Εξέγερση του Ίλιντεν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Χάρτης με τις περιοχές της εξέγερσης στην περιοχή της Μακεδονίας και της Θράκης. Στο χάρτη φαίνονται τα σημερινά σύνορα αλλά και τα Οθωμανικά σύνορα κατά την διάρκεια της εξέγερσης.

Η Εξέγερση του Προφήτη Ηλία (Βουλγαρικά: Илинденско-Преображенско въстание / Ηλιντένσκο-Πρεομπράζενσκο βάστανιε) αναφέρεται στην επανάσταση που οργανώθηκε-υλοποιήθηκε από την βουλγαρική Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση τον Αύγουστο 1903 ενάντια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία [1].

Σύνοψη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ονομάστηκε έτσι από την ημέρα που ξεκίνησε, την ημέρα του Προφήτη Ηλία, στις 2 Αυγούστου 1903, με το γρηγοριανό ημερολόγιο, στο βιλαέτι του Μοναστηρίου και συγκεκριμένα στους καζάδες Αχρίδας, Πρέσπας, Κιτσόβου, Μοναστηρίου, Φλώρινας, Καστοριάς και Καϊλαρίων, όπου σημειώθηκε και η πιο έντονη και εντυπωσιακή σε αποτελέσματα δράση, στα βόρεια διαμερίσματα του βιλαετίου της Θεσσαλονίκης, που γειτόνευαν με τη βουλγαρική ηγεμονία και σε ορισμένες περιοχές του βιλαετίου της Ανδριανοπόλεως, κυρώς στην περιοχή των Σαράντα Εκκλησιών.[2]

Γεωπολιτική κατάσταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις αρχές του 20ου αιώνα η Οθωμανική αυτοκρατορία κατέρρεε κάτω από το παλιό μοντέλο διοίκησης, την γραφειοκρατία και την διαφθορά, την αύξηση των εισαγωγών με βιομηχανικά προϊόντα, την αύξηση της τιμής των αγροτικών προϊόντων, την αδυναμία της να εκβιομηχανιστεί. Η οικονομική δύναμη του μουσουλμανικού πληθυσμού στην Μακεδονία και την Θράκη εξασθενούσε και οι χριστιανικοί και εβραϊκοί πληθυσμοί, ιδιαίτερα των πόλεων και των κωμοπόλεων, είχαν αποκτήσει μεγάλη ευρωστία που αντικατοπτρίζονταν στην άνοδο του βιοτικού και του μορφωτικού επιπέδου. Οι χριστιανικοί και εβραϊκοί πληθυσμού είχαν αποκτήσει τον έλεγχο του εμπορίου, της οικιακής βιοτεχνίας ακόμα και της τουρκικής διοίκησης, όπου παρατηρούνται συχνά φαινόμενα διαφθοράς. Στις αγροτικές περιοχές, ενώ τις εκτάσεις τις είχανε παλαιότερα οι μεγάλοι τούρκοι γαιοκτήμονες οι οποίοι συμπεριφέρονταν άδικα και βάναυσα στους χριστιανούς εργάτες με παρακράτηση της αμοιβής τους, σε πολλές περιπτώσεις, όπως βιλαέτι του Μοναστηρίου, οι χριστιανικοί και οι εβραϊκοί πληθυσμοί είχαν αποκτήσει ακόμα και τις μισές εκτάσεις των παλαιών τσιφλικίων.[εκκρεμεί παραπομπή]

Πολιτικός χάρτης μετά την συνθήκη του Βερολίνου (1878) και χάρτης με τα βαλκανικά σύνορα το 1913. Πολιτικός χάρτης μετά την συνθήκη του Βερολίνου (1878) και χάρτης με τα βαλκανικά σύνορα το 1913.
Πολιτικός χάρτης μετά την συνθήκη του Βερολίνου (1878) και χάρτης με τα βαλκανικά σύνορα το 1913.

Τα ανταρτικά σώματα των διάφορων εθνικών ομάδων, κυρίως της βουλγαρικής, προσπαθούσαν με θεμιτά ή όχι μέσα, συχνά με την βία, να εκφοβίσουν τον αντίπαλο εθνικό πληθυσμό. Τα νέα σλαβόφωνα κράτη (Βουλγαρία, και Σερβία) άρχισαν να διεκδικούν τα κομμάτια της Μακεδονίας και της Θράκης βασιζόμενοι σε ιστορικούς και εθνοτικούς λόγους. Ο χριστιανικός πληθυσμός της περιοχής ήταν εθνοτικά μικτός αλλά με ελληνική πλειοψηφεία, και οι διεκδικήσεις κάθε κράτους βασιζόταν σε ανταγωνιστικές αξιώσεις από διάφορες αυτοκρατορίες του μακρινού παρελθόντος. [3] Ο ανταγωνισμός για τον έλεγχο των εδαφών βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό σε εκστρατείες προπαγάνδας και ανταγωνισμού μέσω των εκκλησιών, της Βουλγαρικής Εξαρχίας και του Πατριαρχείου, για την κυριότητα των ναών και της γλώσσας την ώρα της Θείας Λειτουργίας, αλλά ιδιαίτερα των σχολείων, που ελέγχονταν κυρίως από τον τοπικό μητροπολίτη, με σκοπό την δημιουργία εθνικής συνείδησης στον τοπικό πληθυσμό. Στην περιοχή εμφανίζονται διάφορες ομάδες εντεταλμένων παραστρατιωτικών και ανταρτών, οι οποίοι σε αρκετές περιπτώσεις υποστηρίζονται από τον τοπικό πληθυσμό ή τον τρομοκρατούν, και υποστηρίζονται ανεπίσημα από τις κυβερνήσεις βαλκανικών κρατών εκείνης της περιόδου. [3][4]. Κάθε τάση προσπαθούσε να ελέγξει την λειτουργία των σχολείων και των εκκλησιών ώστε να μπορεί να δηλώσει σε δεύτερο χρόνο την δύναμη της κοινότητάς της απέναντι κυρίως στους προξένους, εκπροσώπους των δυνάμεων της Δύσης στην περιοχή, και σε κάθε επόμενη μεταστροφή των γεγονότων.

Προετοιμασία της εξέγερσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κολάζ με φωτογραφίες των σημαντικότερων μελών της βουλγαρικής Εσωτερικής Μακεδονικής Επαναστατικής Οργάνωσης και της Ανώτερης Μακεδονικής Επιτροπής μεταξύ 1895 - 1913.

Η βουλγαρική πολιτική αδυνατούσε να πείσει τον τοπικό πληθυσμό να επαναστατήσει, ώστε να καταφέρει να δημιουργήσει μια τέτοια κατάσταση που να αναγκάσει τις Μεγάλες Δυνάμεις να ενδιαφερθούν για τον χριστιανικό πληθυσμό της περιοχής, να επιταχύνει τις πολιτικές εξελίξεις και να υπαχθεί η περιοχή στην Βουλγαρία, στα όρια που προέβλεπε η Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου. Γι'αυτό τον λόγο, δημιουργήθηκε η Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση ώστε να οργανώσει και να προκαλέσει μια βουλγαρόφιλη εξέγερση, με την ψευδεπίγραφη υπόσχεση αυτοδιάθεσης στον τοπικό πληθυσμό. Βασική επιδίωξη της ΕΜΕΟ ήταν έπειτα από την αυτονόμηση της Μακεδονίας και της Θράκης, να ενταχθούν οι δυο περιοχές στο Βουλγαρικό Βασίλειο, όπως έγινε στην περίπτωση της Ανατολικής Ρωμηλίας, όταν με την Συνθήκη του Βερολίνου (1878), η περιοχή αυτονομήθηκε και αργότερα, με πραξικόπημα ενάντια στην οθωμανική αρχή, προσάρτηθηκε στην Βουλγαρία.

Αυτή λοιπόν η βουλγαρόφιλη Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση, ιδρύθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1893. Η οργάνωση άλλαζε διάφορα ονόματα πριν και μετά την εξέγερση. Ήταν μια οργάνωση κυρίως βουλγαρική και υποστήριζε την ιδέα της αυτόνομης Μακεδονίας αλλά και των περιοχών της Αδριανούπολης με την Θράκη, που ανήκαν στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Η οργάνωση είχε ως σύνθημα το "Η Μακεδονία για τους Μακεδόνες". [4] Σύντομα στην οργάνωση αυτή δημιουργήθηκαν δύο ρεύματα. Το ένα, οι Αυτονομιστές, υποστήριζε την αυτονόμηση της Μακεδονίας ως υπόσχεση για την διαφύλαξη της υπόσχεσης της αυτονομίας και αυτοδιάθεσης της περιοχής, ενώ η άλλη ομάδα, που δημιουργήθηκε από μέλη της "Ανώτερης Μακεδονικής Επιτροπής" (Βουλγαρικά:Върховен македоно - одрински комитет, (ВМОК)), μιας οργάνωσης που ιδρύθηκε το 1894 στην Σόφια, υποστήριζε την άμεση προσχώρηση στην Βουλγαρία. Η ομάδα αυτή ονομάστηκε Ενωτικοί ή Σουπρεμιστές, σε αντίθεση με τους Αυτονομιστές, [5] επειδή πίστευαν στον υπέρτατο στόχο, την άμεση προσάρτηση της Μακεδονίας στην Βουλγαρία. Και τα δύο ρεύματα, υποστήριζαν εν κατακλείδι, όταν θα το επέτρεπαν οι συνθήκες, την ένωση με την Βουλγαρία.[6]

Υποτιθέμενος σκοπός της οργάνωσης ήταν η αυτονόμηση, δηλαδή η απελευθέρωση των υπόδουλων Χριστιανών από τον Σουλτάνο και τους Οθωμανούς, την στιγμή που οι κάτοικοι της περιοχής έβλεπαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία να καταρρέει και να δημιουργούνται τα πρώτα βαλκανικά κράτη, με εξαίρεση την Ελλάδα που είχε ήδη δημιουργήσει το πρώτο ελληνικό κράτος πριν από τα μέσα του 19ου αιώνα. Πραγματικός σκοπός της οργάνωσης της εξέγερσης, ήταν η ευαισθητοποίηση των Μεγάλων Δυνάμεων πάνω στο Μακεδονικό ζήτημα και η τελική βουλγαροποίηση της περιοχής. Η διοίκηση της οργάνωσης έχοντας βουλγαρικό εθνικό φρόνημα, πίστευε ότι ούτε η Σερβία ούτε η Ελλάδα θα μπορούσαν να προσαρτήσουν το σύνολο της Μακεδονίας (όπως και έγινε), σε αντίθεση την Βουλγαρία, που είχε δημιουργήσει αντάρτικες ομάδες και αποστολές παραστρατιωτικών αρκετά παλαιότερα (σσ. κομιτατζήδες) και πίστευε ότι σε κάθε περίπτωση θα είχε το πλεονέκτημα.

Γεγονότα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επιλογή της ημέρας του Προφήτη Ηλία, ήρθε ύστερα από μια σειρά πολλών αναβολών, ώστε να οργανωθεί με τον κατάλληλο τρόπο και με την συμμετοχή του τοπικού πληθυσμού. Η εξέγερση στην Μακεδονία εκδηλώθηκε στο βιλαέτι του Μοναστηρίου και υποστηρίχθηκε από βουλγαρόφιλους και σλαβόφωνους των αργοτικών περιοχών αλλά και σε κάποιο βαθμό και από τον Αρμανικό-(Βλάχικο) και ελληνόφωνο πληθυσμό της περιοχής. Η κατοχή του Κρουσόβου από τους επαναστάτες κράτησε ακριβώς δέκα μέρες μέχρι τις 12 Αυγούστου ανακηρύσσοντας τη Δημοκρατία του Κρούσεβο υπό την προεδρία του δασκάλου Νικόλα Κάρεβ.

Στις 19 Αυγούστου 1903, ημέρα εορτής της Μεταμορφώσεως, η εξέγερση Βουλγάρων αγροτών στο βιλαέτι της Αδριανούπολης και οδήγησε στον έλεγχο μιας μεγάλης περιοχής στα όρη της Στράντζα κοντά στη Μαύρη Θάλασσα και ανακηρύχτηκε η δημιουργία αυτόνομης διοίκησης των ελεύθερων περιοχών με το όνομα Δημοκρατία της Στράντζα και μιας προσωρινής κυβέρνησης με έδρα την πόλη Βασιλικό (σήμερα Τσάρεβο της Βουλγαρίας, στην επαρχία Μπουργκάς). Η προσωρινή κυβέρνηση διατηρήθηκε συνολικά για είκοσι μέρες μέχρι την καταστολή της εξέγερσης από τον οθωμανικό στρατό. [7][8]

Επίλογος των γεγονότων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν η εξέγερση εξαπλώθηκε πολλά ηγετικά στελέχη σκοτώθηκαν σε μάχες με τους Οθωμανούς και η δράση της εξέγερσης καταστάλθηκε μέσα σε διάστημα λίγων μηνών. ενώ πολλοί που στρατεύτηκαν με τους εξεργεθέντες σκοτώθηκαν, φυλακίστηκαν ή κατέφυγαν στις ορεινές περιοχές. Η οθωμανική διοίκηση έβλεπε τώρα με μεγαλύτερη καχυποψία τους χριστιανικούς πληθυσμούς, και αντί να εφαρμόσει μεταρρυθμίσεις για την βελτίωση των βασικών δικαιωμάτων του χριστιανικού στοιχείου, η καταπίεση εντάθηκε και δοκιμάστηκε η εμπιστοσύνη του πληθυσμού σε ανάλογες μελλοντικές αυτονομιστικές ενέργειες[εκκρεμεί παραπομπή].

Ένας από τους κυριότερους στόχους της εξέγερσης, που ήταν η εμπλοκή των μεγάλων δυνάμεων, επετεύχθη και κατάφεραν να πείσουν τις ευρωπαϊκές δυνάμεις να προσπαθήσουν να παρέμβουν στον σουλτάνο ώστε να υιοθετήσει μια πιο διαλλακτική στάση απέναντι στους χριστιανούς υπηκόους, αν και η πίεση αντίθετα εντάθηκε στο χριστιανικό στοιχείο και οδήγησε, μετά την επανάσταση των Νεότουρκων, στη κήρυξη του Α’ Βαλκανικού Πολέμου το 1912.

Ήταν η πρώτη οργανωμένη απόπειρα του βουλγαρικού στοιχείου στην Μακεδονία και την Θράκη, μετά την διακήρυξη της ανεξαρτησίας της Βουλγαρίας το 1903. Σύμφωνα με τον Βρετανό ερευνητή H. N. Brailsford:

    Η στιγμή για την οποία ο Βουλγάρικος πληθυσμός προετοιμαζόταν για δέκα χρόνια έφτασε την ημέρα του Πανηγυριού του Προφήτη Ηλία (το βράδυ της Κυριακής 2 Αυγούστου 1903)". Η εξέγερση εξέπληξε Τούρκους και Ευρωπαίους στην περιοχή της Μακεδονίας. [9]    

Η ελληνική σύγχρονη βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πορεία προς το Ίλιντεν, ο αντίκτυπος της εξέγερσης στην Ελλάδα και οι απαρχές της ένοπλης φάσης του Μακεδονικού Αγώνα υ/του καθηγητού του ΑΠΘ Σπ.Σφέτα

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. The Establishment of the Balkan National States, 1804-1920, C. & B. Jelavich, 1977, pp 211-212
  2. Ιωάννης Νοτάρης, ΗΛΙΝ-ΝΤΕΝ ,περ. Εποχές, 1964
  3. 3,0 3,1 Gewehr, W.M. (1967), The Rise of Nationalism in the Balkans, 1800-1930, Archon books, ISBN 0208005072 , Πρώτη έκδοση το 1931 από τον H. Holt & Co.
  4. 4,0 4,1 Jelavich, B. (1983), History of the Balkans, 2, Cambridge University Press, ISBN 0-521-25448-5 
  5. 'Supremistsσσ. σουπρεμιστές από την γαλλική λέξη suprême, που σημαίνει υπέρτερος, δηλ. υπέρτατος.
  6. Jelavich, C.; Jelavich, B. (1977), The Establishment of the Balkan National States, 1804-1920, University of Washington Press, ISBN 0-295-95444-2  Volume 8 of the 11 volume series A History of East Central Europe.
  7. Khadziev, Georgi (1992), Down with the Sultan, Long live the Balkan Federation!, http://www.savanne.ch/tusovka/en/will-firth/bulgaria.html, ανακτήθηκε στις 2007-09-03  Απόσπασμα από το βιβλίο "National Liberation and Libertarian Federalism" (Natsionalnoto osvobozhdeniye i bezvlastniyat federalizum), μεταφρασμένο από τον Will Firth.
  8. For freedom and perfection. The Life of Yané Sandansky. Mercia MacDermott (Journeyman, London, 1988), p. 134.
  9. H. N. Brailsford (1906). Macedonia: Its Races and their future. London: New York, Arno Press. σελ. 148. 
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Ilinden–Preobrazhenie Uprising της Αγγλόγλωσσης Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).