Συνθήκη του Νεϊγύ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Η Βουλγαρία μετά τη συνθήκη του Νεϊγύ. Με έντονο πορτοκαλί χρώμα απώλειες εδαφών και με καφέ νέα πρόσκτηση (από Ευρωπ. Τουρκία)

Η Συνθήκη του Νεϊγύ υπογράφηκε στις 27 Νοεμβρίου 1919 στην κωμόπολη Νεϊγύ επί του Σηκουάνα (Neuilly sur Seine) μεταξύ της Βουλγαρίας και των νικητριών δυνάμεων του Α' Παγκοσμίου πολέμου, και συγκεκριμένα με τις Αγγλία, Γαλλία, ΗΠΑ και Ιταλία ως "Προέχουσες Δυνάμεις", και με τη συμμετοχή των Βέλγιο, Κίνα, Κούβα, Ελλάδα, Χετζάτζ (μεταγενέστερα Σαουδική Αραβία), Πολωνία, Πορτογαλία, Ρουμανία, Γιουγκοσλαβία, Ταϋλάνδη και Τσεχοσλοβακία, ως συμμάχων και συμβαλλομένων δυνάμεων των πρώτων.

Με τη συνθήκη αυτή, που από τη βουλγαρική ιστοριογραφία έχει χαρακτηριστεί ως η δεύτερη εθνική καταστροφή, η Βουλγαρία υποχρεώθηκε στα ακόλουθα:

  • Την παραίτησή της υπέρ των "Προεχουσών Δυνάμεων" όλων των κυριαρχικών της δικαιωμάτων επί της μεσημβρινής δυτικής Θράκης και με την υποχρέωση ν΄ αναγνωρίσει εκ των προτέρων τις μεταγενέστερες αποφάσεις των Δυνάμεων περί αυτής. (Σημειώνεται ότι η παραίτηση αυτή είχε ως αποτέλεσμα την μετέπειτα παραχώρηση των εδαφών αυτών στην Ελλάδα με την Συνθήκη των Σεβρών ένα χρόνο μετά, και τον αποκλεισμό της βουλγαρικής εξόδου στο Αιγαίο πέλαγος).
  • Την επαναφορά των Ρουμανοβουλγαρικών συνόρων στη γραμμή που όριζε η Συνθήκη Βουκουρεστίου (1913). Δηλαδή την εκχώρηση της Δοβρουτσάς στη Ρουμανία.
  • Να αναγνωρίσει την κρατική υπόσταση της Σερβίας, στην οποία εκχώρησε την περιοχή Στρώμνιτσα μέχρι τον Δούναβη καθώς και τις περιοχές Τσάριμπροντ, Τιμόκ, Τριν και Μποσίλεγκραντ που ναι μεν ήταν μεθοριακές μικρές εδαφικές λωρίδες σε έκταση πλην όμως σημαντικές από στρατηγική άποψη.
  • Να προστατεύσει τις ξένες μειονότητες που διαβιούν στη Βουλγαρία μεταξύ των οποίων και της ελληνικής¹.
  • Να περιορίσει το στρατό της σε 20.000 μόνο εθελοντές άνδρες και 13.000 για τα σώματα ασφαλείας.
  • Να καταβάλει πολεμική αποζημίωση στους συμμάχους ύψους 2.250.000.000 χρυσών φράγκων (περίπου 400.000.000 δολαρίων) πληρωτέων σε εξαμηνιαίες δόσεις εντός 37 ετών με τόκο 2% μέχρι το 1920 και 5% στη συνέχεια.
  • Επίσης οι σύμμαχοι ανέλαβαν την υποχρέωση να εξασφαλίσουν στην Βουλγαρία την οικονομική της διέξοδο στο Αιγαίο με το άρθρο 48 της συνθήκης που άφηνε ανοικτές, για μελλοντική ρύθμιση, τις λεπτομέρειες της εφαρμογής της διάταξης αυτής².

Η κατακραυγή για την ήττα και την επαίσχυντη για τους Βουλγάρους συνθήκη οδήγησε στην πτώση της κυβέρνησης (είχε προηγηθεί η παραίτηση του Βασιλιά Φερδινάνδου υπέρ του γιου του Μπόρις Γ') και στο ξέσπασμα κοινωνικών ταραχών.

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

(*)¹ Ταυτόχρονα με την κύρια συνθήκη η Βουλγαρία υπόγραψε ειδική συνθήκη με την Ελλάδα περί εθελουσίας αμοιβαίας μετανάστευσης των εκατέρωθεν μειονοτήτων εκ της οποίας και ακολούθησε εθελουσία ανταλλαγή πληθυσμών. Σημειώνεται όμως ότι η Ελλάδα συμμετείχε στον πόλεμο, στο τέλος του 1917, χωρίς όμως προηγουμένως να έχει συνάψει συμφωνία με τους Συμμάχους για τα οφέλη που θα αποκόμιζε από την πολεμική της συμβολή. Έτσι ο τότε Έλληνας Πρωθυπουργός Ε. Βενιζέλος που συμμετείχε στη υπογραφή της συνθήκης αυτής αρκέσθηκε στην ελεύθερη αυτοδιάθεση των λαών και την κύρια προβολή των ελληνικών αξιώσεων σε μελλοντική καταλληλότερη στιγμή.

(*)² Οι ελληνικές διεκδικήσεις περιλαμβάνονταν στο από 30 Δεκεμβρίου 1918 Υπόμνημα το οποίο και εξέθεσε με μεγάλη επιδεξιότητα ο Ε. Βενιζέλος ενώπιον του "Συμβουλίου των Δέκα" στις 3 Φεβρουαρίου 1919 το οποίο και βρήκε ευμενή απήχηση με εξαίρεση του Αμερικανούς και κυρίως αντίθετους του Ιταλούς. Γνωρίζοντας έτσι ο Βενιζέλος εκ των προτέρων την στάση αυτών στο σημείο βοήθειας των συμμάχων προς την Βουλγαρία για την έξοδο στο Αιγαίο λαμβάνοντας τον λόγο ζήτησε την εφαρμογή της αρχής των Εθνοτήτων της Θράκης της οποίας το δυτικό τμήμα έπρεπε να παραχωρηθεί στην Ελλάδα τονίζοντας μεταξύ άλλων:

"Αναμφιβόλως τούτο θα είχε ως αναπόφευκτον συνέπειαν την απώλειαν της διεξόδου εις το Αιγαίον αλλά είμαι έτοιμος να συστήσω λύσιν προς αντιμετώπιση των οικονομικών αναγκών της Βουλγαρίας, καίτοι αυτή διαθέτει θαυμάσιους λιμένες εις την Μαύρην Θάλασσαν..." και συνέχισε "κάθε παραχώρηση κι αν εγίνετο θα ήταν ανωφελής εφόσον η Βουλγαρία δεν θα ησύχαζε μέχρις ότου αποκτήση ολόκληρον την Βαλκανικήν, αξιούσα πλήρη ηγεμονίαν εφ΄ όλης της Χερσονήσου και κατά συνέπειαν, επωφελούμενης πάσης ευκαιρίας δια να ικανοποιήση τις φιλοδοξίες της. Η Βουλγαρία αντιπροσωπεύει εις τα Βαλκάνια ότι η Πρωσσία εις την Κεντρικήν Ευρώπην, πάντοτε δε θα επιχειρή να επιβάλη τον μιλιταρισμόν της επί των Βαλκανίων, όπως επεχείρησε να πράξη η Πρωσσία εις την Δυτικήν Ευρώπην".[1].

Επίσης δεν εκπληρώθηκαν από την Βουλγαρία άλλες προς την Ελλάδα υποχρεώσεις που αφορούσαν αποφάσεις του Ελληνοβουλγαρικού Μεικτού Διαιτητικού Δικαστηρίου των Παρισίων και του διαιτητού Γουώριν για προσγενόμενες ζημίες σε Έλληνες υπηκόους κατά το διάστημα της ουδετερότητας της Ελλάδος (11 Οκτωβρίου 1915 μέχρι 27 Ιουνίου 1917)

Βέβαια εκτός της Ελλάδος και η Οθωμανική Αυτοκρατορία διεκδικούσε τη δυτική Θράκη με την από 17 Ιουνίου 1919 έκθεση, το Υπόμνημα της οποίας υποβλήθηκε ακόμη αργότερα στο Συμβούλιο των Δέκα (περίπου 6 μήνες αργότερα από την υποβολή του ελληνικού) το οποίο και απορρίφθηκε από το Συμβούλιο στις 25 Ιουνίου 1919 περιορίζοντας έτσι την μονομαχία διεκδίκησης μεταξύ Ελλάδος και Βουλγαρίας.

Επισημαίνεται ακόμη ότι από τη Συνθήκη του Μούδρου (30 Οκτωβρίου 1918) μέχρι τη συνομολόγηση της παρούσας Συνθήκης είχαν μεσολαβήσει οι ακόλουθες κατά χρονολογική σειρά Συνθήκες:

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Διπλωματική Ιστορία της Ευρώπης, Αντώνιος Κοραντής Τόμος 1ος, σ.119.

Εξωτερικές Συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Για το πλήρες κείμενο της συνθήκης στα αγγλικά, βλέπε[1]