Βογιάρος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ρώσος βογιάρος του 17ου αιώνα
Γάμος Βογιάρων σε πίνακα του Κονσταντίν Μακόφσκι (1883).

Βογιάρος (βουλγαρικά:боляр or болярин, ουκρανικά:буй or боярин, ρωσικά:боярин, ρουμανικά:boier) [boˈjer] ήταν μέλος της ανώτερης φεουδαρχικής τάξης της Μοσχοβίας, του Κράτους των Ρως του Κιέβου, της Βουλγαρίας, της Βλαχίας, και της Μολδαβικής αριστοκρατίας, υποκείμενη μόνον στην εξουσία των κυρίαρχων πριγκήπων (γνωστοί στην Βουλγαρία και ως τσάροι), από τον 10ο μέχρι τον 17ο αιώνα.

Προέλευση της λέξης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η λέξη ετυμολογείται είτε από την αγγλική βόγιερ (= ηδονοβλεψίας) σωστότερα ίσως από τη λέξη βόγιατζ που σημαίνει 'ταξιδεύω', βόγιατζερ (= ταξιδευτής), τις ρωσικές λέξεις μπόι (= πολεμιστής) ή μπόλι (= μεγάλος) είτε, κατ΄άλλους από τις τούρκικες λέξεις μποϊλού (= μεγάλος, υψηλός) ή μπαγιάρ (=μεγιστάνας, πλούσιος). Με μία απλή συσχέτιση των λέξεων, επρόκειτο για 'βασιλικό έμπορα και ιππέα κατασκοπευτικού πολέμου' .

Σύνοψη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Βογιάροι ήταν ανώτερη φεουδαρχική τάξη της ρωσικής κοινωνίας, από το 10ο έως τις αρχές του 18ου αι. Οι Βογιάροι διαμορφώθηκαν ως τάξη περίπου τον 10ο αι. Στην κοινωνική ιεραρχία βρίσκονταν αμέσως μετά την τάξη των ηγεμόνων και ένα μέρος τους υπηρετούσε στην ακολουθία των πριγκίπων. Απολάμβανα πολλά προνόμια και κατείχαν ανώτατες στρατιωτικές θέσεις και διοικητικά αξιώματα. Με την εμφάνιση των τάσεων ενοποίησης και καθιέρωσης συγκεντρωτικού συστήματος του ρωσικού κράτους, η δύναμή τους άρχισε να παρακμάζει. Οι ιδιοκτησίες τους περιορίστηκαν και τους αφαιρέθηκαν σημαντικά πολιτικά προνόμια. Αποφασιστικό ήταν το χτύπημα που έδωσε στην τάξη των βογιάρων ο τσάρος Ιβάν ο Τρομέρος (16ος αι.) Η αποσύνθεση της τάξης τους ολοκληρώθηκε στα χρόνια το τσάρου Πέτρου του Μεγάλου, όταν οι βογιάροι άρχισαν να συγχωνεύονται σταδιακά με την τάξη των ευγενών.

Το αξίωμα επιβίωσε και ως επώνυμο στην Ρωσία και στην Φινλανδία, όπου προφέρεται ως "Pajari".[1]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]