Β΄ Βαλκανικός Πόλεμος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Β' Βαλκανικός Πόλεμος
Βαλκανικών πολέμων
Greek GHQ at Hadji-Beylik.jpg
Το Ελληνικό Στρατηγείο την 14η Ιουλίου 1913 ενώ μελετά τη συνθήκη λήξης του πολέμου
Ημερομηνία 16 Ιουνίου – 18 Ιουλίου 1913
Τόπος Βαλκανική Χερσόνησος
Έκβαση Ήττα της Βουλγαρίας
Εμπλεκόμενες πλευρές
Η εφημερίδα Εμπρός ανακοινώνει την έναρξη του πολέμου

Ο Β΄ Βαλκανικός Πόλεμος ήταν ένοπλη σύγκρουση που εξελίχτηκε από 16 Ιουνίου ως 18 Ιουλίου 1913, ξέσπασε σχεδόν αμέσως μετά τη λήξη του Α' Βαλκανικού Πολέμου. Ο πόλεμος διεξήχθη ανάμεσα στην Βουλγαρία και τις υπόλοιπες χώρες του βαλκανικού συνασπισμού (με τις οποίες είχε συμμαχήσει κατά τον Α' Βαλκανικό Πόλεμο) τη Σερβία και την Ελλάδα, επίσης κατά της Βουλγαρίας στράφηκαν η Ρουμανία και η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η διαφορά με τον πρώτο πόλεμο ήταν ότι τώρα η Βουλγαρία πολέμησε τους πρώην συμμάχους της, προκειμένου να πετύχει ευνοϊκότερη διανομή των ευρωπαϊκών εδαφών που αποσπάστηκαν από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στον προηγούμενο πόλεμο. Ο Β' Βαλκανικός Πόλεμος τελείωσε με επικράτηση της Σερβίας και της Ελλάδας, οι οποίες πέτυχαν σημαντικές νίκες στην ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας και των κεντρικών Βαλκανίων. Με την βουλγαρική ήττα αποκρούστηκαν και οι όποιες βλέψεις για τη δημιουργία μιας μεγάλης Βουλγαρίας. Η Ρουμανία απέσπασε την πρώην βουλγαρική Δοβρουτσά, ενώ η Οθωμανική Αυτοκρατορία ανακατέλαβε την περιοχή της Αδριανούπολης. Λίγους μήνες μετά τη λήξη του Β' Βαλκανικού Πολέμου ακολούθησε ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος που θα έβαζε και πάλι τα βαλκανικά κράτη σε πολεμικές περιπέτειες.

Αίτια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η διάσπαση του βαλκανικού συνασπισμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο αίτιο του πολέμου ήταν το θέμα της διανομής των νεοαποκτιθέντων από τον Α΄Βαλκανικό Πόλεμο πρώην οθωμανικών εδαφών. Μεταξύ των μελών του βαλκανικού συνασπισμού, και ιδιαίτερα μεταξύ της Βουλγαρίας από τη μία πλευρά και Σερβίας και Ελλάδας από την άλλη, είχαν ενσκήψει σοβαρές διαφορές. Αν και η Σερβία με τη Βουλγαρία είχαν συνάψει συμφωνία διανομής, η Σερβία έπαψε να την αναγνωρίζει λόγω του ότι τμήμα του προβλεπόμενου μεριδίου της γινόταν ανεξάρτητη Ηγεμονία, (η Αλβανία), μη αποκτώντας διέξοδο στην Αδριατική, περιοριζόμενη έτσι από τα δυτικά. Η Βουλγαρία όμως επέμενε στα συμφωνηθέντα εδάφη. Αντίθετα με την Ελλάδα δεν υπήρξε καμία συμφωνία διανομής, η μεν Σερβία αναγνώριζε τα δικαιώματα κατοχής του ελληνικού στρατού, (Πρωτόκολλο Αθηνών (1913), γνωστό και ως Πρωτόκολλο Κορομηλά - Μπόσκοβιτς, ενώ η Βουλγαρία επεδίωκε την έξωση των Ελλήνων από τα εδάφη αυτά, προκειμένου να ιδρύσει την προβλεπόμενη Μεγάλη Βουλγαρία της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου.

Τα βουλγαρικά στρατεύματα κατά τον χρόνο που είχαν καταλάβει την Ανατολική Μακεδονία διέπραξαν εγκλήματα κατά των (αλλοθρήσκων) Τούρκων κατοίκων. Επίσης τους (ομόθρησκους) Έλληνες και Σέρβους κατοίκους ανάγκαζαν να υπαχθούν εκκλησιαστικά στη Βουλγαρική εξαρχία, να χρησιμοποιούν τη βουλγαρική γλώσσα και να εκβουλγαρίζουν τα ονοματεπώνυμά τους. Μάλιστα στις Σέρρες προχώρησαν και σε αλλαγή των καταλήξεων των ονομάτων στους τάφους στο νεκροταφείο της πόλης. Ειδικότερα στη γραμμή επαφής των στρατευμάτων οι Βούλγαροι συνεχώς χρησιμοποιούσαν μεθόδους συνεχούς διείσδυσης με συνέπεια ν΄ ακολουθούν συγκρούσεις. Βλέποντας τότε η Σερβία και η Ελλάδα τη Βουλγαρία ως κοινό κίνδυνο στις 19 Μαΐου (π.ημ.), ή 1 Ιουνίου (ν.ημ.) του 1913 συνδέθηκαν με αμυντική συμφωνία γνωστή ως Συνθήκη συμμαχίας Θεσσαλονίκης.

Έτσι η Βουλγαρία υπό την πεποίθηση της πολιτικής και στρατιωτικής της ηγεσίας στην υπεροχή του βουλγαρικού στρατού και στις στρατηγικές ικανότητές του πήρε την απόφαση της αιφνιδιαστικής ομόχρονης επίθεσης κατά των τότε θέσεων του Σερβικού και Ελληνικού στρατού. Ορισμένοι ιστορικοί καταλογίζουν ένα μέρος της ευθύνης αυτής στην "υπερβολικά διαλλακτική" στάση της ελληνικής κυβέρνησης έναντι της Βουλγαρίας στη διάρκεια των προστριβών που προηγήθηκαν του πολέμου, που ενδεχομένως δημιούργησε την εντύπωση στο βουλγαρικό στρατηγείο πως μια βίαιη ενέργεια θα δημιουργούσε τετελεσμένα γεγονότα τα οποία οι Μεγάλες Δυνάμεις επεμβαίνοντας κατευναστικά θα αποδέχονταν. Η Αυστρία υποστήριζε τις διεκδικήσεις της Ρουμανίας στη Βουλγαρική Δοβρουτσά με αντάλλαγμα την παραχώρηση της Θεσσαλονίκης στη Βουλγαρία. Στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, η ανάληψη της εξουσίας από τους Νεότουρκους υπό την ηγεσία του Εμβέρ Πασά και του Ταλαάτ Πασά μετά την παραίτηση των φιλελευθέρων, προοιώνιζαν δυσάρεστες εκπλήξεις για το μέλλον.

Η πολιτική υψηλών τόνων της Βουλγαρίας (κυβέρνηση Ντάνεφ)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 14 Ιουνίου, στην Βουλγαρία σχηματίστηκε νέα κυβέρνηση υπό τον Στόγιαν Ντάνεφ. Αν και ρωσόφιλος, στις νέες συγκυρίες της εποχής εκείνης υποχώρησε στις πιέσεις φιλοπόλεμων στρατιωτικών κύκλων. Στις 15 Ιουνίου ο υπουργός εξωτερικών της Ρωσίας κάλεσε τους πρωθυπουργούς των χριστιανικών βαλκανικών κρατών σε διάσκεψη στην Πετρούπολη, υπό την διαιτησία του Τσάρου για την εξομάλυνση των διαφορών. Η βουλγαρική πλευρά έθεσε υπερβολικούς όρους στις συνομιλίες, ταυτόχρονα η ρουμανική πλευρά δήλωνε ότι σε περίπτωση που διασπαστεί οριστικά η βαλκανική συμμαχία θα εισέλθει στον πόλεμο για να εξασφαλίσει τα συμφέροντά της στα διαφιλονικούμενα εδάφη με την Βουλγαρία.

Η βουλγαρική πολιτική στην ουσία καθοριζόταν περισσότερο από το υπουργείο πολέμου και τους στρατιωτικούς κύκλους και όχι τόσο από τον ίδιο τον πρωθυπουργό της. Έτσι, στις 21 Ιουνίου, ο στρατηγός Μιχαήλ Σαβόφ, επικαλούμενος την εξάντληση του στρατού του, επέδωσε τελεσίγραφο στον Βούλγαρο πρωθυπουργό να αποσαφηνίσει άμεσα τη θέση του: πόλεμος ή αποστράτευση. Ο βασιλιάς της Βουλγαρίας Φερδινάνδος, τασσόμενος με τις πληροφορίες του Σαβόφ συνηγόρησε υπέρ της στρατιωτικής λύσης. Έτσι ήταν όλα έτοιμα για την επικείμενη σύγκρουση.

Αντίπαλες δυνάμεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συγκεντρώσεις των στρατιωτικών δυνάμεων των βαλκανικών κρατών πριν την έναρξη του πολέμου

Ελληνικός στρατός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά το Β' Βαλκανικό πόλεμο ο ελληνικός στρατός είχε αυξηθεί κατά πολύ με εκγυμνάσεις και νεότερων κλάσεων και της παρένταξης αυτών σε παλαιότερες μονάδες. Επίσης το Γενικό Επιτελείο είχε οργανώσει ακόμη μια μεραρχία τη 10η, από 8 αρχικά σε 9 περί το τέλος του πολέμου. Έτσι ο ελληνικός στρατός που είχε ταχθεί υπό την αρχιστρατηγία του Βασιλέως Κωνσταντίνου του Α' με επιτελάρχη τον συνταγματάρχη Β. Δούσμανη, συγκροτούνταν από τις εξής μεραρχίες:

Μεραρχία Διοικητής Μεραρχία Διοικητής
Aντιστράτηγος Ε. Μανουσογιαννάκης Συνταγματάρχης Ν. Δελαγραμμάτικας
Yποστράτηγος Κ. Καλάρης Συνταγματάρχης Ν. Σωτήλης
Υποστράτηγος Κ. Δαμιανός Συνταγματάρχης Δ. Ματθαιόπουλος
Υποστράτηγος Κ. Μοσχόπουλος 10η Συνταγματάρχης Λ. Παρασκευόπουλος
Συνταγματάρχης Σ. Γεννάδης Ταξιαρχία ιππικού Συνταγματάρχης Ζαχαρακόπουλος

Η συνολική δύναμη του ελληνικού στρατού ανέρχονταν σε πεζικό: 118.000, ιππικό: 1000 και 176 Πυροβόλα όπλα.

Σερβικός στρατός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σερβικός στρατός όπως και ο Ελληνικός είχε ενισχυθεί ιδιαίτερα με την είσοδο νεότερων κλάσεων με παρένταξη αυτών σε υπάρχουσες μονάδες, αποφεύγοντας όμως να δημιουργήσει νέες. Ενισχύθηκε επίσης και από μια μεραρχία (12.000 άνδρες) από το Βασίλειο του Μαυροβουνίου. Έτσι ο σερβικός στρατός που είχε ταχθεί υπό την αρχιστρατηγία του Βασιλιά Πέτρου Α' με επιτελάρχη τον Βοεβόδα Ραντομίρ Πούτνικ συγκροτούνταν από τις εξής 11 μεραχίες και μια ταξιαρχία:.

Μεραρχία Διοικητής Μεραρχία Διοικητής
1η Δουνάβεως Στρατηγός Γιουρίσιτς 1η Τιμόκ Συνταγματάρχης Κόντιτς
2η Δουνάβεως Στρατηγός Ράτιτς 2η Τιμόκ Συνταγματάρχης Μιλουκίνοβιτς
1η Μοράβα Στρατηγός Γκίκο Ιτς 1η Σουμάδια Συνταγματάρχης Τέρτσετς
2η Μοράβα Συνταγματάρχης Νέδιτς 2η Σουμάδια Συνταγματάρχης Μαρίνοβιτς
1η Δρίνα Συνταγματάρχης Χάτζιτς Μεραρχία Μαυροβουνίου Στρατηγός Βούκοβιτς
2η Δρίνα Συνταγματάρχης Νταάνοβιτς Μεραρχία Ιππικού Πρίγκιπας Αρσένιος Καραγιώργεβιτς

Η συνολική δύναμη του σερβικού στρατού ήταν πεζικό: 260.000, ιππικό: 3000 και 500 Πυροβόλα όπλα.

Βουλγαρικός στρατός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ομοίως και η δύναμη του βουλγαρικού στρατού είχε αυξηθεί σημαντικά, αφού εκτός της εκγύμνασης πολλών νεότερων κλάσεων κλήθηκαν και πολλές κλάσεις εθνοφρουράς από τις οποίες και δημιουργήθηκαν 4 νέες μεραρχίες: η 12η, η 13η, η 14η και η 15η.
Ο βουλγαρικός στρατός είχε ταχθεί υπό την αρχιστρατηγία του Βασιλέως Φερδινάνδου με βοηθό τον στρατηγό Μιχαήλ Σαβόφ, μέχρι τις 21 Ιουνίου (π.ημ.), όταν ανέλαβε ο στρατηγός Ράντκο Δημητρίεφ. Αυτοί ήταν και οι πραγματικοί αρχιστράτηγοι με γενικό επιτελάρχη τον στρατηγό Φίτσεφ.

Η συνολική δύναμη του βουλγαρικού στρατού ξεπερνούσε τις 576,878 με 1,116 πυροβόλα. Συνεπώς, ο βουλγαρικός στρατός υπερείχε συντριπτικά της αντίπαλης συμμαχίας Ελλήνων και Σέρβων τόσο σε άνδρες όσο και σε πυροβολικό. Η υπεροχή αυτή σε συνδυασμό με το βουλγαρικό μεγαλοϊδεατισμό που είχε δημιουργήσει η παλαιότερη, κατά 35 χρόνια, συνθήκη του Αγίου Στεφάνου ήταν αυτές που οδήγησαν τη Βουλγαρία στη τυχοδιωκτική απόφαση να στρέψει τα όπλα της κατά των συμμάχων της, σ΄ έναν ακήρυχτο μεν, αλλά και αιφνίδιο πόλεμο.

Πολεμικές επιχειρήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρώτες κινήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης της περιοχής, κατά την έναρξη του Β' Βαλκανικού Πολέμου.

Η κύρια βουλγαρική επίθεση κατά των Σέρβων πραγματοποιήθηκε με τις 1η, 3η, 4η και 5η μεραρχίες, ενώ η 2η κατευθύνθηκε κατά ελληνικών θέσεων στην Θεσσαλονίκη. Οι Βούλγαροι ήταν λιγότεροι σε αριθμό όσον αφορά τις επιχειρήσεις κατά του ελληνικού στρατού. Η ασθενής επίθεσή στη Νιγρίτα όχι μόνο απωθήθηκε αλλά μετατράπηκε σε αμυντικό αγώνα σε ολόκληρο το μέτωπο, από τις 19 Ιουνίου. Οι βουλγαρικές δυνάμεις γρήγορα υποχώρησαν βόρεια και οχυρώθηκαν μεταξύ Κιλκίς και Στρυμώνα.

Ο βουλγαρικός στρατός ταυτόχρονα επιτέθηκε και στους Σέρβους, στη Γευγελή. Οι σερβικές δυνάμεις αρχικά αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν μπροστά στη βουλγαρική επίθεση, η οποία αποσκοπούσε να καταλάβει το Κρίβολακ για να αποκόψει την επαφή Ελλήνων και Σέρβων. Γρήγορα όμως κατόρθωσαν να σταματήσουν τη βουλγαρική προέλαση και να εισέλθουν σε βουλγαρικό έδαφος. Η σερβική αντεπίθεση ήταν ορμητική και πολύ σύντομα ο σερβικός στρατός κατάφερε να καταλάβει βασικούς αντικειμενικούς του στόχους.

Ταυτόχρονα, στην πόλη της Θεσσαλονίκης, με την βοήθεια της Κρητικής χωροφυλακής αλλά και των κατοίκων της πόλης, αιχμαλωτίστηκαν οι βουλγαρικές μονάδες που είχαν στρατοπεδεύσει πριν την έναρξη των επιχειρήσεων.

Βουλγαρική υποχώρηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η 2η βουλγαρική στρατιά υπό τον Ιβανόφ ήταν παρατεταγμένη στη γραμμή Δοϊράνη-Κορώνεια-Βόλβη. Σύμφωνα με τη επίσημη βουλγαρική έκθεση επιχειρήσεων του 1932 η δύναμή της αριθμούσε 108.000 στρατιώτες σύμφωνα με μεταγενέστερη έκδοση (1941) 80.000 και 175 πυροβόλα[1]. Οi Βούλγαροι είχαν οχυρωθεί σε στρατηγικές τοποθεσίες. Ιδιαίτερα, στο Κιλκίς είχαν κατασκεύασει ισχυρές οχυρώσεις.

Στις 3 Ιουλίου η 2η, 4η και 5η ελληνική μεραρχία ξεκίνησε την επίθεση, υποστηριζόμενη από πυροβολικό. Παρόλο που υπήρξαν σημαντικές απώλειες κατάφεραν να προωθηθούν. Εν τω μεταξύ, η 7η μεραρχία κατέλαβε τη Νιγρίτα και η 1η και 6η τον Λαχανά. Το δυτικό άκρο του μετώπου, στους Ευζώνους καταλήφθηκε ύστερα από έφοδο, απειλώντας έτσι όποια ενέργεια για βουλγαρική υποχώρηση. Από φόβο κυκλωτικής ενέργειας το βουλγαρικό επιτελείο διέταξε σύμπτυξη η οποία μετατράπηκε εν μέρει και σε άτακτη υποχώρηση. Οι βουλγαρικές ενισχύσεις καθυστέρησαν να μεταβούν στο μέτωπο. Στις 5 Ιουλίου, οι ελληνικές δυνάμεις κατέλαβαν την Δοϊράνη, όμως δεν κατάφεραν να κυκλώσουν τον βουλγαρικό στρατό. Στη συνέχεια με συνδυασμένες Σερβο-Ελληνικές ενέργειες, από τις 11 Ιουλίου, οι Βούλγαροι απωθήθηκαν προς βορά, κατά μήκος του ποταμού Στρυμώνα.

Κατά την διάρκεια τον επιχειρήσεων απελευθερώθηκαν από τον ελληνικό στρατό, το Σιδηρόκαστρο, οι Σέρρες, μάλιστα ελληνικές δυνάμεις προωθήθηκαν βαθιά στο βουλγαρικό έδαφος, ακόμα και σε εδάφη της "Παλαιάς Βουλγαρίας" (1878-1912), απειλώντας την ίδια την πόλη της Σόφιας από τα νότια.

Οριστική βουλγαρική ήττα και λήξη των συγκρούσεων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κωνσταντίνος και Βενιζέλος συνομιλούν λίγες μέρες πριν την λήξη των εχθροπραξιών.

Όταν ο Σερβικός στρατός σταμάτησε τις επιχειρήσεις, ο διάδοχος Κωνσταντίνος πιστεύοντας ότι οι Βούλγαροι είχαν ήδη ηττηθεί συνέχισε την προέλαση του Ελληνικού Στρατού βόρεια παρά τις έντονες αντιρρήσεις του Βενιζέλου με σκοπό να συντρίψει και να ταπεινώσει τους Βουλγάρους. Στις 24 Ιουλίου, οι ελληνικές δυνάμεις προωθήθηκαν στα στενά της Κρέσνας. Ταυτόχρονα, οι Βούλγαροι μετέφεραν δυνάμεις από το Σερβικό μέτωπο ενώ οι ελληνικές δυνάμεις προήλασαν κατά μήκος του ποταμού Στρυμώνα διαδοχικά από Κρέσνα σε Σιμιτλή και τελικά έφτασαν στην Τζουμαγιά (Μπλαγκόεβγκραντ). Ο Ελληνικός Στρατός τελικά, λόγω εφοδιαστικών προβλημάτων αλλά και λόγω εξάντλησης από την επίμονη επέλαση, αναγκάστηκε να ανακόψει την πορεία του. Σε αυτό το σημείο και οι δύο πλευρές θεώρησαν ότι περαιτέρω παράταση των συγκρούσεων δεν οδηγούσε πουθενά και συμφώνησαν σε ανακωχή.

Εν τω μεταξύ, η Ρουμανία και η Οθωμανική Αυτοκρατορία, επωφελούμενες από τη δύσκολη θέση της Βουλγαρίας, της κήρυξαν τον πόλεμο και προέλασαν χωρίς να συναντήσουν αντίσταση στο βουλγαρικό έδαφος.

Χρονολόγιο πολεμικών επιχειρήσεων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το χρονολόγιο των πολεμικών επιχειρήσεων του Β' Βαλκανικού Πολέμου κατά το παλαιό ημερολόγιο (1913) έχει ως ακολούθως:

Η Συνθήκη του Βουκουρεστίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα όρια των βαλκανικών κρατών όπως διαμορφώθηκαν επίσημα με την συνθήκη του Βουκουρεστίου (η πράσινη γραμμή δείχνει τα μέχρι του 1912 οθωμανικά σύνορα).

Ο Β' Βαλκανικός Πόλεμος έληξε με τη συνθήκη Βουκουρεστίου (1913) δημιουργώντας μια νέα κατάσταση στα Βαλκάνια. Η Ελλάδα προσάρτησε την νότια Μακεδονία με τη Θεσσαλονίκη, την Καβάλα μέχρι τις εκβολές του Νέστου ποταμού, τη Νότια Ήπειρο και την Κρήτη. Η συμφιλίωση της Ελληνικής με την Γερμανική βασιλική οικογένεια μέσω του γάμου του Κωνσταντίνου με την αδελφή του Κάιζερ εξαργυρώθηκε με την προσάρτηση της Καβάλας, όταν στην συνθήκη του Βουκουρεστίου, παρενέβη ο ίδιος ο Κάιζερ υπέρ της Ελλάδος. Λίγα χρόνια αργότερα, στην αρχή του Α' Παγκοσμίου Πολέμου και πριν η Ελλάδα εισέλθει στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ, η Βουλγαρία θα καταλάβει προκλητικά την πόλη της Καβάλας.

Η Σερβία προσάρτησε τη βόρεια Μακεδονία με το Μοναστήρι, τα Σκόπια και τη Στρώμνιτσα. Η Βουλγαρία απέκτησε έξοδο στο Αιγαίο μεταξύ Αλεξανδρούπολης και Πόρτο Λάγος, ενώ η Οθωμανική Αυτοκρατορία με την επίθεση που έκανε στον B' Βαλκανικό Πόλεμο μπόρεσε και κράτησε την ανατολική Θράκη μέχρι και την Αδριανούπολη.

Η Ρουμανία επίσης τακτοποίησε προς όφελος της τις συνοριακές της διαφορές με την Βουλγαρία στην περιοχή της Δοβρουτσάς.

Η Αλβανία έγινε ανεξάρτητο κράτος, στο οποίο περιλήφθηκε και η Βόρεια Ήπειρος, ύστερα από εντονότατες ιταλικές πιέσεις και απειλές εναντίον της Ελλάδος, ενώ τα νησιά του Αιγαίου αποδόθηκαν στην Ελλάδα ένα χρόνο αργότερα με το πρωτόκολλο της Φλωρεντίας (13 Φεβρουαρίου 1914). Τα Δωδεκάνησα παρέμειναν προσωρινά υπό ιταλική κατοχή.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]