Καγκελάριος της Γερμανίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ομοσπονδιακός Καγκελάριος της Γερμανίας
Bundesadler Bundesorgane.svg
Έμβλημα της Γερμανικής
Κυβέρνησης
Κάτοχος
Όλαφ Σολτς

από 8 Δεκεμβρίου 2021
Αρχικός κάτοχοςΌττο φον Μπίσμαρκ
Δημιουργία21 Μαρτίου 1871
ΙστοσελίδαΕπίσημος Ιστότοπος

Ο Καγκελάριος της Γερμανίας είναι ο αρχηγός της κυβέρνησης της Γερμανίας. Ο επίσημος τίτλος του αξιώματος είναι Bundeskanzler ή Bundeskanzlerin (Ομοσπονδιακός Καγκελάριος ή Ομοσπονδιακή Καγκελάριος). Στη γερμανική πολιτική το αξίωμα του καγκελάριου (γερμανικά: Kanzler ή Kanzlerin) θεωρείται γενικά ισοδύναμο με αυτό του Πρωθυπουργού στις χώρες όπου το πολίτευμα είναι Προεδρευόμενη κοινοβουλευτική δημοκρατία.

Σημερινός καγκελάριος είναι ο Όλαφ Σολτς, ο οποίος εξελέγη στο αξίωμα στις 8 Δεκεμβρίου 2021.

Το αξίωμα του Καγκελαρίου έχει μια μακρά ιστορία, που ανάγεται πίσω στην Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Ο τίτλος περιστασιακά χρησιμοποιήθηκε σε πολλά κράτη της Γερμανόφωνης Ευρώπης. Το σύγχρονο αξίωμα του Καγκελαρίου ιδρύθηκε με την Βόρεια Γερμανική Συνομοσπονδία, της οποίας ο Όττο φον Μπίσμαρκ έγινε Καγκελάριος το 1867. Μετά την Ένωση της Γερμανίας το 1871, το αξίωμα έγινε γνωστό στα Γερμανικά ως Reichskanzler, αν και συνέχισε να αναφέρεται ως Καγκελάριος στα Ελληνικά. Με το σύνταγμα της Γερμανίας του 1949, ο τίτλος Bundeskanzler αναζωογονήθηκε στα Γερμανικά.

Κατά τις διάφορες περιόδους, ο ρόλος του Καγκελάριου ποικίλει. Από το 1871 έως το 1918, ο Καγκελάριος ήταν μόνο υπεύθυνος προς τον Αυτοκράτορα. Με την συνταγματική μεταρρύθμιση το 1918, το Κοινοβούλιο απέκτησε το δικαίωμα να απολύει τον Καγκελάριο. Σύμφωνα με το Σύνταγμα της Βαϊμάρης του 1919, ο Καγκελάριος διοριζόταν από τον Πρόεδρο και ήταν υπεύθυνος προς το Κοινοβούλιο. Μετά τον θάνατο του Προέδρου Χίντενμπουργκ, το Σύνταγμα της Βαϊμάρης τέθηκε αποτελεσματικά στην άκρη κατά την δικτατορία των Ναζί. Το σύνταγμα του 1949 έδωσε στον Καγκελάριο μεγαλύτερες εξουσίες από ότι κατά την Δημοκρατία της Βαϊμάρης, ενώ μείωσε το ρόλο του Προέδρου. Η Γερμανία συχνά σήμερα αναφέρεται ως "καγκελαρική δημοκρατία", αντικατοπτρίζοντας τον ρόλο του Καγκελαρίου ως το πρόσωπο με την ανώτερη εκτελεστική εξουσία.

Από το 1867 34 άτομα έχουν υπηρετήσει ως αρχηγοί της κυβέρνησης της Γερμανίας ή της προκατόχου του, της Βόρειας Γερμανικής Συνομοσπονδίας οι περισσότεροι από αυτούς με τον τίτλο Καγκελάριος.

Ιστορική επισκόπηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όλαφ ΣολτςΆνγκελα ΜέρκελΓκέρχαρντ ΣρέντερΧέλμουτ ΚολΧέλμουτ ΣμιτΒάλτερ ΣέελΒίλλυ ΜπραντΚουρτ Γκέοργκ ΚίζινγκερΛούντβιχ ΈρχαρτΚόνραντ ΑντενάουερΓιόχαν Λούντβιχ Γκραφ Σβερίν φον ΚρόζιγκΓιόζεφ ΓκαίμπελςΑδόλφος ΧίτλερΚουρτ φον ΣλάιχερΦραντς φον ΠάπενΧάινριχ ΜπρύνινγκΧανς ΛούτερΒίλχελμ ΜαρξΓκούσταβ ΣτρέζεμανΒίλχελμ ΚούνοΓιόζεφ ΒιρτΚονσταντίν ΦέρενμπαχΧέρμαν Μύλερ (πολιτικός)Γκούσταφ ΜπάουερΦίλιπ ΣάιντεμανΦρίντριχ ΈμπερτΜαξιμιλιανός του Μπάντεν (1867-1929)Γκέοργκ φον ΧέρτλινγκΓκέοργκ ΜιχαέλιςΤέομπαλντ φον Μπέτμαν-ΧόλβεγκΜπέρνχαρντ φον ΜπύλοβΧλόντβιχ του Χόενλοε-ΣίλινγκσφιρστΛέο φον ΚαπρίβιΌττο φον Μπίσμαρκ

Εξαιτίας των διοικητικών του καθηκόντων, η κεφαλή του παρεκκλησιού του αυτοκρατορικού παλατιού κατά την διάρκεια της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας κλήθηκε Καγκελάριος. Ο Αρχιεπίσκοπος του Μάιντς ήταν ex officio Γερμανός Καγκελάριος μέχρι το τέλος της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας το 1806 ενώ ο Αρχιεπίσκοπος της Κολωνίας ήταν Καγκελάριος της Ιταλίας και ο Αρχιεπίσκοπος της Τρηρ της Βουργουνδίας. Αυτοί οι τρεις Αρχιεπίσκοποι ήταν επίσης Πρίγκιπες εκλέκτορες της αυτοκρατορίας. Ήδη στους μεσαιωνικούς χρόνους ο Καγκελάριος είχε πολιτική δύναμη όπως ο Ουίλλιγκις του Μάιντς (Αρχικαγκελάριος 975–1011, αντιβασιλιάς του Όθωνα Γ' 991–994) ή ο Ράιναλντ φον Ντάσσελ (Καγκελάριος 1156–1162 και 1166–1167) υπό τον Φρειδερίκο Α' Βαρβαρόσσα.

Από το 1867 έως το 1871 ο τίτλος Bundeskanzler (ομοσπονδιακός καγκελάριος) χρησιμοποιήθηκε στην Γερμανική γλώσσα, κατά την εποχή της Βόρειας Γερμανικής Συνομοσπονδίας. Από το 1871 έως το 1945, το αξίωμα ονομάσθηκε Reichskanzler (λογοτεχνικά, Καγκελάριος του Στέμματος). Από το 1949 ο επίσημος τίτλος του αξιώματος στη Γερμανική γλώσσα είναι πάλι Bundeskanzler.

Στην πλέον μη υπαρκτή Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας (ΛΔΓ, Ανατολική Γερμανία), η οποία υπήρξε από τις 7 Οκτωβρίου 1949 έως τις 3 Οκτωβρίου 1990 (όταν το έδαφος της πρώην ΛΔΓ επανενώθηκε με την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας), η θέση του Καγκελάριου δεν υπήρχε. Η ισοδύναμη θέση κλήθηκε ή Πρόεδρος Υπουργών (Ministerpräsident) ή Πρόεδρος του Συμβουλίου Υπουργών της ΛΔΓ (Vorsitzender des Ministerrats der DDR). (Βλέπε Ηγέτες της Ανατολικής Γερμανίας.)

Καγκελάριος της Βόρειας Γερμανικής Συνομοσπονδίας (1867–1871)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κεφαλή της ομοσπονδιακής κυβέρνησης της Βόρειας Γερμανικής Συνομοσπονδίας, η οποία δημιουργήθηκε στις 1 Ιουλίου 1867, είχε τον τίτλο του Ομοσπονδιακού Καγκελαρίου (Bundeskanzler). Το μόνο πρόσωπο που έφερε το αξίωμα ήταν ο Όττο φον Μπίσμαρκ, ο Πρωθυπουργός της Πρωσσίας.

Ο Βασιλιάς της Πρωσσίας εστέφθη Γερμανός Αυτοκράτορας στο Παλάτι των Βερσαλλιών στις 18 Ιανουαρίου 1871, παρόλ' αυτά, η Βόρεια Γερμανική Συνομοσπονδία δεν έπαυσε να υπάρχει μέχρι το Σύνταγμα της Γερμανίας του 1871 τέθηκε σε ισχύ στις 16 Απριλίου. Ο Μπίσμαρκ ως εκ τούτου παρέμεινε Καγκελάριος της Συνομοσπονδίας μέχρι αυτήν την ημερομηνία. Κατά την διάρκεια αυτών των μηνών, η Βόρεια Γερμανική Συνομοσπονδία αναφερόταν επίσης ως Γερμανική Συνομοσπονδία, αφότου τα Νότια Γερμανικά κράτη (εκτός της Αυστρίας) εισήλθαν στην συνομοσπονδία.

Ο Καγκελάριος διορίσθηκε από τον Βασιλιά της Πρωσσίας υπό την ιδιότητά του ως Πρόεδρος της Βόρειας Γερμανικής Συνομοσπονδίας. Ο ρόλος του και οι εξουσίες του ήταν παρόμοιες με αυτές του αξιώματος του Καγκελαρίου από το 1871.

Καγκελάριος της Γερμανικής Αυτοκρατορίας (1871–1918)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Γερμανική Αυτοκρατορία του 1871, ο Καγκελάριος υπηρέτησε και ως πρώτος υπουργός του Αυτοκράτορα, και ως προεδρεύων αξιωματούχος του Bundesrat, της άνω βουλής του Γερμανικού κοινοβουλίου. Δεν εκλέγονταν, ούτε ήταν υπεύθυνος στο κοινοβούλιο. Αντιθέτως, ο Καγκελάριος διοριζόταν από τον Αυτοκράτορα.

Η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση αποτελείτο από

  • ένα ομοσπονδιακό συμβούλιο (Bundesrat), αποτελούμενο από αντιπροσώπους των ομοσπονδιακών κρατιδίων και στο οποίο προέδρευε ο Βασιλιάς της Πρωσσίας
  • ένα κοινοβούλιο, καλούμενο Reichstag
  • έναν ομοσπονδιακό εκτελεστικό, με επικεφαλής τον Πρώσο πρωθυπουργό, Ότο φον Μπίσμαρκ, ως Ομοσπονδιακό καγκελάριο σε μια προσωπική ένωση

Τεχνικά, οι ξένοι υπουργοί των κρατών της αυτοκρατορίας έδωσαν εντολή στους εκπροσώπους τους στο Ομοσπονδιακό Συμβούλιο (Bundesrat) και έκτοτε υποβάθμισαν τον Καγκελάριο. Γι'αυτό τον λόγο, ο Μπίσμαρκ συνέχισε να υπηρετεί ως πρωθυπουργός και υπουργός εξωτερικών της Πρωσσίας εικονικά για όλη την διάρκεια του ως καγκελάριος της αυτοκρατορίας, εφόσον ήθελε να συνεχίσει να ασκεί εξουσία.

Το Σύνταγμα της Γερμανίας τροποποιήθηκε στις 29 Οκτωβρίου 1918, όταν στο Κοινοβούλιο δόθηκε το δικαίωμα να απαλλάσσει τον Καγκελάριο από τα καθήκοντά του. Όμως, η αλλαγή δεν μπόρεσε να αποτρέψει την έκρηξη της επανάστασης λίγες μέρες μετά.

Επαναστατική περίοδος 1918-19[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 9 Νοεμβρίου 1918, ο Καγκελάριος Μαξ φον Μπάντεν παρέδωσε το αξίωμά του στον Φρίντριχ Έμπερτ. Ο Έμπερτ συνέχισε να υπηρετεί ως Αρχηγός της Κυβέρνηση κατά τους τρεις μήνες μεταξύ του τέλους της Γερμανικής Αυτοκρατορίας τον Νοέμβριο του 1918 και την πρώτη συγκέντρωση της Εθνοσυνέλευσης το Φεβρουάριο του 1919, αλλά δεν χρησιμοποίησε τον τίτλο του Καγκελάριου.

Αυτήν την περίοδο, ο Έμπερτ επίσης υπηρέτησε ως Πρόεδρος του Συμβουλίου των Λαϊκών Αντιπροσώπων, έως τις 29 Δεκεμβρίου 1918 μαζί με τον Ανεξάρτητο Σοσιαλδημοκράτη Ούγκο Χάαζε.

Καγκελάριος της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης (1919–1933)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το αξίωμα του Καγκελαρίου συνεχίσθηκε στην Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Ο Καγκελάριος διοριζόταν από τον Πρόεδρο και ήταν υπεύθυνος προς το Ράιχσταγκ.

Υπό την Δημοκρατία της Βαϊμάρης, ο Καγκελάριος ήταν μια αρκετά αδύναμη μορφή. Σχεδόν όπως ο Γάλλος ομόλογος του, υπηρετούσε σαν κάτι περισσότερο από έναν πρόεδρο. Οι κυβερνητικές αποφάσεις λαμβάνονταν με ψήφο πλειοψηφίας. Ουσιαστικά πολλές από τις κυβερνήσεις της Βαϊμάρης εξαρτώταν πολύ στη συνεργασία του Προέδρου, εξαιτίας της δυσκολίας να επιτύχει μια πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο.

Καγκελάριος του Τρίτου Ράιχ (1933–1945)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Άντολφ Χίτλερ έγινε καγκελάριος της Γερμανίας το 1933, σημείο που οι ιστορικοί συμφωνούν ότι σηματοδοτεί την αρχή του Τρίτου Ράιχ. με την ανάληψη του αξιώματος του ο Χίτλερ αμέσως άρχισε να συσσωρεύει εξουσία και αλλάζει την φύση της Καγκελαρίας. Μετά από μόλις δύο μήνες στο αξίωμα, και μετά την πυρπόληση του κτρίου του Ράιχσταγκ, το σώμα του Ράιχσταγκ πέρασε τον Εξουσιοδοτικό Νόμο ο οποίος έδινε στον Καγκελάριο πλήρεις νομοθετικές εξουσίες για μα περίοδο τεσσάρων ετών – ο Καγκελάριος μπορούσε να παρουσιάσει οποιοδήποτε νόμο χωρίς να συμβουλευτεί το Κοινοβούλιο. Η Καγκελαρία έγινε μεγαλύτερη ακόμη τον Αύγουστο 1934 όταν πέθανε ο Πρόεδρος Πάουλ φον Χίντενμπουργκ. Ο Χίτλερ χρησιμοποίησε τον Εξουσιοδοτικό Νόμο για να συγχωνεύσει το αξίωμα του Καγκελαρίου με αυτό του Προέδρου για να δημιουργηθεί ένα νέο αξίωμα, ο Φύρερ· αν και τα αξιώματα συγχωνεύθηκαν, ο Χίτλερ συνέχισε να έχει την προσφώνηση "Führer und Reichskanzler" δείχνοντας ότι ο Αρχηγός του Κράτους και ο Αρχηγός της Κυβέρνησης ήταν ακόμη ξεχωριστές θέσεις αν και κατέχονταν από τον ίδιο άνδρα. Αυτός ο διαχωρισμός έγινε ακόμη πιο εμφανής όταν τον Απρίλιο 1945 ο Χίτλερ έδωσε εντολή ότι με το θάνατο του το αξίωμα του Φύρερ θα διαλυόταν και θα υπήρχε ένας νέος Πρόεδρος και Καγκελάριος. Στις 30 Απριλίου 1945, ο Χίτλερ αυτοκτόνησε και τον διαδέχθηκε βραχύβια ως Καγκελάριο ο Γιόζεφ Γκέμπελς, όπως υπαγορεύθηκε στην Τελευταία Διαθήκη του Χίτλερ. Μετά την αυτοκτονία του Γκέμπελς, τη θέση του Προέδρου πήρε ο Ναύαρχος Καρλ Νταίνιτς, ο οποίος διόρισε επικεφαλής Υπουργό τον κόμη Γιόχαν Λούντβιχ φον Κρόσιγκ. Ο Νταίνιτς και ο φον Κρόσιγκ συνθηκολόγησαν την παράδοση της Γερμανίας στους Συμμάχους.

Καγκελάριος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας (από το 1949)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Γραφείο του Καγκελάριου στο Βερολίνο

Το γερμανικό σύνταγμα του 1949, ο Βασικός Νόμος (Grundgesetz), περιβάλλει τον Καγκελάριο με ευρείες εξουσίες στην βασική κυβερνητική πολιτική. Γι' αυτό το λόγο, μερικοί παρατηρητές αναφέρονται στο Γερμανικό πολιτικό σύστημα ως μια «καγκελαρική δημοκρατία». Οποιοδήποτε μεγάλο κόμμα (CDU/CSU ή SPD) δεν φέρει την καγκελαρία συχνά καλεί τον ηγετικό του υποψήφιο για τις ομοσπονδιακές εκλογές «υποψήφιος καγκελάριος» (Kanzlerkandidat). Η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση (Bundesregierung) αποτελείται από τον Καγκελάριο και τους υπουργούς της κυβέρνησης.

Η εξουσία του καγκελαρίου πηγάζει από τις προβλέψεις του Βασικού Νόμου και πρακτικά από την θέση του ή της ως ηγέτη/ηγέτιδας του κόμματος (ή συνασπισμού κομμάτων) φέροντας μια πλειοψηφία εδρών στη Bundestag (ομοσπονδιακό κοινοβούλιο). Ο καγκελάριος συνήθως είναι και πρόεδρος του κόμματος του, αλλά οι εξαιρέσεις είναι συχνές, όπως αυτή του Χέλμουτ Σμιτ, του Γκέρχαρντ Σρέντερ μετά την παραίτηση του από την προεδρία του SPD το 2004, και του σημερινού καγκελαρίου Όλαφ Σολτς.

Με την ίδρυση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας, ο Γερμανός Καγκελάριος έχει επίσημα την προσφώνηση "Herr Bundeskanzler". Η μόνη γυναίκα Καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ είχε την επίσημη προσφώνηση "Frau Bundeskanzlerin", την θηλυκή μορφή του τίτλου. Η χρήση του μικτού όρου "Frau Bundeskanzler" απορρίφθηκε από την κυβέρνηση το 2004 επειδή θεωρείται αγενής[1].

Κατάλογος Καγκελαρίων της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Κατάλογος Καγκελαρίων της Γερμανίας

Αρ. Εικόνα Όνομα Κόμμα Από Έως Διάρκεια
1 Bundesarchiv B 145 Bild-F078072-0004, Konrad Adenauer.jpg Κόνραντ Αντενάουερ

(1876–1967)

CDU 15 Σεπτεμβρίου 1949 16 Οκτωβρίου 1963 14 χρόνια, 1 μήνας, 1 ημέρα

(5144 ημέρες)

2 Bundesarchiv B 145 Bild-F041449-0007, Hamburg, CDU-Bundesparteitag, Ludwig Erhard.jpg Λούντβιχ Έρχαρτ

(1897–1977)

CDU 16 Οκτωβρίου 1963 1 Δεκεμβρίου 1966 3 χρόνια, 1 μήνας, 15 ημέρες

(1142 ημέρες)

3 Kurt Georg Kiesinger (Nürburgring, 1969).jpg Κουρτ Γκέοργκ Κίζινγκερ

(1904–1988)

CDU 1 Δεκεμβρίου 1966 21 Οκτωβρίου 1969 2 χρόνια, 10 μήνες, 20 ημέρες

(1055 ημέρες)

4 Bundesarchiv B 145 Bild-F057884-0009, Willy Brandt.jpg Βίλλυ Μπραντ

(1913–1992)

SPD 21 Οκτωβρίου 1969 7 Μαΐου 1974 4 χρόνια, 6 μήνες, 16 ημέρες

(1659 ημέρες)

- Bundesarchiv Bild 146-1989-047-20, Walter Scheel.jpg Βάλτερ Σέελ
(υπηρεσιακός)

(1919–2016)

FDP 7 Μαΐου 1974 16 Μαΐου 1974 9 ημέρες
5 Helmut Schmidt (13.07.1977).jpg Χέλμουτ Σμιτ

(1918–2015)

SPD 16 Μαΐου 1974 1 Οκτωβρίου 1982 8 χρόνια, 4 μήνες, 15 ημέρες

(3060 ημέρες)

6 Bundesarchiv B 145 Bild-F074398-0021 Kohl (cropped).jpg Χέλμουτ Κολ

(1930–2017)

CDU 1 Οκτωβρίου 1982 27 Οκτωβρίου 1998 16 χρόνια, 26 ημέρες

(5870 ημέρες)

7 Gerhard Schröder (cropped).jpg Γκέρχαρντ Σρέντερ

(* 1944)

SPD 27 Οκτωβρίου 1998 22 Νοεμβρίου 2005 7 χρόνια, 26 ημέρες

(2583 ημέρες)

8 Angela Merkel Juli 2010 - 3zu4 (cropped 2).jpg Άνγκελα Μέρκελ

(* 1954)

CDU 22 Νοεμβρίου 2005 8 Δεκεμβρίου 2021 16 χρόνια, 16 ημέρες

(5860 ημέρες)

9 Sánchez se reunió con el nuevo canciller alemán Olaf Scholz en La Moncloa 20220117 (8) (cropped).jpg Όλαφ Σολτς

(* 1958)

SPD 8 Δεκεμβρίου 2021 εν ενεργεία

(11 μήνες και 19 ημέρες)

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «"Frau Bundeskanzler" oder ... "Frau Bundeskanzlerin"? - n-tv.de». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 17 Ιανουαρίου 2009. Ανακτήθηκε στις 14 Μαΐου 2010. 

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Klein, Herbert, ed. 1993. The German Chancellors. Berlin: Edition.
  • Padgett, Stephen, ed. 1994. The Development of the German Chancellorship: Adenauer to Kohl. London: Hurst.

Άρθρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Harlen, Christine M. 2002. "The Leadership Styles of the German Chancellors: From Schmidt to Schröder." Politics and Policy 30 (2 (June)): 347–371.
  • Helms, Ludger. 2001. "The Changing Chancellorship: Resources and Constraints Revisited." German Politics 10 (2): 155–168.
  • Mayntz, Renate. 1980. "Executive Leadership in Germany: Dispersion of Power or 'Kanzler Demokratie'?" In Presidents and Prime Ministers, ed. R. Rose and E. N. Suleiman. Washington, D.C: American Enterprise Institute. pp. 139–71.
  • Smith, Gordon. 1991. "The Resources of a German Chancellor." West European Politics 14 (2): 48–61.