Καβάνταρτσι
Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
|
|
Η ουδετερότητα αυτού του λήμματος αμφισβητείται. Πιθανότατα παρουσιάζει κάποια γεγονότα ή απόψεις μονομερώς ή με δυσανάλογη ισορροπία σε σχέση με την αντίστοιχη βαρύτητά τους. Παρακαλούμε δείτε τη σχετική συζήτηση στη σελίδα συζήτησης του λήμματος. |
|
|
Αυτό το λήμμα παρουσιάζει το θέμα από ελληνική οπτική γωνία ή δίνει δυσανάλογο βάρος στην ελληνική πτυχή ενός παγκόσμιου θέματος. Προσπαθήστε να το ανασκευάσετε ή και να προσθέσετε πληροφορίες έτσι ώστε να καλύπτει πληρέστερα και περισσότερο ουδέτερα το θέμα. Παρακαλούμε δείτε τη σχετική συζήτηση στη σελίδα συζήτησης του λήμματος. |
| Καβάνταρτσι ή Καφαντάρι | |
|---|---|
|
|
|
| Χώρα | |
| Περιφέρεια | Βαρντάρ |
| Δήμος | Καβανταρτσίου |
| Πληθυσμός | 38.741 (2002) |
| Υψόμετρο | 150 m |
Το Καβάνταρτσι (σλαβομακεδονικά: Кавадарци, ελληνικά: Καφαντάρι), [kaˈvadartsi] ) ή Καφαντάρτσι είναι πόλη της ΠΓΔΜ.
[Επεξεργασία] Γεωγραφία
Βρίσκεται στην περιοχή Τίκφες της ΠΓΔΜ στην οποία ευδοκιμούν αμπελώνες και εκεί βρίσκεται η μεγαλύτερη τεχνητή λίμνη και οινοποιείο της νοτιοανατολικής Ευρώπης[1]. Η πόλη είναι έδρα του δήμου του Καφαντάρτσι.
[Επεξεργασία] Ιστορία
Το Καβαντάρτσι και η ευρύτερη περιοχή Τίκφες αποτελούσε έως το 1912 μια από τις εστίες του Ελληνισμού, όπου υπήρξε έντονη διαπάλη μεταξύ εξαρχικών και πατριαρχικών[2][3]. Κατά το Μακεδονικό Αγώνα δρούσαν δύο ντόπια Ελληνικά ένοπλα σώματα κατά των κομητατζήδων: του Αθανάσιου Καπετανόπουλου και του Πέτρου Αβραμίδη και αρκετά Βουλγαρικά[4].
[Επεξεργασία] Παραπομπές
- ↑ Official Tikveš Winery Website
- ↑ Κωνσταντίνος Α. Βακαλόπουλος, Ο βόρειος ελληνισμός κατά την πρώιμη φάση του μακεδονικού αγώνα 1878-1894, Εκδόσεις Σταμούλη, 2004, σσ. 23, 120, 121, 265, 266
- ↑ Κωνσταντίνος Αποστόλου Βακαλόπουλος, Νεότερη Ιστορία της Μακεδονίας (1830-1912), Από τη γένεση του Νεοελληνικού κράτους ως την απελευθέρωση, ΗΡΟΔΟΤΟΣ, Θεσσαλονίκη, 1999, σελ. 89
- ↑ Κωνσταντίνος Α. Βακαλόπουλος, Ο βόρειος ελληνισμός κατά την πρώιμη φάση του μακεδονικού αγώνα 1878-1894, Εκδόσεις Σταμούλη, 2004, σελ. 23