Αρχαία Ήπειρος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Χάρτης της Ηπείρου. Με πορτοκαλί σημειώνονται τα σύνορα της περιοχής, ενώ με μαύρο τα σύγχρονα σύνορα κρατών. Με κόκκινο σημειώνονται τα αρχαία ονόματα πόλεων.
Οι Βασιλείς της Ηπείρου και οι συγγενικές σχέσεις
Τετράδραχμο της Ηπείρου. 2ος - 1ος αι. π.Χ.

Η λέξη Ήπειρος ετυμολογικώς προέρχεται από τη δωρική έκφραση "ΑΠΕΙΡΟΣ ΧΩΡΑ" [1],[2]. Η λέξη ΑΠΕΙΡΩΤΑΝ που αναγράφεται στα αρχαία νομίσματα είναι η δωρική γενική των Ηπειρωτών. Η Ήπειρος κατά την Αρχαιότητα εκτεινόταν από τη σημερινή Πρέβεζα νοτίως έως την Εγνατία ρωμαϊκή οδό, δηλαδή τον ποταμό Σκούμπιν, γνωστό στην αρχαιότητα ως Γενούσο, που περνάει από το Ελμπασάν της Αλβανίας. Αυτό προκύπτει από κείμενο του γεωγράφου Στράβωνα [3] H Αρχαία Ήπειρος αποτέλεσε υπολογίσιμο κράτος που κατείχε κατά κύριο λόγο την ευρύτερη περιοχή της σύγχρονης Ηπείρου, καθώς και Βόρειας Ηπείρου. Οι τρεις βασικές φυλές που κατοίκησαν την περιοχή ήταν οι Χάονες στα βορειοδυτικά, οι Μολοσσοί στο κέντρο και οι Θεσπρωτοί στο νότο. Διακεκριμένη βασιλική οικογένεια που εμφανίστηκε κατά την ύστερη κλασική εποχή ήταν οι Αιακίδες, από τη φυλή των Μολοσσών. Μέλος της ήταν και ο διάσημος βασιλιάς που είναι γνωστός ως Πύρρος της Ηπείρου, ο επονομαζόμενος "Αετός της Ηπείρου". Κατά την ελληνιστική περίοδο η μορφή διακυβέρνησης μετατράπηκε σε δημοκρατία, μέχρι την κατάληψη της περιοχής από τους Ρωμαίους. Διάσημες αρχαίες πόλεις της Βόρειας Ηπείρου (έδαφος σημερινής Αλβανίας) ήταν η Απολλωνία, η Φοινίκη, η Επίδαμνος, και το Βουθρωτόν.

Διάσημες αρχαίες πόλεις της Νότιας Ηπείρου (έδαφος σημερινής Ελλάδος) ήταν (σε σημερινή γεωγραφική ταξινόμηση):

Ιστορικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Απαρχές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ανασκαφές του 20ού αιώνα απέδειξαν ότι ανθρώπινα όντα Homo Sapiens κατοικούν στην Ήπειρο από το 200.000 πΧ. Αυτό προκύπτει από τα ευρήματα των καθηγητών Eric Higgs της Οξφόρδης και Σωτήριου Δάκαρη στο Σπήλαιο Ασπροχάλικο ή Βραχοσκεπή Ασπροχάλικου Πρέβεζας, και στην Καστρίτσα της Λίμνης Ιωαννίνων, όπως και στον Κοκκινοπηλό Πρέβεζας την εποχή 1962-1965 [2]. Από την οπτική γωνία των Ελλήνων της κλασικής εποχής, στα βορειοδυτικά τους κατοικούσαν φυλές βαρβάρων, οι οποίοι συχνά αντιμετωπίζονταν με περιφρόνηση. Οι γραπτές αναφορές της εποχής είναι αρκετά συγκεχυμένες ως προς το ποια φύλα πρέπει να θεωρηθούν Έλληνες, Ηπειρώτες ή Ιλλυριοί. Δυσκολίες προβάλλει επίσης το γεγονός ότι τα φύλα αυτά δεν άφησαν γραπτές μαρτυρίες. Τον 5ο αιώνα π.Χ. ο Αθηναίος ιστορικός Θουκυδίδης τους χαρακτηρίζει βαρβάρους, ομοίως και ο Στράβων.[5] Όμως οι Απολλόδωρος, Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς, Φροντίνος, Παυσανίας,[6] Πτολεμαίος και Ευτρόπιος [7] τους χαρακτηρίζουν ως Έλληνες. Η περιοχή πάντως ήταν ιδιαίτερης θρησκευτικής σημασίας για τον αρχαίο ελληνικό κόσμο, λόγω της παρουσίας του Μαντείου της Δωδώνης, του δεύτερου σημαντικότερου μετά από αυτό των Δελφών. Ο Πλούταρχος σημειώνει και το εξής ενδιαφέρον στοιχείο: Στη βιογραφία του βασιλιά Πύρρου, υποστηρίζει ότι ο Αχιλλέας λατρευόταν ως θεός στην Ήπειρο και στην τοπική διάλεκτο ονομαζόταν «Ασπετός» (δηλαδή αμίλητος, μη προσεγγίσιμος στην ομηρική γλώσσα). Σε αντίθεση με τα υπόλοιπα ελληνικά φύλα που διαμορφώθηκαν στα πρότυπα της πόλης-κράτους, όπως η Αθήνα, η Σπάρτη και η Κόρινθος, οι Ηπειρώτες ζούσαν σε μικρά χωριά. Ορισμένες φυλές είχαν βασιλείς κάτι που δεν ήταν συνηθισμένο την εποχή εκείνη. Η περιοχή βρίσκονταν στο άκρο του ελληνικού κόσμου και συχνά οι ηπειρώτικες φυλές είχαν να αντιμετωπίσουν εισβολείς από τον Βορρά.

Ακμή του Βασιλείου της Ηπείρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όπως και η Μακεδονία, η Ήπειρος έγινε ενιαίο βασίλειο στη διάρκεια του 4ου αιώνα. Η φυλή των Μολοσσών ένωσε τις δυνάμεις της με τους Θεσπρωτούς και τους Χάονες, με αποτέλεσμα την ανάπτυξη ενός ισχυρού κράτους με δικό του βασιλιά, αξιωματούχους, νόμισμα, αυλή, συμβούλιο απεσταλμένων των φυλών και στενές σχέσεις με το γειτονικό μακεδονικό βασίλειο. Με μακεδονική υποστήριξη οι ενωμένοι πλέον Ηπειρώτες κατέλαβαν άλλες πόλεις στα δυτικά, αποκτώντας πρόσβαση στη θάλασσα. Η δυναστεία των Μολοσσών, γνωστή και ως Αιακίδες, ήταν πλέον σαφώς εξελληνισμένη. Διεκδικούσε μάλιστα καταγωγή από τον Αχιλλέα. Με τον τρόπο αυτό η Ήπειρος ενώθηκε σε ενιαία πολιτική οντότητα το 370 π.Χ. Το 359 π.Χ. η Μολοσσή πριγκίπισσα Ολυμπιάδα, ανιψιά του βασιλιά Αρύββα της Ηπείρου, παντρεύτηκε τον βασιλιά Φίλιππο Β' της Μακεδονίας. Το ζευγάρι έφερε στον κόσμο τον Αλέξανδρο τον Μέγα. Ο αδελφός της Ολυμπιάδας, βασιλιάς της Ηπείρου Αλέξανδρος Α', σύγχρονος του Μακεδόνα στρατηλάτη, διοικούσε έναν εξαίρετο στρατό και μάλιστα κλήθηκε να υποστηρίξει τις ελληνικές αποικίες στη Μεγάλη Ελλάδα (Νότια Ιταλία). Αποδυνάμωσε τις τοπικές ιταλικές φυλές, ωστόσο έχασε τη ζωή του σε μια μάχη. Από το γεγονός αυτό επωφελήθηκαν τελικά οι Ρωμαίοι, οι οποίοι επικράτησαν έναντι των άλλων ιταλικών φύλων και άρχισαν να ενοποιούν ολόκληρη τη χερσόννησο. Τον Αλέξανδρο Α', διαδέχτηκε ο Αιακίδης, τον οποίο όμως εκθρόνισε ο Κάσσανδρος (υπεύθυνος για το θάνατο της Ολυμπιάδας και του μοναχογιού του Μεγάλου Αλεξάνδρου). Μετά από διάφορες περιπέτειες, στο θρόνο ανέβηκε ο γιος του Αιακίδη, ο Πύρρος, ο οποίος ήταν εξαίρετος στρατιωτικός. Φιλοδόξησε να ιδρύσει στη Δύση ένα βασίλειο ανάλογο με αυτό του Αλεξάνδρου στην Ανατολή. Για έξι έτη πολέμησε εναντίον των Ρωμαίων στη Νότια Ιταλία και τη Σικελία, κάνοντας την Ήπειρο, προσωρινά, ισχυρή δύναμη στον τότε γνωστό κόσμο. Μετά την αποτυχία του κατέκτησε τη Μακεδονία, την οποία μοιράστηκε με το βασιλιά της Θράκης, Λυσίμαχο. Κινούμενος εναντίον της Νότιας Ελλάδας, βρήκε το θάνατο στο Άργος το 272 π.Χ., πολεμώντας ενάντια στον Αντίγονο Β' Γονατά. Οι απόγονοί του συνέχισαν να κυβερνούν για μισό αιώνα ακόμη την Ήπειρο, με τη δυναστεία των Αιακιδών να τελειώνει με το θάνατο της βασίλισσας Δηιδάμειας, περίπου το 233 π.Χ.

Δημοκρατική περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον 3ο αιώνα π.Χ. η Ήπειρος παρέμεινε υπολογίσιμη, ενωμένη υπό το Κοινό των Ηπειρωτών ως ομόσπονδο κράτος με το δικό της κοινό αντιπροσώπων (ή «Συνέδριο» όπως αναφέρονταν). Όμως βρέθηκε στο επίκεντρο των Μακεδονικών Πολέμων, συγκρούσεων μεταξύ της Μακεδονίας και της ανερχόμενης δύναμης της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας. Το Κοινό των Ηπειρωτών παρέμεινε ουδέτερο στη διαμάχη αυτή, όμως στον Γ' Μακεδονικό Πόλεμο (172-168 π.Χ.) οι Μολοσσοί πήραν το μέρος των Μακεδόνων, ενώ οι Χάονες και οι Θεσπρωτοί το μέρος των Ρωμαίων. Οι συνέπειες ήταν καταστροφικές για την Ήπειρο, οι Μολοσσοί υποτάχθηκαν το 167 π.Χ. και 150.000 κάτοικοι πάρθηκαν σκλάβοι. Η περιοχή λεηλατήθηκε τόσο έντονα από τους Ρωμαίους, που έπρεπε να περάσουν 500 χρόνια για να επανακάμψει και πάλι.

Ρωμαϊκή κατάκτηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με τη ρωμαϊκή κατάκτηση του 168 π.Χ. από τις λεγεώνες του ύπατου Αιμιλίου Παύλου, έπαψε και η ανεξαρτησία της Ηπείρου. Το 146 π.Χ. προσαρτήθηκε οριστικά με το όνομα «Παλαιά Ήπειρος» (λατινικά: Epirus Vetus). Η παράκτια περιοχή γνώρισε σχετική εμπορική άνθιση, ενώ η κατασκευή της Εγνατίας Οδού, έδωσε περαιτέρω ώθηση στην εμπορική και οικονομική δραστηριότητα.

Το αρχαίο νόμισμα της Ηπείρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το βασίλειο της Ηπείρου είχε κόψει νόμισμα, και μερικά αρχαία κέρματα έχουν διασωθεί.[8]

  • Το αργυρό Κερκυραίικο τετράδραχμο της Ηπείρου του 2ου-1ου αι. π.Χ. απεικονίζει της κεφαλές του Δωδώνιου Δία και της Διώνης. Ο Δίας είναι στεφανωμένος με φύλλα βελανιδιάς, ενώ η Διώνη φοράει πέπλο και χιτώνα. Το νόμισμα φέρει επιγραφή με τον αριθμό 71. Η πίσω όψη που φέρει την επιγραφή ΑΠΕΙ | ΡΩΤΑΝ στο δεξιό άκρο και απεικονίζει έναν ταύρο που χυμάει και ένα ρόπαλο με την λαβή στα αριστερά, έχει γύρω γύρω ένα στεφάνι από φύλλα βελανιδιάς. Το κέρμα έχει διάμετρο 28,5 χιλ. και ζυγίζει 9,77 γραμ..[8]

Κατάλογος βασιλέων της Ηπείρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο παρακάτω κατάλογος περιλαμβάνει όλους τους ηγεμόνες του ενιαίου βασιλείου μέχρι την κατάληψη του από τη Ρωμαϊκή Δημοκρατία. Στις παρενθέσεις περιλαμβάνεται η περίοδος βασιλείας του κάθε προσώπου.[9]

Σημειώσεις-Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Η Ιστορία της Ηπείρου, εκδόσεις Δωδώνη, 1982
  2. 2,0 2,1 2,2 Χαράλαμπος Γκούβας: Η Ιστορία του Νομού Πρέβεζας, έκδοση 2009, ISBN 978-960-87328-2-7
  3. Στράβων: "Ταύτην δε την οδόν Εγνατίαν (…) εν δεξιά μεν εστί τα ηπειρωτικά έθνη",Γεωγραφικά
  4. Εκδοτική Αθηνών: Ηπειρος, έκδοση 2009
  5. Στράβων, Γεωγραφία, Βιβλίο VII, 7, 1 [1]
  6. Παυσανίας, Περιγραφή της Ελλάδας, 1.11.7-1.12.2 (μετάφραση Jones) στο Theoi Project [2]
  7. Ευτρόπιος, Επιτομή της Ρωμαϊκής Ιστορίας (Historiae Romanae Breviarium) Βιβλίο 2, XI, XIII στο Tertullian [3]
  8. 8,0 8,1 John Ward (1832-1912) και Sir George Francis Hill (1867-1948), επιμ. (1902) (στα Αγγλικά). Greek coins and their parent cities. Λονδίνο: Murray. http://www.archive.org/details/greekcoinstheirp00warduoft. Ανακτήθηκε στις 12 Οκτωβρίου 2009. 
  9. Οι ημερομηνίες ποικίλουν από πηγή σε πηγή. Εδώ η υιοθετείεται η εξής εκδοχή.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Ιστορία της Ηπείρου της Ελληνικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).