Ρωμαίοι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ρωμαίοι είναι οι κάτοικοι της αρχαίας Ρώμης και κατ΄ επέκταση στην αρχαιότητα οι πολίτες της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Στον Μεσαίωνα "Ρωμαίοι" αποκαλούνταν οι Έλληνες, εξ ου και το νεώτερο όνομα "Ρωμιοί". που επικράτησε μέχρι τη σύγχρονη εποχή από τους χρόνους της Τουρκοκρατίας.
Σημειώνεται ότι οι Βυζαντινοί Αυτοκράτορες θεωρώντας τους εαυτούς τους συνεχιστές των Ρωμαίων Αυτοκρατόρων καλούνταν "Ρωμαίοι" και όχι Βυζαντινοί. Βέβαια μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους το 1204, λόγω πολιτικής σκοπιμότητας απέβαλαν εξ ολοκλήρου το λατινικό χαρακτήρα και οι τότε Έλληνες αποκαλούνταν "Γρακοί", αντί Ρωμαίοι, βέβαια οι Αυτοκράτορες, περισσότερο για λόγους γοήτρου, συνέχισαν να θεωρούν τους εαυτούς τους Ρωμαίους.

Καταγωγή των Ρωμαίων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πρώτος που αποφάσισε να μεταναστεύσει σε άλλους τόπους (κατά τους αρχαίους Έλληνες) και να κτίσει αποικία, ήταν ο Οίνωτρος, γιος του Λυκάονα. Στην Αρκαδία είχαν γίνει τόσο πολλοί, που δεν μπορούσε η γη να τους θρέψει. Με τις ευλογίες και τη βοήθεια του βασιλιά αδελφού του, Νύκτιμου, ο Οίνωτρος έφτιαξε πλοία, πήρε μαζί του πολλούς Αρκάδες και ανάμεσά τους τον αδελφό του τον Πευκέτιο, κι έβαλε πλώρη για δυτικά.

Η πρώτη εγκατάσταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πλοίο άραξε στην Απουλία της νοτιοανατολικής Ιταλίας, πρώτοι αυτοί, 17 γενιές πριν από τον Τρωικό πόλεμο, μετά τη λήξη του οποίου ο Αινείας έφυγε από την Τροία και έγινε οικιστής του Λάτιου.

Στην Απουλία εγκαταστάθηκε ο Πευκέτιος και έτσι ένα μεγάλο τμήμα της περιοχής ονομάστηκε Πευκετία. Κοντά του έσπευσαν τα αδέλφια του από την Αρκαδία: ο Ίαπυς, που συγχέεται με τον Ιάπυγα, γιο του Δαίδαλου, και που έγινε επώνυμος της Ιαπυγίας (περιοχή της Καλαβρίας στη Νότια Ιταλία, απέναντι από τη Σικελία), και ο Δαύνος, οικιστής της Δαυνίας (της περιοχής γύρω από το σημερινό Μπάρι).

Ο Οίνωτρος συνέχισε, διέσχισε τον πορθμό της Σικελίας κι έφτασε ως την Αυσονία («τότε» περιοχή ανάμεσα στον Πορθμό και τις εκβολές του Λείρι ποταμού, ανάμεσα στην Καμπανία και το Λάτιο). Η περιοχή ονομάστηκε Οινωτρία και από αυτήν, Οινωτρία ονομάστηκε ολόκληρη η χερσόνησος. Πολύ αργότερα, ο βασιλιάς Ιταλός, Πελασγός κι αυτός κατά μια εκδοχή, Σικελός κατά άλλη, ονόμασε τη χώρα Ιταλία.

Από τους Αρκάδες αυτούς αποίκους, οι Αβοριγίνες απλώθηκαν σε όλη την Ιταλία. Αβοριγίνες ονομάζονταν οι υπεράκριοι, αυτοί που κατά το Αρκαδικό σύστημα κατοικούσαν στα άκρα, αλλά και οι αυτόχθονες (από το Λατινικό ab origine που σημαίνει γνήσιοι, πρωταρχικοί, αλλά και πρωτόγονοι).

Αβορίγινες και Αρκάδες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μάρκος Πόρκιος Κάτων (ο πρεσβύτερος) καθώς και άλλοι Ρωμαίοι που έγραψαν γενεαλογίες, ανέφεραν ότι οι Αβοριγίνες ήταν Αρκάδες. Υπήρχαν όμως και άλλοι που έλεγαν ότι οι Αβοριγίνες ήταν Σαβίνοι (αρχαίος λαός που ζούσε στην Κεντρική Ιταλία και αντιστάθηκε σκληρά στους Ρωμαίους, οι οποίοι μόλις το 290 π.Χ. μπόρεσαν τελικά να τους υποτάξουν). Όμως ο επιφανής ιστορικός Μάρκος Τερέντιος Ρεατίνος Ουάρων (116 – 27 π.Χ.), ισχυριζόταν ότι οι Ρεατίνοι Σαβίνοι ονομάζονταν και ήταν Αρκάδες.

Εξάπλωση & εκδίωξη των ιθαγενών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Αρκάδες απλώθηκαν στην Ιταλία, εκδιώκοντας τους εκεί εγκατεστημένους Σικελούς, έναν από τους λαούς της θάλασσας που έγιναν αιτία να καταρρεύσει η Μυκηναϊκή οικονομία. Σύμφωνα με τους Αιγυπτιακούς παπύρους, ανάμεσα στο 1220 π.Χ. και στο 1193 π.Χ., περίοδο που χρονολογείται η άλωση της Τροίας, βασίλευαν ο Ραμσής Γ΄ και ο γιος του Μενεφθά. Αυτή την εποχή η χώρα δέχθηκε την επίθεση των «λαών της θάλασσας». Οι Φαραώ τους αντιμετώπισαν και αυτοί στράφηκαν προς την Παλαιστίνη. Στα 1174 π.Χ. ξαναφάνηκαν στην Αίγυπτο, αποκρούστηκαν και σκόρπισαν. Ονομάζονταν Σαντάνα, Τούρσα, Σέκελες, Ρούκι, Νερντέν, Πλέστ κλπ. Από αυτούς, οι Σέκελες (Σικελοί), απλώθηκαν στην Ιταλία. Αυτούς έδιωξαν οι Αρκάδες όταν έφτασαν εκεί και τους περιόρισαν στο νησί που ονομάστηκε Σικελία.

Οι Αβοριγίνες Αρκάδες κατοίκησαν σε μερικούς από τους λόφους στους οποίους αργότερα κτίστηκε η Ρώμη.

Εκ νέου εγκατάσταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξήντα χρόνια πριν από τα Τρωικά, όταν στην Αρκαδία βασίλευε ο Αγαμήδης (γιος του Στύμφαλου κατά την ελληνική μυθολογία), ο Εύανδρος, γιος του Ερμή και της Θέμιδας κατά τη μυθολογία, που ζούσε στην περιοχή του Παλλαντίου στα όρια της σημερινής Τρίπολης, αρμάτωσε δύο καράβια και πήγε μετανάστης στην Ιταλία. Βρέθηκε κι αυτός στην περιοχή των λόφων όπου αργότερα κτίστηκε η Ρώμη.

Στους εκεί Αβοριγίνες Αρκάδες βασίλευε ο Φαύνος, συνώνυμος του Ρωμαϊκού θεού των δασών και των κοπαδιών, που ταυτίζεται με τον Αρκαδικό Πάνα. Ο βασιλιάς Φαύνος επέτρεψε στους νεοφερμένους συμπατριώτες του να κατοικήσουν σε έναν από τους λόφους. Ο Εύανδρος τον οχύρωσε και τον ονόμασε Παλλαντίνο είτε σε ανάμνηση της μητρόπολης που ξεκίνησαν, είτε από το όνομα του γιου του, Πάλλαντα. Είναι ο Παλλαντίνος λόφος, ο κεντρικός από τους 7 λόφους της Ρώμης. Τιμώντας την Αρκαδική καταγωγή της ονομασίας του λόφου, ο αυτοκράτορας των Ρωμαίων Αντωνίνος Πίος (138-161), επισκέφθηκε το Παλλάντιο της Αρκαδίας και τον εκεί οικισμό τον μετέτρεψε σε πόλη.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]