Άλφονς Μούχα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Άλφονς Μαρία Μούχα (24 Ιουλίου, 186014 Ιουλίου, 1939) ήταν Τσέχος ζωγράφος, εκπρόσωπος της Αρ Νουβό. Στο έργο του έχει αφιερωθεί το Μουσείο Μούχα στην Πράγα.

Πίνακας περιεχομένων

Πρώιμα Χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Άλφονς Μούχα γεννήθηκε στην πόλη Ίβαντσιτσε (Ivančice) στη Μοραβία (σημερινή Τσεχία). Οι ικανότητές του στο τραγούδι τού επέτρεψαν να συνεχίσει τις σπουδές του στο Γυμνάσιο στην πρωτεύουσα της Μοραβίας Μπρνο, αν και από την παιδική του ηλικία η πρώτη του αγάπη ήταν η ζωγραφική. Δούλεψε στη Μοραβία ως ζωγράφος, κυρίως ζωγραφίζοντας θεατρικά σκηνικά. Το 1879 μετακόμισε στη Βιέννη για να δουλέψει για μια μεγάλη εταιρεία θεατρικού σχεδίου ενώ ανεπίσημα διεύρυνε και την καλλιτεχνική του εκπαίδευση. Όταν μια φωτιά κατέστρεψε το 1881 την επιχείρηση του εργοδότη του, επέστρεψε στη Μοραβία και δούλεψε ως ανεξάρτητος ζωγράφος διακοσμήσεων και πορτρέτων. Ο κόμης Κάρλ Χούεν του Μίκουλοφ προσέλαβε τον Μούχα για να διακοσμήσει με τοιχογραφίες το κάστρο Χρουσοβάνυ Εμάχοφ και εντυπωσιάστηκε τόσο που συμφώνησε να χρηματοδοτήσει την εγκύκλια εκπαίδευση του Μούχα στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου.

Αφίσσα της Μόντ Άνταμς ως Ζαν Ντ' Αρκ, 1909

Ο Μούχα μετακόμισε στο Παρίσι το 1887 και συνέχισε τις σπουδές του στις Ακαδημίες Ζυλιέν και Κολαρόσσι, ενώ συγχρόνως έκανε εικονογραφήσεις σε περιοδικά και διαφημίσεις. Γύρω στα Χριστούγεννα του 1894 ο Μούχα έτυχε να βρεθεί σε ένα τυπογραφείο όπου προέκυψε μια ξαφνική ζήτηση για μια νέα αφίσα που θα διαφήμιζε ένα θεατρικό έργο με πρωταγωνίστρια την Σάρα Μπερνάρ, την πιο διάσημη ηθοποιό του Παρισιού, στο Θέατρο της Αναγέννησης. Ο Μούχα προσφέρθηκε να δημιουργήσει μία αφίσα λιθογραφία μέσα σε δύο εβδομάδες και την 1η Ιανουαρίου 1895, η διαφήμιση της Γκισμόντα εμφανίστηκε στους δρόμους της πόλης. Μέσα σε μία νύχτα έγινε διάσημη και διέδωσε το νέο καλλιτεχνικό ύφος και το δημιουργό του στους κάτοικους της πόλης. Εντούτοις, υπάρχουν αποδείξεις ότι το σχέδιο για την αφίσα ήταν αντιγραφή από ένα έργο του διάσημου ζωγράφου Πωλ Γκωγκέν. Η Μπερνάρ ήταν τόσο ικανοποιημένη από την επιτυχία της αφίσας αυτής ώστε έκλεισε συμβόλαιο έξι χρόνων με τον Μούχα.

Ο Μούχα δημιούργησε πολυάριθμους πίνακες, αφίσες, διαφημίσεις και εικονογραφήσεις βιβλίων καθώς και σχέδια για κοσμήματα, χαλιά, ταπετσαρίες και θεατρικά σκηνικά σε ένα ύφος που αρχικά ονομάστηκε ύφος Μούχα αλλά έγινε γνωστό ως Άρ Νουβό. Τα έργα του Μούχα συχνά παρουσίαζαν όμορφες και υγιείς νέες γυναίκες με ρούχα νεοκλασικού ύφους που ήταν συχνά περιτριγυρισμένες με πολλά λουλούδια τα οποία κάποιες φορές σχημάτιζαν στεφάνια πάνω από τα κεφάλια τους. Σε αντίθεση με τους άλλους δημιουργούς αφισών της εποχής, χρησιμοποιούσε πιο απαλά παστέλ χρώματα. Η Παγκόσμια Έκθεση του Παρισιού το 1900 διέδωσε το "ύφος Μούχα" διεθνώς. Διακόσμησε το περίπτερο της Βοσνίας και Ερζεγοβίνης και συνεργάστηκε στη δημιουργία του Αυστριακού.

Το Αρ Νουβό ύφος του συχνά έτυχε μίμησης. Εντούτοις, ο Μούχα καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του προσπάθησε να απομακρύνει τον εαυτό του από το ύφος αυτό. Πάντα επέμενε ότι τα έργα του προέρχονταν εκ των έσω του και από την τσεχική τέχνη παρά από εμμονή σε κάποια φόρμα καλλιτεχνικού ύφους της μόδας. Δήλωνε ότι η τέχνη υπήρχε μόνο για να εκφράζει ένα πνευματικό μήνυμα και τίποτε περισσότερο και ως εκ τούτου ένιωθε απογοήτευση με την δόξα που κέρδισε μέσα από την εμπορική τέχνη ενώ πάντα ήθελε να επικεντρωθεί σε πιο ευγενή έργα που θα εξύψωναν την τέχνη και τον τόπο γέννησής του.

Γάμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μούχα παντρεύτηκε την Μαρούσκα (Μαρί/Μαρία) Τσιτίλοβα στις 10 Ιουνίου 1906 στην Πράγα. Το ζευγάρι επισκέφτηκε τις ΗΠΑ από το 1906 μέχρι το 1910 και η κόρη τους Γιαροσλάβα γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη. Εκεί προσδοκούσε να κερδίσει χρήματα για να χρηματοδοτήσει τα εθνικιστικά του σχέδια για να δείξει στους Τσέχους ότι δεν είχε "πουληθεί". Έλαβε υποστήριξη από τον εκατομμυριούχο Τσαρλς Ρ. Κρέιν, ο οποίος χρησιμοποίησε την περιουσία του για να προάγει επαναστάσεις και μετά την γνωριμία του με τον Θωμά Μάζαρυκ, το Σλαβικό εθνικισμό. Η οικογένεια κατόπιν επέστρεψε στις Τσεχικές περιοχές και εγκαταστάθηκε στην Πράγα όπου διακόσμησε το Θέατρο Καλών Τεχνών, συνέβαλε τις τοιχογραφίες στο γραφείο του δημάρχου στο Δημαρχείο και σε άλλα ορόσημα της πόλης. Όταν η Τσεχοσλοβακία κέρδισε την ανεξαρτησία της μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Μούχα σχεδίασε τα καινούρια γραμματόσημα, χαρτονομίσματα και άλλα κυβερνητικά έγγραφα για το νέο κράτος.

Θάνατος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η άνοδος του Φασισμού στα τέλη του 1930 οδήγησαν στη καταδίκη των έργων του Μούχα και του Σλαβικού εθνικισμού του από τον Τύπο ως 'αντιδραστικών'. Όταν ο Γερμανικός στρατός μπήκε στην Τσεχοσλοβακία την άνοιξη του 1939, ο Μούχα ήταν από τους πρώτους που συνελήφθησαν από την Γκεστάπο. Κατά τη διάρκεια της ανάκρισης, ο ηλικιωμένος καλλιτέχνης αρρώστησε από πνευμονία. Αν και τελικά αφέθηκε ελεύθερος, δεν ανάρρωσε ποτέ από την πίεση αυτού του περιστατικού ούτε από το ότι είδε να εισβάλλουν και να κατακτούν την πατρίδα του. Πέθανε στην Πράγα στις 14 Ιουλίου 1939 από λοίμωξη των πνευμόνων και ενταφιάστηκε εκεί στο νεκροταφείο του Βίσεχραντ.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Alfons Mucha της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).