Ρώμη

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 41°54′N 12°30′E / 41.9°N 12.5°E / 41.9; 12.5

Ρώμη
Roma Capitale

(Έμβλημα)

(Σημαία)
Το Κολοσσαίο
Διοικητικές πληροφορίες
Χώρα    Flag of Italy.svg Ιταλία
Περιφέρεια    Flag of Lazio.svg Λάτιο
Επαρχία    Ρώμη
Δήμαρχος    Ινιάτσιο Μαρίνο
Περιοχή
Υψόμετρο    20 μ.
Έκταση    1.285 χλμ²
Πληθυσμός    2.705.603 (2006)
Πυκνότητα    2.105,5 κατ./χλμ²
Άλλες πληροφορίες
Ζώνη ώρας    UTC+1
Πολιούχος    Πέτρος και Παύλος
Ίδρυση    21 Απριλίου 753 π.Χ.
Προσωνυμία    Η αιώνια πόλη
Τοποθεσία
Ρώμη στον χάρτη: Ιταλία
Ρώμη
Θέση της Ρώμης στην Ιταλία και στην περιφέρεια Λάτιο
http://www.comune.roma.it/

Η Ρώμη (ιταλικά: Roma) είναι η πρωτεύουσα της Ιταλίας, πρωτεύουσα της περιφέρειας του Λάτιου, της ομώνυμης επαρχίας και μία από τις ιστορικότερες πόλεις της Ευρώπης. Είναι ο πολυπληθέστερος δήμος της Ιταλίας με 2.705.603 κατοίκους (2006). Η ευρύτερη μητροπολιτική περιοχή έχει πληθυσμό περίπου 3.700.000[1] κατοίκους καθιστώντας την τον μεγαλύτερο δήμο της Ιταλίας. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο κατατάσσεται έκτη σε πληθυσμό μετά το Παρίσι, το Λονδίνο, το Βερολίνο, τη Μαδρίτη και την Αθήνα.

Μέσα στα όρια της βρίσκεται το Βατικανό, ένα ξεχωριστό κρατίδιο που είναι η έδρα της Καθολικής Εκκλησίας και του Πάπα.

Η Ρώμη είναι μια πόλη με σπουδαία ιστορία και αξιοσημείωτη προσφορά στην επιστήμη, τον πολιτισμό και τις τέχνες. Γι' αυτό το λόγο, καθώς και για τα πολυάριθμα και εξαιρετικής ομορφιάς μνημεία της, της έχει αποδοθεί η προσωνυμία «η αιώνια πόλη». Το ιστορικό της κέντρο έχει καταχωρηθεί στη λίστα των Μνημείων Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO από το 1980.

Γεωγραφική θέση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ρώμη βρίσκεται στην κεντρική Ιταλία, στην περιφέρεια Λάτσιο, και διατρέχεται από τον ποταμό Τίβερη. Η ιστορική πόλη είναι κτισμένη ανατολικά του ποταμού πάνω σε επτά λόφους. Οι λόφοι αυτοί είναι: ο Παλατίνος, ο Κυρηνάλιος, ο Καπιτωλίνος, ο Βιμινάλιος, ο Εσκυλίνος, ο Κέλιος και ο Αβεντίνος. Το κέντρο απέχει περίπου 24 χιλιόμετρα από τη θάλασσα, αλλά η αστική περιοχή φτάνει μέχρι τις ακτές στο Τυρρηνικό πέλαγος.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Αρχαία Ρώμη

Σύμφωνα με τη μυθολογία ο Ρωμύλος θεμελίωσε τη Ρώμη στον Παλατίνο Λόφο στις 21 Απριλίου 753 π.Χ.. Στη συνέχεια σκότωσε τον δίδυμο αδελφό του Ρέμο και έγινε ο πρώτος βασιλιάς της. Άλλος μύθος θέλει τον ευγενή Αινεία από τη Τροία, ο οποίος έφυγε όταν καταστράφηκε η Τροία στον Τρωικό πόλεμο, να είναι ιδρυτής της Ρώμης αλλά αυτός ο μύθος επινοήθηκε από τους Ρωμαίους συγκλητικούς όταν η Ρώμη έγινε αυτοκρατορία και ήθελαν να είναι μια πολιτική συνέχεια μιας άλλης μεγάλης πόλης. Αρχαιολογικά ευρήματα επιβεβαιώνουν την ύπαρξη οικισμών στην περιοχή ήδη από τον 8ο αιώνα π.Χ. Η Ρώμη ήταν η πρωτεύουσα διαδοχικά στο Ρωμαϊκό Βασίλειο, τη Ρωμαϊκή Δημοκρατία και τελικά τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Στην ακμή της η επιρροή της επεκτεινόταν σχεδόν σε όλη την Ευρώπη και τις ακτές της Μεσογείου, ενώ ο πληθυσμός της υπολογίζεται ότι ξεπέρασε το ένα εκατομμύριο. Με την μετάβαση στον Χριστιανισμό απέκτησε και θρησκευτική σημασία και καθιερώθηκε ως η έδρα της Καθολικής Εκκλησίας. Μετά την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας η πόλη παρήκμασε και ο πληθυσμός μειώθηκε αισθητά. Στην περίοδο της Αναγέννησης δεν είχε πια την πολιτική ισχύ του παρελθόντος, γνώρισε όμως πολιτιστική και καλλιτεχνική ανάπτυξη λόγω της παρουσίας του Πάπα. Το 1871 έγινε η πρωτεύουσα της ενοποιημένης Ιταλίας. Τον 20ό αιώνα και ιδιαίτερα μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ο πληθυσμός αυξήθηκε σημαντικά και σήμερα η ευρύτερη μητροπολιτική περιοχή έχει πάνω από 5 εκατομμύρια κατοίκους.

Η Ρώμη και οι αρχαίες θεότητες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα πρώτα ιερά στη Ρώμη κτίστηκαν από τους Λατίνους κατοίκους της για τους λατινικούς Θεούς τους, οι οποίοι χρόνο με το χρόνο άλλαζαν ονόματα και εξελληνιζόταν λόγω της επαφής των Λατίνων με τους Έλληνες της Νότιας Ιταλίας και της Σικελίας. Οι Θεοί που λατρευόντουσαν πιο πολύ ήταν:

  • Ο Ιανός (Janus), διπρόσωπος θεός που λατρευόταν στο Ιανίκυλο λόφο αλλά και τη ρωμαϊκή Αγορά.
  • Ο Κρόνος (Saturnus), που και αυτόν τον τιμούσαν στην Αγορά.
  • Ο Ήφαιστος (Vulcanus), που αν και θεός της μεταλλουργίας ήταν συνδεδεμένος με μυστηριώδεις τελετουργίες του Κάτω Κόσμου και λατρευόταν στην Αγορά.
  • Ο Άρης (Mars), θεός του πολέμου που λατρευόταν σε ένα βωμό με το όνομα Άρειος Πάγος και δεν έχει βρεθεί ακόμα.
  • Ο Δίας (Jupiter), κεντρική θεότητα στο πάνθεον των Ρωμαίων, με το ναό του να δεσπόζει στη κορυφή του λόφου του Καπιτωλίου.
  • Οι τρεις μυθικοί ιδρυτές-βασιλίαδες της Ρώμης, ο Πίκο (Picus), ο Φαύνο (Faunus) και ο Λατίνος (Latinus) λατρευόντουσαν σε ένα μικρότερο ιερό δίπλα από τον Δία.
  • Ο Πορτούμνος (Potunus), γιος της Ινώς και προστάτης των λιμανιών λατρευόταν στο λιμάνι του Τίβερη.
  • Δίπλα στο ναό του Πορτούμνου βρισκόταν το ιερό της Ανδρικής Τύχης (Fortuna Virilis).
  • Η Εστία (Vesta) μαζί με τον Ηρακλή Νικητή (Hercules Victor) λατρεύονταν δίπλα στην αρχαιότερη γέφυρα του Τίβερη και την Αγορά βοοειδών.
  • Στον ναό San Omobono οι Ρωμαίοι λάτρευαν τη Θεά Τύχη και τη Μητέρα Ματούτα (Ινώ).
  • Τη θεά Δήμητρα (Ceres) την λάτρευαν στον Αβεντίνο λόφο, μαζί με τον Βάκχο (ελληνικά Διόνυσο, λατινικά Vachus ).
  • Αναζητείται ακόμα το ιερό της θεάς Άρτεμης (Diana).
  • Τον Κυρίνο, προσωποποίηση του Ρωμύλου, τον λάτρευαν στο Κυρινάλιο λόφο.
  • Ακόμα μέσα στη Ρώμη υπήρχε το μαντείο του Aius Locutius,που ήταν μαντική θεότητα με θηλυκή εκδοχή τη Tacita Muta, τη θεά της σιωπής.

Δημογραφική εξέλιξη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την πρώτη περίοδο της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (1ος - 2ος αιώνας μ.Χ.), η Ρώμη ήταν η πολυπληθέστερη πόλη του τότε γνωστού κόσμου, με πληθυσμό που ξεπερνούσε σύμφωνα με εκτιμήσεις το 1,5 εκατομμύριο κατοίκους. Με την πτώση της αυτοκρατορίας, ο πληθυσμός της άρχισε να μειώνεται δραματικά, ως και 50.000 κατοίκους, ενώ παρέμεινε στάσιμος καθ'όλη τη διάρκεια του Μεσαίωνα και μόνο κατά την περίοδο της Αναγέννησης αυξήθηκε σε μικρό ποσοστό.

Όταν η πόλη ενώθηκε με το Βασίλειο της Ιταλίας το 1870, αριθμούσε 200.000 κατοίκους που αυξήθηκαν σε 600.000 στα τέλη του 19ου αιώνα κατά την περίοδο του φασισμού ο πληθυσμός της άγγιξε το 1.000.000. Κατά την περιόδο μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, η Ρώμη συνέχισε να αναπτύσσεται πληθυσμιακά, απόρροια και του οικονομικού μπουμ των δεκαετιών του 1950 και 1960 που συντελέστηκε στην Ιταλία.

Σύμφωνα με την ιταλική στατιστική υπηρεσία, 199.417[2] κάτοικοι είναι ξένοι υπήκοοι, που αντιπροσωπεύουν το 7,4% του συνολικού πληθυσμού της πόλης. Εξ αυτών, οι πολυπληθέστερες κοινότητες είναι των μεταναστών από τη Ρουμανία (31.362), τις Φιλιππίνες (24.009) και την Πολωνία (10.614).

Χάρτης της Ρώμης στην αρχαιότητα.
Έτος Πληθυσμός
350 π.Χ. 30.000
250 π.Χ. 150.000
44 π.Χ. 1.000.000
120 1.650.000
330 600.000
410 200.000
530 50.000
650 20.000
1000 20.000
1400 20.000
1526 50.000-60.000
1528 20.000
1600 100.000
1750 156.000
1800 163.000
1820 139.900
1850 175.000
Έτος Πληθυσμός
1853 175.800
1858 182.600
1861 194.500
1871 212.432
1881 273.952
1901 422.411
1911 518.917
1921 660.235
1931 930.926
1936 1.150.589
1951 1.651.754
1961 2.188.160
1971 2.781.993
1981 2.840.259
1991 2.775.250
2001 2.546.804
2007 2.711.476

Μνημεία και αξιοθέατα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γενικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ιστορικό κέντρο της Ρώμης είναι ένας ενιαίος αρχαιολογικός χώρος με μνημεία από πολλές διάφορες ιστορικές περιόδους (αρχαιότητα, Μεσαίωνας, Αναγέννηση και μεταγενέστερα). Η UNESCO το έχει ανακηρύξει μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς. Ως τέτοιο μνημείο αναγνωρίζεται επίσης και το Βατικανό. Ορισμένα από τα σημαντικά μνημεία και αξιοθέατα της Ρώμης είναι τα παρακάτω:

Πιάτσα ντελ Πόπολο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

H Πιάτσα ντελ Πόπολο βρίσκεται μέσα από τη βόρεια πύλη του Αυρηλιανού τείχους, κάποτε Πόρτα Φλαμινία της αρχαίας πόλης και σήμερα Πόρτα ντελ Πόπολο. Αυτό ήταν η αρχή της Βία Φλαμινία, του δρόμου προς το ΄΄Αriminum΄΄ (σύγχρονο Ρίμινι), του σημαντικότερου προς βορρά. Συγχρόνως, πριν την εποχή των σιδηροδρόμων, ήταν για τον ταξιδιώτη η πρώτη όψη της Ρώμης κατά την άφιξή του. Για αιώνες η Πιάτσα ντελ Πόπολο ήταν χώρος για δημόσιες εκτελέσεις, η τελευταία έγινε το 1826.

Το σχέδιο της σημερινής πλατείας έγινε σε νεοκλασικό ρυθμό μεταξύ 1811 και 1822 από τον αρχιτέκτονα Τζουζέπε Βαλαντιέρ. Αφαίρεσε ένα απλό συντριβάνι του Τζιάκομο ντελα Πόρτα του 1572 και κατεδάφισε μερικά ασήμαντα κτίρια και υψηλά τείχη για να σχηματίσει δύο ημικύκλια, που θυμίζουν το σχέδιο του Μπερνίνι για την πλατεία του Αγίου Πέτρου, αντικαθιστώντας την αρχική στριμωγμένη τραπεζοειδή πλατεία στο κέντρο της Βία Φλαμινία. Η Πιάτσα ντελ Πόπολο του Βαλαντιέρ όμως ενσωμάτωσε την πρασινάδα των δέντρων σαν ουσιώδες στοιχείο. Συνέλαβε το χώρο του σε μια Τρίτη διάσταση, εκφρασμένη με την οικοδόμηση του ΄΄viale΄΄ που καταλήγει στην θέα με τα κιγκλιδώματα από το Πίντσιο.

Στο κέντρο της πλατείας στέκεται ένας Αιγυπτιακός οβελίσκος του Σέτυ Α΄ (που ανεγέρθηκε αργότερα από το Ραμσή Β΄) από την Ηλιούπολη. Οι τρεις πλευρές του οβελίσκου χαράχτηκαν κατά τη βασιλεία του Σέτυ Α΄ και η τέταρτη πλευρά υπό το Ραμσή Β΄. Ο οβελίσκος, γνωστός ως ΄΄ομπελίσκο Φλαμινίο΄΄ ή ΄΄Πόπολο Ομπελισκ΄΄, είναι ο δεύτερος αρχαιότερος και ένας από τους ψηλότερους οβελίσκους της Ρώμης ( κάπου 24 μέτρα, ή 36 με τη βάση του). Ο οβελίσκος μεταφέρθηκε στη Ρώμη το 10 π.Χ. με εντολή του Αύγουστου και στήθηκε αρχικά στο Σίρκους Μάξιμους. Τοποθετήθηκε εδώ στην πλατεία από τον αρχιτέκτονα–μηχανικό Ντομένικο Φοντάνα το 1589 ως τμήμα του αστικού σχεδίου του Σίξτου Ε΄. Η πλατεία περιλάμβανε επίσης άλλοτε ένα κεντρικό συντριβάνι, που μεταφέρθηκε στην Πιάτσα Νικόζια το 1818, όταν προστέθηκαν γύρω από τη βάση του οβελίσκου συντριβάνια με τη μορφή Αιγυπτιακού ρυθμού λιονταριών.

Κοιτάζοντας από το βορρά τρεις δρόμοι εκτείνονται από την πλατεία στην πόλη, σχηματίζοντας τη λεγόμενη ΄΄τρίαινα΄΄ (ιλ Τριντέντε): η Βία ντελ Κόρσο στο κέντρο, η Βία ντελ Μπαμπουίνο στα αριστερά (που ανοίχτηκε το 1525 ως Βία Παολίνα) και η Βία ντε Ριπέτα (που ανοίχτηκε από το Λέοντα Ι΄το 1518 ως Βία Λεονίνα) στα δεξιά. Οι δύο δίδυμες εκκλησίες (οι κιέζε τζεμέλε) Σάντα Μαρία ντέι Μιράκολι (1681) και Σάντα Μαρία στο Μοντεσάντο (1679) που άρχισαν από τον Κάρλο Ραινάλντι και ολοκληρώθηκαν από το Μπερνίνι και τον Κάρλο Φοντάνα, ορίζουν τις συμβολές των δρόμων. Η στενή και λεπτομερής εξέταση των δίδυμων εκκλησιών αποκαλύπτει ότι δεν είναι απλά αντίγραφα η μια της άλλης, όπως θα ήταν σε ένα Νεοκλασικό σχέδιο, αλλά διαφέρουν σε πολλές λεπτομέρειες, προσφέροντας ποικιλία μέσα στη συμμετρική τους ισορροπία στον τρόπο του Μπαρόκ. Ο κεντρικός δρόμος, σήμερα γνωστός ως Βία ντελ Κόρσο, ήταν η αρχαία Βία Λάτα και στο βορρά συνδέεται με τον αρχαίο Ρωμαϊκό δρόμο, τη Βία Φλαμινία, πέρα από την πύλη της πόλης και νότια οδεύει προς την Πιάτσα Βενέτσια, το Καπιτόλιο και την αγορά. Η Βία ντι Ριπέτα οδηγεί, περνώντας από το Μαυσωλείο του Αυγούστου, στον Ποταμό Τίβερη, όπου βρισκόταν ο μπαρόκ σταθμός αποβίβασης στο ποτάμι Πόρτο ντι Ριπέτα, μέχρι που καταστράφηκε στα τέλη του 19ου αιώνα. Η Βία ντελ Μπαμπουίνο που συνδέει με την Πιάτσα ντι Σπάνια. Πήρε το όνομά της από ένα γκροτέσκο γλυπτό του Σειληνού που πήρε το λαϊκό όνομα ΄΄Μπαμπουίνος΄΄.

Βόρεια της πλατείας υψώνεται η Πόρτα ντελ Πόπολο, πέρα από την οποία βρίσκεται η Πιατσάλε Φλαμίνιο και η αρχή της Βία Φλαμινία. Η πύλη ανακατασκευάσθηκε για να πάρει τη σημερινή της μορφή από τον Μπερνίνι για τον Πάπα Αλέξανδρο Ζ΄ το 1655, για να καλωσορίσει τη Βασίλισσα Χριστίνα της Σουηδίας στη Ρώμη μετά τον προσηλυτισμό της στο Ρωμαιοκαθολικσμό και την παραίτησή της. Η Χριστίνα (1626–1689) σε ηλικία έξι ετών διαδέχθηκε τον πατέρα της στο θρόνο της Σουηδίας μετά το θάνατό του στη Μάχη του Λούτσεν. Όντας η κόρη ενός από τους Προτεστάντες νικητές του Τριακονταετούς Πολέμου προκάλεσε σκάνδαλο όταν παραιτήθηκε από το θρόνο της και προσηλυτίσθηκε στον Καθολικισμό το 1654. Πέρασε τα επόμενα χρόνια της στη Ρώμη, πρωτοστατώντας στην εκεί θεατρική και μουσική ζωή. Ως βασίλισσα χωρίς χώρα προστάτευσε πολλούς καλλιτέχνες και δράσεις. Είναι μία από τις λίγες γυναίκες που είναι θαμμένες στα υπόγεια του Βατικανού.

Πιάτσα Ναβόνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Πιάτσα Ναβόνα βρίσκεται στη θέση του Στάδιου του Δομιτιανού, που είχε κατασκευαστεί τον 1ο αιώνα μ.Χ. και ακολουθεί τη μορφή του ανοιχτού χώρου του σταδίου. Οι αρχαίοι Ρωμαίοι έρχονταν εδώ να παρακολουθήσουν τους αγώνες και έτσι ήταν γνωστό ως ΄΄Τσίρκους Αγκονάλις΄΄. Πιστεύεται ότι με τον καιρό το όνομα άλλαξε σε ΄΄ιν αγκόνε΄΄ σε ΄΄ναβόνε΄΄ και τελικά σε ΄΄ναβόνα΄΄. Καθορισμένη σαν δημόσιος χώρος τα τελευταία χρόνια του 15ου αιώνα, όταν η αγορά της πόλης μεταφέρθηκε εδώ από το Καπιτόλιο, η Πιάτσα Ναβόνα μεταμορφώθηκε σε ένα πολύ σημαντικό υπόδειγμα της μπαρόκ ρωμαϊκής αρχιτεκτονικής και τέχνης κατά την παπική θητεία του Ιννοκέντιου Ι΄ (1644–1655), και του οποίου το οικογενειακό ανάκτορο, Παλάτσο Πάμφιλι (1644–1650, σήμερα Πρεσβεία της Βραζιλίας) έβλεπε στην πλατεία.

Διαθέτει σημαντικά γλυπτά και αρχιτεκτονικά δημιουργήματα. Στο κέντρο υψώνεται η περίφημη Φοντάνα ντέι Κουάτρι Φιούμι ή Συντριβάνι των Τεσσάρων Ποταμών (1651) από τον Τζιαν Λορέντσο Μπερνίνι, έχοντας στο κέντρο της τον Οβελίσκο του Δομιτιανού, που μεταφέρθηκε εδώ σε κομμάτια από τον Ιππόδρομο του Μαξέντιου. Η βάση του σιντριβανιού είναι μια λεκάνη από το κέντρο της οποίας όγκοι τραβερτίνη υψώνονται για να στηρίξουν τέσσερις ποταμούς-θεούς και πάνω τους τον οβελίσκο, που επιστεγάζεται με το έμβλημα της οικογένειας Πάμφιλι, ένα περιστέρι με ένα κλαδάκι ελιάς. Συλλογικά απεικονίζουν τέσσερις μεγάλους ποταμούς των τεσσάρων ηπείρων στις οποίες είχε διαδοθεί η παπική εξουσία: το Νείλο της Αφρικής, το Δούναβη της Ευρώπης, το Γάγγη της Ασίας και το Ρίο ντε Λα Πλάτα της Αμερικής. Το σχέδιο του Μπερνίνι επελέγη σε ένα διαγωνισμό. Οι συνθήκες της επιτυχίας του περιγράφονται ως εξής στη ΄΄Ζωή του Καβαλιέρε Μπερνίνι (1682) ΄΄του Φίλιπο Μπαλντινούτσι: ‘’Tόσο ισχυρή ήταν η αρνητική επιρροή των αντιπάλων του Μπερνίνι στο μυαλό του Ινοκέντιου ώστε όταν σχεδίασε να στήσει στην Πιάτσα Ναβόνα το μεγάλο οβελίσκο που μεταφέρθηκε στη Ρώμη από τον Αυτοκράτορα Καρακάλα, και βρισκόταν για πολλά χρόνια θαμμένος στο Κάπο ντι Μπόβε για τη διακόσμηση ενός μεγαλόπρεπου συντριβανιού, ο Πάπας ζήτησε σχέδια από τους κορυφαίους αρχιτέκτονες της Ρώμης, χωρίς να δώσει σχετική εντολή και στο Μπερνίνι. Ο πρίγκηπας Νικολό Λουντοβίζι, που η σύζυγός του ήταν ανηψιά του Πάπα, έπεισε το Μπερνίνι να ετοιμάσει ένα ομοίωμα και να κανονίσει να εγκατασταθεί μυστικά σε ένα δωμάτιο στο Παλάτσο Πάμφιλι, από όπου θα περνούσε ο Πάπας. Όταν τελείωσε το γεύμα βλέποντας ένα τόσο μεγαλόπρεπο δημιούργημα σταμάτησε σχεδόν εκστασιασμένος. Όντας άρχοντας με οξύτατη κρίση και υψηλές ιδέες, αφού το θαύμασε είπε: ΄΄Αυτό είναι τέχνασμα … Θα πρέπει να χρησιμοποιήσουμε το Μπερνίνι αντί για εκείνους που δεν το θέλουν, γιατί αυτός που επιθυμεί να μη χρησιμοποιήσει τα σχέδια του Μπερνίνι πρέπει να φροντίσει και να μην τα δει΄΄. Καθένα από τα τέσσερα αγάλματα έχει ζώα και φυτά που παραπέμπουν στην ταυτοποίηση και φέρει ορισμένο αριθμό αλληγοριών και μεταφορών. O Γάγγης κουβαλάει ένα μακρύ κουπί, απεικονίζοντας την πλευσιμότητα του ποταμού. Το κεφάλι του Νείλου είναι τυλιγμένο με ένα χαλαρό κομμάτι πανί, που σημαίνει ότι κανένας εκείνη την εποχή δεν ήξερε πού ακριβώς ήταν οι πηγές του Νείλου. Ο Δούναβης αγγίζει το Παπικό οικόσημο, επειδή είναι ο πλησιέστερος στη Ρώμη μεγάλος ποταμός. Και ο Ρίο ντε λα Πλάτα κάθεται πάνω σε ένα σωρό νομισμάτων, σύμβολο του πλούτου που η Αμερική μπορούσε να προσφέρει στην Ευρώπη (η λέξη ΄΄πλάτα΄΄ σημαίνει ασήμι στα Ισπανικά). Επίσης ο Ρίο ντε λα Πλάτα φαίνεται να τρομάζει από ένα φίδι, δείχνοντας το φόβο των πλουσίων ότι μπορεί να τους κλέψουν.

Η κατασκευή του συντριβανιού προκάλεσε την αντίθεση των κατοίκων της Ρώμης για διάφορους λόγους. Πρώτον, γιατί ο Ινοκέντιος κατασκεύασε το συντριβάνι με δημόσια δαπάνη κατά τη διάρκεια του σοβαρού λιμού του 1646–1648. Καθ’ όλη την κατασκευή του συντριβανιού η πόλη γκρίνιαζε και κουβέντες για ταραχές πλανιώνταν στην ατμόσφαιρα. Ανώνυμοι συντάκτες διαμαρτυρήθηκαν για την κατασκευή του συντριβανιού τον Σεπτέμβριο του 1648 προσκολλώντας χειρόγραφες ύβρεις στους πέτρινους όγκους του υπό κατασκευή οβελίσκου. Έγραφαν ΄΄Δεν θέλουμε οβελίσκους και συντριβάνια. Ψωμί θέλουμε. Ψωμί, ψωμί, ψωμί. ΄΄Ο Ινοκέντιος έβαλε αμέσως να συλλάβουν τους συντάκτες και μεταμφιεσμένοι κατάσκοποι περιπολούσαν στην Πιάτσα Ναβόνα. Οι υπαίθριοι πωλητές της πλατείας αντιδρούσαν επίσης στην κατασκευή του συντριβανιού, καθώς ο Ινοκέντιος Ι΄ τους έδιωξε από την πλατεία. Οι πωλητές αρνιόνταν να φύγουν και η παπική αστυνομία τους κυνήγησε από την πλατεία. Οι Εβραίοι της Ρώμης, ιδιαίτερα, αντιδρούσαν στο κλείσιμο της πλατείας, γιατί τους είχε επιτραπεί να πουλούν εκεί μεταχειρισμένα ρούχα στην αγορά της Τετάρτης.

Λόφος Καπιτωλίου και Ρωμαϊκή Αγορά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Λόφος του Καπιτωλίου μεταξύ της Αγοράς και του Πεδίου του Αρεως είναι ένας από τους επτά λόφους της Ρώμης. Ήταν η ακρόπολη των πρώτων Ρωμαίων. Περιέχει λίγα αρχαία ερείπια στο επίπεδο του εδάφους, καθώς έχουν καλυφθεί σχεδόν πλήρως από Μεσαιωνικά και Αναγεννησιακά ανάκτορα ( που σήμερα στεγάζουν τα Μουσεία του Καπιτωλίου ), που περιβάλλουν μια πλατεία, σημαντικό αστικό σχέδιο του Μιχαήλ Αγγελου. Στο λόφο αυτό εισχώρησαν οι Σαβίνοι, καθώς τους άνοιξε την πύλη η Ρωμαία παρθένος Τάρπεια ( 8ος αιώνας π.Χ. ). Για το λόγο αυτό ήταν η πρώτη που για προδοσία υπέστη την τιμωρία του κατακρημνισμού της από την απότομη άκρη του λόφου κάτω στα κοφτερά σα μαχαίρια Ταρπειανά βράχια. Οι Σαβίνοι, που μετανάστευσαν στη Ρώμη μετά την Αρπαγή των Σαβίνων Γυναικών, εγκαταστάθηκαν στο Λόφο του Καπιτωλίου. Το Ηφαιστείο (Ιερό του Ηφαίστου), ένας ιερός χώρος του 8ου αιώνα, καταλάμβανε το μεγαλύτερο μέρος των ανατολικών χαμηλότερων πλαγιών του Λόφου, όπου αργότερα θα γινόταν η Ρωμαϊκή Αγορά. Η κορυφή ήταν η θέση ενός ναού για την Τριάδα του Καπιτωλίου, που ξεκίνησε από τον πέμπτο βασιλιά της Ρώμης, Ταρκίνιο Πρίσκο ( β. 616 – 579 π.Χ. ) και ολοκληρώθηκε από τον έβδομο και τελευταίο βασιλιά Ταρκίνιο τον Υπερήφανο ( 535 – 496 π.Χ. ). Θεωρούνταν ένας από τους μεγαλύτερους και ωραιότερους ναούς της πόλης ( αν και ελάχιστα απομένουν σήμερα ).

Ο θρύλος της πόλης ξεκινά με την ανακάλυψη ενός ανθρώπινου κρανίου όταν σκάβονταν τα θεμέλια για το Ναό του Δία κατ’ εντολή του Ταρκίνιου. Πρόσφατες ανασκαφές στο λόφο αποκάλυψαν ένα αρχαίο νεκροταφείο κάτω από το Ναό του Δία. Όταν οι Σήνωνες Γαλάτες ( εγκαταστημένοι στην κεντροανατολική Ιταλία ) επέδραμαν στη Ρώμη το 390 π.Χ. ο λόφος του Καπιτωλίου ήταν εκείνο το τμήμα της πόλης που γλίτωσε την κατάληψη από τους βαρβάρους χάρι στην οχύρωσή του από τους Ρωμαίους υπερασπιστές. Όταν ο Ιούλιος Καίσαρ έπαθε ένα ατύχημα κατά το θρίαμβό του, που έδειχνε καθαρά την οργή του Δία για τις ενέργειές του κατά τους Εμφυλίους Πολέμους προσέγγισε το λόφο και το ναό του Δία γονυπετώντας σε μια προσπάθεια να αποτρέψει τον κακό οιωνό ( παρ΄ όλα αυτά δολοφονήθηκε μετά από έξι μήνες και ο Βρούτος και οι άλλοι δολοφόνοι του κλείστηκαν στη συνέχεια μέσα στο ναό ). Ο αδελφός και ο ανηψιός του Βεσπασιανού πολιορκήθηκαν επίσης στο ναό κατά το Ετος των Τεσσάρων Αυτοκρατόρων ( 69 ). Η εκκλησία της Σάντα Μαρία ιν Αρακοέλι ( 574 ) είναι δίπλα στην πλατεία, κοντά στη θέση της αρχαίας ακρόπολης στην κορυφή του λόφου, όπου κάποτε υψωνόταν. Στη βάση της είναι τα ερείπια μιας Ρωμαϊκής πολυκατοικίας, με πάνω από τέσσερις ορόφους, ορατά από το δρόμο. Το Μεσαίωνα η θρησκευτική λειτουργία του λόφου επισκιάστηκε από τον άλλο ρόλο της ως ως κέντρου της αστικής κυβέρνησης της Ρώμης, που αναβίωσε ως δήμος τον 11ο αιώνα. Η διακυβέρνηση της πόλης επρόκειτο τώρα να είναι αυστηρά υπό τον παπικό έλεγχο, αλλά ο Λόφος ήταν το σκηνικό κινήσεων αστικής αντίστασης, όπως οι δραματικές σκηνές της αναβιωμένης δημοκρατίας του Κόλα ντι Ριέντσο ( 1347 ). Ως αποτέλεσμα αυτών η πλατεία ήταν ήδη περιτριγυρισμένη από κτίρια το 16ο αιώνα.

Το σημερινό σχέδιο της Πλατείας του Καπιτωλίου και τα ανάκτορα περιμετρικά της δημιουργήθηκαν από τον καλλιτέχνη και αρχιτέκτονα της Αναγέννησης Μιχαήλ Άγγελο Μπουοναρότι το 1536 – 1546. Στο απόγειο της φήμης του έλαβε την ανάθεση από τον Πάπα Παύλο Γ΄ ( Φαρνέζε ), που ήθελε ένα σύμβολο της νέας Ρώμης για να εντυπωσιάσει τον Κάρολο Ε΄, που αναμενόταν το 1538. Τα πρώτα σχέδια του Μιχαήλ Αγγέλου για την πλατεία και την ανακατασκευή των γύρω της ανακτόρων χρονολογούνται από το 1536. Ανέτρεψε τον κλασικό προσανατολισμό του Καπιτωλίου, σε μια συμβολική χειρονομία στροφής του αστικού κέντρου της Ρώμης αποστρέφοντας το πρόσωπό του από τη Ρωμαϊκή Αγορά και στην κατεύθυνση της Παπικής Ρώμης και της Χριστιανικής εκκλησίας στη μορφή της Βασιλικής του Αγίου Πέτρου. Εν σειρά, η ΄΄ Κορντονάτα ΄΄, η πλατεία και το κεντρικό ανάκτορο είναι η πρώτη αστική εισαγωγή της ΄΄ λατρείας του άξονα ΄΄, που επρόκειτο να καταλάβει τα σχέδια των Ιταλικών κήπων και με πλούσια εφαρμογή στη Γαλλία. Η υλοποίηση του σχεδίου ήταν αργή: λίγα είχαν πράγματι ολοκληρωθεί ενόσω ζούσε ο Μιχαήλ Άγγελος (η Κορντονάτα δεν ήταν στη θέση της όταν έφτασε ο Αυτοκράτορας Κάρολος, και η αυτοκρατορική παρέα αναγκάστηκε να σκαρφαλώσει την πλαγιά από την Αγορά για να δει τα έργα σε εξέλιξη), αλλά το έργο συνεχίστηκε πιστά πάνω στα σχέδιά του και το Καπιτώλιο ολοκληρώθηκε το 17ο αιώνα, εκτός από το σχέδιο της πλακόστρωσης που έμελλε να ολοκληρωθεί τρεις αιώνες αργότερα. Στο μέσο της πλατείας υψωνόταν ένα αντίγραφο αγάλματος του Εφίππου Μάρκου Αυρηλίου, όχι της αρεσκείας του Μιχαήλ Αγγέλου, που προέβλεπε γι’ αυτό ένα βάθρο. Το γλυπτό ήταν σε μεγάλη υπόληψη, γιατί πιστευόταν ότι απεικόνιζε τον Μεγάλο Κωνσταντίνο, τον πρώτο Χριστιανό Αυτοκράτορα. Το μπρούτζινο σημερινό άγαλμα είναι σύγχρονο αντίγραφο, το πρωτότυπο είναι στο παρακείμενο Παλάτσο ντέι Κονσερβατόρι.

Η Ρωμαϊκή Αγορά είναι μια ορθογωνική πλατεία περιβαλλόμενη από τα ερείπια αρκετών σημαντικών αρχαίων κυβερνητικών κτιρίων στο κέντρο της πόλης της Ρώμης. Οι πολίτες της αρχαίας πόλης αναφέρονταν σ΄ αυτό το μέρος, αρχικά αγορά, ως Φόρουμ Μάγκνουμ ή απλά Φόρουμ. Ήταν για αιώνες το κέντρο της δημόσιας ζωής της Ρώμης : χώρος θριαμβικών παρελάσεων και εκλογών, τόπος δημόσιων ομιλιών, δικών και αγώνων μονομάχων και πυρήνας των εμπορικών υποθέσεων. Εδώ αγάλματα και μνημεία τιμούσαν μερικά από τα πιο σημαίνοντα πρόσωπα της πόλης. Ευρισκόμενη στη μικρή κοιλάδα μεταξύ των Λόφων Παλατίνου και Καπιτωλίνου, η Αγορά είναι σήμερα ακατάστατα ερείπια αρχιτεκτονικών θραυσμάτων και σποραδικών αρχαιολογικών ανασκαφών, που προσελκύουν πλήθος επισκεπτών. Τον 6ο αιώνα μ.Χ. μερικά από τα παλιά οικοδομήματα μέσα στην Αγορά άρχισαν να μετατρέπονται σε Χριστιανικές εκκλησίες. Τον 8ο αιώνα όλος ο χώρος περιβαλλόταν από Χριστιανικές εκκλησίες που είχαν πάρει τη θέση των εγκαταλειμμένων και κατεστραμμένων ναών. Το Μεσαίωνα, αν και διατηρείτο η μνήμη της ΄΄ Ρωμαϊκής Αγοράς ΄΄, τα μνημεία της ήταν κατά το πλείστον θαμμένα κάτω από χαλάσματα και η θέση της ονομαζόταν αγελαδοχώραφο. Μετά τον 8ο αιώνα τα οικοδομήματα της Αγοράς διαλύθηκαν, ξανατακτοποιήθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν για την ανέγερση φεουδαρχικών πύργων και κάστρων μέσα στην ίδια περιοχή. Το 13ο αιώνα αυτές οι κατασκευές κατέρρευσαν και χώρος έγινε σκουπιδότοπος. Αυτό μαζί με τα χαλάσματα από τα διαλυμένα μεσαιωνικά κτίρια και τα αρχαία οικοδομήματα συνέβαλε στην ανύψωση της στάθμης του εδάφους. Η επιστροφή του Πάπα Ουρβανού Ε΄ το 1367 οδήγησε σε αυξανόμενο ενδιαφέρον για τα αρχαία μνημεία, εν μέρει για το ηθικό τους δίδαγμα και εν μέρει ως πηγή υλικών για νέα κτίρια που άρχισαν να κατασκευάζονται στη Ρώμη μετά από μεγάλο διάστημα. Καλλιτέχνες από τα τέλη του 15ου αιώνα σχεδίαζαν τα ερείπια της Αγοράς, αρχαιοδίφες αντέγραφαν επιγραφές το 16ο αιώνα και εντατικές ανασκαφές άρχισαν στα τέλη του 18ου αιώνα. Ενας καρδινάλιος έλαβε μέτρα για να την αποστραγγίσει πάλι και έχτισε πάνω από αυτή τη γειτονιά Αλεσαντρίνε. Αλλά η ανασκαφή από τον Κάρλο Φέα, που άρχισε να καθαρίζει τα χαλάσματα από την Αψίδα του Σεπτίμιου Σεβήρου το 1803 και από αρχαιολόγους υπό το Ναπολεόντειο καθεστώς σημάδεψαν την αρχή του καθαρισμού της Αγοράς, που ανασκάφηκε πλήρως μόνο στις αρχές του 20ού αιώνα. Ερείπια από αρκετούς αιώνες εμφανίζονται μαζί χάρη στη Ρωμαϊκή πρακτική του χτισίματος πάνω σε προγενέστερα ερείπια.

Πιάτσα Βενέτσια και Πιάτσα ντελά Ρεπούμπλικα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

H Πιάτσα Βενέτσια πήρε το όνομά της από τον Καρδινάλιο Βενέτσια, που έχτισε το παρακείμενο Παλάτσο Βενέτσια, την πρώην πρεσβεία στην πόλη της Δημοκρατίας της Βενετίας. Βρίσκεται στους πρόποδες του Λόφου του Καπιτολίου και κοντά στη Ρωμαϊκή Αγορά. Κυριαρχείται από το επιβλητικό Μνημείο του Βιτόριο Εμανουέλε Β΄. Το 2009 κατά τις εκσκαφές για τη Γραμμή C του Μετρό της Ρώμης αποκαλύφθηκαν στο μέσο της πλατείας αρχαία ερείπια που έχουν ταυτοποιηθεί με το Αθήναιον του αυτοκράτορα Αδριανού (μια σχολή για την προώθηση των φιλολογικών και επιστημονικών σπουδών, που πήρε το όνομά της από την πόλη της Αθήνας, που ακόμα θεωρούνταν εστία πνευματικής τελειότητας). Το ΄΄Εθνικό Μνημείο του Βιτόριο Εμανουέλε Β΄ ΄΄ ή ΄΄Βωμός της Πατρίδας ΄΄ ή ΄΄ Ιλ Βιτοριάνο΄΄ είναι χτισμένο προς τιμή του Βίκτορα Εμανουήλ, του πρώτου βασιλιά της ενοποιημένης Ιταλίας. Σχεδιάστηκε από το Γκιουζέπε Σακόνι το 1885. Η γλυπτική γι’ αυτό ανατέθηκε σε καθιερωμένους γλύπτες από όλη την Ιταλία, όπως ο Λεονάρντο Μπιστόλφι και ο Αντζελι Τσανέλι. Θεμελιώθηκε το 1911 και ολοκληρώθηκε το 1935. Είναι φτιαγμένο από λευκό μάρμαρο από το Μποτιτσίνο της Μπρέσια και διαθέτει σκάλες, Κορινθιακούς κίονες, ένα έφιππο ανδριάντα του Βίκτορα Εμμανουήλ και δύο αγάλματα της θεάς Νίκης πάνω σε τέθριππα. Η κατασκευή έχει πλάτος 135 και ύψος 70 μέτρα. Αν συμπεριληφθούν τα τέθριππα και οι φτερωτές νίκες το ύψος φτάνει τα 81 μέτρα.

Η βάση της κατασκευής στεγάζει το μουσείο της Ιταλικής Ενοποίησης. Το 2007 προστέθηκε ένας πανοραμικός ανελκυστήρας, επιτρέποντας στους επισκέπτες να ανέβουν στη σκεπή για μια πανοραμική θέα της Ρώμης. Το μνημείο προκάλεσε αντιδράσεις γιατί η κατασκευή του κατέστρεψε για χάρη του μεγάλη περιοχή του Λόφου του Καπιτολίου με μια Μεσαιωνική γειτονιά. Το ίδιο το μνημείο συχνά θεωρείται πομπώδες και τεράστιο. Είναι καθαρά ορατό στο μεγαλύτερο μέρος της πόλης της Ρώμης παρότι στο γενικό του σχήμα είναι σαν κουτί και στερείται θόλου ή πύργου. Το μνημείο είναι επίσης εκτυφλωτικά άσπρο, πράγμα που το κάνει πολύ ξεχωριστό εν μέσω των γενικά καφετιών κτιρίων που το περιβάλλουν και η ογκώδης γεμάτη φύση του του έχει προσδώσει αρκετά προσωνύμια. Οι ξένοι αναφέρονται πολλές φορές στο μνημείο με πολλά παρατσούκλια, όπως ΄΄γαμήλια τούρτα΄΄ ενώ οι Ρωμαίοι συνήθως το λένε ΄΄γραφομηχανή΄΄. Παρ’ όλη αυτή την κριτική, το μνημείο ακόμη προσελκύει μεγάλο αριθμό επισκεπτών. Ο Ιταλός Πρόεδρος Κάρλο Ατζέλιο Τσιάμπι (1999–2006) καλλιέργησε το άνοιγμα του Βιτοριάνο ως δημόσιου φόρουμ και άποψης πάνω από τον πυρήνα της Πόλης. Αυτή η νέα προσβασιμότητα επέτρεψε στους επισκέπτες να εξοικειωθούν με το μνημείο, κάνοντάς το να ανέβει στην υπόληψη, αν όχι και στην κριτική, του κόσμου.

Το μνημείο περιέχει τον Τάφο του Αγνωστου Στρατιώτη με μια αιώνια φλόγα, χτισμένο κάτω από το άγαλμα της Ιταλίας μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ακολουθώντας μια ιδέα του Στρατηγού Τζούλιο Ντουέτ. Η Μαρία Μπέργκαμς (1867–1952) ήταν μια Ιταλίδα, που επιλέχτηκε για να αντιπροσωπεύσει όλες τις Ιταλίδες μητέρες που είχαν χάσει κάποιο γιο κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, χωρίς να γνωρίζουν πού είχε ταφεί. Γεννημένη στη Γκραντίσκα ντ’ Ισόντσο έζησε για πολλά χρόνια στην Τεργέστη. Εκείνη την εποχή τόσο η Γκραντίσκα ντ’ Ισόντσο όσο και η Τεργέστη ήταν τμήμα της Αυστροουγγαρίας, έτσι ο Αντόνιο, το μοναχοπαίδι της, κλήθηκε στον Αυστριακό στρατό. Το 1916 ο Αντόνιο λιποτάκτησε και προσχώρησε στον Ιταλικό Βασιλικό Στρατό, σκοτώθηκε στη μάχη στις 16 Ιουνίου 1916, αλλά ποτέ δε βρέθηκε το σώμα του. Μετά τον πόλεμο, στις 26 Οκτωβρίου 1921 στην Ακουιλέια αυτή επέλεξε ένα από 11 μη αναγνωρισμένα πτώματα μελών των Ιταλικών Ενόπλων Δυνάμεων, των οποίων τα λείψανα είχαν περισυλλεγεί από διάφορες περιοχές του μετώπου. Το επιλεγμένο πτώμα ετάφη στις 4 Νοεμβρίου 1921 στον Τάφο του Αγνώστου Στρατιώτη στο Βιτοριάνο. Τα άλλα 10 λείψανα τάφηκαν στο στρατιωτικό νεκροταφείο της Ακουιλέια. Μετά το θάνατό της η Μπέργκαμς ετάφη στις 4 Νοεμβρίου 1954, την 46η επέτειο της νίκης, στο νεκροταφείο της Ακουιλέια, μαζί με τα σώματα των άλλων δέκα άγνωστων στρατιωτών.

Το παλαιότερο όνομα της Πιάτσα ντελά Ρεπούμπλικα, Πιάτσα ντελ’ Εσέντρα, που συνηθίζεται πολύ και σήμερα, οφείλεται στη μεγάλη εξέδρα των λουτρών του Διοκλητιανού, που έχει δώσει στην πλατεία το σχήμα της. Το συντριβάνι στην πλατεία έγινε αρχικά κατ’ εντολή του Πάπα Πίου Θ΄ το 1870. Ολοκληρώθηκε το 1888 και αρχικά παρίστανε τέσσερα λιοντάρια από ασβεστόλιθο σχεδιασμένα από τον Αλεσάντρο Γκουεριέρι. Αυτά αντικαταστάθηκαν το 1901 με γλυπτά των Ναιάδων του Μάριο Ρουτέλι από το Παλέρμο, προπάππου του πολιτικού και πρώην δήμαρχου της Ρώμης (1993–2001) Φραντέσκο Ρουτέλι. Οι απεικονιζόμενες νύμφες είναι η Νύμφη των Λιμνών (αναγνωρίσιμη από τον κύκνο που κρατά), η Νύμφη των Ποταμών (απλωμένη σε ένα ποτάμιο τέρας), η Νύμφη των Ωκεανών (ιππεύοντας ένα άλογο που συμβολίζει τη θάλασσα) και η Νύμφη των Υπόγειων Νερών (που ακουμπά πάνω σε ένα μυστηριώδη δράκοντα). Στο κέντρο είναι το σύμπλεγμα Γλαύκος ( 1911/12 ), που συμβολίζει την κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στη δύναμη της φύσης και αντικατέστησε ένα προηγούμενο γλυπτό. Τα λουτρά (θέρμες) του Διοκλητιανού ήταν τα επιβλητικότερα από τα δημόσια λουτρά που χτίστηκαν στη Ρώμη από διαδοχικούς αυτοκράτορες. Λειτούργησαν το 306 και ήταν τα μεγαλύτερα και πολυτελέστερα από τα αυτοκρατορικά λουτρά. Χτίστηκαν μεταξύ των ετών 298 και 306 μ.Χ. Τα λουτρά καταλαμβάνουν 120 στρέμματα και, σύμφωνα με ιστορικό της εποχής, μπορούσαν να εξυπηρετούν ταυτόχρονα 3000 άτομα. Πολλές από τις αίθουσες έχουν διατηρηθεί, γιατί διάφορα τμήματα μετατράπηκαν αργότερα σε εκκλησιαστικές ή άλλες χρήσεις.

Καστέλ Σαντ'Άντζελο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Καστέλ Σαντ'Άντζελο, όπως φαίνεται από την γέφυρα. Το υψηλότερο άγαλμα αναπαριστά τον άγγελο από τον οποίο το κτίριο έχει πάρει το όνομά του.

Το Καστέλ Σαντ'Άντζελο είναι ένα πανύψηλο κυλινδρικό οικοδόμημα στο Πάρκο Αντριάνο. Παραγγέλθηκε αρχικά από το Ρωμαίο Αυτοκράτορα Αδριανό (76–138) ως μαυσωλείο για τον ίδιο και την οικογένειά του. Το κτίριο χρησιμοποιήθηκε αργότερα από τους πάπες ως φρούριο και κάστρο και σήμερα είναι μουσείο.

Ο τάφος του Αδριανού[3] χτίστηκε στη δεξιά όχθη του Τίβερη, μεταξύ 135 και 139 μ.Χ. Αρχικά το μαυσωλείο ήταν ένας διακοσμημένος κύλινδρος με κήπο στην κορυφή και χρυσό τέθριππο. Οι στάχτες του Αδριανού τοποθετήθηκαν εδώ ένα χρόνο μετά το θάνατό του το 138 μ.Χ., μαζί με εκείνες της γυναίκας του Σαβίνας (83–137) και του πρώτου υιοθετημένου γιου του Λούκιου Αίλιου (101–138). Στη συνέχεια τοποθετήθηκαν επίσης εδώ τα λείψανα επόμενων αυτοκρατόρων με τελευταία καταγεγραμμένη εναπόθεση εκείνων του Καρακάλα το 217 μ.Χ. Οι υδρίες που περιείχαν τις στάχτες αυτές πιθανότατα τοποθετήθηκαν στη γνωστή σήμερα ως αίθουσα του Θησαυρού, βαθιά μέσα στο κτίριο. Ο Αδριανός έχτισε επίσης την Πονς Αέλιους, σήμερα Πόντε Σαντ'Άντζελο, με πέντε ανοίγματα (το μεγαλύτερο 18 μέτρα), στραμμένη κατ’ ευθείαν προς το μαυσωλείο - ακόμα παρέχει μια θεατρική πρόσβαση από το κέντρο της Ρώμης και τη δεξιά όχθη του Τίβερη και είναι φημισμένη για τις μπαρόκ προσθήκες αγαλμάτων αγγέλων που κρατούν στοιχεία από τα Πάθη του Χριστού.

Το μεγαλύτερο μέρος των περιεχομένων και των διακοσμήσεων του τάφου έχει χαθεί μετά τη μετατροπή του κτιρίου σε στρατιωτικό φρούριο το 401 και τη μεταγενέστερη ένταξή του στα Αυρηλιανά Τείχη από το Φλάβιο Αύγουστο Ονώριο (αυτ. 395–423). Οι υδρίες και οι στάχτες διασκορπίστηκαν από Βησιγότθους κατά τη λεηλασία της Ρώμης από τον Αλάριχο το 410 και τα αρχικά διακοσμητικά μπρούτζινα και πέτρινα αγάλματα ρίχτηκαν πάνω στους Γότθους εισβολείς, όταν πολιόρκησαν τη Ρώμη, όπως αφηγείται ο Προκόπιος. Περιέργως, όμως, διασώθηκε ο σφραγιδόλιθος μιας ταφικής υδρίας (πιθανόν του Αδριανού), που κατέληξε στη Βασιλική του Αγίου Πέτρου και ενσωματώθηκε σε ένα ογκώδες Αναγεννησιακό βαπτιστήριο.[4]

Σύμφωνα με ένα θρύλο στο μαυσωλείο εμφανίστηκε ο Αρχάγγελος Μιχαήλ βάζοντας στη θήκη της τη ρομφαία του ως σημάδι τερματισμού της πανούκλας του 590, δίνοντας έτσι στο κάστρο το σημερινό του όνομα.[5]

Οι Πάπες μετέτρεψαν το οικοδόμημα σε κάστρο αρχίζοντας το 13ο αιώνα. Ο Πάπας Νικόλαος Γ΄ (1277–1280) συνέδεσε το κάστρο με τη Βασιλική του Αγίου Πέτρου με ένα σκεπαστό οχυρωμένο διάδρομο, το Πασέτο ντι Μπόργκο. Το φρούριο υπήρξε το καταφύγιο του Πάπα Κλήμη Ζ΄ από την πολιορκία των Γερμανών μισθοφόρων του Κάρολου Ε κατά τη Λεηλασία της Ρώμης (1527).

Αργότερα, ο Πάπας Παύλος Γ΄ (1534–1549) έχτισε ένα πολυτελές διαμέρισμα, για να εξασφαλίσει ότι σε όποια μελλοντική πολιορκία ο Πάπας θα είχε ένα κατάλληλο μέρος για να μείνει.

Το Παπικό κράτος χρησιμοποίησε, επίσης, το Σαντ'Άντζελο ως φυλακή για τον Τζιορντάνο Μπρούνο. Ο Τζορντάνο Μπρούνο (1548–1600) ήταν Ιταλός Δομινικανός μοναχός, φιλόσοφος, μαθηματικός και αστρονόμος. Οι κοσμολογικές του θεωρίες ξεπέρασαν το μοντέλο του Κοπέρνικου, προτείνοντας ότι ο Ήλιος ήταν απλώς ένα αστέρι και, επί πλέον, ότι το διάστημα περιείχε άπειρο αριθμό κόσμων, κατοικημένων από άλλα νοήμονα όντα. Κάηκε στην πυρά από τις πολιτικές αρχές το 1600, αφού η Ρωμαϊκή Ιερά Εξέταση τον έκρινε ένοχο αίρεσης για τον πανθεϊσμό του και τον παρέδωσε στην πολιτεία, που εκείνη την εποχή θεωρούσε την αίρεση παράνομη. Μετά το θάνατό του κέρδισε μεγάλη φήμη, ιδιαίτερα μεταξύ των σχολιαστών του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα που, εστιάζοντας στις αστρονομικές του απόψεις, τον θεωρούσαν μάρτυρα της ελεύθερης σκέψης και των επιστημονικών ιδεών. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι οι ιδέες του Μπρούνο για το διάστημα έπαιξαν μικρότερο ρόλο στη δίκη του από τις πανθεϊστικές απόψεις του, που διέφεραν από τις ερμηνείες και την κρατούσα άποψη περί Θεού της Καθολικής Εκκλησίας. Εκτός από τα κοσμολογικά του συγγράμματα ο Μπρούνο έγραψε επίσης εκτεταμένα για την τέχνη της μνήμης, μια αδρά οργανωμένη ομάδα μνημονικών τεχνικών και αρχών. Το έργο του Βρετανού ιστορικού Φράνσις Γέιτς (1899–1981), με ιδιαίτερη επιρροή στην αγγλόφωνη επιστήμη, υποστηρίζει ότι ο Μπρούνο είχε επηρεαστεί βαθιά από τις αστρονομικές αντιλήψεις του διαστήματος, τις κληρονομημένες από την Αραβική αστρολογία, το Νεοπλατωνισμό και τον Αναγεννησιακό Ερμητισμό. Άλλες πρόσφατες μελέτες για το Μπρούνο έχουν εστιάσει στην ποιοτική του προσέγγιση στα μαθηματικά και στην εφαρμογή του των διαστημικών του παραδειγμάτων στη γλώσσα ). Στη μικρή εσωτερική πλατεία διενεργούνταν εκτελέσεις. Ως φυλακή, υπήρξε επίσης ο τόπος της τρίτης πράξης της Τόσκα του Τζιάκομο Πουτσίνι, από του οποίου τις επάλξεις η επώνυμη ηρωίδα της όπερας αυτοκτονεί.

Πόντε Σαντ' Άντζελο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η γέφυρα Πόντε Σαντ' Άντζελο είναι στρωμένη με τραβερτίνη και σήμερα πεζοδρομημένη. Παλαιότερα οι προσκυνητές χρησιμοποιούσαν τη γέφυρα για να φθάσουν στη Βασιλική του Αγίου Πέτρου, γιαυτό ήταν επίσης γνωστή ως "Γέφυρα του Αγίου Πέτρου" (Pons Sancti Petri). Κατά το ιωβηλαίο του 1450, τα κιγκλιδώματα της γέφυρας υποχώρησαν, λόγω του μεγάλου πλήθους των προσκυνητών, και πολλοί πνίγηκαν στο ποτάμι. Ως συνέπεια αυτού μερικά σπίτια στην αρχή της γέφυρας καθώς και μια Ρωμαϊκή θριαμβική αψίδα κατεδαφίστηκαν για να διευρύνουν το δρόμο για τους προσκυνητές. Επί αιώνες μετά το 16ο αιώνα στη γέφυρα εκτίθενται τα σώματα των εκτελεσμένων.

Κυρηνάλιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

To Kυρηνάλιο ( Παλάτσο Κουιρινάλε ) είναι η σημερινή επίσημη κατοικία του Προέδρου της Ιταλικής Δημοκρατίας. Βρίσκεται στον Κυρηνάλιο Λόφο, τον ψηλότερο από τους επτά λόφους της Ρώμης. Έχει στεγάσει τριάντα πάπες, τέσσερις βασιλιάδες και έντεκα προέδρους της Ιταλικής Δημοκρατίας. Η σημερινή θέση του ανακτόρου είναι σε χρήση από τη Ρωμαϊκή εποχή, όπως πιστοποιούν οι ανασκαφές στους κήπους. Σ’ αυτό το λόφο οι Ρωμαίοι έχτισαν ναούς για αρκετές θεότητες, από τη Φλόρα στον Κυρήνο, από τον οποίο πήρε το όνομά του ο λόφος. Κατά τη βασιλεία του Κωνσταντίνου χτίστηκε εδώ το τελευταίο σύμπλεγμα Ρωμαϊκών λουτρών, όπως πιστοποιούν τα αγάλματα των δίδυμων Κάστορα και Πολυδεύκη να δαμάζουν τα άλογα, που διακοσμούν την κρήνη στην πλατεία. Ο Κυρηνάλιος, όντας ο ψηλότερος λόφος στη Ρώμη, ήταν περιζήτητος και έγινε δημοφιλές μέρος για τους Ρωμαίους πατρικίους, που έχτισαν τις πολυτελείς επαύλεις τους. Παράδειγμά τους είναι τα ερείπια μιας βίλας στους κήπους του Κυρηναλίου, όπου έχει βρεθεί ένα ψηφιδωτό, τμήμα του αρχαίου δαπέδου. Το ανάκτορο χτίστηκε το 1583 από τον Πάπα Γρηγόριο ΙΓ΄ σαν θερινή παπική κατοικία. Ο Πάπας ήθελε να βρει μια θέση μακριά από την υγρασία και τη μπόχα του Τίβερη και τις ανθυγιεινές συνθήκες του Ανακτόρου του Λατερανού, έτσι ο Κυρηνάλιος Λόφος ήταν ένα από τα καταλληλότερα μέρη στη Ρώμη. Υπήρξε παπική κατοικία και στέγασε τις κεντρικές υπηρεσίες της πολιτικής κυβέρνησης των Παπικών Κτήσεων μέχρι το 1870. Το Σεπτέμβριο του 1870 ότι είχε απομείνει από τις Παπικές Κτήσεις καταλύθηκε. Πέντε μήνες περίπου αργότερα, το 1871, η Ρώμη έγινε η πρωτεύουσα του Βασιλείου της Ιταλίας. Το ανάκτορο έγινε η επίσημη βασιλική κατοικία, αν και μερικοί μονάρχες, κυρίως ο Βίκτωρ Εμμανουήλ Γ΄ ( βασίλεψε 1900 – 1946 ), στην πραγματικότητα ζούσαν σε ιδιωτική κατοικία κάπου αλλού, με το Κυρηνάλιο να χρησιμοποιείται ως γραφείο και για κρατικές εκδηλώσεις. Η μοναρχία καταργήθηκε το 1946 και το Ανάκτορο έγινε η επίσημη κατοικία και γραφείο των Προέδρων της Ιταλικής Δημοκρατίας. Πάλι όμως μερικοί διατήρησαν τη συνήθη Ρωμαϊκή κατοικία τους. Για παράδειγμα ο Σάντρο Περτίνι (1978 – 1985) προτίμησε το παλιό του διαμέρισμα κοντά στη Φοντάνα ντι Τρέβι.

Αγιος Ιωάννης Λατερανός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο καθεδρικός ναός, όπου ο Πάπας εδρεύει ως Επίσκοπος της Ρώμης, είναι η βασιλική του Αγίου Ιωάννη στο Λατεράνο. Είναι η παλαιότερη από τις τέσσερις μεγάλες βασιλικές της πόλης. Η γη όπου χτίστηκε ο ναός ανήκε πριν στην οικογένεια Λατεράνι. Ο ναός που βλέπουμε σήμερα χρονολογείται πίσω στο 1646 όταν ο Πάπας Ιννοκέντιος Κ΄ ανέθεσε στον αρχιτέκτονα Φραντσέσκο Μπορομίνι (Francesco Borromini) να αποκατασταθεί η βασιλική που ήταν έτοιμη να καταρρεύσει. Η σημερινή νότια πρόσοψη του προστέθηκε αργότερα και σχεδιάστηκε κατά τον 18ο αιώνα από τον Αλεσάντρο Γκαλιλέι (Alessandro Galilei). Στο διπλανό παλάτι του Λατερανού ήταν η επίσημη κατοικία του Πάπα μέχρι να μετακινηθεί στην Αβινιόν το 1309. Όταν μεταφέρθηκε πίσω στη Ρώμη εγκαταστάθηκε στο Βατικανό, αντί στο παλάτι του Λατερανού. Η εκκλησία ωστόσο παρέμεινε ο κύριος καθεδρικός ναός της Ρώμης. Στις δώδεκα κόγχες που σχεδίασε ο Μπορομίνι βρίσκονται τα τεράστια αγάλματα των δώδεκα αποστόλων που δημιουργήθηκαν από επιφανείς καλλιτέχνες σε στυλ ροκοκό συμπεριλαμβανομένων του Φραντζεσκο Μοράτι (Francesco Moratti), Αντζελο ντε Ροσι (Angelo de’ Rossi) και του Πιερ Λε Γκρος του νεότερου (Pierre Le Gros the Younger). Υπάρχουν επίσης έξι παπικοί τάφοι μέσα στον Άγιο Ιωάννη. Περιέχουν τα λείψανα του Αλεξάνδρου Γ΄, του Σέργιου Δ΄, τουΚλήμη Η΄, του Μαρτίνου Ε΄, του Ιννοκέντιου Γ΄ και του Λεόντιου του Η΄. Μετά τον Λεόντιο Η΄, οι πάπες θάβονταν στον ναό του Αγίου Πέτρου. Επίσης, είναι ξεχωριστό το βαπτιστήριο της βασιλικής, που ιδρύθηκε από τον Κωνσταντίνο Α ' το 315 μ.Χ. και ήταν το πρώτο βαπτιστήριο στη Ρώμη.

Άγιος Παύλος εκτός των Τειχών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Παπική Βασιλική του Αγίου Παύλου Εκτός των Τειχών είναι μια από τις τέσσερις αρχαίες μεγάλες ή παπικές βασιλικές -οι άλλες τρεις είναι του Αγίου Ιωάννη Λατερανού, της Σάντα Μαρία Ματζιόρε και του Αγίου Πέτρου. Η βασιλική ιδρύθηκε από το Ρωμαίο Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Α΄ πάνω στο σημείο ταφής του Αγίου Παύλου, όπου λέγεται ότι μετά την εκτέλεση του Αποστόλου οι πιστοί του ανήγειραν ένα μνημείο. Αυτό το πρώτο οικοδόμημα επεκτάθηκε επί Βαλεντινιανού Α΄ περί το 370. Το 386 ο Αυτοκράτορας Θεοδόσιος Α΄ ξεκίνησε την κατασκευή μιας πολύ μεγαλύτερης και ωραιότερης βασιλικής, έργο που περιλαμβανομένων των ψηφιδωτών δεν αποπερατώθηκε παρά επί Πάπα Λέοντος Α΄ (440–461). Καθώς βρισκόταν έξω από τα Αυρηλιανά Τείχη, η βασιλική έπαθε ζημιές τον 9ο αιώνα από εισβολές Σαρακηνών. Στη συνέχεια ο Πάπας Ιωάννης Η΄ (872–882) οχύρωσε τη βασιλική, το μοναστήρι που είχε στο μεταξύ ιδρυθεί και τις κατοικίες των χωρικών, δημιουργώντας την πόλη Ιωαννίσπολη που επέζησε μέχρι το 1348, οπότε ένας σεισμός την κατέστρεψε ολοκληρωτικά. Το 1823 μια πυρκαγιά, που ξεκίνησε από αμέλεια ενός εργάτη που επισκεύαζε το μολύβδινο θόλο είχε ως αποτέλεσμα τη σχεδόν πλήρη καταστροφή της βασιλικής, της μόνης από όλες τις εκκλησίες της Ρώμης, που είχε διατηρήσει τον αρχικό της χαρακτήρα για 1435 χρόνια. Ξανάνοιξε το 1840 και ξαναλειτούργησε το 1855. Η αποπεράτωση των εργασιών ανακατασκευής κράτησε όμως περισσότερο, με τη συμβολή πολλών χωρών. Ο Αντιβασιλιάς της Αιγύπτου έστειλε αλαβάστρινους κίονες, ο Αυτοκράτορας της Ρωσίας τους πολύτιμους μαλαχίτες καιλάπις λάζουλι. Οι εργασίες στην κύρια πρόσοψη αποπερατώθηκαν από την Ιταλική Κυβέρνηση που ανακήρυξε την εκκλησία εθνικό μνημείο.

EUR[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ΕUR (αρχική ονομασία Ε42) είναι περιοχή κατοικίας και επιχειρήσεων νότια του κέντρου της πόλης. Η περιοχή επελέγη αρχικά τη δεκαετία του 1930 ως χώρος της Παγκόσμιας Έκθεσης του 1942, που ο Μπενίτο Μουσολίνι σχεδίαζε να ανοίξει για να γιορτάσει τα 20 χρόνια του Φασισμού. Τα γράμματα EUR σημαίνουν Esposizione Universale Roma. To ΕUR σχεδιάστηκε επίσης για να κατευθύνει την επέκταση της πόλης προς τα νοτιοδυτικά και τη θάλασσα και να αποτελέσει ένα νέο αστικό κέντρο της Ρώμης. Το τελικό σχέδιο παρουσιάστηκε το 1939 αλλά λόγω του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου η έκθεση δεν έγινε ποτέ και τα έργα σταμάτησαν το 1942.[6] Μετά τον πόλεμο οι ημιτελείς εγκαταστάσεις του ΕUR είχαν υποστεί μεγάλες ζημιές.

Εντούτοις, οι αρχές της Ρώμης διαπίστωσαν ότι το EUR θα μπορούσε να αποτελέσει την αρχή ενός υπεραστικού επιχειρηματικού κέντρου, που άλλες πρωτεύουσες άρχισαν να σχεδιάζουν δεκαετίες αργότερα (τα Ντόκλαντς στο Λονδίνο και η Ντεφάνς στο Παρίσι). Έτσι τις δεκαετίες του 1950 και του 1960 τα ημιτελή κτίρια της Φασιστικής εποχής αποπερατώθηκαν και χτίστηκαν άλλα νέα κτίρια σε σύγχρονους ρυθμούς για χρήση γραφείων και κυβερνητικών υπηρεσιών, εν μέσω μεγάλων κήπων και πάρκων. Το EUR είχε σχεδόν πλήρως ολοκληρωθεί για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1960.[7]

Συγκοινωνίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το διεθνές αεροδρόμιο Λεονάρντο ντα Βίντσι ή Φιουμιτσίνο είναι το μεγαλύτερο σε επιβατική κίνηση αεροδρόμιο της Ιταλίας. Χρησιμοποιείται από περίπου 30 εκατομμύρια επιβάτες ετησίως. Υπάρχει ένα ακόμα μικρότερο αεροδρόμιο, το μικτό, στρατιωτικό και πολιτικό, Τσιαμπίνο. Εξυπηρετεί πτήσεις τσάρτερ και αεροπορικές εταιρίες χαμηλού κόστους.

Η Ρώμη είναι σημαντικός κόμβος των ιταλικών σιδηρόδρομων. Μέσα στην πόλη υπάρχουν σταθμοί του υπεραστικού και προαστιακού δικτύου. Μέσα μαζικής μεταφοράς που λειτουργούν στην πόλη είναι μετρό, τραμ και λεωφορεία. Το μετρό έχει τρείς γραμμές και συνδέεται με το υπόλοιπο σιδηροδρομικό δίκτυο. Έχει επίσης γραμμή εξπρές για το αεροδρόμιο Λεονάρντο ντα Βίντσι.

Αθλητισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ρώμη διοργάνωσε τους Θερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες του 1960. Το κεντρικό στάδιο των αγώνων ήταν το Ολίμπικο. Σ' αυτό το στάδιο έγινε και ο τελικός του Παγκόσμιου Κυπέλλου Ποδοσφαίρου 1990. Σήμερα είναι η έδρα των δύο δημοφιλέστερων ποδοσφαιρικών ομάδων της Ρώμης, Ρόμα και Λάτσιο.

Φωτογραφίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Wiktionary logo
Το Βικιλεξικό έχει λήμμα που έχει σχέση με το λήμμα:
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
WikiVoyage logo
Στο Wikivoyage υπάρχει ταξιδιωτικός οδηγός σχετικός με το λήμμα: