Καγκελάριος της Γερμανίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ομοσπονδιακός Καγκελάριος της Γερμανίας
Bundesadler Bundesorgane.svg
Έμβλημα της Γερμανικής
Κυβέρνησης
Κάτοχος
Άνγκελα Μέρκελ

από 22 Νοεμβρίου 2005
Αρχικός κάτοχος Όττο φον Μπίσμαρκ
Δημιουργία 21 Μαρτίου 1871
Ιστοσελίδα Επίσημος Ιστότοπος

Η Καγκελάριος της Γερμανίας είναι η αρχηγός της κυβέρνησης της Γερμανίας. Ο επίσημος τίτλος του αξιώματος είναι Bundeskanzler (Ομοσπονδιακός Καγκελάριος). Στη γερμανική πολιτική το αξίωμα του καγκελάριου (γερμανικά: Kanzler) θεωρείται γενικά ισοδύναμο με αυτό του Πρωθυπουργού σε άλλες κοινοβουλευτικές δημοκρατίες.

Η παρούσα Καγκελάριος της Γερμανίας είναι η Άνγκελα Μέρκελ, η οποία εκλέχθηκε για τρίτη φορά το 2013. Είναι η πρώτη γυναίκα Καγκελάριος. Στα γερμανικά είναι γνωστή ως Bundeskanzlerin.

Το αξίωμα του Καγκελαρίου έχει μια μακρά ιστορία, που ανάγεται πίσω στην Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Ο τίτλος περιστασιακά χρησιμοποιήθηκε σε πολλά κράτη της Γερμανόφωνης Ευρώπης. Το σύγχρονο αξίωμα του Καγκελαρίου ιδρύθηκε με την Βόρεια Γερμανική Συνομοσπονδία, της οποίας ο Όττο φον Μπίσμαρκ έγινε Καγκελάριος το 1867. Μετά την Ένωση της Γερμανίας το 1871, το αξίωμα έγινε γνωστό στα Γερμανικά ως Reichskanzler, αν και συνέχισε να αναφέρεται ως Καγκελάριος στα Ελληνικά. Με το σύνταγμα της Γερμανίας του 1949, ο τίτλος Bundeskanzler αναζωογονήθηκε στα Γερμανικά.

Κατά τις διάφορες περιόδους, ο ρόλος του Καγκελάριου ποικίλει. Από το 1871 έως το 1918, ο Καγκελάριος ήταν μόνο υπεύθυνος προς τον Αυτοκράτορα. Με την συνταγματική μεταρρύθμιση το 1918, το Κοινοβούλιο απέκτησε το δικαίωμα να απολύει τον Καγκελάριο. Σύμφωνα με το Σύνταγμα της Βαϊμάρης του 1919, ο Καγκελάριος διοριζόταν από τον Πρόεδρο και ήταν υπεύθυνος προς το Κοινοβούλιο. Μετά τον θάνατο του Προέδρου Χίντενμπουργκ, το Σύνταγμα της Βαϊμάρης τέθηκε αποτελεσματικά στην άκρη κατά την δικτατορία των Ναζί. Το σύνταγμα του 1949 έδωσε στον Καγκελάριο μεγαλύτερες εξουσίες από ότι κατά την Δημοκρατία της Βαϊμάρης, ενώ μείωσε το ρόλο του Προέδρου. Η Γερμανία συχνά σήμερα αναφέρεται ως "καγκελαρική δημοκρατία", αντικατοπτρίζοντας τον de facto ρόλο του Καγκελαρίου ως το πρόσωπο με την ανώτερη εκτελεστική εξουσία.

Από το 1867 34 άτομα έχουν υπηρετήσει ως αρχηγοί της κυβέρνησης της Γερμανίας ή της προκατόχου του, της Βόρειας Γερμανικής Συνομοσπονδίας οι περισσότεροι από αυτούς με τον τίτλο Καγκελάριος.

Ιστορική επισκόπηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξαιτίας των διοικητικών του καθηκόντων, η κεφαλή του παρεκκλησιού του αυτοκρατορικού παλατιού κατά την διάρκεια της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας κλήθηκε Καγκελάριος. Ο Αρχιεπίσκοπος του Μάιντς ήταν ex officio Γερμανός Καγκελάριος μέχρι το τέλος της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας το 1806 ενώ ο Αρχιεπίσκοπος της Κολωνίας ήταν Καγκελάριος της Ιταλίας και ο Αρχιεπίσκοπος της Τρηρ της Βουργουνδίας. Αυτοί οι τρεις Αρχιεπίσκοποι ήταν επίσης Πρίγκιπες εκλέκτορες της αυτοκρατορίας. Ήδη στους μεσαιωνικούς χρόνους ο Καγκελάριος είχει πολιτική δύναμη όπως ο Ουίλλιγκις του Μάιντς (Αρχικαγκελάριος 975–1011, αντιβασιλιάς του Όττο Γ' 991–994) ή ο Ράιναλντ φον Ντάσσελ (Καγκελάριος 1156–1162 και 1166–1167) υπό τον Φρειδερίκο Α'.

Από το 1867 έως το 1871 ο τίτλος Bundeskanzler (ομοσπονδιακός καγκελάριος) χρησιμοποιήθηκε στην Γερμανική γλώσσα, κατά την εποχή της Βόρειας Γερμανικής Συνομοσπονδίας. Από το 1871 έως το 1945, το αξίωμα ονομάσθηκε Reichskanzler (λογοτεχνικά, Καγκελάριος του Στέμματος). Από το 1949 ο επίσημος τίτλος του αξιώματος στη Γερμανική γλώσσα είναι πάλι Bundeskanzler.

Στην πλέον μη υπαρκτή Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας (GDR, Ανατολική Γερμανία), η οποία υπήρξε από τις 7 Οκτωβρίου 1949 έως τις 3 Οκτωβρίου 1990 (όταν το έδαφος της πρώην GDR επανενώθηκε με την Ομσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας), η θέση του Καγκελάριου δεν υπήρχε. Η ισοδύναμη θέση κλήθηκε ή Υπουργός Πρόεδρος (Ministerpräsident) ή Πρόεδρος του Συμβουλίου Υπουργών της GDR (Vorsitzender des Ministerrats der DDR). (Βλέπε Ηγέτες της Ανατολικής Γερμανίας.)

Καγκελάριος της Βόρειας Γερμανικής Συνομοσπονδίας (1867–1871)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κεφαλή της ομοσπονδιακής κυβέρνησης της Βόρειας Γερμανικής Συνομοσπονδίας, η οποία δημιουργήθηκε στις 1 Ιουλίου 1867, είχε τον τίτλο Bundeskanzler. Το μόνο πρόσωπο που έφερε το αξίωμα ήταν ο Όττο φον Μπίσμαρκ, ο Πρωθυπουργός της Πρωσσίας.

Ο Βασιλιάς της Πρωσσίας εστέφη Γερμανός Αυτοκράτορας στο Παλάτι των Βερσαλλιών στις 18 Ιανουαρίου 1871, παρ' όλ' αυτά, η Βόρεια Γερμανική Συνομοσπονδία δεν έπαυσε να υπάρχει μέχρι το Σύνταγμα της Γερμανίας του 1871 τέθηκε σε ισχύ στις 16 Απριλίου. Ο Μπίσμαρκ ως εκ τούτου παρέμεινε Καγκελάριος της Συνομοσπονδίας μέχρι αυτήν την ημερομηνία. Κατά την διάρκεια αυτών των μηνών, η Βόρεια Γερμανική Συνομοσπονδία αναφερόταν επίσης ως Γερμανική Συνομοσπονδία, αφότου τα Νότια Γερμανικά κράτη (εκτός της Αυστρίας) εισήλθαν στην συνομοσπονδία.

Ο Καγκελάριος διορίσθηκε από τον Βασιλιά της Πρωσσίας υπό την ιδιότητά του ως Πρόεδρος της Βόρειας Γερμανικής Συνομοσπονδίας. Ο ρόλος του και οι εξουσίες του ήταν παρόμοιες με αυτές του αξιώματος του Καγκελαρίου από το 1871.

Καγκελάριος της Γερμανικής Αυτοκρατορίας (1871–1918)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Γερμανική Αυτοκρατορία του 1871, ο Καγκελάριος υπηρέτησε και ως πρώτος υπουργός του Αυτοκράτορα, και ως προεδρεύων αξιωματούχος του Bundesrat, της άνω βουλής του Γερμανικού κοινοβουλίου. Δεν εκλέγονταν, ούτε ήταν υπεύθυνος στο κοινοβούλιο. Αντιθέτως, ο Καγκελάριος διοριζόταν από τον Αυτοκράτορα.

Η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση αποτελείτο από

  • ένα ομοσπονδιακό συμβούλιο (Bundesrat), αποτελούμενο από αντιπροσώπους των ομοσπονδιακών κρατιδίων και στο οποίο προέδρευε ο Βασιλιάς της Πρωσσίας
  • ένα κοινοβούλιο, καλούμενο Reichstag
  • a rudimentary federal executive, led by the Prussian Prime Minister Otto von Bismarck as Federal Chancellor in a personal union.

Τεχνικά, οι ξένοι υπουργοί των κρατών της αυτοκρατορίας έδωσαν εντολή στους εκπροσώπους τους στο Ομοσπονδιακό Συμβούλιο (Bundesrat) και έκτοτευποβάθμισαν τον Καγκελάριο. Γι'αυτό τον λόγο, ο Μπίσμαρκ συνέχισε να υπηρετεί ως πρωθυπουργός και υπουργός εξωτερικών της Πρωσσίας εικονικά για όλη την διάρκεια του ως καγκελάριος της αυτοκρατορίας, εφόσον ήθελε να συνεχίσει να ασκεί εξουσία.

.Το Σύνταγμα της Γερμανίας τροποποιήθηκε στις 29 Οκτωβρίου 1918, όταν στο Κοινοβούλιο δόθηκε το δικαίωμα να απαλλάσσει τον Καγκελάριο από τα καθήκοντά του. Όμως, η αλλαγή δεν μπόρεσε να αποτρέψει την έκρηξη της επανάστασης λίγες μέρες μετά.

Επαναστατική περίοδος 1918-19[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 9 Νοεμβρίου 1918, ο Καγκελάριος Μαξ φον Μπάντεν παρέδωσε το αξίωμα του στον Φρίντριχ Έμπερτ. Ο Έμπερτ συνέχισε να υπηρετεί ως Αρχηγός της Κυβέρνηση κατά τους τρεις μήνες μεταξύ του τέλους της Γερμανικής Αυτοκρατορίας τον Νοέμβριο του 1918 και την πρώτη συγκέντρωση της Εθνοσνέλευσης το Φεβρουάριο του 1919, αλλά δεν χρησιμοποίησε τον τίτλο του Καγκελάριου.

Αυτήν την περίοδο, ο Έμπερτ επίσης υπηρέτησε ως Πρόεδρος του Συμβουλίου των Λαϊκών Αντιπροσώπων, έως τις 29 Δεκεμβρίου 1918 μαζί με τον Ανεξάρτητο Σοσιαλδημοκράτη Ούγκο Χάαζε.

Καγκελάριος της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης (1919–1933)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το αξίωμα του Καγκελαρίου συνεχίσθηκε στην Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Ο Καγκελάριος διοριζόταν από τον Πρόεδρο και ήταν υπεύθυνος προς το Ράιχσταγκ.

Υπό την Δημοκρατία της Βαϊμάρης, ο Καγκελάριος ήταν μια αρκετά αδύναμη μορφή. Σχεδόν όπως ο Γάλλος ομόλογος του, υπηρετούσε σαν κάτι περισσότερο από έναν πρόεδρο. Οι κυβερνητικές αποφάσεις λαμβάνονταν με ψήφο πλειοψηφίας. Ουσιαστικά πολλές από τις κυβερνήσεις της Βαϊμάρης εξαρτώνταν πολύ στη συνεργασία του Προέδρου, εξαιτίας της δυσκολίας να επιτύχει μια πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο.

Καγκελάριος του Τρίτου Ράιχ (1933–1945)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Άντολφ Χίτλερ έγνε καγκελάριος της Γερμανίας το 1933, σημείο που οι ιστορικοί συμφωνούν ότι σηματοδοτεί την αρχή του Τρίτου Ράιχ. με την ανάληψη του αξιώματος του ο Χίτλερ αμέσως άρχισε να συσσωρεύει εξουσία και αλλάζει την φύση της Καγκελαρίας. Μετά από μόλις δύο μήνες στο αξίωμα, και μετά την πυρπόληση του κτρίου του Ράιχσταγκ, το σώμα του Ράιχσταγκ πέρασε τον Εξουσιοδοτικό Νόμο ο οποίος έδινε στον Καγκελάριο πλήρεις νομοθετικές εξουσίες για μα περίοδο τεσσάρων ετών – ο Καγκελάριος μπορούσε να παρουσιάσει οποιοδήποτε νόμο χωρίς να συμβουλευτεί το Κοινοβούλιο. Η Καγκελαρία έγινε μεγαλύτερη ακόμη τον Αύγουστο 1934 όταν πέθανε ο Πρόεδρος Πάουλ φον Χίντενμπουργκ. Ο Χίτλερ χρησιμοποίησε τον Εξουσιοδοτικό Νόμο για να συγχωνεύσει το αξίωμα του Καγκελαρίου με αυτό του Προέδρου για να δημιουργηθεί ένα νέο αξίωμα, ο Φύρερ· αν και τα αξιώματα συγχωνεύθηκαν, ο Χίτλερ συνέχισε να έχει την προσφώνηση "Führer und Reichskanzler" δείχνοντας ότι ο Αρχηγός του Κράτους και ο Αρχηγός της Κυβέρνησης ήταν ακόμη ξεχωριστές θέσεις αν και κατέχονταν από τον ίδιο άνδρα. Αυτός ο διαχωρισμός έγινε ακόμη πιο εμφανής όταν τον Απρίλιο 1945 ο Χίτλερ έδωσε εντολή ότι με το θάνατο του το αξίωμα του Φύρερ θα διαλυόταν και θα υπήρχε ένας νέος Πρόεδρος και Καγκελάριος. Στις 30 Απριλίου 1945, ο Χίτλερ αυτοκτόνησε και τον διαδέχθηκε βραχύβια ως Καγκελάριο ο Γιόζεφ Γκέμπελς, όπως υπαγορεύθηκε στην Τελευταία Διαθήκη του Χίτλερ. Μετά την αυτοκτονία του Γκέμπελς, τη θέση του Προέδρου πήρε ο Ναύαρχος Καρλ Νταίνιτς, ο οποίος διόρισε επικεφαλής Υπουργό τον κόμη Γιόχαν Λούντβιχ φον Κρόσιγκ. Ο Νταίνιτς και ο φον Κρόσιγκ συνθηκολόγησαν την παράδοση της Γερμανίας στους Συμμάχους.

Καγκελάριος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας (από το 1949)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Άνγκελα Μέρκελ Γκέρχαρντ Σρέντερ Χέλμουτ Κολ Χέλμουτ Σμιτ Βίλι Μπραντ Κουρτ Γκέοργκ Κίσινγκερ Λούντβιχ Έρχαρντ Κόνραντ Αντενάουερ

Το γερμανικό σύνταγμα του 1949, ο Βασικός Νόμος (Grundgesetz), περιβάλλει τον Καγκελάριο με ευρείες εξουσίες στην βασική κυβερνητική πολιτική. Γι' αυτό το λόγο, μερικοί παρατηρητές αναφέρονται στο Γερμανικό πολιτικό σύστημα ως μια "καγκελαρική δημοκρατία". Οποιοδήποτε μεγάλο κόμμα (CDU/CSU ή SPD) δεν φέρει την καγκελαρία συχνά καλεί τον ηγετικό του υποψήφιο για τις ομοσπονδιακές εκλογές "καγκελάριος-υποψήφιος" (Kanzlerkandidat). Η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση (Bundesregierung) αποτελείται από τον Καγκελάριο και τους υπουργούς της κυβέρνησης.

Το Γραφείο του Καγκελάριου στο Βερολίνο

Η εξουσία του καγκελαρίου πηγάζει από τις προβλέψεις του Βασικού Νόμου και πρακτικά από την θέση του ή της ως ηγέτη/ηγέτιδας του κόμματος (ή συνασπισμού κομμάτων) φέροντας μια πλειοψηφία εδρών στο Bundestag (ομοσπονδιακό κοινοβούλιο). Με την εξαίρεση του Χέλμουτ Σμιτ, ο καγκελάριος συνήθως έχει υπάρξει και πρόεδρος του κόμματος του. Αυτή ήταν η περίπτωση με τον Καγκελάριο Γκέρχαρντ Σρέντερ από το 1999 έως την παραίτηση του από την προεδρία του SPD το 2004.

Με την ίδρυση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας, ο Γερμανός Καγκελάριος έχει επίσημα την προσφώνηση "Herr Bundeskanzler". Η τωρινή θηλυκή Καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ έχει την επίσημη προσφώνηση "Frau Bundeskanzlerin", την θηλυκή μορφή του τίτλου. Η χρήση του μικτού όρου "Frau Bundeskanzler" απορρίφθηκε από την κυβέρνηση το 2004 επειδή θεωρείται αγενής.[1]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Klein, Herbert, ed. 1993. The German Chancellors. Berlin: Edition.
  • Padgett, Stephen, ed. 1994. The Development of the German Chancellorship: Adenauer to Kohl. London: Hurst.

Άρθρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
  • Harlen, Christine M. 2002. "The Leadership Styles of the German Chancellors: From Schmidt to Schröder." Politics and Policy 30 (2 (June)): 347–371.
  • Helms, Ludger. 2001. "The Changing Chancellorship: Resources and Constraints Revisited." German Politics 10 (2): 155–168.
  • Mayntz, Renate. 1980. "Executive Leadership in Germany: Dispersion of Power or 'Kanzler Demokratie'?" In Presidents and Prime Ministers, ed. R. Rose and E. N. Suleiman. Washington, D.C: American Enterprise Institute. pp. 139–71.
  • Smith, Gordon. 1991. "The Resources of a German Chancellor." West European Politics 14 (2): 48–61.