Καλογιάν της Βουλγαρίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Καλογιάν ο Ρωμαιοκτόνος
Калоян Ромеоубиец
Τσάρος της Βουλγαρίας
Kaloyan Varna.jpg
Άγαλμα του Καλογιάν στη Βάρνα
Βασιλεία 11971207
Πέθανε Οκτώβριος 1207
Τόπος θανάτου Θεσσαλονίκη
Προκάτοχος Πέτρος Δ΄
Διάδοχος Μπόριλ
Τέκνα δείτε παρακάτω
Βασιλικός Οίκος Δυναστεία Ασέν

Ο Καλογιάν ή Καλογιάννης ο Ρωμαιοκτόνος (βουλγάρικα: Калоян Ромеоубиец) γνωστός και ώς Ιβάν Α΄ (Иван I ή Йоан I, Ιωάννης Α΄) ήταν αυτοκράτορας (τσάρος) της Βουλγαρίας το διάστημα 1197-1207. Γεννήθηκε περί το 1168-1169. Το όνομα Καλογιάν που υποδηλώνει τον «Καλό» ή «Όμορφο» Ιωάννη προέρχεται από το το ελληνικό «Καλοϊωάννης», και ήταν σύνηθες στους Βυζαντινούς αυτοκράτορες με όνομα «Ιωάννης» από την εποχή των Κομνηνών και μετά (Οι Βυζαντινοί εχθροί του τον αποκαλούσαν μυστικά Σκυλοϊωάννη). Ένα ακόμα από τα προσωνύμιά του ήταν Ιωανίτσης (Йоаница, Ιωάνιτσα ή και Иваница, Ιβάνιτσα), υποκοριστικό του Ιβάν ή Ιωάν (Ιωάννης στα Ελληνικά).

Η ζωή του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Καλογιάν ήταν ο νεότερος αδερφός και διάδοχος του Πέτρου Δ΄ και του Ιβάν Ασέν Α΄. Το 1187 στάλθηκε όμηρος στην Κωνσταντινούπολη, από όπου δραπέτευσε και επέστρεψε στην Βουλγαρία περί το 1189. Μετά τις διαδοχικές δολοφονίες των αδελφών του, ο Καλογιάν έγινε τσάρος της Βουλγαρίας.

Ο Καλογιάν συνέχισε την επιθετική πολιτική των προκατόχων του προς την Βυζαντινή Αυτοκρατορία σε τέτοιο σημείο που συμμάχησε με τον Ιβάνκο, δολοφόνο του αδερφού του, Ιβάν Ασέν Α΄, και ο οποίος όντας στην υπηρεσία των Βυζαντινών από το 1196 είχε γίνει κυβερνήτης της Φιλιππούπολης (Πλόβντιβ). Ένας άλλος σύμμαχος του Καλογιάν ήταν ο Ντόμπρομιρ Χρύσος, ο οποίος κυβερνούσε την περιοχή της Στρούμνιτσα. Η συμμαχία διαλύθηκε σύντομα, καθώς οι Βυζαντινοί κατατρόπωσαν και τον Ιβάνκο και τον Ντόμπρομιρ Χρύσο. Εντούτοις ο Καλογιάν απέσπασε την Κωνστάντεια (Σιμεόνοβγκραντ) της Θράκης και την Βάρνα από την Βυζαντινή Αυτοκρατορία το 1201 και το μεγαλύτερο μέρος της σλαβικής Μακεδονίας το 1202.

Το 1202 ο βασιλιάς Ίμρε της Ουγγαρίας εισέβαλε στην Βουλγαρία και κατέκτησε της περιοχές του Βελιγραδίου, του Μπρανίτσεβο (Κόστολατς) και της Νις (την οποία παρέδωσε στον προστατευόμενό του Βούκαν Νεμάνιτς της Σερβίας). Ο Καλογιάν αντεπιτέθηκε το 1203, αποκαθιστώντας στον σερβικό θρόνο τον αδερφό του Βούκαν, Στέφαν Νεμάντις και ανακαταλαμβάνοντας τα εδάφη του αφού νίκησε τους Ούγγρους. Η έχθρα μεταξύ Βουλγαρίας και Ουγγαρίας συνεχίστηκε μέχρι την διαμεσολάβηση του Πάπα Ιννοκέντιου Γ΄

Η Βουλγαρία κατά την βασιλεία του Καλογιάν (1197-1207)

Ο Ιννοκέντιος το 1199 ο Γ΄ έστειλε επιστολή στον Καλογιάν, προσκαλώντας τον να ενώσει την Εκκλησία του με την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Ο Καλογιάν θέλοντας να φέρει τον τίτλο του Αυτοκράτορα και να αποκαταστήσει το γόητρο, τον πλούτο και την έκταση του Πρώτου Βουλγαρικό Βουλγαρικού Βασιλείου απάντησε το 1202. Ζήτησε από τον Ινοκκέντιο να του απονείμει το αυτοκρατορικό στέμμα και σκήπτρο που έφεραν ο Συμεών Α΄, ο Πέτρος Α΄ και ο Σαμουήλ και σε αντάλλαγμα θα εξέταζε το ενδεχόμενο της κοινωνίας με την Ρώμη. Ακόμα ήθελε ο Πάπας να αναγνωρίσει την κεφαλή της Βουλγαρική Εκκλησίας ως Πατριάρχη.[1] Ο Πάπας δεν ήταν όμως διατεθειμένος να κάνει παραχωρήσεις τέτοιας κλίμακας, και όταν ο απεσταλμένος του, Καρδινάλιος Λέο, έφτασε στην Βουλγαρία, έχρισε τον Αρχιεπίσκοπο Βασίλι του Τάρνοβο, Αρχιεπίσκοπο Βουλγάρων και Βλάχων. Ο Καλογιάν έλαβε το Ουνίτικο στέμα ως rex Bulgarorum et Blachorum (Βασιλιάς των Βουλγάρων και των Βλάχων) και όχι ως αυτοκράτορας. Χωρίς να καταλάβει ο Καλογιάν έγραψε στον πάπα, ευχαριστόντας τον για την αυτοκρατορική στέψη και την χρίση του πατριάρχη. Τον διαβεβαίωσε ακόμα ότι και αυτός από μέρους του θα ακολουθούσε τα Καθολικά δόγματα σαν μέρος της συμφωνίας του. Εν τω μεταξύ σε μια προσπάθεια να συνάψει συμμαχία με τον Καλογιάν, ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας Αλέξιος Γ΄ Άγγελος του αναγνώρισε τον αυτοκρατορικό τίτλο και υποσχέθηκε ότι θα αναγνωρίσει και τον πατριάρχη.

Αμέσως μετά, το 1204, οι Σταυροφόροι κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη και δημιούργησαν την Λατινική Αυτοκρατορία με αυτοκράτορα τον Βαλδουίνο της Φλάνδρας. Παρόλο που ο Καλογιάν είχε προσφερθεί να συμμαχήσει με τους σταυροφόρους εναντίον των Βυζαντινών, η προσφορά του δεν έγινε δεκτή ενώ η Λατινική Αυτοκρατορία εξέφρασε την πρόθεση να κατακτήσει όλα τα εδάφη της πρώην Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και των γειτόνων της. Η επικείμενη σύγκρουση επισπεύσθηκε όταν η Βυζαντινή αριστοκρατία της Θράκης εξεγέρθηκε εναντίον των Λατίνων το 1205 και κάλεσε τον Καλογιάν να βοηθήσει προσφέροντάς του υποταγή.

Ο Λατίνος Αυτοκράτορας Βαλδουίνος Α΄ άρχισε να να καταστέλλει τις εξεγέρσεις στις πόλεις και πολιόρκησε την Αδριανούπολη, ενώ σύμφωνα με τον χρονικογράφο Βιλλεαρδουίνο: «Ο Ιωαννίτσης, Βασιλιάς της Βλαχίας, ερχόταν να βοηθήσει την πόλη με μεγάλη στρατιά, έφερε μαζί του Βλάχους και Βούλγαρους, και δεκατέσσερις χιλιάδες αβάπτισους Κουμάνους». Στις 14 Απριλίου 1205 οι Κουμάνοι του Καλογιάν κατάφεραν να οδηγήσουν το βαρύ ιππικό των Λατίνων σε ενέδρα στα έλη βόρεια της Αδριανούπολης, και ο Καλογιάν κατατρόπωσε τον στρατό τον σταυροφόρων. Ο αυτοκράτορας Βαλδουίνος αιχμαλωτίστηκε, ο Κόμης Λουί Α΄ του Μπλουά σκοτώθηκε ενώ ο Βενετός δόγης Δανδόλος οδήγησε τα επιζώντα τμήματα του σταυροφορικού στρατού σε βιαστική υποχώρηση πίσω στην Κωνσταντινούπολη, κατά την διάρκεια της οποίας πέθανε από εξάντληση. (Ο Βαλδουίνος φυλακίστηκε στην Βουλγαρική πρωτεύουσα Τάρνοβο μέχρι που πέθανε ή εκτελέστηκε στα τέλη του 1205.) Κατά την διάρκεια του έτους 1205, ο Καλογιάν νίκησε τους Λατίνους στις Σέρρες και κατέλαβε την Φιλιππούπολη (Πλόβντιβ), κατακτώντας μεγάλο μέρος της επικράτειας της Λατινικής αυτοκρατορίας στην Θράκη και την Μακεδονία.

Παρά την αρχική καλή υποδοχή των επιτυχιών του Καλογιάν ενάντια στους Λατίνους, η Βυζαντινή αριστοκρατία τελικά ξεκίνησε να συνωμοτεί εναντίον του. Ο Καλογιάν επίσης άλλαξε τακτική και στράφηκε χωρίς έλεος εναντίον των πρώην συμμάχων του, υιοθετώντας και το προσωνύμιο «Ρωμαιοκτόνος» κατ'αντιπαραβολή του «Βουλγαροκτόνος» του Βασιλείου Β΄.

Στις 31 Ιανουαρίου 1206 ο Καλογιάν νίκησε ξανά τους Λατίνους στην μάχη του Ρύσιου και αργότερα κατέλαβε το Διδυμότειχο. Οι Βούλγαροι λεηλάτησαν κατ' επανάληψιν τη Θράκη και τις πόλεις της, μεταξύ των οποίων τις σημαντικές πόλεις, Ηράκλεια και Καινοφρούριον (σημ. Τσόρλου) και ήταν υπαίτιοι για την εκκένωση άλλων πόλεων όπως η Ραιδεστός (σημ. Τέρκινταγ). Ενώ στο παρελθόν η βιαιότητα του Καλογιάν περιοριζόταν στο να παραπλανεί τους αντιπάλους του, στις μετέπειτα εκστρατείες του ήταν υπεύθυνος για μαζικές μετατοπίσεις πληθυσμών από τις κατεκτημένες πόλεις σε μακρινές επαρχίες της Βουλγαρίας.

Ο θάνατός του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο τάφος του Καλογιάν της Βουλγαρίας στο Βέλικο Τάρνοβο.

Ο Καλογιάν πολιόρκησε την Αδριανούπολη δύο φορές αλλά απέτυχε να την καταλάβει λόγω της απόσυρσης του Κουμανικού Ιππικού και της αποφασιστικής προώθησης του νέου Λατίνου αυτοκράτορα, αδερφού του Βαλδουίνου Α΄, Ερρίκου της Φλάνδρας. Το 1207 ο Καλογιάν σύναψε συμμαχία εναντίον των Λατίνων με τον Θεόδωρο Λάσκαρη της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας. Την ίδια χρονιά ο στρατός του σκότωσε τον Βονιφάτιο Μομφερατικό (4 Σεπτεβρίου 1207), Λατίνο κυβερνήτη του Βασιλείου της Θεσσαλονίκης. Θέλοντας να εκμεταλλευτεί το γεγονός πολιόρκησε την πόλη με μεγάλο στρατό, αλλά δολοφονήθηκε από τον δικό του διοικητή των Κουμάνων, Μαναστάρ, στις αρχές Οκτωβρίου του 1207.

Οι πηγές για την βασιλεία του Καλογιάν είναι κατά το μεγαλύτερο μέρος ξένες (Βυζαντινές και Λατινικές) και εχθρικές, τονίζοντας την βιαιότητα και την αγριότητά του. Μέρος των βιαιοπραγιών του έχουν αποδοθεί στους Κουμάνους ακόλουθούς τους, ενώ άλλοι κατέδειξαν ότι οι πιο καταπιεστικές πολιτικές του στόχευαν κυρίως την εχθρική ελίτ, δείχνοντας έλεος στους κοινούς. Μια από τις ιστορίες για τον θάνατο του Βαλδουίνου περιγράφει τον άγριο διαμελισμό του από τον Καλογιάν, του οποίου η γυναίκα ψευδώς ισχυρίστηκε ότι ο Βαλδουίνος την παρενοχλούσε, όταν στην πραγματικότητα είχε απορρίψει της δικές της προτάσεις. Η ιστορία είναι παραλλαγή της βιβλικής με τον Ιωσήφ και την γυναίκα του Πετεφρή, αλλά ταίριαζε με την εχθρότητα των πηγών της εποχής, και υποδεικνύει και τις σποραδικές εκρήξεις θυμού του. Τα λείψανα του Καλογιάν (μαζί με το προσωπικό του σφραγιδοφόρο δακτυλίδι του[2]) βρέθηκαν θαμμένα στον Ναό των Αγίων Σαράντα στο Τάρνοβο. Ιατροδικαστική μελέτη του κρανίου του αποκάλυψε τραύμα στο κεφάλι του από τα νεανικά του χρόνια, το οποίο ενδεχομένως πίεζοντας τον εγκέφαλό του να του προκαλούσε σημαντικό πόνο και ξεσπάσματα οργής.

Η βασιλεία του Καλογιάν ήταν περίοδος επέκτασης και πολιτικής ανόδου της Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας. Θεωρείται ένας από τους μεγάλους Βούλγαρους αυτοκράτορες. Η κορυφή Καλογιάν Νουνατάκ στα Βουνά Τάνγκρα στο Νησί Λίβινγκστον των Νοτίων Σέτλαντ στην Ανταρκτική έχει ονομαστεί έτσι προς τιμήν του.

Οικογένεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σύζυγος του Καλογιάν, Τσελγκούπα (χρισιανικό όνομα: Μαρία) ήταν από Κουμάνικη αριστοκρατική οικογένεια. Μετά τον θάνατο του παντρεύτηκε τον διάδοχό του Μπόριλ της Βουλγαρίας.

Είχε μία κόρη, την Μαρία της Βουλγαρίας, από προηγούμενο γάμο, που παντρεύτηκε τον Λατίνο αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης, Ερρίκο της Φλάνδρας για να ισχυροποιήσει την νέα συμμαχία του τσάρου Μπόριλ με τον Ερρίκο. Υπάρχουν υποψίες ότι η Μαρία συμμετείχε στην δολοφονία του άντρα της, ο οποίος πέθανε από δηλητηρίαση στις 11 Ιουνίου του 1216.

Εναλλακτικοί τίτλοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν αναφέρονται στην επικράτεια και στους υπηκόους του Καλογιάν οι σύγχρονές του σταυροφορικές πηγές (όπως οι Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουίνος, Henri de Valenciennes και Robert de Clari) άλλες σύγχρονες πηγές (όπως ο William de Rubruquis και το «Opus Maius» του Ρότζερ Μπέικον) καθώς και οι επιστολές του Λατίνου αυτοκράτορα Ερρίκου της Φλάνδρας παρουσιάζουν τον Καλογιάν ως Βασιλιά της Βλαχίας, ηγεμόνα των Βλάχων και αρχηγό των Βλαχικών στρατιών, και μερικές φορές ως ηγεμόνα Βλάχων και Βουλγάρων. Αυτές οι πηγές μιλάνε κυρίως για Βλάχους και αποκαλούν τον Ιωανίτση Βλάχο και κύριο των Βλάχων (Blachorum domino).[3]

Οι παπικές και ντόπιες πηγές τον ονομάζουν Καλογιάν ηγεμόνα όλων των Βουλγάρων και των Βλάχων ((omnium) Bulgarorum atque Blachorum) και όλης της Βουλγαρίας και της Βλαχίας ((totius) Bulgarie ac Blachie), ή απλά της Βουλγαρίας. Παρομοίως η κεφαλή της εκκλησίας (ο Αρχιεπίσκοπος Βασίλι του Τάρνοβο) περιγράφεται ως της Βουλγάρικης και Βλάχικης Εκκλησίας (Bulgarorum et Blacorum Ecclesiam).

Ο Βυζαντινός ιστορικός της εποχής, Νικήτας Χωνιάτης χρησιμοποιεί αδιακρίτως τους όρους Μυσοί, Βούλγαροι και Βλάχοι για τον λαό, προτιμώντας το Μυσία για την χώρα και το Βλάχος για την περιγραφή των ανθρώπων και της γλώσσας. Συμπεραίνεται ότι γεωγραφικά η μεσαιωνική εν λόγω Βλαχία (διαφορετική από την Μεγάλη Βλαχία της Θεσσαλίας και από την μετέπειτα Βλαχία της περιοχής βορείως του Δούναβη) συμπίπτει με την πρώην Ρωμαϊκή επαρχία Moesia Inferior (Μυσία, Χωνιάτης 481), και διαχωρίζεται από το Βυζαντινό θέμα της Βουλγαρίας (Χωνιάτης, 488). Αυτός ο διαχωρισμός επιβεβαιώνεται από τον λίγο προγενέστερο χρονικογράφο της τρίτης Σταυροφορίας, ο οποίος περιγράφει τους προκατόχους του Καλογιάν το 1189 ως ηγεμόνες «των Βλάχων και του μεγαλύτερου μέρους των Βουλγάρων» (Blacorum et maxime partis Bulgarorum, Ansbert, 58).

Ο Βυζαντινός ιστορικός του 13ου αιώνα, Θεόδωρος Σκουταριώτης, ονόμαζε τον Καλογιάν «Ο Βούλγαρος Ιωάννης» ή «Βούλγαρος βασιλεύς» και έγραφε για «Βούλγαρους», «Βουλγαρική γη» και «Βουλγαρικά ζητήματα», ενώ αποκαλούσε τον Ιβάν Ασέν Α΄ ως «τσάρο των Βουλγάρων».[4] Την ίδια οπτική γωνία για τα ίδια άτομα και γεγονότα είχαν και διάφοροι άλλοι Βυζαντινοί συγγραφείς του 13ου και 14ου αιώνα, όπως ο Γεώργιος Ακροπολίτης, ο Γεώργιος Παχυμέρης και ο Νικηφόρος Γρηγοράς.[5]

Οι ντόπιες κρατικές πηγές, γραμμένες στην Παλαιά Βουλγαρική γλώσσα, χρησιμοποιούν τον όρο «Αυτοκράτορας των Βουλγάρων» όπως κάνουν και οι λογοτεχνικές πηγές, μαζί με τους όρους «Βουλγάρικη γη» και «Βουλγάρικη γλώσσα»

Σχεδόν από την βασιλεία του τσάρου Μπόριλ και ολοκληρωτικά τον καιρό του τσάρου Ιβάν Ασέν Β΄, τα ονόματα Βλαχία, Βλάχοι και Βλάχικος εξαφανίζονται από όλες τις ιστορικές πηγές που συνδέονται με την Δεύτερη Βουλγαρική Αυτοκρατορία. Όλες οι μεταγενέστερες πηγές γραμμένες στην Παλαιά Βουλγαρική, χωρίς εξαίρεση αναφέρονται στο κράτος ως «Βουλγαρικό» κατ' αντιστοιχία με τον τίτλο του τσάρου Ιβάν Ασέν Β΄ όπως είναι χαραγμένος σε επιγραφή στο Τάρνοβο από το 1230, «Στον Χριστό, Κύριο, ο καλός και πιστός Τσάρος και αυτοκράτορας των Βουλγάρων, γιος του Ασέν», μια επιγραφή από τον Ναό Μπογιάνα από το 1259: «Αυτό γράφτηκε στην Βουλγάρικη Αυτοκρατορία από τον ευσεβή και ευλαβή Τσάρο Κωνσταντίνο Ασέν» και με μία σημείωση του 1269/70: «Τα χρόνια του πιστού τσάρου Κωνσταντίνου, που βασίλεψε στο Βουλγαρικό θρόνο».[6] (Επιπλέον τα ονόματα Βλαχία και Βλάχος δεν αναφέρονται ούτε από τους προγενέστερους Βυζαντινούς συγγραφείς Μιχαήλ Ψελλό, Άννα Κομνηνή και Μιχαήλ Ατταλειάτη σε συμφραζόμενα για την γη και τον πληθυσμό μεταξύ του Δούναβη και της Ροδόπης.[5] Έτσι η χρήση του όρου «Βλαχία» και των παραγώγων της για την περιοχή περιορίζεται μόνο στις δύο δεκαετίες μεταξύ 1186 και 1207.[7])

Τα στοιχεία από πολύ μεταγενέστερα έργα, εμπεριέχουν αντιφατικά συμπεράσματα. Για παράδειγμα, το Βενετικό χρονικό του Πάολο Ραμούσιο, γραμμένο το 1573 και τυπωμένο στα Ιταλικά και τα Λατινικά από το 1604 έως το 1634, ορίζει ότι η Μοισία συντίθετο από τις επαρχίες της Βλαχίας και της Βουλγαρίας.[8] Το σύγχρονο με αυτό έργο του Μάουρο Ορμπίνι, Il Regno degli Slavi, δημοσιευμένο στο Πέζαρο το 1601, αναφέρει παρόμοιες πηγές αλλά στην ουσία αγνοεί τον όρο «Βλάχοι» χρησιμοποιόντας το «Βούλγαροι» σε όλο το κείμενο. Η ερμηνεία του όμως είναι θέμα αμφισβητούμενο.[9] Η ερμηνεία ως «Βλάχοι» αγνοήθηκε εντελώς από τον Φραγκισκανό μοναχό Μπλασιους Κλάινερ στο έργο του Ιστορία της Βουλγαρίας που γράφτηκε το 1761,[10] και από τον Σέρβο ιστορικό Γιόβαν Ράιτς στο έργο του Ιστορία των διάφορων σλαβικών λαών, και κυρίως των Βουλγάρων, Κροατών και Σέρβων που εκδώθηκε το 1795.[11] Την ίδια μεταχείριση αποδέχτηκε και ο Βούλγαρος διαφωτιστής Παΐσι Χιλεντάρσκι στο έργο του Ιστορίγια Σλαβγιανομπολγκάρσκαγια που γράφτηκε το 1762.[12]

Οι σύγχρονες επεκτάσεις αυτών των ονομάτων είναι περισσότερο εθνικές και πολιτισμικές παρά γεωγραφικές, και αμφισβητούνται έντονα. Πολλά μπορούν να υποτεθούν για τους Ρωμανόφωνους και Σλαβόφωνους υπηκόους του Καλογιάν, την ακριβή έκταση της αυτοκρατορίας του και την δική του εθνική προέλευση. Αυτές οι περιγραφές τονίζουν το γεγονός ότι αντλούσε την δύναμή του από περισσότερες πηγές. Ήθελε να συνδεθεί με την Πρώτη Βουλγαρική Αυτοκρατορία, τονίζοντας τις παπικές πηγές του στέμματός του, ισχυριζόμενος ότι ο πάπας είχε προσφέρει το αυτοκρατορικό στέμμα και στους ηγεμόνες της πρώτης αυτοκρατορίας. Στην αλληλογραφία του με τον Καλογιάν, ο Πάπας Ινοκκέντιος Γ΄ του υπέδειξε ότι ήταν απόγονος και των αυτοκρατόρων της Πρώτης Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας και ευγενών της Ρώμης.

Η Ακαδημαϊκή παράδοση της ερμηνείας της ευρείας χρήσης του ονόματος «Βλάχοι» σε αυτή την περίπτωση, ως τίποτα παραπάνω από εφήμερο υποκατάστατο και ως σύγχυση των μεσαιωνικών συγγραφέων, θεμελειώθηκε το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα από τον Τσέχο ιστορικό Κονσταντίν Γιόσεφ Γίρετσεκ στο έργο του «Ιστορία των Βουλγάρων» που πρωτοεκδόθηκε το 1876, στο οποίο περιφρόνησε την ιδέα ότι οι Βλάχοι είχαν συμμετοχή σε αυτές τις διαδικασίες.[13] και υποστηρίζεται από τον σύγχρονο Βούλγαρο μεσαιωνιστή και ερευνητή των Ασέν, Ιβάν Μποζίλοβ.[14]

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. C-tin C. Giurescu, Dinu C. Giurescu, Istoria românilor din cele mai vechi timpuri până astăzi, Bucharest, 1975, p.184
  2. http://www.rightnotprivilege.org/layout/home/tsar.jpg
  3. LITTERAE HENRICI, FRATRIS IMPERATORIS AD PAPAM INNOCENTIUM III: Porro, audito a Joannitio, Blachorum domino, quod Latini in tanta virorum paucitate civitatem praedictam obsedissent, quem etiam Graeci in auxilium suum, occulte tamen, ut magis laederent, evocarant, irruit subito Blachus ille Joannitius in nostros cum multitudine Barbarorum innumera, Blachis videlicet, Commannis et aliis, quibus etiam nimis improvise obviam exeuntibus nostris.
  4. Theodor Scutariota, "Anonimou Synopsis Hroniki", Sathas, MB, VII, pages 459, 461, 468 and 472.
  5. 5,0 5,1 Иван Божилов, "Фамилията на Асеневци (1186-1460). Генеалогия и просопография", Издателство на Българската академия на науките "Марин Дринов", София, 1994, стр. 12 (in Bulgarian; in English: Ivan Bozhilov, "The family of the Asens (1186-1460). Genealogy and prosopography", Publishing house of the Bulgarian Academy of sciences "Marin Drinov", Sofia, 1994, p. 12).
  6. П. Динеков, К. Куев, Д. Петканова, "Христоматия по старобългарска литература", Издателство "Наука и изкуство", София, 1967, стр. 305-306 (in Bulgarian; in English: P. Dinekov, K. Kuev, D. Petkanova, "Chrestomathy of the Old Bulgarian Literature", Publishing house "Narodna kultura", Sofia, 1967, pp. 305-306).
  7. Иван Божилов, "Фамилията на Асеневци (1186-1460). Генеалогия и просопография", Издателство на Българската академия на науките "Марин Дринов", София, 1994, стр. 13 (in Bulgarian; in English: Ivan Bozhilov, "The family of the Asens (1186-1460). Genealogy and prosopography", Publishing house of the Bulgarian Academy of sciences "Marin Drinov", Sofia, 1994, p. 13).
  8. Paolo Ramusio (Paulus Rhamnusius), DE BELLO CONSTANTINOPOLITANO: "Unus Ioannissa Rex Mysorum (is inferiorem Mysiam tenabat, quae Valachiae et Bulgariae provincias complectitur)" Ramusio’s work is largely a derivative of Villehardouin, supplemented by some Byzantine and Vatican sources as well as general antiquarian knowledge.
  9. The book of Mauro Orbini, "Il Regno degli Slavi, hoggi corrottamente detti Schiavoni", is considered an example of "pro-Slavic" stance. Banned by the Vatican when it appeared, it claimed direct descent of the Slavs from the Illyrians.
  10. "История на България от Блазиус Клайнер, съставена в 1761 г.", Издателство на Българската академия на науките, София, 1977, стр. 110-117 (in Bulgarian; in English: "History of Bulgaria, composed by Blasius Kleiner in 1761", Publishing house of the Bulgarian Academy of sciences, Sofia, 1977, pp. 110-117.
  11. Йован Раич, "История на всички славянски народи и най-паче на болгари, хорвати и серби. Откъси", Издателство "Наука и изкуство", София, 1983, стр. 131-139 (in Bulgarian; in English: Jovan Raich, "History of various Slav peoples and especially of Bulgarians, Croats and Serbs. Excerpts", Publishing house "Nauka i izkustvo", Sofia, 1983, pp. 131-139.
  12. Паисий Хилендарски, "История славянобългарска. 1762. Белова", Университетско издателство "Св. Климент Охридски", София, 2003, стр. 349-359 (in Bulgarian; in English: Paisii Hilendarski, "Slav-Bulgarian history. 1762. Fair copy", Publishing house of the Sofia's University "St. Clement of Ohrid", Sofia, 2003, pp. 349-359.
  13. Акад. Константин Иречек, "История на българите", Издателство "Наука и изкуство", София, 1978, стр. 259-291 (in Bulgarian; in English: Academician Konstantin Jireček, "History of the Bulgarians", Publishing house "Nauka i izkustvo", Sofia, 1978, pp. 259-291).
  14. Иван Божилов, "Фамилията на Асеневци (1186-1460). Генеалогия и просопография", Издателство на Българската академия на науките "Марин Дринов", София, 1994, стр. 17-18 (in Bulgarian; in English: Ivan Bozhilov, "The family of the Asens (1186-1460). Genealogy and prosopography", Publishing house of the Bulgarian Academy of sciences "Marin Drinov", Sofia, 1994, pp. 17-18).

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • John V.A. Fine, Jr., The Late Medieval Balkans, Ann Arbor, 1987.
  • (primary source) Niketas Choniates, Nicetae Choniatae Historia, Bonn, 1835.
  • (primary source) Magoulias, Harry J. (transl.). O City of Byzantium, Annals of Niketas Choniates, 1984, ISBN 0-8143-1764-2
  • (primary source) Ansbert, Historia de expeditione Friderici imperatoris, Monumenta Germaniae Historica, Scriptores, n.s. 5, 15-70.
  • Mauro Orbini, Il Regno di Slavi, Pesaro, 1601.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Kaloyan of Bulgaria της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).