Σαμουήλ της Βουλγαρίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Σύγχρονη ανθρωπολογική ανασύνθεση του προσώπου του Σαμουήλ.

O Σαμουήλ Β΄ ήταν Τσάρος (Αυτοκράτορας) της Πρώτης Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας από το 997 έως τις 6 Οκτωβρίου του 1014. Από το 977 ως το 997 ήταν στρατηγός υπό το Ρομάν Α΄ της Βουλγαρίας, το δεύτερο επιζήσαντα γυιό του Πέτρου Α΄ της Βουλγαρίας, και συμβασίλεψε με αυτόν, καθώς του είχε αναθέσει τη διοίκηση του στρατού και την πραγματική βασιλική εξουσία. Καθώς ο Σαμουήλ αγωνιζόταν να διατηρήσει την ανεξαρτησία της χώρας του από τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, η βασιλεία του χαρακτηρίστηκε από τους συνεχείς πολέμους κατά των Βυζαντινών και του εξ ίσου φιλόδοξου αυτοκράτορα Βασίλειου Β΄.

Στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Ο Σαμουήλ κατόρθωσε να καταγάγει αρκετές μεγάλες νίκες κατά των Βυζαντινών και να κάνει επιθετικές εκστρατείες στα εδάφη τους. Στα τέλη του 10ου αιώνα οι Βουλγαρικές στρατιές κατέλαβαν το Σερβικό πριγκιπάτο της Ντούκλια και εξεστράτευσαν κατά των Βασιλείων της Κροατίας και Ουγγαρίας. Αλλά από το 1001 αναγκάσθηκε να υπερασπίσει την Αυτοκρατορία του κυρίως έναντι των ανώτερων Βυζαντινών στρατιών. Ο Σαμουήλ πέθανε από καρδιακή προσβολή στις 6 Οκτωβρίου 1014, δύο μήνες μετά την καταστροφική μάχη του Κλειδίου, και η Βουλγαρία υποτάχθηκε ολοκληρωτικά στο Βασίλειο Β΄ τέσσερα χρόνια αργότερα, τερματίζοντας την πενηντάχρονη σύγκρουση Βυζαντινών - Βουλγάρων.

Ο Σαμουήλ θεωρείτο ΄΄ανίκητος σε δύναμη και αξεπέραστος σε ρώμη΄΄. Παρόμοια σχόλια γίνονταν ακόμη και στην Κωνσταντινούπολη, όπου ο Ιωάννης Κυριώτης έγραψε ένα ποίημα, όπου κάνει ένα λογοπαίγνιο - σύγκριση μεταξύ του Βούλγαρου Αυτοκράτορα και ενός κομήτη, που εμφανίσθηκε το 989.

Κατά τη βασιλεία του Σαμουήλ η Βουλγαρία απέκτησε τον έλεγχο του μεγαλύτερου μέρους των Βαλκανίων (με τη σημαντική εξαίρεση της Θράκης) μέχρι τη νότια Ελλάδα. Μετέφερε την πρωτεύουσα από τα Σκόπια στην Οχρίδα, που ήταν το πολιτιστικό και στρατιωτικό κέντρο της νοτιοδυτικής Βουλγαρίας από τη βασιλεία του Βόρι Α΄ (852-889), και έκανε την πόλη έδρα του Βουλγαρικού Πατριαρχείου. Για το λόγο αυτό το βασίλειό του μερικές φορές ονομάζεται Δυτικό Βουλγαρικό Βασίλειο ή Δυτική Βουλγαρική Αυτοκρατορία.

Αν και η βασιλεία του Σαμουήλ έφερε το τέλος της Πρώτης Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας, στη Βουλγαρία θεωρείται ηρωικός ηγέτης.

Η άνοδος των Κομητόπουλων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Κομητόπουλοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σαμουήλ ήταν ο τέταρτος και νεότερος γυιός του κόμη Νικολά, Βούλγαρου ευγενή, που ίσως να ήταν Κόμης του Σρέντετς (Σόφια), αν και άλλες πηγές υποστηρίζουν ότι ήταν τοπικός διοικητής κάπου στην περιοχή της Μακεδονίας. Μητέρα του ήταν η Ριψίμια από την Αρμενία. Το πραγματικό όνομα της δυναστείας είναι άγνωστο. ΄΄Κομητόπουλοι΄΄ είναι το προσωνύμιο που χρησιμοποιούν Βυζαντινοί ιστορικοί για να ονομάζουν ηγέτες της δυναστείας καθώς ως ιδρυτές της. Ο Σαμουήλ και οι Κομητόπουλοι αναρριχήθηκαν στην εξουσία μετά την αναταραχή, που σημειώθηκε στη Βουλγαρική Αυτοκρατορία από το 966 ως το 971.

Ρωσική εισβολή και εκθρόνιση του Βόρις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επί της βασιλείας του Πέτρου Α΄ η Βουλγαρία ευημερούσε σε μακροχρόνια ειρήνη με το Βυζάντιο. Αυτό εξασφαλίστηκε με το γάμο του Πέτρου με τη Βυζαντινή πριγκίπισσα Μαρία Λακαπηνή. Εντούτοις μετά το θάνατο της Μαρίας το 963, η ανακωχή είχε κλονιστεί και ο Πέτρος Α΄έστειλε τους γυιούς του Βόρις και Ρομάν στην Κωνσταντινούπολη ως επίτιμους ομήρους για να τιμήσει τους νέους όρους της συνθήκης ειρήνης. Εκείνα τα χρόνια οι Βυζαντινοί και οι Βούλγαροι είοχαν εμπλακεί σε πόλεμο με τον πρίγκιπα των Ρως του Κιέβου Σβιατοσλάβο, που εισέβαλε αρκετές φορές στη Βουλγαρία. Μετά από μια ήττα από το Σβιατοσλάβο, ο Πέτρος Α΄ έπαθε εγκεφαλικό και πέθανε λίγο αργότερα το 969 (ή 970). Καθώς και οι δυο του διάδοχοι ήταν στη Βυζαντινή πρωτεύουσα ο Βουλγαρικός θρόνος έμεινε κενός. Επιτράπηκε στο Βόρις να επιστρέψει στη Βουλγαρία για να αναλάβει το θρόνο του πατέρα του, να αποκαταστήσει την τάξη και να αντιμετωπίσει το Σβιατοσλάβο, αλλά πέτυχε ελάχιστα. Αυτό χρησιμοποιήθηκε ως πρόφαση από το Σαμουήλ και τους αδελφούς του, που σχεδίαζαν μια εξέγερση το 969.

Αυτό ανάγκασε το Βυζαντινό αυτοκράτορα Ιωάννη Τσιμισκή να επέμβει. Εισέβαλε γρήγορα στη Βουλγαρία, νίκησε τους Ρως και κατέλαβε τη Βουλγαρική πρωτεύουσα Πρεσλάβα το 970 (971). Ο Βόρις Β΄ της Βουλγαρίας απεκδύθηκε τελετουργικά τα αυτοκρατορικά του εμβλήματα σε δημόσια τελετή στην Κωνσταντινούπολη και τόσο ο ίδιος όσο και ο αδελφός του Ρομάν της Βουλγαρίας παρέμειναν σε αιχμαλωσία. Αν και η τελετή του 971 προοριζόταν να έχει το νόημα του συμβολικού τερματισμού της Βουλγαρικής αυτοκρατορίας, οι Βυζαντινοί δεν ήταν ικανοί να κατοχυρώσουν τον έλεγχο των δυτικών επαρχιών της Βουλγαρίας. Ο Κόμης Νικολά, πατέρας του ΣΑμουήλ, που είχε στενές σχέσεις με τη βασιλική αυλή στην Πρεσλάβα, πέθανε το 970. Την ίδια χρονιά οι ΄΄γυοί του Κόμη΄΄ Σαμουήλ, Δαβίδ, Μωυσής και Ααρών επαναστάτησαν κατά του Ιωάννη Α΄ Τσιμισκή. Η σειρά των γεγονότων δεν είναι σαφής λόγω των αντικρουόμενων πηγών, αλλά είναι βέβαιο ότι μετά το 971 ο Σαμουήλ και οι αδελφοί του ήταν οι ντε φάκτο κυβερνήτες των εδαφών της Δυτικής Βουλγαρίας.

Το 973 οι Κομητόπουλοι έστειλαν πρέσβεις στον Αγιο Ρωμαίο Αυτοκράτορα Οθωνα Α΄ στο Κβέντλιμπουργκ σε μια προσπάθεια να διασφαλίσουν την προστασία των εδαφών τους. Οι αδελφοί κυβερνούσαμν μαζί σε μία τετραρχία. Ο Δαβίδ κυβερνούσε τις νοτιότερες περιοχές και ηγείτο της άμυνας μιας από τις πιο επικίνδυνες μεθοριακές περιοχές γύρω από τη Θεσσαλονίκη και τη Θεσσαλία. Κέντρα των κτήσεών του ήταν η Πρέσπα και η Καστοριά. Ο Μωυσής κυβερνούσε από τη Στρώμνιτσα, ως προπύργιο για επιθέσεις στις ακτές του Αιγαίου και στις Σέρρες. Ο Ααρών κυβερνούσε από το Σρέντετς και υπερασπιζόταν τον κεντρικό δρόμο από την Αδριανούπολη στο Βελιγράδι και έκανε επιθέσεις στη Θράκη. Ο Σαμουήλ κυβερνούσε τη βορειοδυτική Βουλγαρία από το ισχυρό οχυρό του Βίντιν. Επρόκειτο επίσης να οργανώσει την απελευθέρωση των καταληφθέντων εδαφών στα ανατολικά, ανάμεσά τους και της παλιάς πρωτεύουσας Πρεσλάβας. Σύμφωνα με κάποιες πηγές ο Δαβίδ έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ταραχώδη αυτή περίοδο της Βουλγαρικής ιστορίας.

Πόλεμος με το Βυζάντιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά το θάνατο του Ιωάννη Α΄ Τσιμισκή στις 11 Ιανουαρίου 976 οι Κομητόπουλοι εξαπέλυσαν επιθέσεις σε όλη τη μεθόριο. Ομως σε λίογες βδομάδες ο Δαβίδ σκοτώθηκε από Βλάχους ληστές καο ο Μωυσής τραυματίστηκε θανάσιμα από μια πέτρα κατά την πολιορκία των Σερρών. Οι ενέργειες των αδελφών του στο νότο δέσμευαν πολλά Βυζαντινά στρατεύματα και διευκόλυναν την απελευθέρωση από το Σαμουήλ της βορειοανατολικής Βουλγαρίας. Ο Βυζαντινός διοικητής ηττήθηκε και αποσύρθηκε στην Κριμαία. Οσοι Βούλγαροι ευγενείς και αξιωματούχοι δεν είχαν ανισταθεί στη Βυζαντινή κατάκτηση της περιοχής εκτελέστηκαν και ο πόλεμος συνεχίστηκε βόρεια του Δούναβη, μέχρις ότου ο εχθρός διασκορπίστηκε και αποκαταστάθηκε η Βουλγαρική κυριαρχία.

Μετά από τις ήττες αυτές στα Βαλκάνια η Βυζαντινή Αυτοκρατορία διολίσθησε σε εμφύλιο πόλεμο. Ο διοικητής του στρατού της Ασίας, Βάρδας Σκληρός, επαναστάτησε στη Μικρά Ασία και έστειλε στρατεύματα υπό το γυιό του Ρωμανό στη Θράκη να πολιορκήσει την Κωνσταντινούπολη. Ο νέος Αυτοκράτορας Βασίλειος Β΄ δεν είχε αρκετούς άνδρες για να πολεμήσει και τους Βουλγάρους και τους επαναστάτες και προσέφυγε σε προδοσαία, συνομωσία και περίπλοκους διπλωματικούς ελιγμούς. Ο Βασίλειος Β΄έδωσε πολλές υποσχέσεις στους Βούλγαρους και το Σκληρό για να αποτρέψει τη συμμαχία τους εναντίον του. Ο Ααρών, ο μεγαλύτερος επιζών Κομητόπουλος, δελεάσθηκε από μια συμμαχία με τους Βυζαντινούς και την ευκαιρία να καταλάβει την εξουσία στη Βουλγαρία για τον εαυτό του. Κατείχε εδάφη στη Θράκη, μια περιοχή δυνητικά υποκείμενη σε Βυζαντινή απειλή. Ο Βασίλειος κατέληξε σε συμφωνία με τον Ααρών, που ζήτησε να παντρευτεί την αδελφή του Βασιλείου για να την επισφραγίσουν. Aντί αυτού ο Βασίλειος έστειλε τη σύζυγο ενός αξιωματούχου του με τον επίσκοπο της Σεβαστής. Ομως η απάτη αποκαλύφθηκε και ο επίσκοπος εκτελέστηκε. Ομως οι διαπραγματεύσεις συνεχίστηκαν και κατέληξαν σε συνθήκη ειρήνης. Ο ιστορικός Σκυλίτζης έγραψε ότι ο Ααρών ήθελε αποκλειστική εξουσία και ΄΄συμπαθούσε τους Ρωμαίους΄΄. Ο Σαμουήλ έμαθε για τη συνομωσία και η σύγκρουση των δύο αδελφών ήταν αναπόφευκτη και ξέσπασε στην περιοχή της Ντούπνιτσα στις 14 Ιουνίου 976 και πήρε τέλος με την εξόντωση της οικογένειας του Ααρών. Μόνο ο γυιος του Ιβάν Βλάντισλαβ επέζησε επειδή ο γυιός του Σαμουήλ, Γκαβρίλ Ράντομιρ, παρακάλεσε εξ ονόματός του. Από τότε και στο εξής πρακτικά όλη η δύναμη και η εξουσία του κράτους ήταν στα χέρια του Σαμουήλ και ο κίνδυνος εσωτερικής διαμάχης εξαλείφθηκε πλήρως.

Εντούτοις άλλη θεωρία υποστηρίζει ότι ο Ααρών έλαβε μέρος στηγ μάχη των Πυλών του Τραϊανού, που έγινε δέκα χρόνια αργότερα. Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή ο Ααρών σκοτώθηκε στις 14 Ιουνίου του 987 ή 988.

Συμβασιλεία με το Ρομάν[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την αποτυχία του σχεδίου των Βυζαντινών να χρησιμοποιήσουν τον Ααρών για να προκαλέσουν αστάθεια στη Βουλγαρία, προσπάθησαν να ενθαρρύνουν τους νόμιμους διαδόχους του θρόνου, Βόρις Β΄ και Ρομάν, να αντιταχθούν στο Σαμουήλ. Ο Βασίλειος Β΄ ήλπιζε ότι θα κέρδιζαν την υποστήριξη των ευγενών και θα απομόνωναν το Σαμουήλ, ή ίσως θα ξεκινούσαν ακόμη και ένα Βουλγαρικό εμφύλιο πόλεμο. Ο Βόρις και ο Ρομάν εστάλησαν πίσω το 977, αλλά ενώ περνούσαν από ένα δάσος κοντά στα σύνορα, ο Βόρις σκοτώθηκε από Βούλγαρους φρουρούς, που παραπλανήθηκαν από τη Βυζαντινή του ενδυμασία. Ο Ρομάν, που περπατουσε λίγο πιο πίσω, κατάφερε να αποκαλύψει την ταυτότητά του στους φρουρούς.

O Ρομάν μεταφέρθηκε στο Βίντιν, όπου ανακηρύχτηκε Αυτοκράτορας της Βουλγαρίας. Ο Σαμουήλ έγινε ο αρχιστράτηγός του και συγκέντρωσαν μαζί στρατό και πολεμούσαν τους Βυζαντινούς. Κατά την αιχμαλωσία του ο Ρομάν είχε ευνουχισθεί με εντολή του Ιωάννη Α΄ Τσιμισκή, ώστε να μην αφήσει διαδόχους. Έτσι ο Σαμουήλ ήταν βέβαιο ότι τελικά θα διαδεχόταν το Ρομάν. Ο νέος αυτοκράτορας ανέθεσε στο Σαμουήλ την κρατική διοίκηση και απασχολήθηκε με εκκλησιαστικές και θρησκευτικές υποθέσεις. Καθώς οι ενέργειες του Βασίλειου Β΄ επικεντρώνονταν κατά του επαναστάτη Σκληρού, οι στρατιές του Σαμουήλ έκαναν επιθέσεις στις Ευρωπαϊκές κτήσεις της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. O Σαμουήλ εισέβαλε όχι μόνο στη Θράκη και στην περιοχή της Θεσσαλονίκης αλλά επίσης και στη Θεσσαλία, στη Στερεά Ελλάδα και στην Πελοπόννησο. Πολλά Βυζαντινά φρούρια περιήλθαν στην εξουσία των Βουλγάρων. Ο Σαμουήλ ήθελε να καταλάβει το σημαντικό φρούριο της Λάρισας, που έλεγχε τους βασικούς δρόμους στη Θεσσαλία, και από το 977 ως το 983 η πόλη ήταν αποκλεισμένη. Όταν η λιμοκτονία ανάγκασε τους Βυζαντινούς να παραδοθούν, ο πληθυσμός εκτοπίστηκε στο εσωτερικό της Βουλγαρίας και οι άνδρες αναγκάσθηκαν να καταταγούν στο Βουλγαρικό στρατό. Αν και ο Βασίλειος έστειλε δυνάμεις στην περιοχή, αυτές ηττήθηκαν και η κατάκτηση της Λάρισας σήμανε την απώλεια ενός σημαντικού Βυζαντινού προπυργίου στην περιοχή αυτή της χερσονήσου. Με αυτή τη νίκη η Βουλγαρία είχε αποκτήσει επιρροή στο μεγαλύτερο μέρος των νοτιοδυτικών Βαλκανίων, αν και δεν τα κατείχε. Από τη Λάρισα ο Σαμουήλ πήρε τα λείψανα του Αγίου Αχιλλείου, που τοποθετήθηκαν σε μια ειδικά χτισμένη εκκλησία με το όνομά του σε νησί στη Λίμνη Μικρή Πρέσπα.

Οι Βουλγαρικές επιτυχίες στη δύση προκάλεσαν φόβους στην Κωνσταντινούπολη και μετά από σοβαρές προετοιμασίες ο Βασίλειος Β΄ εξαπέλυσε μια εκστρατεία στο κέντρο της Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας για να αποσπάσει την προσοχή του Σαμουήλ από τη νότια Ελλάδα. Ο Βυζαντινός στρατός πέρασε από τα βουνά γύρω από το Ιχτιμάν και πολιόρκησε τη Σόφια το 986. Επί 20 μέρες οι Βυζαντινοί επιτίθεντο στην πόλη, αλλά οι επιθέσεις τους απέβησαν άκαρπες και με μεγάλο κόστος : πολλές φορές οι Βούλγαροι βγήκαν απ΄λο την πόλη, σκότωσαν πολλούς αντίπαλους στρατιώτες και πήραν υποζύγια και άλογα. Τελικά τα Βουλγαρικά στρατεύματα έκαψαν τον πολιορκητικό εξοπλισμό του Βυζαντινού στρατού, αναγκάζοντας το Βασίλειο Β΄ να υποχωρήσει στη Θράκη, αλλά στις 17 Αυγούστου 986, ενώ περνούσε μέσα από τα βουνά, ο Βυζαντινός στρατός κατατροπώθηκε στο Πέρασμα των Πυλών του Τραΐανού. Αυτό ήταν σημαντικό πλήγμα για το Βασίλειο, που ήταν ένας από τους λίγους, που επέστρεψαν στην Κωνσταντινούπολη, ενώ ο προσωπικός του θησαυρός καταλήφθηκε από τους νικητές.

Μετά την ήττα η ανταρσία του Βάρδα Φωκά εξέτρεψε τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία σε έναν ακόμη εμφύλιο πόλεμο. Ο Σαμουήλ άρπαξε την ευκαιρία και άρχισε να εξασκεί πίεση στη Θεσσαλονίκη. Ο Βασίλειος Β΄ έστειλε μεγάλο στρατό στην πόλη και διόρισε νέο διοικητή, το Γρηγόριο Ταρωνίτη, που όμως δεν μπόρεσε να σταματήσει τη Βυζαντινή προέλαση. Το 989 τα Βουλγαρικά στρατεύματα είχαν διεισδύσει βαθειά στο Βυζαντινό έδαφος και καταλάβει πολλά φρούρια, ανάμεσά τους σημαντικές πόλεις, όπως η Βέροια και τα Σέρβια. Στο νότο οι Βούλγαροι προέλαυναν σε όλη την Ηπειρο και στα δυτικά κατέλαβαν την περιοχή του Δυρράχιου στην Αδριατική Θάλασσα.

Το 989 ο Φωκάς σκοτώθηκε και οι οπαδοί του παραδόθηκαν και τον επόμενο χρόνο ο Βασίλειος Β΄ κατέληξε σε συμφωνία με το Σκληρό. Οι Βυζαντινοί εστίασαν την προσοχή τους στη Βουλγαρία και αντεπιτέθηκαν το 991. Ο Βουλγαρικός στρατός ηττήθηκε και ο Ρομάν συνελήφθη, ενώ ο Σαμουήλ κατάφερε να διαφύγει. Οι Βυζαντινοί κατέλαβαν μερικές περιοχές, το 995 όμως εισέβαλαν στη Μικρά Ασία οι [[Άραβες] και ο Βασίλειος Β΄ αναγκάστηκε να μετακινήσει πολλά από τα στρατεύματά του για να αντιμετωπίσουν τη νέα απειλή. Ο ΣΑμουήλ γρήγορα επανέκτησε τα χαμένα εδάφη και προχώρησε νότια. Το 996 νίκησε τους Βυζαντινούς στη μάχη της Θεσσαλονίκης. Κατά τη μάχη ο κυβερνήτης της Θεσσαλονίκης Γρηγόριος έχασε τη ζωή του και ο γυιός του Ασώτιος αιχμαλωτίστηκε. Ενθουσιασμένοι από αυτή την επιτυχία οι Βούλγαροι συνέχισαν νότια. Διέσχισαν τη Θεσσαλία, πέρασαν το αμυντικό τείχος στις Θερμοπύλες και μπήκαν στην Πελοπόννησο, καταστρέφοντας τα πάντα στο πέρασμά τους.

Ως απάντηση μια Βυζαντινή στρατιά υπό το Νικηφόρο Ουρανό εστάλη μετά τους Βουλγάρους, που επέστρεφαν βόρεια για να τη συναντήσουν. Οι δύο στρατοί συναντήθηκαν κοντά στον πλημμυρισμένο ποταμό Σπερχειό. Οι Βυζαντινοί βρήκαν ένα σημείο να περάσουν το ποτάμι και τη νύχτα της 19 Ιουλίου 996 αιφνιδίασαν τον απροετοίμαστο Βουλγαρικό στρατό και τον κατατρόπωσαν στη Μάχη του Σπερχειού. Ο Σαμουήλ πληγώθηκε στο χέρι και μόλις γλίτωσε την αιχμαλωσία. Ο ίδιος και ο γυιός του φέρονται να προσποιήθηκαν τους πεθαμένους. Όταν έπεσε η νύχτα ξεκίνησαν για τη Βουλγαρία, όπου έφτασαν περπατώντας 400 χιλιόμετρα. Έρευνα στον τάφο του Σαμουήλ δείχνει ότι το οστό στο βραχίονα του επουλώθηκε αλλά έμεινε ανάπηρο.

Αυτοκράτορσς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 997 ο Ρομάν πέθανε σε αιχμαλωσία στην Κωνσταντινούπολη, τερματίζοντας τη γραμμή των ηγεμόνων που άρχισε με τον Κρούμο. Λόγω του πολέμου με το Βυζάντιο ήταν επικίνδυνο να μείνει ο θρόνος κενός επί μακρόν και ο Σαμουήλ εξελέγη ως νέος Αυτοκράτορας της Βουλγαρίας, επειδή είχε τις στενότερες σχέσεις με τον εκλιπόντα αυτοκράτορα και ήταν ο μακροχρόνιος στρατιωτικός διοικητής του Ρομάν. Ο πρεσβύτεριος της Ντούκλια σημείωσε επίσης το γεγονός : ΄΄Από τον καιρό εκείνο μεταξύ των Βουλγάρων ξεχώρισε κάποιος Σαμοήλ, που αυτοανακηρύχτηκε Αυτοκράτορας. Διεξήγαγε ένα μακρύ πόλεμο κατά των Βυζαντινών και τους εκδίωξε από όλλα τα εδάφη της Βουλγαρίας, ώστε οι Βυζαντινοί να μη τολμούν να τα πλησιάσουν.

Η Κωνσταντινούπολη δεν αναγνώρισε το νέο αυτοκράτορα, καθώς για τους Βυζαντινούς η παραίτηση του Βόρις Β΄ συμβόλιζε το επίσημο τέλος της Βουλγαρίας και ο Σαμουήλ θεωρείτο ένας απλός στασιαστής. Αντί αυτού ο Σαμουήλ αναζήτησε αναγνώριση από τον Πάπα, γεγονός που θα ήταν σοβαρό πλήγμα για τη θέση των Βυζαντινών στα Βαλκάνια και θα αδυνάτιζε την επιρροή του Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης, ωφελώντας έτσι τόσο την Αγία Έδρα όσο και τη Βουλγαρία. Ο Σαμουήλ έλαβε πιθανόν το αυτοκρατορικό του στέμμα από τον Πάπα Γρηγόριο Ε΄.

Πόλεμος κατά Σέρβων και Κροατών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 998 ο Σαμουήλ εξαπέλυσε μια μεγάλη εκστρατεία κατά του Σερβικού πριγκιπάτου της Ντούκλια, για να αποτρέψει μια συμμαχία του Πρίγκιπα Γιόβαν Βλαντιμίρ με τους Βυζαντινούς. Oταν τα Βουλγαρικά στρατεύματα έφθασαν στη Ντούκλια, ο Σέρβος πρίγκιπας και ο λαός του αποσύρθηκαν στα βουνά. Ο Σαμουήλ άφησε τμήμα του στρατού στους πρόποδες των βουνών και ηγήθηκε των υπόλοιπων στρατιωτών για να πολιορκήσει το παραλιακό φρούριο του Ούλτσινι. Σε μια προσπάθεια να αποτρέψει την αιματοχυσία ζήτησε από το Γιοβάν Βλαντιμίρ να παραδοθεί. Μετά την άρνηση του πρίγκιπα μερικοί Σέρβοι ευγενείς πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους στους Βουλγάρους και, όταν έγινε σαφές ότι η περαιτέρω αντίσταση ήταν άκαρπη, οι Σέρβοι παραδόθηκαν. Ο Γιόβαν Βλαντιμίρ εξορίσθηκε στα ανάκτορα του Σαμουήλ στις Πρέσπες. Τα Βουλγαρικά στρατεύματα προχώρησαν να περάσουν τη Δαλματία, καταλαμβάνοντας το Κότορ και οδεύοντας προς το Ντουμπρόβνικ. Αν και απέτυχαν να καταλάβουν το Ντουμπρόβνικ κατέστρεψαν τα γύρω χωριά. Τότε ο Βουλγαρικός στρατός επιτέθηκε στην Κροατία υποστηρίζοντας τους εξεγερθέντες πρίγκιπες Κρέζιμιρ Γ΄ και Γκόισλαβ και προχώρησε βορειοδυτικά μέχρι το Σπλιτ, το Τρογκίρ και το Ζαντάρ, κατόπιν βορειοανατολικά από τη Βοσνία και τη Ράσκα και επέστρεψαν στη Βουλγαρία. Αυτός ο Κροατοβουλγαρικός πόλεμος επέτρεψε στο Σαμουήλ να εγκαταστήσει υποτελείς του μονάρχες στην Κροατία.

Η κόρη του Σαμουήλ Θεοδώρα Κοσάρα ερωτεύτηκε τον αιχμάλωτο Γιόβαν Βλαντιμίρ. Το ζευγάρι παντρεύτηκε, αφού πήρε την έγκριση του Σαμουήλ, και ο Γιόβαν επέστρεψε στα εδάφη του ως Βούλγαρος αξιωματούχος, μαζί με το θείο του Ντραγκομίρ, που ο Σαμουήλ εμπιστευόταν. Στο μεταξύ η πριγκίπισσα Μιροσλάβα ερωτεύτηκε το Βυζαντινό ευγενή αιχμάλωτο Ασώτιο και απείλησε να αυτοκτονήσει αν δεν της επιτρεπόταν να τον παντρευτεί. Ο Σαμουήλ δέχθηκε και διόρισε τον Ασώτιο κυβερνήτη του Δυρραχίου. Ο Σαμουήλ επισφράγισε επίσης μια συμμαχία με τους Ούγγρους, όταν ο μεγαλύτερος γυιός και διάδοχός του, Γκαβρίλ Ραντομίρ, παντρεύτηκε την κόρη του Ούγγρου Μεγάλου Πρίγκιπα Γκέζα.

Προέλαση των Βυζαντινών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αρχή της νέας χιλιετίας έφερε μια στροφή στην πορεία του Βυζαντινοβουλγαρικού πολέμου. Ο Βασίλειος Β΄ είχε συγκεντρώσει ένα στρατό μεγαλύτερο και ισχυρότερο από εκείνο των Βουλγάρων. Αποφασισμένος να κατακτήσει οριστικά τη Βουλγαρία μετέφερε το μεγαλύτερο μέρος των εμπειροπόλεμων στρατιωτικών δυνάμεων από τα ανατολικά μέτωπα κατά των Αράβων στα Βαλκάνια και ο Σαμουήλ αναγκάσθηκε μάλλον να αμυνθεί παρά να επιτίθεται.

Το 1001 ο Βασίλειος Β΄ έστειλε ένα μεγάλο στρατό υπό τον πατρίκιο Θεοδορόκανο και το Νικηφόρο Ξιφία βόρεια του Αίμου για να καταλάβει τα κύρια Βουλγαρικά φρούρια στην περιοχή. Τα Βυζαντινά στρατεύματα ανακατέλαβαν την Πρεσλάβα και την Πλίσκα, θέτοντας για μια ακόμη φορά την ανατολική Βουλγαρία υπό τη Βυζαντινή εξουσία. Την επόμενη χρονιά χτύπησαν στην αντίθετη κατεύθυνση, περνώντας από τη Θεσσαλονίκη για να αποκόψουν τη Θεσσαλία και τα νοτιότερα τμήματα της Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας. Αν και ο Βούλγαρος διοικητής του φρουρίου της Βέροιας, Ντομπρομίρ, ήταν παντρεμένος με μια από τις ανιψιές του Σαμυήλ, παρέδωσε το φρούριο με τη θέλησή του και προσχώρησε στους Βυζαντινούς. Η επόμενη πόλη, τα Σέρβια, δεν έπεσαν τόσο εύκολα. Ο κυβερνήτης τους (Έλληνας ευγενής) Νικούλιτσα οργάνωσε καλά τους υπερασπιστές της. Αγωνίστηκαν μέχρι που οι Βυζαντινοί παραβίασαν τα τείχη και τους ανάγκασαν να παραδοθούν. Ο Νικούλιτσα μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη και του απονεμήθηκε ο ανώτατος τίτλος του παυτρίκιου, αλλά αυτός σύντομα διέφυγε και ξαναπροσχώρησε στους Βουλγάρους. Προσπάθησε να ανακαταλάβει τα Σέρβια αλλά η πολιορκία ήταν ανεπιτυχής και συνελήφθη πάλι και φυλακίστηκε.

Στο μεταξύ ο Βασίλειος Β΄ με την εκστρατεία του ανακατέλαβε πολλές πόλεις στη Θεσσαλία. Ανάγκασε το Βουλγαρικό πληθυσμό των περιοχών που κατέλαβε να μετεγκατασταθεί στην περιοχή μεταξύ των ποταμών Νέστου και Εβρου. Η Έδεσσα αντιστάθηκε αλλά καταλήφθηκε μετά από μακρά πολιορκία. Ο πληθυσμός μεταφέρθηκε στη Θράκη και ο κυβερνήτης της Ντράγκσαν στη Θεσσαλονίκη, όπου τον αρραβώνιασαν με την κόρη ενός τοπικού ευγενή. Μη θέλοντας να παντρευτεί μια εχθρό, ο Ντράγκσαν προσπάθησε τρεις φορές να διαφύγει στη Βουλγαρία και τελικά εκτελέστηκε.

Πόλεμος με την Ουγγαρία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Βυζαντινοβουλγαρική σύγκρουση κορυφώθηκε το 1033, οπότε ενεπλάκη η Ουγγαρία. Από τις αρχές του 9ου αιώνα το Βουλγαρικό έδαφος είχε επεκταθεί πέρα από τα Καρπάθια Όρη, μέχρι τον Ποταμό Τίσα και το μέσο Δούναβη. Κατά τη βασιλεία του Σαμουήλ κυβερνήτης αυτών των βορειοδυτικών εδαφών ήταν ο Δούκας Αχτούμ, εγγονός του Δούκα Γκλαντ, που είχε ηττηθεί από τους Ούγγρους τη δεκαετία του 930. Ο Αχτούμ διοικούσε έναν ισχυρό στρατό και υπερασπιζόταν σταθερά τα βορειοδυτικά σύνορα της Αυτοκρατορίας. Έχτισε επίσης πολλές εκκλησίες και μοναστήρια, μέσω των οποίων διέδωσε το Χριστιανισμό στην Τρανσυλβανία.

Αν και ο γάμος του Γκαβρίλ Ραντομίρ με την κόρη του Ούγγρου ηγεμόνα είχε δημιουργήσει φιλικές σχέσεις ανάμεσα στα δύο ισχυρότερα κράτη της περιοχής του Δούναβη, αυτές επιδεινώθηκαν μετά το θάνατο του Γκέζα. Οι Βούλγαροι υποστήριξαν τους Γκιούλα και Κόπανι ως ηγεμόνες, αντί του γυιού του Γκέζα Στέφανου Α΄. Αποτέλεσμα αυτής της σύγκρουσης ήταν να διαλυθεί ο γάμος του Γκαβρίλ Ραντομίρ με την Ουγγαρέζα πριγκίπισσα. Οι Ούγγροι τότε επιτέθηκαν στον Αχτούμ, που είχε ευθέως υποστηρίξει τους διεκδικητές του Ουγγρικού στέμματος. Ο Στέφανος Α΄ έπεισε το Χαναντίν, δεξί χέρι του Αχτούν, να τον βοηθήσει στην επίθεση. Όταν αποκαλύφθηκε η συνωμοσία ο Χαναντίν διέφυγε και προσχώρησε στις Ουγγρικές δυνάμεις. Την ίδια στιγμή ένας ισχυρός Βυζαντινός στρατός πολιορκούσε το Βίντιν, έδρα του Αχτούμ. Αν και απαιτούνταν πολλοί στρατιώτες για να συμμετέχουν στην άμυνα της πόλης, ο Αχτούμ ήταν απασχολημένος με τον πόλεμο στο βορρά. Μετά από μερικούς μήνες σκοτώθηκε στη μάχη όταν τα στρατεύματά του νικήθηκαν από τους Ούγγρους. Αποτέλεσμα του πολέμου ήταν να μειωθεί η Βουλγαρική επιρροή βορειοδυτικά του Δούναβη.

Μεγαλύτερες Βυζαντινές επιτυχίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Βυζαντινοί επωφελήθηκαν από τα Βυζαντινά προβλήματα στο βορρά. Το 1003 ο Βασίλειος Β΄ οδήγησε μεγάλο στρατό στο Βίντιν, τη σημαντικότερη πόλη της βορειοδυτικής Βουλγαρίας. Μετά από οκτάμηνη πολιορκία τελικά οι Βυζαντινοί κατέλαβαν το φρούριο, πιθανόν χάρις σε προδοσία από τον τοπικό επίσκοπο. Οι διοικητές της πόλης είχαν αναχαιτίσει όλες τις προηγούμενες προσπάθειες διάσπασης της άμυνάς τους, περιλαμβανομένης της χρήσης του υγρού πυρός. Ενώ οι δυνάμεις του Βασίλειου ήταν απασχολημένες εκεί, ο Σαμουήλ χτύπησε στην αντίθετη κατεύθυνση : στις 15 Αυγούστου επιτέθηκε στην Αδριανούπολη και λεηλάτησε την περιοχή.

Στη συνέχεια ο Βασίλειος Β΄ αποφάσισε να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη, αλλά, φοβούμενος μια συνάντηση με το Βουλγαρικό στρατό στον κεντρικό δρόμο για την πρωτεύουσά του, χρησιμοποίησε ένα εναλλακτικό δρόμο. Οι Βυζαντινοί προχώρησαν προς νότο μέσα από την κοιλάδα του ποταμού Μοράβα και έφτασαν στη Βουλγαρική πόλη-κλειδί Σκόπια το 1004. Ο Βουλγαρικός στρατός ήταν στρατοπεδευμένος στην απέναντι όχθη του Ποταμού Αξιού. Αφού βρήκε ένα πέρασμα και διέσχισε τον ποταμό, ο Βασίλειος Β΄ επιτέθηκε και νίκησε τον ανυποψίαστο στρατό του Σαμουήλ, επαναλαμβάνοντας την προηγηθελίσα τακτική του Σπερχειού. Οι Βυζαντινοί συνέχισαν ανατολικά και πολιόρκησαν το φρούριο του Πέρνικ. Ο κυβερνήτης του Κράκρα δεν δελεάστηκε από τις υποσχέσεις του Βασιλείου για τίτλους ευγενείας και πλούτη και υπερασπίστηκε το φρούριο με επιτυχία. Οι Βυζαντινοί αποσύρθηκαν στη Θράκη μετά από βαρειές απώλειες.

Την ίδια χρονιά ο Σαμουήλ βάδισε κατά της Θεσσαλονίκης. Οι άνδρες του έστησαν ενέδρα και συνέλαβαν τον κυβερνήτη της, Ιωάννη Χάλδο, αλλά αυτή η επιτυχία δεν μπορούσε να αντισταθμίσει τις απώλειες που είχαν υποστεί οι Βούλγαροι τα τέσσερα τελευταία χρόνια. Οι πολεμικές αποτυχίες καταρράκωσαν το ηθικό μερικών στρατιωτικών διοικητών του Σαμνουήλ, ιδίως των αιχμαλωτισμένων Βυζαντινών ευγενών. Ο γαμπρός του Σαμουήλ Ασώτιος, κυβερνήτης του Δυρραχίου, ήρθε σε επαφή με τους Βυζαντινούς του τόπου και τον ισχυρό Ιωάννη Χρυσήλιο, πεθερό του Σαμουήλ. Ο Ασώτιος και η σύζυγός του επιβιβάσθηκαν σε ένα από τα πλοία που πολιορκούσαν την πόλη και διέφυγαν στην Κωνσταντινούπολη. Στο μετσξύ ο Χρυσήλιος παρέδοσε την πόλη στο Βυζαντινό διοικητή Ευστάθιο Δαφνομήλη, εξασφαλίζοντας τον τίτλο του πατρίκιου για τους γυιούς του.

Το 1006 - 1007 ο Βασιλειος Β΄ διείσδυσε βαθειά στα Βουλγαροκρατούμενα εδάφη και το 1009 οι δυνάμεις του Σαμουήλ νικήθηκαν στην Κρέτα, ανατολικά της Θεσσαλονίκης. Τα επόμενα χρόνια ο Βασίλειος εξαπέλυε ετήσιες εκστρατείες στα Βουλγαρικά εδάφη, καταστρέφοντας τα πάντα στο πέρασμά του. Αν και δεν είχε γίνει ακόμη καμία αποφασιστική μάχη, ήταν σαφές ότι πλησίαζε το τέλος της Βουλγαρικής αντίστασης. Αυτό αποδείκνυαν η αγριότητα των στρατιωτικών συμπλοκών και οι συνεχείς εκστρατείες και των δύο πλευρών, που ερήμωσαν τα δύο βασίλεια.

Καταστροφή στο Κλειδί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1014 ο Σαμουήλ αποφάσισε να ανακόψει το Βασίλειο πριν προλάβει να εισβάλει στο Βουλγαρικό έδαφος. Καθώς οι Βυζαντινοί χρησιμοποιούσαν για τις εισβολές τους στη Βουλγαρία την κοιλάδα του Ποταμού Στρωμνιτσιώτη, ο Σαμουήλ ανήγειρε ένα παχύ ξύλινο τείχος στα φαράγγια γύρω από το χωριό Κλειδί για να εμποδίσει τον εχθρό.

Οταν ο Βασίλειος Β΄ εξαπέλυσε την επόμενη εκστρατεία του το καλοκαίρι του 1014, ο στρατός του υπέστη βαρειές απώλειες κατά τις επιθέσεις στο τείχος. Ο Σαμουήλ έστειλε δυνάμεις υπό το στρατηγό του Νεστόριτσα να επιτεθεί στη Θεσσαλονίκη, ώστε να αποσπάσει τις δυνάμεις του Βασιλείου μακριά από αυτό το μέτωπο. Ο Νεστορίτσα νικήθηκε κοντά στην πόλη από τον κυβερνήτη της Βοτανειάτη, που αργότερα ενώθηκε με τον κύριο Βυζαντινό στρατό κοντά στο Κλειδί. Μετά από αρκετές μέρες συνεχών προσπαθειών να διασπάσουν το τείχος, ένας Βυζαντινός διοικητής, ο κυβερνήτης της Φιλιππούπολης Νικηφόρος Ξιφίας, βρήκε ένα παρακαμπτήριο δρόμο και στις 29 Ιουλίου επιτέθηκε στους Βούλγαρους από πίσω. Παρά την απεγνωσμένη αντίσταση οι Βυζαντινοί συνέτριψαν το Βουλγαρικό στρατό και αιχμαλώτισαν 14.000 στρατιώτες, σύμφωνα με μερικές πηγές 15.000. Ο Βασίλειος Β΄ έστειλε αμέσως δυνάμεις υπό τον ευνοούμενό του διοικητή Θεοφύλακτο Βοτανειάτη να καταδιώξει τους επιζήσαντες Βουλγάρους, αλλά οι Βυζαντινοί νικήθηκαν σε ενέδρα από το Γκαβρίλ Ραντομίρ, που σκότωσε προσωπικά το Βοτανειάτη. Μετά τη Μάχη του Κλειδίου με διαταγή του Βασίλειου Β΄ οι αιχμάλωτοι Βούλγαροι στρατιώτες τυφλώθηκαν. Ενας από κάθε 100 άνδρες αφέθηκε μονόφθαλμος, ώστε να οδηγήσει τους υπόλοιπους στην πατρίδα τους. Οι τυφλωμένοι στρατιώτες στάλθηκαν πίσω στο Σαμουήλ, που φέρεται να υπέστη καρδιακή προσβολή βλέποντάς τους. Πέθανε μετά από δύο μέρες, στις 14 Οκτωβρίου 1014. αυτή η θηριωδία έδωσε στο Βυζαντινό αυτοκράτορα το προσωνύμιο Βουλγαροκτόνος. Μερικοί ιστορικοί υποστηρίζουν ότι ήταν ο θάνατος του ευνοούμενού του διοικητή, που εξόργισε το Βασίλειο Β΄ ώστε να τυφλώσει τους αιχμάλωτους στρατιώτες.

Η μάχη του Κλειδίου είχε μείζονες πολιτικές συνέπειες. Αν και ο γυιός και διάδοχος του Σαμουήλ, Γκαβρίλ Ραντομίρ, ήταν ταλαντούχος στρατιωτικός ηγέτης, δεν κατόρθωσε να αποκαταστήσει την προηγούμενη δύναμη της Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας. Μετά το θάνατο του Σαμουήλ, πολλοί από τους υφισταμένους του, όπως ο Κράκρα, παραδόθηκαν στους Βυζαντινούς. Πέρα στα βόρεια-βορειοδυτικά, ο δούκας της Συρμίας Σέρμον εξαπατήθηκε και σκοτώθηκε από τους Βυζαντινούς. Μετά από μια σειρά μάχες η Βουλγαρική Αυτοκρατορία κατακτήθηκε πλήρως το 1018, τέσσερα μόνο χρόνια μετά το θάνατο του Σαμουήλ. Τα περισσότερα εδάφη της ενσωματώθηκαν στο νέο Θέμα της Βουλγαρίας, με πρωτεύουσα τα Σκόπια. Πέρασαν πάνω από 150 χρόνια μέχρι να επανιδρυθεί η Βουλγαρία, με την εξέγερση των αδελφών Πέτρου και Ασέν το 1185.

Οικογένεια, τάφος και κληρονομιά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σύζυγος του Σαμουήλ νομαζόταν Κοσάρα. Το όνομα της δεύτερης συζύγου του ήταν Αγάθη. Ο Σαμουήλ είχε πέντε παιδιά : το διάδοχο Γκαβρίλ Ραντομίρ και τέσσερις κόρες : Θεοδώρα Κοσάρα, Μιροσλάβα, Κατούν Αναστασία και Αγάθη (το μοναδικό από τη δεύτερη σύζυγο). Ο Γκαβρίλ Ραντομίρ παντρεύτηκε δυο φορές, την Ιλόνα από την Ουγγαρία και την Ειρήνη από τη Λάρισα, η Κοσάρα τον πρίγκιπα της Ντούκλια, Γιοβάν Βλαντιμίρ, η Μιροσλάβα τον αιχμάλωτο Βυζαντινό ευγενή Ασώτιο και η Κατούν Αναστασία τον Ούγγρο ευγενή Βαζούλ.

Μετά την άλωση της Βουλγαρίας οι απόγονοι του Σαμουήλ ανέλαβαν σημαντικές θέσεις στη Βυζαντινή αυλή και στη συνέχεια μετεγκαταστάθηκαν και τους δόθηκαν γαίες στη Μικρά Ασία και στην Αρμενία. Μία από τις εγγονές του, η Αικατερίνη, έγινε αυτοκράτειρα του Βυζαντίου. Αλλο εγγόνι, ο Πέτρος Β΄ Ντελυάν, ηγήθηκε μιας απόπειρας αποκατάστασης της Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας, μετά από μια μεγάλη εξέγερση το 1040 - 1041. Δύο άλλες γυναίκες της δυναστείας έγιναν Βυζαντινές αυτοκράτειρες, ενώ πολλοί ευγενείς υπηρέτησαν στο στρατό ως στρατηγοί ή έγιναν κυβερνήτες διαφόρων επαρχιών.

Ο τάφος του Σαμουήλ βρέθηκε το 1965 από τον Έλληνα καθηγητή Νικόλαο Μουτσόπουλο στην Εκκλησία του Αγίου Αχιλλείου στο ομώνυμο νησί στη Μικρή Πρέσπα. Ο Σαμουήλ είχε χτίσει την εκκλησία για τα λείψανα του αγίου. Στο ταφικό του ένδυμα ήταν κεντημένος ο θεωρούμενος θυρεός του Οίκου των Κομητόπουλων, δύο παπαγάλοι.

Τα λείψανά του φυλάσσονται σε μυστική τοποθεσία στην Ελλάδα, αλλά σύμφωνα με πρόσφατη συμφωνία επιτρέπεται να επιστραφούν στη Βουλγαρία και να ταφούν στην Εκκλησία των Αγίων Σαράντα Μαρτύρων στο Βέλικο Τάρνοβο, να αναπαυθούν με εκείνα των αυτοκρατόρων Καλογιάν και Μιχαήλ Ασέν Γ΄.

Το πρόσωπο του Σαμουήλ ανακατασκευάσθηκε ώστε να αποδόσει την όψη του 70χρονου Βούλγαρου ηγεμόνα. Σύμφωνα με την ανακατασκευή είχε έντονα χαρακτηριστικά και ήταν φαλακρός με λευκή γενειάδα και μουστάκι.

Ο Σαμουήλ είναι από τους ενδοξότερους Βούλγαρους ηγέτες. Οι πόλεμοι του με τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία χαρακτηρίζονται ως επική περίοδος της Βουλγαρικής ιστορίας. Ο μεγάλος αριθμός μνημείων στη Βουλγαρία και την π.Γ.Δ. της Μακεδονίας, όπως εκείνα στο Πετρίτσι και στην Οχρίδα υποδηλώνουν τα σημάδια που έχει αφήσει η ιστορική αυτή μορφή στη λαική μνήμη. Τέσσερα Βουλγαρικά χωριά φέρουν το όνομά του. Ο Σαμουήλ είναι η κύρια μορφή σε τρία τουλάχιστον μεγάλα Βουλγαρικά μυθιστορήματα των συγγραφέων Ντιμιτάρ Τάλεφ, Αντον Ντόντσεφ και Στέφαν Τσάνεφ και πρωταγωνιστεί επίσης στο Ελληνικό μυθιστόρημα της Πηνελόπης Δέλτα ΄΄Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου΄΄, που ακολουθεί την αφηγηματική ροή των γεγονότων όπως παρουσιάζονται από το Στήβεν Ράνσιμαν. Αναφέρεται επίσης σε στίχους του Ιβάν Βάζοφ, του Πέντσο Σλαβέικοφ και του Ατανάς Ντάλτσεφ.

Ονοματολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αυτοκρατορία του Σαμουήλ είχε τον πυρήνα της γύρω από την Οχρίδα, δυτικά και νοτιοδυτικά από αυτό το πρώιμο πολιτιστικό κέντρο της Πρώτης Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας. Έτσι ο Γιουγκοσλάβος ιστορικός Γεώργιος Οστρογκόρσκι διέκρινε την Αυτοκρατορία του Σαμουήλ από τη Βουλγαρική Αυτοκρατορία, αναφερόμενος σ' αυτή ως ΄΄Μακεδονική Αυτοκρατορία΄΄, αν και υποστηρίζει ότι ήταν πολιτικά και εκκλησιαστικά άμεση απόγονος της αυτοκρατορίας Συμεών και Πέτρου και θεωρείτο από το Σαμουήλ και τους Βυζαντινούς Βουλγαρική Αυτοκρατορία. Μερικοί ιστορικοί της ίδιας σχολής, όπως ο Σέρβος μελετητής Αναστασίεβιτς, υποστήριξαν ακόμη και ότι ο Σαμουήλ κυβερνούσε μια Σλαβική Αυτοκρατορία, ιδρυμένη ως αποτέλεσμα μιας αντιβουλγαρικής επανάστασης. Αυτές οι Γιουγκοσλαβικές θεωρίες απορρίπτονται σήμερα από τους σύγχρονους Σέρβους ιστορικούς. Επιμένουν να διατηρούνται μόνο στην π.Γ.Δ. της Μακεδονίας, όπου η επίσημη κρατική θεωρία αναφέρεται σε ΄΄Σλαβομακεδονική΄΄ ή ακόμη και ΄΄Μακεδονική΄΄ Αυτοκρατορία. Όμως αυτή η αμφισβήτηση είναι ανιστόρητη, καθώς προβάλλει σύγχρονες εθνικές διαφορές στο παρελθόν.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα