Γερμανικά φύλα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Αρχαίοι Γερμανοί πολεμιστές από τη σειρά χαλκογραφιών Germania Antiqua - Φίλιπ Κλίβερ, 1616.

Γερμανικά φύλα ή γερμανικοί λαοί ονομάζεται μια ομάδα αρχαίων φύλων της Βόρειας Ευρώπης, τα οποία μιλούσαν γλώσσες που προέρχονταν από μια εικαζόμενη κοινή πρωτογλώσσα, την πρωτογερμανική, και κατάγονταν από την ευρύτερη Σκανδιναβία (κυρίως τις νότιες ακτές της Σκανδιναβικής Χερσονήσου και τη Γιουτλάνδη). Δεν πρέπει να συγχέονται με τους σύγχρονους Γερμανούς, οι οποίοι είναι ένας μόνο από τους λαούς που κατάγονται από γερμανικά φύλα.

Αν και η προϊστορία τους ξεκινά πολύ νωρίτερα, τα γερμανικά φύλα εισήλθαν στον τότε γνωστό κόσμο μόλις τον 1ο αιώνα π.Χ. και έγιναν η δύναμη που τον μεταμόρφωσε ριζικά. Για περίπου έξι αιώνες, οι αλλεπάλληλες μεταναστεύσεις κι επιδρομές τους προκαλούσαν τεράστια προβλήματα στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, θέτοντας σε δοκιμασία τόσο την εδαφική όσο και την πολιτική ενότητά της. Τελικά το ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας, αυτό που σήμερα ονομάζουμε βυζαντινό, κατάφερε να επιβιώσει, σε αντίθεση με το δυτικό τμήμα που οδηγήθηκε σε κατάρρευση - ή κατ' άλλους «εκγερμανισμό».

Ιστορική διαδρομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συμβατικά η ιστορική διαδρομή των γερμανικών φύλων διαιρείται σε πέντε φάσεις, δύο προϊστορικές και τρεις ιστορικές, οι οποίες καλύπτουν συνολικά μια περίοδο από τα μέσα της 2ης χιλιετίας π.Χ. μέχρι τον πρώιμο Μεσαίωνα. Τα χρονικά όρια κάθε φάσης δεν είναι απόλυτα, ούτε μπορούν να εφαρμοστούν με ομοιόμορφο τρόπο για όλα τα φύλα.

Προϊστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βόρεια Εποχή του Χαλκού (17ος - 6ος αιώνας π.Χ.)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχαιολογικά ευρήματα συνηγορούν στην ύπαρξη από το 1700 π.Χ. ενός σχετικά ομοιόμορφου υλικού πολιτισμού γύρω από το σημείο που η Βόρεια Θάλασσα συναντά τη Βαλτική, σε μια επικράτεια που περιελάμβανε τις νότιες ακτές της σημερινής Νορβηγίας και Σουηδίας, ολόκληρη τη Δανία και μικρό τμήμα της βόρειας Γερμανίας. Οι φυλές αυτού του πολιτισμού μιλούσαν συγγενικές διαλέκτους της πρωτοϊνδοευρωπαϊκής γλώσσας, από τις οποίες με το πέρασμα του χρόνου προέκυψε η πρωτογερμανική, χάρη σε μια σειρά αλλαγών που αποκαλούνται νόμος του Γκριμ.

Σε αντίθεση με τις μέρες μας, καθ' όλη τη 2η χιλιετία π.Χ. το κλίμα στην περιοχή ήταν ήπιο, παρόμοιο με το σημερινό της βόρειας Γαλλίας. Αυτό επέτρεψε ανάπτυξη της γεωργίας (ευδοκιμούσαν ακόμα και σταφύλια), η οποία οδήγησε σε αύξηση του πληθυσμού. Παράλληλα ανέπτυξαν το εμπόριό τους και κάποιες φυλές ξεκίνησαν να μετακινούνται νοτιότερα. Η μετακίνηση έλαβε χαρακτηριστικά μαζικής μετανάστευσης μεταξύ 850 - 650 π.Χ. εξαιτίας δύο ραγδαίων επιδεινώσεων του κλίματος που αντικατοπτρίζονται εύγλωττα στο μύθο-προφητεία του Μεγάλου Χειμώνα (Fimbulvetr): Χιόνι θα πέφτει ασταμάτητα από παντού επί τρία χρόνια, δεν θα υπάρχει καλοκαίρι, τα αδέλφια θα σκοτώνονται μεταξύ τους.

Η επέκταση του γερμανικού κόσμου:
   Οικισμοί προ 750 π.Χ.
   Νέοι οικισμοί έως 1 μ.Χ.
   Νέοι οικισμοί έως 100 μ.Χ.
   Νέοι οικισμοί μετά το 100 μ.Χ.

Τα ηττημένα ή πιο τολμηρά «αδέλφια» αυτής της ιστορίας αναζήτησαν γη νοτιότερα, από το Μέσο Έλβα μέχρι ανατολικά του Όντερ. Στις νέες πατρίδες ήλθαν σε επαφή με τους Κέλτες του Πολιτισμού Χάλστατ που ακολουθούσε την αντίστροφη πορεία επέκτασης, από την Κεντρική Ευρώπη προς τη Βόρεια. Κατ' αυτόν τον τρόπο, οι τελευταίοι αιώνες της Βόρειας Εποχής του Χαλκού χαρακτηρίζονται από τη γέννηση στο νότο ενός νέου και διακριτού υλικού πολιτισμού υπό κελτική επίδραση, του καλούμενου Γιάστορφ. Αντίθετα, το βόρειο κομμάτι παρήκμαζε - οι αρχαιολόγοι αποκαλούν αυτήν την περίοδο της Σκανδιναβίας εποχή χωρίς ευρήματα (Findless Age), λόγω της σχεδόν παντελούς απουσίας αξιόλογων ευρημάτων.

Προ-Ρωμαϊκή Εποχή του Σιδήρου (5ος - 1ος αιώνας π.Χ.)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ρόλος του Πολιτισμού Γιάστορφ υπήρξε κομβικός. Χάρη στη διαρκή - αν και όχι πάντα ειρηνική - επαφή με τους πιο εξελιγμένους Χάλστατ και Λα Τεν, υπήρξε το τμήμα εκείνο του γερμανικού κόσμου που πρώτο ενσωμάτωνε στοιχεία του πολιτισμού και της τεχνογνωσίας των Κελτών, για να τα μεταδώσει εν συνεχεία στο βορρά.

Ίσως το σημαντικότερο όλων ήταν η εκμάθηση της εξαγωγής σιδήρου από τυρφώνες και της επεξεργασίας του, επιτρέποντας την κατασκευή καλύτερων όπλων και εργαλείων. Δεν μπήκαν όλα τα γερμανικά φύλα ταυτόχρονα στην Εποχή του Σιδήρου και η συμβατική έναρξή της τον 5ο αι. π.Χ. αποτελεί μάλλον το μέσο όρο: Όσα συμμετείχαν στον Πολιτισμό Γιάστορφ, ιδίως αυτά δυτικά του Έλβα, κατείχαν τη σχετική τεχνογνωσία ήδη από τα τέλη 7ου - αρχές 6ου, ενώ στη Σκανδιναβία έφτασε πολύ αργότερα. Ο χαλκός συνέχισε να χρησιμοποιείται, αλλά κυρίως για διακοσμητικούς σκοπούς.

Παράλληλα συνεχίζονταν οι μεταναστεύσεις πολλών φύλων. Έως τα τέλη της Προ-Ρωμαϊκής Εποχής του Σιδήρου, ολόκληρη η παραλιακή ζώνη από το Ρήνο μέχρι το Βιστούλα μαζί με μια ενδοχώρα εκατοντάδων χιλιομέτρων, είχε γίνει γερμανική. Κάποιες τις παραπάνω περιοχές κατοικήθηκαν για πρώτη φορά, συνήθως όμως η γερμανική κυριαρχία εγκαθιδρυόταν εις βάρος των προηγούμενων κατοίκων - κυρίως Κελτών στη δύση, Σλάβων και Πομερανών στην ανατολή.

Πρώτες επαφές με τον ελληνορωμαϊκό κόσμο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ίσως ακούγεται εντυπωσιακό στις μέρες μας, αλλά μέχρι τα τέλη της συγκεκριμένης περιόδου, οι Έλληνες και Ρωμαίοι συγγραφείς έτρεφαν πλήρη άγνοια για το γερμανικό κόσμο.

Η γεωγραφία ήταν εγκλωβισμένη σε ένα μοντέλο με καταγωγή από την κλασική εποχή, σύμφωνα με το οποίο η ανθρωπότητα σταματούσε - από ΒΑ προς ΒΔ - περίπου στον Εύξεινο Πόντο (Σκύθες), το Δούναβη (Θράκες, Δάκες, Γέτες), την Ελβετία και τη Γαλατία (Κέλτες). Βορειότερα από αυτούς ήταν άδηλο εάν ζούσαν άνθρωποι - εδώ το κενό συμπληρωνόταν από τη μυθολογία που μιλούσε για Υπερβορείους, τέρατα ή κατοικίες θεών. Σε αυτό το κλίμα, αντιμετωπίζονταν επί μακρόν ως αποκυήματα φαντασίας οι διηγήσεις του Πυθέα, ενός Έλληνα εμπόρου από τη Μασσαλία που τον 4ο αι. π.Χ. είχε ταξιδεύσει στη Βόρεια Θάλασσα και πιθανά τη Βαλτική.

Έπρεπε να φτάσουν τα τέλη του 2ου αι. π.Χ., όταν κάποιοι «βάρβαροι» (επρόκειτο για Τεύτονες και Κίμβρους) διήλθαν την ορεινή Γαλατία και καταλεηλάτησαν τις ρωμαϊκές επαρχίες της Ιβηρικής, για να βεβαιωθεί ο ελληνορωμαϊκός κόσμος ότι στο βορρά υπάρχουν κάποιοι άγνωστοι λαοί. Χρειάστηκαν μερικές ακόμα δεκαετίες για να εγκαθιδρυθούν άμεσες επαφές: Ήταν στα μέσα του 1ου π.Χ. αιώνα, όταν ο (ακόμα ανθύπατος) Ιούλιος Καίσαρας υπέτασσε την κεντρική και βόρεια Γαλατία. Μόνο τότε κατάλαβαν οι Ρωμαίοι, πως στο Ρήνο υπήρχαν συμπαγείς πληθυσμοί που ούτε έμοιαζαν με Κέλτες, ούτε μιλούσαν κάποια κελτική διάλεκτο. Ο Καίσαρας είναι επίσης ο πρώτος που περιέγραψε τους ανθρώπους αυτούς, αφιερώνοντάς τους λίγες παραγράφους στα απομνημονεύματα των Γαλατικών Πολέμων.

    Οι συνήθειες των Γερμανών διαφέρουν πολύ απ' αυτές των Γαλατών, αφού δεν έχουν δρυΐδες για να προΐστανται των θρησκευτικών τελετών, ούτε πολυνοιάζονται για θυσίες. Για θεούς έχουν μόνο όσους βλέπουν με τα μάτια τους και επιζητούν την εύνοιά τους - τουτέστιν τον Ήλιο, τη Φωτιά και τη Σελήνη (...) Περνούν όλη τους τη ζωή στο κυνήγι και τον πόλεμο. Από παιδιά εκπαιδεύονται στην εργασία και τις κακουχίες (...) Οι φυλές αυτές θεωρούν μέγιστη δόξα, να ρημάζουν τις γειτονικές περιοχές και να τις κάνουν μη κατοικήσιμες. Πιστεύουν ότι έτσι αποδεικνύουν την αξία τους, με το να διώχνουν τους γείτονές τους και κανείς να μην τολμά να πατήσει εκεί. Επίσης πιστεύουν ότι μ' αυτόν τον τρόπο θα είναι πιο ασφαλείς, μιας και απομακρύνουν τον κίνδυνο ξαφνικών εισβολών.    

— Ιούλιος Καίσαρ, Commentarii de Bello Gallico, βιβλίο VI, παρ. 21-22