Ρωμαϊκό Βασίλειο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Το παρόν άρθρο αναφέρεται στην ομώνυμη χρονική περίοδο και συνεπώς σε ιστορικά και κοινωνικοπολιτικά στοιχεία. Για μια πληρέστερη άποψη του ρωμαϊκού πολιτισμού παρακαλείσθε να επισκεφτείτε το λήμμα «Αρχαία Ρώμη».

Ρωμαϊκό Βασίλειο
Regnum Romanum

753 - 510 π.Χ

LupaCapitolina.png

Albe planlatium.jpg

Τοποθεσία


Πρωτεύουσα Ρώμη

Γλώσσες Λατινικά

Θρησκεία Ρωμαϊκός παγανισμός

Νομοθεσία Ρωμαϊκή Σύγκλητος

Πολίτευμα Μοναρχία

Βασιλιάς
- 753-716 π.Χ Ρωμύλος
- 535-510 π.Χ Ταρκίνιος

Διάδοχο κράτος Ρωμαϊκή Δημοκρατία

Με τον όρο Ρωμαϊκό Βασίλειο (Λατινικά: Regnum Romanum) εννοείται η περίοδος εκείνη της αρχαίας ρωμαϊκής ιστορίας πριν από την ίδρυση της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας, κατά την οποία το πολίτευμα του κράτους ήταν η μοναρχία. Καμιά πληροφορία που είναι διαθέσιμη για τη συγκεκριμένη περίοδο δεν έχει απολύτως εξακριβωθεί, καθώς οι πηγές εντάσσονται σε μεταγενέστερες εποχές (δημοκρατική και αυτοκρατορική) και επιπροσθέτως συγχέουν τα ιστορικά γεγονότα με τον μύθο.[1] Σύμφωνα με την παράδοση η εποχή αυτή έχει ως έτος έναρξης το 753 π.Χ., μυθική ημερομηνία ίδρυσης της Ρώμης, και τελειώνει το 510/509 π.Χ., με την εκθρόνιση του εβδόμου και τελευταίου βασιλιά της πόλης.

Κατά την πρώιμη ρωμαϊκή ιστορία, κεφαλή του κράτους ήταν ο «Rex» (σημαίνει βασιλιάς), τον οποίο εξέλεγαν οι «patres», δηλαδή οι άρχουσες οικογένειες (εκτός από τον Ρωμύλο, τον ιδρυτή της πόλης), προκειμένου να κυβερνήσει την πόλη. Δεν υπάρχουν σωζόμενες αναφορές σχετικά με τα κριτήρια εκλογής των πρώτων τεσσάρων βασιλέων της Ρώμης, αν και για τους τρεις επόμενους υιοθετήθηκε μια γραμμή συγγενικής διαδοχής από την οικογένεια της μητέρας. Συνεπώς οι αρχαίοι ιστορικοί υιοθετούν την άποψη πως ο βασιλιάς επιλεγόταν βάσει της αρετής του. Όσο για τις εξουσίες που κατείχε, οι ιστορικές πηγές του αποδίδουν αρμοδιότητες ανάλογες με αυτές των υπάτων της δημοκρατικής περιόδου. Ορισμένοι μελετητές υποστηρίζουν πως η πραγματική εξουσία ανήκε στο λαό και πως ο βασιλιάς ήταν απλώς το εκτελεστικό όργανο, ενώ άλλοι αποδίδουν στον βασιλιά απόλυτη εξουσία, με τον λαό και την Σύγκλητο να περιορίζονται σε δευτερεύοντες ρόλους.

Υποθέτοντας πως όντως ίσχυαν οι εξουσίες τις οποίες η παράδοση αποδίδει στο πρόσωπο αυτό, αυτές θα ήταν: η εκτελεστική εξουσία, η διοίκηση του στρατού, η πρωτοκαθεδρία στη θρησκευτική ζωή, η νομοθετική και δικαστική εξουσία. Τέλος θεωρούνταν ο αντιπρόσωπος των Ρωμαίων απέναντι στους θεούς. Με την ιδιότητα αυτή επιβίωσε το αξίωμα μετά το πέρας της μοναρχίας, με τη μορφή του «rex sacrorum».

Προ-ρωμαϊκή Ιταλία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι λαοί που κατοικούσαν την ιταλική χερσόνησο πριν από την άνοδο της Ρώμης δεν συνδέονταν γενετικά ή γλωσσικά με σαφή τρόπο. Ορισμένοι μιλούσαν γλώσσες ιταλικές, άλλοι ήταν απόγονοι Ελλήνων αποίκων που διατηρούσαν την ελληνική τους ταυτότητα, ενώ άλλοι άνηκαν σε άλλα ινδοευρωπαϊκά παρακλάδια. Η κατηγοριοποίηση όλων αυτών των πληθυσμών είναι από δύσκολη έως αδύνατη λόγω έλλειψης αδιάψευστων στοιχείων. Ωστόσο, εξαιτίας της μεγάλης επιρροής των Ετρούσκων σε όλους τους άλλους λαούς της χερσονήσου, μπορούμε να μιλάμε για έναν «ετρουσκο-ιταλικό πολιτισμό». Η χερσόνησος κατοικούταν ήδη από τη νεολιθική περίοδο. Ένα πρώτο μεταναστευτικό κύμα στα τέλη της 2ης χιλιετίας π.Χ. έφερε τα φύλα που γνώριζαν να επεξεργάζονται τον μπρούτζο. Ένα δεύτερο κύμα στα τέλη της επόμενης χιλιετίας έφερε τα φύλα που είναι γνωστά κατά τους ιστορικούς χρόνους.

Σύμφωνα με τον Τζάκομο Ντεβότο,[2] υπήρχαν τρία κύρια εθνικο-γλωσσικά παρακλάδια:

Ίδρυση της Ρώμης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με το θρύλο, η Ρώμη ιδρύθηκε 438 χρόνια μετά την πτώση της Τροίας (1182 π.Χ.) Το γεγονός έλαβε χώρα ελάχιστα πριν παρατηρηθεί έκλειψη ηλίου. Κατά τη δημοκρατική περίοδο κυκλοφορούσαν διάφορες απόψεις σχετικά με την ημερομηνία ίδρυσης του βασιλείου της Ρώμης, όλες κάπου ανάμεσα στα έτη 758 π.Χ. και 728 π.Χ. Τελικά, κατά την αυτοκρατορική περίοδο οι Ρωμαίοι συμφώνησαν με την άποψη που πρότεινε ο Μάρκος Τερέντιος Βάρρο, η οποία αναγνώριζε το έτος 753 π.Χ. ως το επίσημο έτος ίδρυσης της πόλης. Παρόλο που οι προτεινόμενες χρονολογίες διέφεραν, όλες οι εκδοχές συμφωνούσαν πως η Ρώμη ιδρύθηκε στις 21 Απριλίου, ημέρα κατά την οποία τιμούσαν την Πάλες, θεά προστάτιδα των βοσκών. Προς τιμήν της, οι Ρωμαίοι γιόρταζαν τα «Par ilia»«Palilia»).

Αρχαίες Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την αρχαιότητα συνυπήρχαν δύο παραδόσεις σχετικά με την προέλευση της Ρώμης.

Ο Βιργίλιος άντλησε έμπνευση από την πρώτη παράδοση για να γράψει το έπος «Αινειάδα», ένα έργο με πρόθεση περισσότερο ποιητική (κατά το πρότυπο του Ομήρου), παρά ιστορική. Ωστόσο υπάρχουν δύο λεπτομερείς καταγραφές της πρώιμης ρωμαϊκής ιστορίας, που συμπίπτουν σε πολλά σημεία και αποτελούν την κύρια πηγή των σύγχρονων μελετητών.

Ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς (1ος αιώνας π.Χ.), ήταν Έλληνας ιστορικός και διδάσκαλος της ρητορικής. Πήγε στη Ρώμη μετά τη λήξη των εμφυλίων πολέμων όπου πέρασε 22 χρόνια μελετώντας τη λατινική γλώσσα και συλλέγοντας υλικό για να συγγράψει την ιστορία του. Συνέγραψε ένα μεγαλεπήβολο έργο με τίτλο «Ρωμαϊκή Αρχαιολογία», στο οποίο αφηγείται την ιστορία της Ρώμης από την ίδρυσή της μέχρι και την έναρξη του Α' Καρχηδονιακού Πολέμου. Τμήματα του έργου αυτού σώζονται αυτούσια, ενώ πολλά άλλα παραθέτουν μεταγενέστεροι συγγραφείς, όπως ο Αππιανός, ο Πλούταρχος και ο Κωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος.

Ο ιστορικός Τίτος Λίβιος, επίσης σύγχρονος του πρώτου αυτοκράτορα της Ρώμης, του Αυγούστου, συνέγραψε ένα εκτενές έργο με τίτλο «Ab Urbe condita», που στα λατινικά σημαίνει «από την ίδρυση της πόλης», όπου καταγράφει ολόκληρη τη ρωμαϊκή ιστορία μέχρι και την εποχή του. Στους πρώτους τόμους συγκεντρώνει διάφορες παραδοσιακές διηγήσεις σχετικά με την περίοδο της βασίλειας, στις οποίες συχνά η ιστορική αλήθεια είναι άρρηκτα δεμένη με τη μυθοπλασία. Ο Λίβιος, λοιπόν, αφηγείται την ιστορία των δίδυμων ιδρυτών της Ρώμης, Ρωμύλου και Ρέμου, απογόνων του Τρώα ήρωα Αινεία.

Η Ίδρυση στο Μύθο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Ρωμύλος και Ρέμος ήταν εγγονοί του βασιλιά του Λατίου, που είναι γνωστός με το όνομα Νουμίτωρ. Τον μονάρχη αυτό εκθρόνισε ο μοχθηρός αδερφός του Αμούλιος, θανατώνοντας τους αρσενικούς του απογόνους. Τη δε κόρη του, Ρέα Συλβία, την ανάγκασε να γίνει μια από τις Εστιάδες Παρθένες, οι οποίες ορκίζονταν αγνότητα για τρίαντα χρόνια. Ως αποτέλεσμα η γραμμή του Νουμίτορος δεν θα αποκτούσε άλλους απογόνους.

Η Ρέα Συλβία τελικά έφερε στον κόσμο δίδυμα αγόρια, τα οποία υποστήριξε πως της χάρισε ο θεός Μαρς. Ο νέος βασιλιάς, που φοβήθηκε πως οι δύο ημίθεοι θα του έκλεβαν το θρόνο διέταξε να θανατωθούν. Η ευσπλαχνία ενός υπηρέτη οδήγησε στην εγκατάλειψή τους στον Τίβερη, όπου τα βρήκε και τα θήλασε μια λύκαινα. Όταν μεγάλωσαν τα δίδυμα αποκατέστησαν την αδικία επιστρέφοντας το θρόνο στον παππού τους.[3]

Τα δίδυμα ίδρυσαν τότε τη δική τους πόλη. Ωστόσο ο Ρωμύλος θανάτωσε τον αδερφό του, Ρέμο, έπειτα από σφοδρή διαφωνία. Κατά μία εκδοχή για το ποιος θα κυβερνήσει τη νέα πόλη, κατά μία άλλη για το ποιος θα χαρίσει το όνομά του στην πόλη.[4] Από τον Ρωμύλο τελικά πήρε το όνομά της η Ρώμη. Καθώς ο γυναικείος πληθυσμός της ήταν ιδιαίτερα χαμηλός, οι Λατίνοι κάλεσαν τους Σαβίνους σε μια γιορτή και έκλεψαν τα νεαρά τους κορίτσια, γεγονός που οδήγησε αρχικά σε πόλεμο και τελικά στην ένωση και αφομοίωση των δύο λαών.

Το όνομα "Ρώμη"[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με το μύθο, το όνομα της πόλης έχει ως ρίζα εκείνο του μυθικού ιδρυτή της και πρώτου ηγεμόνα της, του Ρωμύλου. Προσφάτως έχουν αναπτυχθεί θεωρίες που αναζητούν τη γλωσσολογική ρίζα του ονόματος. Μια πιθανή περίπτωση είναι να είναι παράγωγο της ελληνικής λέξης «Ρώμη», που σημαίνει "ανδρεία, γενναιότητα" [5]. Μια άλλη πιθανότητα είναι η προέλευση από τη ρίζα *rum- (σημαίνει «ρώγα»), ως αναφορά στη λύκαινα που υιοθέτησε και θήλασε τα δίδυμα αδέρφια. Ο Βάσκος μελετητής Μανουέλ ντε Λαρραμέντι υποστήριξε πως μπορεί να υπάρχει κάποια συσχέτιση με τη βασκική λέξη «orma» (σύγχρονη γλώσσα «horma»), που σημαίνει «τοίχος».

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Πληροφορίες για τη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο αντλούνται από τους πρώτους τόμους του εκτενούς έργου του Τίτου Λίβιου «Ab Urbe condita», από τους «Βίους Παράλληλους» του Πλουτάρχου και από τη «Ρωμαϊκή Αρχαιολογία» του Διονυσίου από την Αλικαρνασσό. Ωστόσο και άλλοι συγγραφείς παρέχουν διάφορες αποσπασματικές πληροφορίες στα έργα τους.
  2. Giacomo Devoto, «Gli antichi Italici», Φλωρεντία, Vallecchi, 1977, σελ. 70.
  3. Durant, Will (1944). The Story of Civilization, Volume III: Caesar and Christ. Simon and Schuster, Inc. Σελίδες 12-14.
  4. Roggen, Hesse, Haastrup, Omnibus I, H. Aschehoug & Co 1996
  5. Ζαν Ζακ Ρουσσώ, «Κοινωνικό Συμβόλαιο», Βιβλίο 4ο, Κεφάλαιο 4ο, 1762
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα