Μεγάλο Πριγκιπάτο της Ράσκας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Το πριγκιπάτο κατά την βασιλεία των Νεμάνια

Το Μεγάλο Πριγκιπάτο της Ράσκας (σερβικά : Велика кнежевина Рашка), ήταν ένα μεσαιωνικό κρατίδιο που δημιουργήθηκε το 1090 και ολοκληρώθηκε με την ανύψωση του σε Βασίλειο της Σερβίας το 1217. Την περίοδο εκείνη η περιοχή είχε κατακτηθεί από την Βουλγαρική Αυτοκρατορία, ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Μποντίν διόρισε τον πρώην ζουπάνο της Ντάκλιας Βουκάν υποτελή του Ζουπάνο της Ράσκας. Ο Βουλκάν εκμεταλλευόμενος τον πόλεμο ανάμεσα σε Βυζαντινούς και Βούλγαρους ανεξαρτητοποιήθηκε και ανακηρύχθηκε "μέγας Ζουπάνος". Πρωτεύουσα του πριγκιπάτου ήταν η Ρας και βασίλεψαν δύο δυναστείες, των Βουκάνοβιτς και των Νεμάνια.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1091 ή το 1092 ο Βουκάν έγινε ανεξάρτητος ηγεμόνας δημιουργώντας το πριγκιπάτο[1], λαμβάνοντας τον τίτλο του "Μεγάλου Ζουπάνου" (Veliki Župan)[2]. Η αρχική έκταση του πριγκιπάτου ήταν γύρω από το σημερινό Νόβι Παζάρ[2]. Στην διοίκηση διορίσθηκαν κυβερνήτες των περιοχών που ήταν τοπικοί ζουπάνοι (ισοδύναμο έδαφος ενός νομού), οι οποίοι φαίνεται να έχουν περισσότερο ή λιγότερο αυτονομία στις εσωτερικές υποθέσεις των περιοχών τους, αλλά ήταν υποχρεωμένοι να είναι πιστοί στον Βουκάν και να παρέχουν την υποστήριξη τους στη μάχη[2]. Φαίνεται ότι το αξίωμα τους ήταν κληρονομικό και κατείχαν τη γη τους πριν η Ντάγκλια προσαρτηθεί στην Ράσκα[2].

Περίπου το 1090 ο Βουκάν άρχισε τις επιδρομές στα βυζαντινά εδάφη, πρώτα στην περιοχή του Κοσσυφοπεδίου[2]. Αρχικά, οι Βυζαντινοί δεν ήταν σε θέση να λάβουν μέτρα κατά του Βουκάν καθώς αντιμετώπιζε σοβαρή απειλή με την εισβολή των Πετσενέγους[3]. Στις 29 Απριλίου 1091 οι Βυζαντινοί κατέστρεψαν τους Πετσεγένους[3] και ήταν σε θέση να ασχοληθούν με τους Σέρβους[3].

Ο Αλέξιος Α΄ Κομνηνός έστειλε για πρώτη φορά στρατό με τον στρατηγό του Δυρράχιου ο οποίος γνώρισε την ήττα από τον Βουκάν το 1092[3]. Ο Αυτοκράτορας κινητοποίησε ένα πολύ μεγαλύτερο στρατό, με επικεφαλής τον εαυτό του, βαδίζοντας προς την Ράσκα[3]. Ο Βουκάν τότε στέλνει απεσταλμένους προσφέροντας ειρήνη που ο Αλέξιος έκανε αποδεκτή[3]. Αμέσως μετά την αναχώρηση του αυτοκράτορα ο Βουκάν σπάει τη συνθήκη και άρχισε να επεκτείνεται κατά μήκος του Βαρδάρη αποκομίζοντας πολλά λάφυρα και καταλαμβάνοντας τις πόλεις του Βράνιε , τα Σκόπια και το Τέτοβο[3]. Το 1094 ή το 1095, ο Αλέξιος Α΄ εισβάλει πάλι στη Ράσκα και ο Βουκάν του προσφέρει ειρήνη και όμηρο τον γιο του Ούρο[3].

Μετά τον θάνατο του Βουκάν βασίλεψε ο γιος του Ούρος Α΄. Κατά την βασιλεία του αντιμετώπισε διπλωματικά εισβολή των Βυζαντινών και διατήρησε διπλωματικές σχέσεις με το Βασίλειο της Ουγγαρίας. Διαδοχός του ο Ούρος Β΄ ο οποίος έγινε υποτελείς των Βυζαντινών. Ο επόμενος πρίγκιπας, Ντέσα, αρχικά ήταν σύμμαχος των Βυζαντινών για να στραφεί προς τους Ούγγρους, αλλά καθαιρέθηκε το 1163 από τον Στέφανος Τίχομιρ πρώτο του οίκου των Νεμάνια.

Επί Στέφανου Νεμάνια δημιούργησε τη σερβική εκκλησία το 1199 μαζί με τον γιο του, ο άγιος Σάββας , ο πρώτος Αρχιεπίσκοπος των Σέρβων (1219), και ο συγγραφέας του αρχαιότερου γνωστού συντάγματος της Σερβίας.

Μεγάλοι Ζουπάνοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. The early medieval Balkans, p. 224
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 2,4 The early medieval Balkans, p. 225
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 3,4 3,5 3,6 3,7 The early medieval Balkans, p. 226

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Serbian Grand Principality της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).