Σόουλ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Σόoυλ (Soul)
Καταγωγή: R&B
Γκόσπελ
Σπιρίτσουαλ
Doo-wop
Τζαζ
Ροκ εν ρολ
(με έμφαση στο χορευτικό ήχο)
Τόπος γέννησης: Δεκαετία '60,
Νότιες Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής
Μουσικά όργανα: Χάλκινα πνευστά (σαξόφωνο, τρομπέτα)
Συναφή Είδη: Ντίσκο
Ποπ
Ραπ
Χιπ χοπ
Χάουζ
Είδη
Neo-soul
Urban Soul

Η σόουλ (soul) είναι ένα μουσικό είδος,[1] [2] [3] το οποίο συνδυάζει το R&B,[2] [3] την γκόσπελ[1] [2] [3] και τη σπιρίτσουαλ,[3] σε χορευτικές φόρμες. Από τη σόουλ προέρχονται η ντίσκο, η ποπ και το χιπ χοπ.[2] Σημαντικότερος προάγγελος του μουσικού αυτού είδους θεωρείται ο Ρέι Τσαρλς, ενώ οι γνωστότεροι μουσικοί της είναι οι Τζέιμς Μπράουν,[2] [3] Ότις Ρέντινγκ, Αρίθα Φράνκλιν, Ουΐλσον Πίκετ, Αλ Γκριν, Στίβι Ουώντερ, Σμόκυ Ρόμπινσον ,Μάρβιν Γκέυ.[1] [3] kai Amy Winehouse

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ρέι Τσαρλς
Ο Τζέιμς Μπράουν
Η Αρίθα Φράνκλιν
Ο Κέρτις Μέυφιλντ
Ο Αλ Γκριν
Ο Στίβι Ουώντερ

Η σόουλ δημιουργήθηκε από τη συγχώνευση της γκόσπελ,[1] [2] [3] του R&B,[2] [3] της σπιρίτσουαλ[3] και της doo-woop μουσικής.[1] Οι πρώτοι σόουλ μουσικοί (λίγο μετά από το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο), καινοτομώντας, μετέτρεψαν, ουσιαστικά, τη γκόσπελ, σε μια πιο κοσμική μορφή τέχνης,[1] με δυνατά φωνητικά και χρήση χάλκινων πνευστών μουσικών οργάνων.[3] Ωστόσο, η άμεση εξάρτησή της από τις ικανότητες των ενορχηστρωτών, οδήγησε στη μετατροπή της, από ένα είδος που κινείτο με γνώμονα τα φωνητικά, σε ένα που βασιζόταν στους μουσικούς και τους ήχους των οργάνων τους. Ο τερματισμός της άμεσης εξάρτησης της σόουλ από τα φωνητικά έλαβε χώρα, κυρίως, σε Νέα Υόρκη, Μέμφις, Ντιτρόιτ και Φιλαδέλφεια, λόγω των ιδρύσεων των δισκογραφικών εταιρειών Atlantic (1947), Stax (1959), Tamla Motown (1959) και International (1971), αντίστοιχα. Στη Νέα Υόρκη, πολύ σημαντικό ρόλο έπαιξε ο παραγωγός και κριτικός Τζέρρυ Ουέξλερ, ο οποίος ανακάλυψε την Αρίθα Φράνκλιν. Παρ' όλα αυτά, τo κίνημα της σόουλ υποστηριζόταν και από πολλούς λευκούς, οι οποίοι, παρά τα στερεότυπα της εποχής, δε θεωρούσαν την αφρικανική κουλτούρα κακή ή εξευτελιστική, αλλά απλώς διαφορετική, σε αντίθεση με τους περισσότερους, κάτι στο οποίο είχε βοηθήσει και η τζαζ, μαζί με τα κοινωνικά και πολιτικά της επιτεύγματα. Αρχικά, αποτελούσε τη μουσική που άκουγαν οι νέοι μαύροι στις γιορτές και τις συναθροίσεις τους. Όταν, όμως, τα κινήματα υπέρ των πολιτικών δικαιωμάτων των μαύρων, άρχισαν να γιγαντώνονται, η σόουλ έγινε ένα από τα σύμβολα συσπείρωσής τους. Αν και το μουσικό αυτό είδος, δεν είχε πολιτικό χαρακτήρα, η άνοδός του, τό βοήθησε στο να αντιπροσωπεύσει μια από τις πρώτες και σημαντικότερες επιτυχίες των κινημάτων αυτών. Έτσι, υιοθετήθηκαν πολλά στοιχεία από το ροκ εν ρολ, όπως, η προσωπική έκφραση και η πολιτική εξέγερση. Καθώς, λοιπόν, και το μπλουζ έχανε την αίγλη του, η σόουλ εισήγαγε ένα νέο στυλ, στο οποίο η κομψότητα του χορού έπαιζε το σημαντικότερο ρόλο. Κατά τη δεκαετία του '70, το φαινόμενο της σόουλ άρχισε να χάνεται, λόγω της ανόδου της φανκ και της εμφάνισης της ντίσκο μουσικής. Παρ' όλα αυτά, την επόμενη δεκαετία ήλθε μια έμμεση αναβίωσή της, με την άνοδο του χιπ χοπ. Λίγα χρόνια μετά, η σόουλ έμοιαζε να αναγεννιέται, όταν το είδος της urban soul έκανε την εμφάνισή του και κυριάρχησε στα μουσικά δρώμενα.

Πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Νέα Υόρκη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη Νέα Υόρκη, δρούσε ο Ρόυ Χάμιλτον: ένας από τους προάγγελους της σόουλ, ο οποίος ασχολείτο, κυρίως με τη γκόσπελ και την ποπ.

Πενσυλβάνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη Φιλαδέλφεια, ο ιεροκήρυκας Σάλομον Μπερκ συνδύασε το κήρυγμά του, με τους χορευτικούς ρυθμούς της σόουλ. Αργότερα, κατά τη δεκαετία του '70 και το τέλος εποχής για τη σόουλ του Μίσιγκαν, στην Πενσυλβάνια αναπτύχθηκε η δισκογραφική εταιρεία International, η οποία εκμεταλλεύθηκε την παρακμή της Tamla Motown και προσπάθησε να προωθήσει μουσικούς του νέου κύματος της σόουλ, όπως οι MFSB, O'Jays, Harold Melvin and the Blue Notes.

Τζώρτζια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Τζώρτζια, από τους αντιπροσώπους του κινήματος της σόουλ ξεχώρισαν ο Τζέιμς Μπράουν, ο οποίος χρησιμοποίησε, μεταξύ άλλων, και στοιχεία από τη φανκ και την τζαζ, ο Ότις Ρέντινγκ, ο Στιβ Κρόππερ και ο Τσακ Ουΐλς, ο οποίος ήταν επηρεασμένος από τη μουσική της δεκαετίας του '20.

Νότια Καρολίνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι σημαντικότεροι σόουλ μουσικοί από τη Νοτια Καρολίνα, εκείνης της εποχής ήταν ο βαρύτονος Μπρουκ Μπέντον και ο Ντον Κόβεϋ. Ο Κόβεϋ συνεργάστηκε αργότερα με την Αρίθα Φράνκλιν.

Ιλλινόις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μια από τις περιοχές των Ηνωμένων Πολιτειών, στην οποία η σόουλ κυριάρχησε, ήταν το Σικάγο του Ιλλινόι, χάρις στις εμπνεύσεις του Κέρτις Μέυφιλντ, ο οποίος προσέθεσε στη σόουλ και πολλά τζαζ στοιχεία, ιδίως στα φωνητικά, της -επίσης επηρεασμένης από την τζαζ- αλλά και τη μπλουζ, Φοντέλλα Μπας και του Σαμ Κουκ.

Μίσιγκαν[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο Ντιτρόιτ, οι σημαντικότεροι εκπρόσωποι του κινήματος ήταν οι Τζάκι Ουΐλσον, Αρίθα Φράνκλιν και Λιτλ Ουΐλι Τζων. Η άνοδος της δισκογραφικής Tamla Motown, στην πολιτεία του Μίσιγκαν, ενθάρρυνε τη χρήση έγχορδων οργάνων στη σόουλ. Στα κομμάτια της Motown περιγραφόταν, συνήθως, η ζωή των εφήβων. Αργότερα, το Μίσιγκαν ανέδειξε και άλλους σόουλ καλλιτέχνες, όπως, οι Supremes, η Νταϊάνα Ρος, οι Four Tops, ο Νόρμαν Ουΐτιφιλντ, οι Temptations, o Σμόκυ Ρόμπινσον, ο Μάρβιν Γκέυ και ο Στίβι Ουώντερ. Ωστόσο, το 1972, η Motown μετέφερε την έδρα της από το Ντιτρόιτ, στο Λος Άντζελες, σηματοδοτώντας τη λήξη της σόουλ εποχής, στην πολιτεία του Μίσιγκαν.

Τεννεσσί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

H Stax δημιούργησε μια μίξη της R&B και της κάντρυ μουσικής, με νηφάλιους ρυθμούς. Στο Μέμφις, ο Ουέξλερ προώθησε μουσικούς, όπως ο Ουΐλσον Πίκετ. Επίσης, ένας από τους τραγουδιστές που ξεχώρισαν ήταν ο Τζέιμς Καρ.

Αλαμπάμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Πολιτεία της Αλαμπάμα, ξεχώρισε ο Πέρσυ Σλεντζ.

Τέξας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο Τέξας, ξεχώρισε ο Τζο Τεξ.

Καλιφόρνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σόουλ είχε μεγάλη αναγνωρισιμότητα, στο Λος Άντζελες, χάρις στον Ντόμπι Γκρέυ και τον Ρέι Τσαρλς.

Αμερικανικός Νότος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ισαάκ Χέυζ ανέπτυξε έναν υποτονικό, φανκ ήχο, ο οποίος έθεσε τις βάσεις για τη ντίσκο μουσική, ενώ ο Αλ Γκριν βοήθησε πολύ στο να γίνει αρκετά δημοφιλής η σόουλ μουσική, με τα ερωτικά κομμάτια του.

Σόουλ και ροκ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Γκάρυ Άντερσον επινόησε μια πιο τραχιά και πληθωρική εκδοχή του R&B, η οποία είχε κάποια κοινά στοιχεία με τη ροκ.

Νεώτερα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δεκαετία '80 και '90 και Urban soul[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με τον όρο urban περιγράφονται οι προερχόμενες από το R&B μπαλλάντες που γράφονταν, στα τέλη της δεκαετίας του '80 και εκπροσωπούνταν, κυρίως, από την Τζάνετ Τζάκσον και την Ουΐτνυ Χιούστον. Με τη βοήθεια των παραγωγών Τζίμμυ Τζαμ και Τέρρυ Λιούις, το νέο μουσικό αυτό είδος πήρε πολλά κοινά στοιχεία από το χιπ χοπ και κυριάρχησε στον ευρύτερο χώρο της σύγχρονης μουσικής. Από το 1988 και μετά, η urban soul άρχισε να γίνεται όλο και πιο ρυθμική.

Όνομα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σόουλ πήρε το όνομά της τη δεκαετία του '60. Έως τότε, ήταν γνωστή ως ένα από τα δημοφιλή είδη της Μαύρης μουσικής, το οποίο είχε τις ρίζες του στo R&B,[3] και κατηγοριοποιείτο στη λεγόμενη Race music.[1] Γνώρισε μεγάλη ακμή, κυρίως, κατά την περίδο 1965-1970.

Χαρακτηριστικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα κύρια χαρακτηριστικά της σόουλ είναι η δυνατή φωνή του τραγουδιστή και τα χάλκινα πνευστά μουσικά όργανα (σαξόφωνο, τρομπέτα), των οποίων τα μεγάλης έντασης ριφ, τής προσδίδουν δυναμισμό και τήν κάνουν να ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα είδη.[3] Ωστόσο, η άμεση εξάρτησή της από τους ενορχστρωτές και τους παραγωγούς (όπως και στα περισσότερα συγγενή μουσικά είδη της ποπ), τήν έκανε να εξελιχθεί σε ένα είδος, το οποίο βασιζόταν πια στους ήχους των οργάνων και όχι στα φωνητικά.[1]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 1,4 1,5 1,6 1,7 ^ A History of Soul Music Scaruffi.com
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 2,4 2,5 2,6 ^ Βιβλίο Μουσικής Γ' Γυμνασίου, σελ. 39-41
  3. 3,00 3,01 3,02 3,03 3,04 3,05 3,06 3,07 3,08 3,09 3,10 3,11 ^ Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larousse Britannica, τόμος 47, σελ. 363-364