Θεοτόκος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Η Μητέρα του Θεού (ΜΡ ΘΥ), λεπτομέρεια ψηφιδωτού στην Αγία Σοφία

Θεοτόκος είναι μια ελληνική λέξη, θρησκευτική προσαγόρευση, που σημαίνει "Εκείνη που τίκτει Θεό", (το δεύτερο συνθετικό -τόκος προέρχεται από το ρήμα τίκτω που σημαίνει γεννώ). Η προσαγόρευση Θεοτόκος (ως και Θεομήτωρ) χρησιμοποιήθηκαν από την πρωτοχριστιανική Εκκλησία για το πρόσωπο της Μαρίας της μητέρας του Ιησού Χριστού και καθιερώθηκε στην Γ' Οικουμενική Σύνοδο ενώ θεσμοθετήθηκε η γενική αποδοχή από τις Δ' και Ε' Οικουμενικές Συνόδους.

Θεοτόκος και πρωτοχριστιανική Εκκλησία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πολλοί Πατέρες της Εκκλησίας χρησιμοποίησαν τον "τίτλο" Θεοτόκος τουλάχιστον από τον τρίτο αιώνα μ.Χ.

Ο Ωριγένης το 230 μ.Χ. χρησιμοποίησε πρώτος το όνομα της Παρθένου Θεοτόκος. ερμηνεύοντας το κβ':23 του Δευτερονομίου, «την ήδη μεμνηστευμένην γυναίκα καλεί ούτω και επί του Ιωσήφ και της Θεοτόκου ελέχθη». Ο Ωριγένης, που κατακρίθηκε για άλλες κακοδοξίες του, δεν κατακρίθηκε γιά το όνομα Θεοτόκος, πράγμα που θα συνέβαινε, αν αυτό ήταν κάποια καινούρια προσφώνηση και οχί παλαιά.

Ο Διονύσιος ο Αλεξανδρείας το 250 μ.Χ. σε επιστολή του προς τον Παύλο τον Σαμοσατέα λέγει: «τον σαρκωθέντα εκ της Αγίας Παρθένου και Θεοτόκου Μαρίας». Ο Γρηγόριος ο Νεοκαισαρείας ο θαυματουργός το 275 (λόγος εις τον Ευαγγελισμόν) λέει: «ταύτης ουν της προφητείας την ωδήν η Αγία Θεοτόκος ανέπεμπε λέγουσα, Μεγαλύνει ή ψυχή μου τον Κύριον κτλ».

Ο Ιερός Μεθόδιος επίσκοπος Πατάρων και εκκλησιαστικός συγγραφέας (το 300-311) λέει: «Και δη λαβομένη η Θεοτόκος τον εκ του αχράντου και παναμώμου αυτής θυσιαστηρίου σαρκωθέντα ζωοποιόν και ανέκφραστον άνθρακα, ως λαβίδι...» Και αλλού: «επί τούτοις παρρησιασάμενος ο δίκαιος, και τη προτροπή είξας της διακονησαμένης Θεώ προς ανθρώπους θεομήτορος...» Και αλλού πάλι «τι προς σε φθέγξομαι, ω μήτερ παρθένε, και παρθένε μήτερ; Πατρικοίς σε ύμνοις προσφθέγξομαι, θύγατερ Δαυίδ και μήτερ του Κυρίου και Θεού Δαυίδ... ω πασών γενεών υψηλοτέρα και πάντων ορατών τε και αοράτων δημιουργημάτων τιμιωτέρα φανείσα, διά σου γέγονε Κύριος ο Θεός των δυνάμεων μεθ' ημών. Εύγε εύγε εύγε Μήτερ Θεού, και δούλη».

Ο Αλεξανδρείας Αλέξανδρος το 320, σε επιστολή προς τον Κωνσταντινουπόλεως Αλέξανδρον τον επί της Α' οικουμενικής αγίας Συνόδου, και ο Άμμων Επίσκοπος Ανδριανουπόλεως, ονόμαζαν την Παρθένο Θεοτόκο. Και ο Παμφίλου Ευσέβιος το 320 (εν βίω Κωνσταντίνου κεφ. μγ'.) λέει: «Διό δη βασιλίς η θεοσεβεστάτη (Ελένη), της Θεοτόκου την κύησιν (ήτοι την Βηθλεέμ), μνήμασι θαυμαστοίς κατεκόσμοι». Επίσης ο ίδιος ονομάζει την Παρθένο Μητέρα Θεού, λέγων «ανάγκη γαρ τον δημιουργόν των έργων αυτού κήδεσθαι, επεί δε κοσμικώ σώματι πλησιάζειν εν τε τη γη χρονίζειν έμελλε, της χρείας τούτο απαιτούσης, νέαν τινά γέννησιν εαυτού εμηχανήσατο, χωρίς γαρ τοι γάμων σύλληψις, και Αγνής παρθενίας ειλείθυια, και Θεού μήτηρ, κόρη κτλ.» (βλ. αυτόθι σ. 162).

Ο Μέγας Αθανάσιος το 330 λέει «και αυτός δε ο Άγγελος δρώμενος ομολογεί απεστάλθαι παρά του δεσπότου, ως επί Ζαχαρίου ο Γαβριήλ, και επί της Θεοτόκου Μαρίας ο αυτός ωμολόγησε». Και πάλι «σκοπός τοίνυν ούτος και χαρακτήρ της αγίας Γραφής, ως πολλάκις είπομεν, διπλήν είναι την περί του Σωτήρας επαγγελίαν εν αυτή ότι τε αεί Θεός ων και υιός εστί, λόγος ων και απαύγασμα και σοφία του Πατρός, και ότι ύστερον δι' ημάς σάρκα λαβών εκ παρθένου της Θεοτόκου Μαρίας άνθρωπος γέγονε». Και πάλι «όθεν και γενομένης της σαρκός εκ της Θεοτόκου Μαρίας, αυτός λέγεται γεγεννήσθαι ο τοις άλλοις γέννησιν εις το είναι παρέχων και ο Ιωάννης γενομένης φωνής παρά της Θεοτόκου Μαρίας εσκίρτησεν εν αγαλλιάσει». Και πάλι «πόσον αν τις είποι το καύχημα της Αγίας παρθένου, και θεοειδούς Μαρίας». Και αλλού, «Διό και παρθενομήτωρ ως Θεοτόκος η Αγία Μαρία.» (Αθανασ. λογ. γ. κατά Άρειον: τόμ. α' σελ. 563-579-583, τόμ. β' σελ. 824-875-1271 τόμ. γ' σελ. 1351 κ. εξ.).

Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος το 370, (επιστ. προς Κληδ. τόμ. α' σελ. 738) κατά Απολλιναρίου, λέει: «Ει τις ου Θεοτόκον την Μαρίαν υπολαμβάνει χωρίς εστί της Θεότητος.» Και πάλι ο ίδιος (λόγος α' περί Υιού, προς Έλληνας) «Που γαρ εν τοις σοις έγνως Θεοτόκον παρθένον;» και στον λόγο λε' «Θεοτόκον παρθένον» ονομάζει την Παναγίαν.

Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος το 400 (λόγ. εις την Αγίαν παρθένον τόμ. ε' σελ. 876 Εκδ. Ετόν.) λέει: «Ουδέν τοίνυν εν βίω οίον η Θεοτόκος Μαρία, περίελθε, ω άνθρωπε, πάσαν την κτίσιν τω λογισμώ, και βλέπε ει εστίν ίσον ή μείζον της Αγίας Θεοτόκου παρθένου, περινόστησον την γην, περίβλεψον την θάλασσαν, πολυπραγμόνησον τον αέρα, τους ουρανούς τη διανοία ερεύνησον, τας αοράτους πάσας δυνάμεις ενθυμήθητι, και βλέπε ει εστίν άλλο τοιούτον θαύμα εν τη κτίσει». Και πάλι ο ίδιος «Και νυν ου λείπει τω Θεώ Δεβώρα, ου λείπει τω Θεώ Ισραήλ, έχομεν γαρ και ημείς την Αγίαν Παρθένον Θεοτόκον Μαρίαν πρεσβεύουσαν υπέρ ημών, ει γαρ η τυχούσα γυνή ενίκησε, πόσω μάλλον η του Χριστού μήτηρ καταισχύνει τους εχθρούς της αληθείας;» (Λόγ. περί του χρησίμως τας προφητείας ασαφείς είναι). Και πάλι ο ίδιος: «Εάν ουν είπωσιν ότι των ουρανίων εστίν ο Μελχισεδέκ, ή άλλου τινός χωρίου, ακουσάτωσαν ότι και αυτός γόνυ κάμπτει τω Χριστώ τω σαρκωθέντι εκ της Θεοτόκου Μαρίας, λέγει γαρ ο Απόστολος κτλ.» (Ίωάν. Χρυσοστ. εις Μελχισεδέκ τόμ. στ' 296). Και πάλι «ο Θεός ουν ου μόνον έβλεπε την των Ιουδαίων ακμάζουσα ευσέβειαν, αλλά και την μετά ταύτα των πιστών ευσέβειαν προήδει ότι έμελλε προϊέναι εκ της Ιουδαίας η Αγία Θεοτόκος παρθένος, προεώρα τον χορόν των Αποστόλων, προέβλεπε τα τάγματα των ομολογητών, τας μυριάδας των Ιουδαίων των μελλόντων πιστεύειν κτλ.» (εις την δ'. ήμερ. της Κοσμοποιΐας τόμ. στ'. σελ. 475).

Ο Πρόκλος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, μαθητής του Ιωάννου του Χρυσοστόμου, και Πατέρας της Εκκλησίας λέει: «Συνεκάλεσαν ημάς νυν ενταύθα η Αγία Θεοτόκος και παρθένος Μαρία το αμόλυντον της παρθενίας κειμήλιον, ο λογικός του δευτέρου Αδάμ παράδεισος, το εργαστήριον της ενώσεως των φύσεων, η πανήγυρις του σωτηρίου συναλλάγματος, η παστάς εν η ο λόγος ενυμφεύσατο την σάρκα, η έμψυχος της φύσεως βάτος, η παρθένος και ουρανός, η μόνη Θεού προς ανθρώπους γέφυρα, ο φρικτός της οικονομίας ιστός, εν ω αρρήτως υφάνθη ο της ενώσεως χιτών...», (εγκωμ. εις την Θεοτόκον κτλ 6).

Ο Άγιος Αυγουστίνος το 400 (λόγ. περί φύσ. και χάριτ. κεφ. λστ') λέει: «Πλην μόνης της Θεοτόκου πάντες οι λοιποί ήμαρτον , κατά το, εάν ειπωμεν ότι αμαρτίαν ουκ έχομεν, ψευδόμεθα, μόνη γαρ η Θεοτόκος πλείονα έλαβε χάριν». Ο δε Ιερός Θεοδώρητος το 436 μαρτυρεί στεντορείως ότι είναι αποστολική παράδοση και διδασκαλία να ονομάζουμε την Μαριάμ Θεοτόκον, λέγει γαρ: «των πάλαι και πρόπαλαι της ορθοδόξου πίστεως κηρύκων κατά την Αποστολικήν παράδοσιν Θεοτόκον διδαξάντων ονομάζει και πιστεύει την του Κυρίου μητέρα» (Βλέπ. Θεοδ. επιστ. Σπορακίω τόμ. δ'. σελ. 639).

Ο Γρηγόριος ο Νύσσης εις την γέννησιν του Κυρίου (Τόμ. III σελ. 460) λέγει περί της μητρός του Κυρίου η «Θεομήτωρ Παρθένος», το δε θεομήτωρ ερρήθη κατά το θεοπάτωρ, όπερ ειναι επίθετον αποδιδόμενον τω προφήτη Δαυίδ παρά των υμνογράφων και των Αρχαίων πατέρων της Εκκλησίας ένεκεν της εξ αυτού κατά σάρκα καταγωγής του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.

Τρίτη Οικουμενική Σύνοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τέμπλο αφιερωμένο στην Παρθένο Μαρία και το Βρέφος, Αββαείο Άντεξ, Μόναχο

Ο «τίτλος» Θεοτόκος δόθηκε από την πρωτοχριστιανική Εκκλησία στη Μαρία, τη Μητέρα του Ιησού Χριστού, το 431 κατά την Γ' Οικουμενική Σύνοδο στην Έφεσο. Η θεολογική σημασία τότε ήταν να υπογραμμιστεί ότι ο Ιησούς, ο Υιός της Μαρίας, ήταν πλήρως Θεός, καθώς επίσης και πλήρως Άνθρωπος, και οι δύο φύσεις αυτές του Ιησού (Θεία και Ανθρώπινη) ήταν ενωμένες στο ένα συγκεκριμένο πρόσωπο της Αγίας Τριάδας. Η αντίπαλη άποψη σε εκείνη τη Σύνοδο ήταν ότι η Μαρία έπρεπε αντί για Θεοτόκος να λέγεται Χριστοτόκος, δηλαδή «Μητέρα του Χριστού». Αυτή η άποψη υποστηρίχτηκε από τον Νεστόριο, τότε Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Η πρόθεση πίσω από τον όρο Χριστοτόκος ήταν να περιορίσει τον ρόλο της σαν μητέρα της «ανθρώπινης φύσης του Χριστού» μόνο και όχι της Θείας φύσης του.

Η Σύνοδος αναθεμάτισε την άποψη του Νεστορίου ως αίρεση, διότι διαιρεί τον Ιησού σε δύο ξεχωριστά πρόσωπα, ένα που ήταν παιδί της Μαρίας, και ένα άλλο, τη Θεία φύση, που δεν ήταν Υιός της Μαρίας. Ορίστηκε ότι αν και ο Ιησούς έχει δύο φύσεις, Ανθρώπινη και Θεία, αυτές είναι αιώνια ενωμένες σε ένα πρόσωπο. Η Μαρία που είναι Μητέρα του Θεού-Υιού έχει δικαίωμα επομένως να λέγεται Μητέρα του Θεού. Τελικά και ο Νεστόριος πείστηκε στη χρήση του όρου Θεοτόκος, προβάλλοντας την θέση της φαινομενικής μετάδοσης των ιδιωμάτων.

Ύμνοι για την Θεοτόκο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο τίτλος Θεοτόκος συνεχίζει να χρησιμοποιείται συχνά σε ύμνους της Ορθόδοξης Εκκλησίας. ( "Ο πάσιν αχώρητος, και πάσιν αθεώρητος, πώς ούτος δυνήσεται Παρθένου, μήτραν οικήσαι, ήν αυτός έπλασε; πώς δε και συλλήψομαι Θεόν, Λόγον τον συνάναρχον, τώ Πατρί και τώ Πνεύματι;" ). Γενικά τα τροπάρια που είναι αφιερωμένα στη Θεοτόκο ονομάζονται εξ αυτού Θεοτόκια. Σημαντικότερος ύμνος αφιερωμένος στη Θεοτόκο είναι ο Ακάθιστος Ύμνος.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΊΑ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • π. Ευάγγελος Κ. Πριγκιπάκης, Η Θεοτόκος και το μυστήριο της θείας Οικονομίας κατά τον άγιο Ανδρέα Κρήτης, Διατριβή επί διδακτορία, έκδ. Ι.Μ. Τιμίου Προδρόμου Ατάλης Μπαλή, Ρέθυμνο 2011, σσ. 499.
  • Βασίλειος Ἀθ. Τσίγκος, “Ἡ δι­α­μόρ­φω­ση τοῦ ὅ­ρου ′Θε­ο­τό­κος‵ κα­τά τή δι­άρ­κει­α τῶν Οἰ­κου­­με­νι­κῶν Συ­νό­δων καί ἡ χρι­στο­λο­γι­κή καί σω­τη­ρι­ο­λο­γι­κή ση­μα­σί­α του”, ᾿Ε­πι­στη­μονι­κή ᾿Ε­πε­τη­ρί­δα Θε­ο­λο­γι­κῆς Σχο­λῆς Πα­νε­πι­στη­μί­ου Θεσ­­σα­λο­νί­κης, Τμῆ­μα Ποι­­μα­ντι­κῆς καί Κοι­νω­νι­κῆς Θε­ο­λο­γί­ας, τ. 7 (2001), σ­σ. 171-201.