Αχαϊκή Συμπολιτεία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Αχαϊκή Συμπολιτεία
Κοινὸν τῶν Ἀχαιῶν
Σημαία
Σημαία

Χάρτης
Γεωγραφική θέση Ελλάδα, Πελοπόννησος
Πρωτεύουσα Αίγιο
Γλώσσες Αχαιοδωρική διάλεκτος
Πολίτευμα
Στρατηγός
Δημοκρατία Ομοσπονδία
Κατάλογος Στρατηγών
Χρονοδιάγραμμα
Επανίδρυση
Συμμετοχή Κορινθίας,
Αργολίδας και Αρκαδίας
Προσάρτηση Λακωνίας
Προσάρτηση Μεσσηνίας και Ηλείας
Υποταγή στη Ρώμη
Μάχη της Λευκόπετρας


280 π.Χ.


243-229 π.Χ.
188 π.Χ.
190 π.Χ.
146 π.Χ.
Θρησκεία Αρχαία ελληνική θρησκεία

Η Αχαϊκή Συμπολιτεία υπήρξε ομοσπονδία της αρχαιότητας. Ιδρύθηκε το 280 π.Χ. από πόλεις της Αχαΐας και βάση της αποτέλεσε μια παλαιότερη ομοσπονδία, του 5ου αιώνα π.Χ. Ενισχύθηκε με την προσχώρηση της Σικυώνας. Διαλύθηκε το 146 π.Χ., όταν η Πελοπόννησος υποτάχθηκε στους Ρωμαίους.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πρώτο κοινό των αχαϊκών πόλεων διαμορφώθηκε αρχικά κατά τον 5ο αιώνα π.Χ. ως μια συνομοσπονδία πόλεων-κρατών και αποτελούνταν από δώδεκα πόλεις. Τελούσαν περιοδικές πανηγύρεις και θυσίες στον ιερό του Διός Ομαγυρίου (ή Ομαρίου ή Αμαρίου), στο Αίγιο, όπου έλυναν τις έριδες και ρύθμιζαν τα κοινά συμφέροντά τους. Η ομοσπονδία υπήρξε μέχρι τον 3ο π.Χ. αδύναμη και μέχρι τότε σχεδόν αμέτοχος των κοινών ελληνικών πραγμάτων. Μετά την μάχη της Χαιρώνειας, οι περισσότερες πόλεις της άρχισαν να υποκύπτουν σε μακεδονικές φρουρές, ενώ με το τέλος του Λαμιακού πολέμου καταλύθηκε.

Οι πρώτες πόλεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από το έτος 280 π.Χ. άρχισε σταδιακά να δημιουργείται νέα ομοσπονδία αχαϊκών πόλεων κατά μίμηση της γειτονικής Αιτωλικής Συμπολιτείας. Πρώτες συνήλθαν η Δύμη και οι Πάτραι, ενώ ακολούθησαν απομακρύνοντας τις μακεδονικές φρουρές η Τριταία και οι Φαραί και διαδοχικά το Αίγιο, η Βούρα, η Κερύνεια, η Πελλήνη, η Αιγείρα και το Λεόντιο.

Διοίκηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ομοσπονδία εκτελούσε ετήσια σύνοδο στο Αίγιο όπου καθορίζονταν τα κοινά ζητήματα. Καταρχήν η εκτελεστική εξουσία είχε ανατεθεί σε δύο στρατηγούς και έναν γραμματέα, αλλά από το 253 π.Χ. κατέληξε σε έναν στρατηγό, σε ένα δεύτερο πολιτειακό άρχοντα, τον ίππαρχο καθώς και ένα ναύαρχο. Ο στρατηγός πλαισιωνόταν από ένα συμβούλιο δέκα ανδρών, των «δημιουργών», που αντιπροσώπευαν τις δέκα αρχικές ομόσπονδες πόλεις. Οι δημιουργοί αποκαλούνταν και «συνάρχοντες» ή «πρόβουλοι». Για κάποιους ιστορικούς το διοικητικό σύστημα της Συμπολιτείας ήταν ένα από τα πρώιμα αντιπροσωπευτικά πολιτικά συστήματα, όπου οι αποφάσεις παίρνονταν δια αντιπροσώπων των πόλεων στην κεντρική συνέλευση. Ο Κ. Παπαρρηγόπουλος διαφωνεί με αυτό γιατί μαρτυρούνται οχλοκρατικές συνεδριάσεις με μεγάλα πλήθη συνέδρων. Επίσης, σημειώνει ένα σημαντικό μειονέκτημα του πολιτικού συστήματος της Αχαϊκή Συμπολιτεία, ότι δηλαδή το συμβούλιο των δέκα δημιουργών προέρχονταν σχεδόν πάντα για λόγους παράδοσης και πρωτοκαθεδρίας από πολίτες των δέκα πρώτων αχαϊκών πόλεων που πρωτοσχημάτισαν το Κοινό. Με συνέπεια μεγάλες πόλεις που εισήλθαν στην συμπολιτεία να μην εκπροσωπούνται στους δημιουργούς. Επίσης, φαίνεται ιδιαίτερα προς την τελική φάση η πόλη της Μεγαλόπολης να έπαιζε το σημαντικότερο ρόλο στην Συμπολιτεία.

Επέκταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης της αρχαίας Αχαΐας

Η Αχαϊκή Συμπολιτεία γνώρισε την πρώτη μεγάλη της επέκταση, από τον Άρατο τον Σικυώνιο που εξεδίωξε τον τύραννο της πόλης του Νικοκλέα και την ενέταξε στην συμπολιτεία. Ο Άρατος εκμεταλλευόμενος την εξασθένιση των Μακεδόνων την επέκτεινε πέρα από την αχαϊκή ενδοχώρα ώστε να περιλαμβάνει τις περισσότερες από τις βόρειες πολιτείες της Πελοποννήσου. Αρχικά το 243 π.Χ. κατέλαβε την Ακροκόρινθο, ενώ στην συνέχεια προστέθηκαν τα Μέγαρα, η Τροιζήνα, η Επίδαυρος, οι Κλεωνές και η αρκαδική Μεγαλόπολη (235 π.Χ.), όταν ο Άρατος έπεισε τον τύραννο Λυδιάδα να προσχωρήσει σε αυτήν. Στην συνέχεια εκμεταλλευόμενος ο Άρατος περί το 230 π.Χ. τις συγκρούσεις Μακεδόνων και Αιτωλών και την αποχώρηση των Μακεδόνων από την Πελοπόννησο, εξαναγκάζει τους τυράννους των ακόλουθων πόλεων να τις εντάξουν στην συμπολιτεία: ο Ξένων της Ερμιόνης, ο Κλειώνυμος του Φλιούντος, και ο Αριστόμαχος του Άργους (229 π.Χ.). Με τη σειρά τους προσχώρησαν στην Αχαϊκή Συμπολιτεία η Αίγινα και το μεγαλύτερο μέρος των αρκαδικών πόλεων.

Σύγκρουση με τη Σπάρτη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την ίδια περίοδο η Σπάρτη είχε αρχίσει να ανακάμπτει από την άθλια κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει μετά την ήττα της από τους Μακεδόνες το 331 π.Χ., χάρη στις μεταρρυθμίσεις του Κλεομένη του Γ’. Σε λίγα χρόνια είχαν συσταθεί εκ νέου τα παραδοσιακά σπαρτιατικά έθιμα, ανακατανέμεται η γη, απαγορεύονται οι πολυτέλειες, και μεταρρυθμίζεται ο στρατός. Η Σπάρτη σημείωσε αρκετές νίκες εναντίον της Αχαϊκής Συμπολιτείας, κατάστρεψε την νέα έδρα της στην Μεγαλόπολη, και για άλλη μια φορά, κυριάρχησε στην Πελοπόννησο, καθώς αρκετά από τα μέλη της Αχαϊκής Συμπολιτείας άρχισαν να την εγκαταλείπουν. Συγκεκριμένα κατελήφθησαν από τον Κλεομένη, ο οποίος εισέβαλε και στην Αχαΐα (μάχη της Δύμης), οι Καφυές, η Πελλήνη, το Άργος και πολλές αρκαδικές κώμες. Προσχώρησαν εκουσίως στη Σπάρτη, ο Φλιούς, οι Κλεωνές, η Επίδαυρος, η Ερμιόνη, η Τροιζήνα, ενώ οι Αχαιοί βλέποντας ότι το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού και αυτής της Κορίνθου ήταν φιλικά διακείμενο προς τη Σπάρτη, ανακήρυξαν τον Άρατο στρατηγό αυτοκράτορα. Ο Άρατος αναγκάστηκε να καλέσει σε βοήθεια τον Μακεδόνα βασιλιά, Αντίγονο Δώσων, υποσχόμενος την εκ νέου παραχώρηση της Ακροκορίνθου και την πληρωμή των εξόδων της εκστρατείας.

Επαναφορά της μακεδονικής επικυριαρχίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αντίγονος κατήλθε με 21,400 άνδρες στον Ισθμό δια της Εύβοιας, αποφεύγοντας τις Θερμοπύλες που κατείχαν οι Αιτωλοί. Αρχικά ηττήθηκε από τον Κλεομένη στο Λέχαιο, αλλά λόγω της αποστασίας των Αργείων που υποκινήθηκαν από τον Αριστοτέλη φίλο του Αράτου, ο σπαρτιατικός στρατός αναγκάστηκε να υποχωρήσει για να μην εγκλωβιστεί σε διπλό μέτωπο. Ο Αντίγονος, κατέλαβε την Ακροκόρινθο, εξεδίωξε την σπαρτιατική φρουρά από την Μεγαλόπολη, και κατευθύνθηκε στο Αίγιο. Στην συνέλευση που έλαβε χώρα εκεί ανακηρύχθηκε ηγεμόνας όλων των συμμάχων από τους Αχαιούς (223 π.Χ.). Τότε εισέβαλε μαζί με τους Αχαιούς στην Αρκαδία, κατέλαβε τον Ορχομενό και την Τεγέα, ενώ εξανδραπόδισε τους κατοίκους της Μαντινείας λόγω της αποστασίας της από την συμπολιτεία και την επανίδρυσε εκ νέου, με το όνομα Αντιγόνεια, δωρίζοντάς την στους Αργείους.

Εντωμεταξύ ο Κλεομένης με την βοήθεια του Πτολεμαίου Γ’ του Ευεργέτη οργάνωσε το στρατό του επανακατέλαβε και κατέσκαψε την Μεγαλόπολη την οποία εγκατέλειψαν οι κάτοικοί της για να αποφύγουν την τύχη των Μαντινέων, ενώ εισέβαλε και στην Αργολίδα. Ο Αντίγονος το 222 π.Χ. συγκεντρώνοντας μεγάλο στράτευμα 30,000 από Μακεδόνες, Ιλλυριούς, Ακαρνάνες, Ηπειρώτες και Αχαιούς, συμμάχους και μισθοφόρους. Η τελική σύγκρουση έλαβε χώρα στη μάχη της Σελλασίας με την οριστική ήττα του Κλεομένη. Ο Αντίγονος αποκατέστησε τον μακεδονικό έλεγχο στο μεγαλύτερο μέρος της περιοχής.

Σύγκρουση με τους Αιτωλούς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από το 220 π.Χ. έως το 217 π.Χ., η Αχαϊκή Συμμπολιτεία ενεπλάκη σε πόλεμο με την την Αιτωλική Συμπολιτεία, ο οποίος ονομάζεται Δεύτερος Συμμαχικός Πόλεμος. Ο νεαρός βασιλιάς των Μακεδόνων Φίλιππος Ε’ ενίσχυσε τους Αχαιούς και καταδίκασε την επιθετικότητα των Αιτωλών σε πανελλήνιο συνέδριο στην Κόρινθο. Αφορμή για την σύγκρουση στάθηκαν οι ληστείες που πραγματοποιούσαν οι Αιτωλοί εναντίον των συμμάχων τους Μεσσηνίων, οι οποία κάλεσαν σε βοήθεια τους Αχαιούς. Ο Φίλιππος τελικά κατατρόπωσε τους Αιτωλούς εισβάλλοντας στην περιοχή τους δίνοντας τέλος σε αυτήν τη σύγκρουση.

Ανάκαμψη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης με τις διαδοχικές επεκτάσεις της Αχαϊκής Συμπολιτείας (280-146 π.Χ.) και τις θέσεις και χρονολογίες των σημαντικότερων μαχών που έδωσε απέναντι σε Μακεδόνες, Σπαρτιάτες, Ηλείους, Αιτωλούς και Ρωμαίους.

Μετά το θάνατο του Αράτου (213 π.Χ.), σημαντικότερος ηγέτης της συμπολιτείας αναδείχτηκε ο Φιλοποίμην ο Μεγαλοπολίτης, που είχε ήδη αναγνωρισθεί στη μάχη της Σελλασίας ως ίππαρχος. Το 208 π.Χ. αναγορεύτηκε στρατηγός. Καταρχάς νίκησε και φόνευσε ο ίδιος το 207 π.Χ. περί την Μαντίνεια, τον τύραννο της Σπάρτης Μαχανίδα που λεηλατούσε τις πόλεις της συμπολιτείας ως σύμμαχος των Αιτωλών. Αυτόν διαδέχθηκε ο Νάβις, που αποδείχθηκε χειρότερος εχθρός, σε συμμαχία με τους πειρατές της Κρήτης, οχύρωσε την Σπάρτη και την κατέστησε ορμητήριο ληστρικών επιδρομών για τα επόμενα δεκαπέντε χρόνια. Το 197 π.Χ. οι Ρωμαίοι κατατροπώνουν τον Μακεδόνα βασιλιά Φίλιππο, ενώ το Τίτος Φλαμινίνος το 196 π.Χ. κατήλθε στην Κόρινθο όταν τελούνταν τα Ίσθμια και ανακήρυξε ότι παραμένουν ελεύθεροι, αφρούρητοι, αφορολόγητοι, και διοικούμενοι κατά τους πατρίους τους νόμους οι Κορίνθιοι, οι Φωκείς, οι Λοκροί, οι Ευβοείς, οι Αχαιοί της Φθιώτιδος, οι Μάγνητες, οι Θεσσαλοί και οι Περραιβοί. Οι Αιτωλοί, οι Αχαιοί, οι Αθηναίοι και οι Σπαρτιάτες δεν περιλήφθηκαν στην διακήρυξη γιατί δεν υπόκεινταν στην μακεδονική δυναστεία.

Το 191 π.Χ. ο Νάβις επιχείρησε να καταλάβει παράλιες λακωνικές πόλεις, αλλά ηττήθηκε από το Φιλοποίμενα και θέλοντας να ζητήσει τη συνδρομή των Αιτωλών έχασε τη ζωή του, γιατί οι τελευταίοι επιδίωξαν να γίνουν κύριοι της Σπάρτης. Τελικά οι Σπαρτιάτες κατόρθωσαν να εκδιώξουν τους Αιτωλοί|Αιτωλούς και να συνταχθούν οικειοθελώς στην Αχαϊκή Συμπολιτεία. Ταυτόχρονα, οι Ρωμαίοι παρέδωσαν στην συμπολιτεία τους Μεσσήνιους και τους Ηλείους, γιατί διατέλεσαν σύμμαχοι των Αιτωλών και του Αντιόχου. Έτσι το 190 π.Χ. η Αχαϊκή Συμπολιτεία περιλάμβανε ολόκληρη την Πελοπόννησο. Αλλά σύντομα με την εμπλοκή των Ρωμαίων, παρουσιάστηκαν διαλυτικές τάσεις. Αρχικά Μεσσήνιοι και Σπαρτιάτες, αποτάθηκαν στη Ρώμη για να χωριστούν από τη συμπολιτεία. Οι Αχαιοί το 183 π.Χ. απέστειλαν άμεσα τον Φιλοποίμενα για να επαναφέρει τη Μεσσήνη στην συμπολιτεία. Αυτός απέκρουσε τους αποστάτες, αλλά αιχμαλωτίστηκε και εκτελέστηκε. Ο επόμενος στρατηγός Λυκόρτας ο Μεγαλοπολίτης, πατέρας του ιστορικού Πολύβιου, νίκησε τους Μεσσήνιους τιμώρησε τους αιτίους του φόνου και τους επανέφερε στη συμπολιτεία.

Σύγκρουση με τη Ρώμη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την Γ’ Μακεδονικό Πόλεμο (171 - 168 π.Χ.), οι Ρωμαίοι παρέλαβαν ομήρους από την Αχαϊκή Συμπολιτεία όπως και από άλλες ελληνικές περιοχές (Αιτωλία, Ακαρνανία και Βοιωτία), κατά βάση τους άριστους των πόλεων με την ψευδή κατηγορία ότι ήταν οπαδοί του Μακεδόνα βασιλιά Περσέα, στην ουσία για να διασφαλίσουν την καλή συμπεριφορά απέναντι στη Ρώμη. Από την Αχαϊκή Συμπολιτεία με την υπόδειξη του στρατηγού Καλλικράτη του Λεοντιέος, 1000 εκλεκτοί πολίτες κρατήθηκαν στη Ρώμη με την κατηγορία της συνεργασίας με τον Περσέα, ανάμεσα τους ο ιστορικός Πολύβιος και οι επίσης Μεγαλοπολίτες μετέπειτα στρατηγοί Κριτόλαος και Δίαιος. Μόλις μετά από 17 έτη, το 151 π.Χ. επέστρεψαν οι 300 περίπου εν ζωή τότε Αχαιοί όμηροι στην πατρίδα τους.

Το 150 π.Χ. στρατηγός αναδείχθηκε ο Δίαιος, ο οποίος κατηγορήθηκε ότι δωροδοκήθηκε από τον προηγούμενο στρατηγό Μεναλκίδα με 3 τάλαντα, για να τον σώσει από την κατηγορία ότι θέλησε να αποσπάσει την Σπάρτη από την συμπολιτεία. Η υπόθεση υποβάλλεται στη ρωμαϊκή βουλή, αλλά ο στρατηγός Δαμόκριτος, ένας από τους 300, επιτίθεται αστραπιαία κατά της Σπάρτης και την επαναφέρει στη συμμαχία. Ταυτόχρονα, μεσολαβεί και η εξέγερση του Ανδρίσκου στη Μακεδονία (150-148 π.Χ.) με συνέπεια ρωμαϊκά στρατεύματα υπό τον Μέτελλο να βρίσκονται στην Ελλάδα. Το 147 π.Χ. διαδέχεται τον Δαμόκριτο ο Δίαιος και σε σύνοδο της συμπολιτείας στην Κόρινθο προσέρχεται ο πρέσβης Αυρήλιος Ορέστης που αξιώνει για λογαριασμό της Ρώμης, ότι είναι δίκαιο όχι μόνο η Σπάρτη, αλλά και η Κόρινθος, το Άργος, η Ηράκλεια προς Οίτη και ο αρκαδικός Ορχομενός να αποσπαστούν από την συμπολιτεία. Οι πρέσβεις περιυβρίστηκαν για αυτήν τους την απαίτηση από τους εξοργισμένους συνέδρους, ενώ άκαρπη απήλθε και μία επόμενη πρεσβεία από τη Ρώμη. Ταυτόχρονα, ο νέος στρατηγός Κριτόλαος, επίσης ένας των 300 ομήρων, παρασκευάστηκε εντός του 146 π.Χ. και κήρυξε πόλεμο κατά της Σπάρτης, με συμμάχους τους Βοιωτούς και τους Χαλκιδαίους. Πολιορκώντας την Ηράκλεια, που είχε αμέσως αποστατήσει μετά την διακήρυξη του Ορέστη. Ο Μέτελλος που κατήλθε χωρίς να περιμένει ενιχύσεις συνέτριψε τον απροετοίμαστο στρατό του Κριτόλαου στη μάχη της Σκάρφειας, ενώ ακολούθησε και η ήττα από στην Λευκόπετρα της Κορίνθου του επόμενου στρατηγού Δίαιου από τον Λεύκιο Μόμμιο, η καταστροφή της Κορίνθου που έμεινε έρημη για εκατό περίπου χρόνια και η διάλυση της Αχαϊκής Συμπολιτείας.

Ρωμαϊκή περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την καταστροφή της Κορίνθου, ο Μόμμιος διέταξε την καταστροφή των τειχών των πόλεων που συμμετείχαν στον πόλεμο, τον αφοπλισμό των κατοίκων, τη διάλυση των συνεδρίων των Αχαιών, των Φωκέων και των Βοιωτών, την κατάλυση των δημοκρατικών πολιτευμάτων εισάγωντας την τιμοκρατία, απαγόρευσε την έγκτησιν και καταδίκασε τους Βοιωτούς και τους Χαλκιδείς να πληρώσουν στην Ηράκλεια 100 τάλαντα και τους Αχαιούς στην Σπάρτη 200, επιβάλλοντας ταυτόχρονα στις πόλεις που μετείχαν στον πόλεμο και ετήσιο φόρο στη Ρώμη. Ο φόρος αυτός φαίνεται να καταργήθηκε με παρέμβαση του Πολυβίου. Η περιοχή της συμπολιτείας εξακολουθούσε να έχει μία τυπική αυτονομία υπό την επικυριαρχία της Ρώμης για κάποιο διάστημα, ενώ μετατράπηκε στην ρωμαϊκή επαρχία της Αχαΐας επί Αυγούστου.

Το αρχικό όνομα κοινόν των Αχαιών (Αχαϊκής Συμπολιτείας), συνεχίζει να υπάρχει και σε επιγραφές μεταγενέστερες της διάλυσης της συμπολιτείας. Περίπου το 120 π.Χ. Αχαιοί πόλεων της Πελοποννήσου, αφιερώνουν τιμητική επιγραφή[1] στον Δία της Ολυμπίας, μετά από την εκστρατεία τους υπό υπό τον Γναίο Δομέτιο (Gnaeus Domitius) κατά των Γαλατών, στην πέρα των Άλπεων Γαλατία. Ενώ σε άλλη επιγραφή[2] από την Αθήνα, το 221-222 μ.Χ. το κοινόν των Αχαιών, όταν στρατηγός ήταν ο Εγνάτιος Βράχυλλος, αποφάσισε να αποστείλει μια πρεσβεία στον αυτοκράτορα Καρακάλλα.

Στρατός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πελταστής με ελαφρύ οπλισμό.

Αρχικά ο στρατός της Αχαϊκής Συμπολιτείας ήταν κυρίως στρατός παραδοσιακών οπλιτών. Γύρω στο 270 π.Χ., όπως και στην υπόλοιπη Ελλάδα, οι οπλιτικοί στρατοί έχουν ήδη μετασχηματιστεί σε έναν νέο τύπο στρατευμάτων, με ελαφρύτερο εξοπλισμό. Στην μεταρρύθμιση του στρατού των Αχαιών σημαντική θέση είχε το σώμα των θυρεοφόρων. Οι θυρεοφόροι της Αχαϊκής Συμπολιτείας ήταν ένας σχηματισμός μείξης του οπλισμού πελταστών και οπλιτών. Έφεραν τον θυρεό (είδος ασπίδας, κελτικής μάλλον προέλευσης που χρησιμοποιούσαν οι Θράκες και οι Ιλλυριοί), σιδερένιο ή χάλκινο κράνος μακεδονικού τύπου, μακρύ δόρυ, ακόντια και ξίφος. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο οι θυρεοφόροι ήταν ικανοί σε μάχη από σχετική απόσταση, αλλά σε μάχη σε παράταξη ήταν ιδιαίτερα αναποτελεσματικοί. Σε αυτό το είδος συγκρούσεων διακρίθηκε ο στρατηγός Άρατος, ο οποίος λόγω της σχεδόν αποκλειστικής χρήσης των θυρεοφόρων γνώρισε αρκετές ήττες σε συγκρούσεις σε ανοικτά πεδία. Η Αχαϊκή Συμπολιτεία το 217 π.Χ. διατηρούσε μια μόνιμη μισθοφορική δύναμη 8,000 πεζών και 500 ιππέων, ενώ η στρατιωτική δύναμη των πολιτών της ήταν 3,000 οπλίτες και 300 ιππείς. Από τους οποίους οι μεγαλύτερες πόλεις Άργος και Μεγαλόπολη συνεισέφεραν με 500 πεζούς και 50 ιππείς η καθεμία. Κατά τον Πολύβιο, επίσης αναφέρεται ότι ο Άρατος πήρε μια αντίστοιχη δύναμη 500 πεζών και 50 ιππέων από τους Μεσσήνιους κατά τη σύγκρουση της Συμπολιτείας με τη Σπάρτη. Οι πολίτες που στρατεύονταν πέρα από τους θυρεοφόρους, υπηρετούσαν και ως τοξότες και σφενδονητές, ενώ υπάρχει αναφορά και για την ύπαρξη των χαλκάσπιδων που είχαν βαρύτερο οπλισμό. Το σώμα αυτό καθιερώθηκε από τον Αντίγονο Δώσωνα πριν την Μάχη της Σελλασίας το 222 π.Χ. που εξόπλισε επιλεγμένους κατοίκους της Μεγαλόπολη με χάλκινες ασπίδες και μακεδονική σάρισα.

Ωστόσο, οι σημαντικότερη μεταρρύθμιση στον στρατό της Αχαϊκής Συμπολιτείας πραγματοποιήθηκε από τον στρατηγό Φιλοποίμενα το 208 π.Χ. που χάρη και στην υποστήριξη και την επιρροή του Φιλίππου Ε’ της Μακεδονίας αντικατάστησε ολοκληρωτικά τον παλαιότερο εξοπλισμό και τρόπο πολέμου των Αχαιών με τον Μακεδονικό. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο ο Φιλοποίμενας έπεισε τους συμπολίτες του να υιοθετήσουν το μακρύτερο δόρυ (σάρισα), την βαριά ασπίδα και να προστατεύουν το σώμα τους με κράνη, θώρακα και περικνημίδες, καθώς και να πολεμούν σε παράταξη αντί να κινούνται σαν ελαφρύ πεζικό. Για κάποιες από τις πόλεις, όπως σίγουρα τη Μεγαλόπολη οι μεταρρυθμίσεις αυτές δεν ήταν κάτι νέο. Στην συνέχεια ο Φιλοποίμενας ξόδευσε 8 από τους μήνες της θητείας του ως στρατηγός περιοδεύοντας τις πόλεις της Συμπολιτείας και εκπαιδεύοντας τους πολίτες στις νέες στρατιωτικές τακτικές. Στη μάχη της Μαντίνειας εναντίον των Σπαρτιατών η φάλαγγα Αχαιών ήταν τοποθετημένη κατά τάξεις μεταξύ ελαφρών πεζών για να αυξηθεί η ευελιξία της. Η αναδιοργάνωση του Φιλοποίμενα αφορούσε και το ιππικό της Συμπολιτείας που στρατολογούνταν από τις πλουσιότερες και αριστοκρατικές τάξεις των πόλεων. Αυτό αποτελούνταν από λόχους των 8 ανδρών, που ομαδοποιούνταν με τη σειρά τους σε διλοχίες με σχηματισμό 16 ιππέων και ούτω καθεξής. Οι στρατιωτικές μεταρρυθμίσεις του Φιλοποίμενα έπαιξαν σημαντικό ρόλο στις στρατιωτικές επιτυχίες και την επέκταση της Συμπολιτείας. Όμως τις επόμενες δεκαετίες, κυρίως κατά την εποχή της σύγκρουσης με τη Ρώμη, η αριθμητική δύναμη και οι δυνατότητες του στρατού της είχαν μειωθεί σημαντικά. Περιλάμβανε αρκετούς μισθοφόρους κυρίως Κρήτες και Θράκες, ενώ στην τελευταία μάχη που έδωσε χρειάστηκε η απελευθέρωση 12,000 δούλων για να καλυφθούν οι ελλείψεις σε άνδρες.

Μάχες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στρατηγοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Συλλογικό έργο, Νέα Εγκυκλοπαιδεία, εκδ. Μαλλιάρης-Παιδεία, 2006, τ. 4, σελ. 428.
  • Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου, Ιστορία του Ελληνικού έθνους, από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς, έκδοσις Δευτέρα επιθεωρηθείσα, εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου των καταστημάτων Ανέστη Κωνσταντινίδου, 1886. Βιβλίο 7ο, Κεφάλαιον Γ’

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]