιμο νερό για τις ανθρώπινες ανάγκες έρχονταν μόνο από πηγάδια σε μεγαλύτερο βάθους. Τα νερά από τις ορεινότερες πηγές κατέβαιναν και πλημμύριζαν τις πεδιάδες χωρίς να δημιουργούν ποτάμια και ενώνονταν σχηματίζοντας μεγάλες αλμυρές λίμνες. Η μεγαλύτερη από αυτές, η λίμνη Τάττα ήταν στα σύνορα με την Φρυγία. Μια άλλη γνωστή λίμνη ονομάζονταν «Λαοδίκεια η κατακεκαυμένη».

Ο δικέφαλος αετός του Ικονίου. Μαρμάρινο ανάγλυφο του 1220.
Η πύλη του ελληνορθόδοξου ναού της Αγίας Ελένης στη Σύλλη Ικονίου.

Οι κάτοικοι της Λυκαονίας, οι Λυκάονες, αγνώστων ηθών και εθίμων, ήταν ποιμένες κατά το πλείστον, νομάδες και ληστές. Ο βίος αυτός κατέστησε το λαό πολεμικό και ουδέποτε αναγνώρισαν τη κυριαρχία των Περσών. Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία κατάγονταν από τον βασιλιά Λυκάονα της Αρκαδίας.

Σημαντικές πόλεις της Λυκαονίας ήταν το Ικόνιο, η Δέρβη (από την οποία κατάγονταν ο Αντίπατρος Δερβίτης, φίλος του Κικέρωνα), τα Λάρανδα, τα Λύστρα και άλλες.

Πολιτικά η Λυκαονία ήταν μια χώρα ρευστή αφού η έκτασή της συνεχώς μεταβαλλόταν. Πρώτος την αναφέρει ο Ξενοφών. Ο Πλίνιος αναφέρει 14 πόλεις με σπουδαιότερη το Ικόνιο. Από την εποχή του Αντωνίνου του Πίου μέχρι το τέλος του 3ο αι. μ.Χ. υπήρχε το "Κοινόν Λυκαονίας" του οποίου μέλη ήταν οι πόλεις: Ικόνιο, Λύστρα, Λάρανδα και Δέρβη (όπου πολέμησαν οι Λυκάονες μετά του Κροίσου κατά των Περσών και μετά την ήττα τους υπάχθηκαν τυπικά στους Πέρσες). Αργότερα περιήλθε στους Μακεδόνες, Σελευκίδες, Ευμένη της Περγάμου, Αντίγονο, Αριαράθη Ε' της Καππαδοκίας (129 π.Χ.), Ρωμαίους και Σελτζούκους Τούρκους οι οποίοι κατέστησαν πρωτεύουσά της, το Ικόνιο.

Σήμερα η περιοχή αυτής της αρχαίας χώρας λέγεται Καραμανία από τη πόλη Καραμάν (αρχ. Λάρανδα). Στη περιοχή έχουν βρεθεί αρχαία νομίσματα του Αντιόχου Δ' με την επιγραφή "ΛΥΚΑΟΝΩΝ".


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. "...Τὸ δὲ τῶν Οἰνώτρων γένος Ἀρκαδικὸν ἦν ἐκ τῆς τότε μὲν καλουμένης Λυκαονίας, νῦν δὲ Ἀρκαδίας, ἑκουσίως ἐξελθὸν ἐπὶ γῆς κτῆσιν ἀμείνονος ἡγουμένου τῆς ἀποικίας Οἰνώτρου τοῦ Λυκάονος, ἐφ´ οὗ τὴν ἐπίκλησιν τὸ ἔθνος ἔλαβεν. [...]" Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς Ρωμαϊκή Αρχαιολογία