Συνθήκη του Λονδίνου (1913)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η Συνθήκη του Λονδίνου (30 Μαΐου 1913) ήταν το αποτέλεσμα της Διάσκεψη του Λονδίνου (1912-1913) λεγόμενης και Συνδιάσκεψη Ειρήνης, που έγινε στο Λονδίνο, για τον τερματισμό του Α΄ Βαλκανικού πολέμου. Αυτή η Συνθήκη συνομολογήθηκε μεταξύ των Βαλκανικών Συμμάχων (Βουλγαρίας - Ελλάδας - Μαυροβουνίου και Σερβίας) αφενός, και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αφετέρου. Έμεινε γνωστή και ως Βαλκανο-Τουρκική Συνθήκη.

Η Συνδιάσκεψη Ειρήνης και η Πρεσβευτική συνδιάσκεψη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εξέλιξη του πολέμου κατέστησε φανερό ότι τα σύνορα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας θα μεταβάλλονταν σημαντικά, πράγμα αντίθετο με την αρχική διακήρυξη των Μεγάλων Δυνάμεων κατά την αρχή του πολέμου. Τα συμφέροντα που διακυβεύονταν ήταν τεράστια, με τη νέα τροπή που έπαιρνε το Ανατολικό Ζήτημα, και δεν ήταν δυνατόν οι Μεγάλες Δυνάμεις να μείνουν έξω από τη διευθέτηση των προβλημάτων.

Τότε ακριβώς οι Μεγάλες Δυνάμεις (Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία, Αυστρία, Ιταλία και Ρωσία) προσφέρθηκαν να μεσολαβήσουν για τον καθορισμό των βαλκανικών συνόρων, με πρόσχημα την κατάπαυση των εχθροπραξιών καλώντας τις εμπόλεμες βαλκανικές Χώρες για συνομολογία συνθήκης ειρήνης και τερματισμού του πολέμου.

Έτσι στις 16 Δεκεμβρίου 1912 συνήλθαν οι αντιπροσωπείες των εμπολέμων στο Λονδίνο για τη Συνδιάσκεψη Ειρήνης όπου και διακόπηκε στις 10 Ιανουαρίου του 1913 προκειμένου να υποχωρήσει η Οθωμανική αυτοκρατορία. Στο διάστημα αυτό της αναμονής ξέσπασε στη Κωνσταντινούπολη νέο κίνημα των Νεοτούρκων με συνέπεια το ναυάγιο των περαιτέρω συζητήσεων και τη συνέχιση του πολέμου. Κύρια όμως απόφαση που λήφθηκε τότε ήταν και η δημιουργία Αλβανικού κράτους. Παράλληλα με την τελευταία συνδιάσκεψη των Βαλκανικών Χωρών είχε αρχίσει επίσης τις εργασίες της και η Πρεσβευτική Συνδιάσκεψη, στην οποία λάμβαναν μέρος μόνο οι Πρέσβεις των μεγάλων δυνάμεων υπό την προεδρία του υπουργού εξωτερικών της Μ. Βρετανίας Εδουάρδου Γκρέυ, και η οποία τελικά εκ των πραγμάτων είχε μεγαλύτερη σπουδαιότητα από τη Συνδιάσκεψη Ειρήνης που διακόπηκε, αφού υπό τη πίεσή της, δύο μήνες μετά τη δολοφονία του Βασιλέως των Ελλήνων Γεωργίου του Α', στη Θεσσαλονίκη, τελικά ολοκληρώνεται και συνομολογείται, στο Λονδίνο, η παρούσα Συνθήκη.

Η Συνθήκη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με τη Συνθήκη αυτή παραχωρούνταν στους νικητές (στα Βαλκανικά κράτη) όλα τα εδάφη που βρίσκονταν δυτικά της γραμμής Αίνου - Μηδείας, εκτός της Αλβανίας, που όπως αναφέρθηκε παραπάνω δημιουργούνταν ως ανεξάρτητη Ηγεμονία. Συγκεκριμένα το κείμενο της συνθήκης, το οποίο συντάχθηκε οριστικά , προέβλεπε (άρθρο 2) να παραχωρήσει η Οθωμανική αυτοκρατορία όλα τα Ευρωπαϊκά εδάφη που βρίσκονταν δυτικά της γραμμής Αίνος - Μήδεια, εκτός της Αλβανίας. Οι Σύμμαχοι και η Τουρκία (άρθρο 3) ανέθεταν στις έξι Μεγάλες Δυνάμεις (υπό την Πρεσβευτική Συνδιάσκεψη που συνέχιζε τις συνομιλίες), τη χάραξη των συνόρων και το διακανονισμό των ζητημάτων που αφορούσαν την Αλβανία καθώς τους παρείχαν τη δυνατότητα (άρθρο 5) να αποφανθούν για την τύχη των ελληνικών νήσων του Αιγαίου, εκτός της Κρήτης (άρθρο 4) για την οποία η Πύλη παραιτείτο "υπέρ των συμμάχων Ηγεμόνων πάντων των επί της Νήσου κυριαρχικών δικαιωμάτων της".

Παρατηρήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ελλάδα υπέγραψε αυτή τη συνθήκη λαμβάνοντας υπόψη τις υποχρεώσεις της στο νέο ζήτημα συνόρων της Ηπείρου που θα της εξασφάλιζε την αναγνώριση της κυριαρχίας επί των ελληνικών νήσων του Αιγαίου (και της Δωδεκανήσου) παράλληλα με τις διαβεβαιώσεις της αγγλικής κυβέρνησης επί των προκειμένων της υποστήριξής της.
Παρά ταύτα τρία ζητήματα που ενδιέφεραν την Ελλάδα έμειναν τελικά άλυτα: το Βορειοηπειρωτικό, το Νησιωτικό και το Αγιορείτικο. Έτσι για το Βασίλειο της Ελλάδας και την Οθωμανική Αυτοκρατορία η Συνθήκη κανένα ζήτημα εξ αυτών δεν επέλυσε. Πριν όμως η συνθήκη αυτή να επικυρωθεί ξέσπασε ο Β΄ Βαλκανικός Πόλεμος, μεταξύ των συμμάχων νικητριών Χωρών του Α' Βαλκανικού Πολέμου, για τον τερματισμό του οποίου συνομολογήθηκε μεταξύ των εμπλεκομένων Χωρών η Συνθήκη Βουκουρεστίου (1913). Παρά ταύτα οι Μεγάλες Δυνάμεις συνέχισαν να θεωρούν δεσμευτικούς τους όρους της παρούσας, αφού αφορούσαν πρώτιστα τα συμφέροντά τους.

Συνεπώς η Συνθήκη αυτή απετέλεσε στη πραγματικότητα μια μορφή "προκαταρκτικού" Πρωτοκόλλου βάσει του οποίου ακολούθησε εκείνο της Πρεσβευτικής Διάσκεψης δύο μήνες μετά, όπου κάθε σύμμαχος Χώρα θα μπορούσε να συνάψει οριστική διμερή συνθήκη με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, που θα κανονίζουν λεπτομερώς τα διμερή ζητήματα. Έτσι ως συνέχεια αυτής της συνθήκης υπογράφηκαν οι ακόλουθες διμερείς συνθήκες:

  1. Συνθήκη Κωνσταντινούπολης (1913) (Βουλγαροτουρκική συνθήκη)
  2. Συνθήκη Αθηνών (1913), (Ελληνοτουρκική συνθήκη) και η
  3. Σερβοτουρκική συνθήκη (1913)

Την επομένη της υπογραφής της παρούσας συνθήκης, η Ελλάδα και η Σερβία συνομολογούν τη Συνθήκη Συμμαχίας Θεσσαλονίκης και τη Στρατιωτική Σύμβαση Θεσσαλονίκης (1 Ιουνίου1913) και δύο μήνες μετά, στις 29 Ιουλίου, υπογράφεται από τις Μεγάλες Δυνάμεις το Πρωτόκολλο Πρεσβευτικής Διάσκεψης Λονδίνου (1913), συνέχεια του οποίου ήταν το Πρωτόκολλο Φλωρεντίας (1913) και ομοίως το Πρωτόκολλο Φλωρεντίας (1914), σε μορφή Διακοίνωσης, που καθόρισαν οριστικά τα δρώμενα.