Αρχαία ελληνική κεραμική

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η αρχαία ελληνική κεραμική παρέχει πληροφορίες για την καθημερινή ζωή, τη θρησκεία, τη μυθολογία, το θέατρο, γενικά για την εποχή.

Τα αγγεία κατασκευάζονταν στον τροχό, ακολουθούσε η ένωση των επιμέρους τμημάτων, το στέγνωμα, η διακόσμηση και το ψήσιμο. Τη διαδικασία αυτή περιγράφει μία σειρά πινάκων που βρέθηκαν κοντά στην Κόρινθο, ενώ η πρώτη αναφορά του γεωμετρικού τροχού γίνεται από τον Όμηρο.

Οι περίοδοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Πρωτογεωμετρική εποχή (1100/1050-950)
  • Γεωμετρική (900-700)
  • Ανατολίζουσα περίοδος (700-630)
  • Μελανόμορφος ρυθμός (620-450)
  • Ερυθρόμορφος ρυθμός (525-330)

Κατά τα ελληνιστικά χρόνια.Παράλληλα πολλοί τρόποι διακόσμησης (γραπτή, εγχάρακτη, εμπίεστη) και γι’ αυτό για την κεραμική της εποχής αυτής χρησιμοποιείται απλώς ο όρος ελληνιστική. Συνηθισμένη ήταν η κατασκευή μελανόμορφων αγγείων με την εμβάπτιση τους σε μελανό κάνωπα, ενώ μετά το 100 π.Χ. ξεκινά η παραγωγή ερυθρόμορφων αγγείων. Τα περισσότερα ρωμαϊκά αγγεία είναι ερυθρόμορφα.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της αρχαιότητας έχουμε και αβαφή αγγεία.

Πρωτογεωμετρική εποχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χαρακτηριστικό της εποχής είναι οι ομόκεντροι κύκλοι ή ημικύκλια που είναι κατασκευασμένα με διαβήτη, που συνήθως διακοσμούν μία ζώνη του αγγείου, ενώ το υπόλοιπο έχει το χρώμα του πηλού. Για πρώτη φορά εμφανίζεται μία μορφή, το άλογο.

Γεωμετρική εποχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Διαχωρίζεται στην πρώιμη (900-850), μέση (850-750) και ύστερη γεωμετρική εποχή (760/750-700). Την πρώιμη, η επιφάνεια του αγγείου καλύπτεται με μελανό χρώμα και γάνωμα, ενώ προσθέτουν ζώνες με φωτεινά γεωμετρικά κοσμήματα. Κατά τη μέση περίοδο, κατασκευάζονται μεγάλου μεγέθους αγγεία που χρησιμεύουν ως ταφικά σήματα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο αμφορέας του Διπύλου, με ύψος 1,55μ, που απεικονίζει την πρόθεση του νεκρού. Τεχνική της διακόσμησης είναι η σκιαγραφία, που σημαίνει ότι οι μορφές αποδίδονται μαύρες/μελανές χωρίς λεπτομέρειες ή βάθος. Δειλά-δειλά κάνουν την εμφάνισή τους υδρόβια πτηνά και ζώα, ενώ υπάρχει μεγάλη ποικιλία γεωμετρικών σχημάτων (π.χ. μαίανδροι απλοί και σύνθετοι). Μεγάλου μεγέθους κρατήρες που παριστάνουν την εκφορά του νεκρού και αρματοδρομίες που παραπέμπουν στα «άθλα επί Πατρόκλω» της Ψ. Χαρακτηριστικές της εποχής και οι πυξίδες που φέρουν κάλυμμα διακοσμημένο με τα προσφιλή θέματα της εποχής, δηλαδή, την ανθρώπινη μορφή, το άλογο και το άρμα. Σε ένα αγγείο έχουμε διακόσμηση με θέμα ζατρικίου, αγκυλωτούς σταυρούς και γραμμές σε σχήμα S. Στην εποχή αυτήν ανήκουν οι πρώτες αφηγηματικές αλλά και μυθολογικές παραστάσεις.

Ανατολίζουσα περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρωτοκορινθιακή κεραμική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Περίπου το 730 π.Χ. εμφανίζεται στην Κόρινθο ο μελανόμορφος ρυθμός, προερχόμενος ίσως από ανατολικές επιδράσεις, συγκεκριμένα από ανάλογη εργασία σε μέταλλο ή ελεφαντοστό. Έχουμε παραστάσεις ζώων και φυτών, ενώ κυριαρχούν οι καμπύλες γραμμές. Κατασκευάζονται κυρίως αρύβαλλοι, μυροδοχεία που χρησιμοποιούσαν οι αθλητές για να τοποθετούν το λάδι. Οι αρύβαλλοι χρονολογούνται από την εξέλιξη του σχήματός τους. Οι πρώτοι αρύβαλλοι ήταν σφαιρικοί, έπειτα κατασκευάζονταν ωοειδείς αρύβαλλοι και τέλος απιόσχημοι. Η γνώση της εξελικτικής αυτής πορείας του σχήματος των αρυβάλλων προέρχεται από τις αποικίες της Μεγάλης Ελλάδας, των οποίων τη χρονολογία ίδρυσης γνωρίζουμε από τις αρχαίες πηγές. Στις παλαιότερες, λοιπόν, αποικίες βρέθηκαν σφαιρικοί αρύβαλλοι, ενώ στις νεότερες απιόσχημοι. Με βάση την κατασκευή των αρυβάλλων η εποχή της πρωτοκορινθιακής κεραμικής διαχωρίζεται σε πρώιμη (720-690), μέση (690-650) και ύστερη (650-640/630). Η πρωτοκορινθιακή κεραμική χαρακτηρίζεται από το μικρό σχήμα των αγγείων που κατασκευάζονται, θέμα των οποίων είναι θηρία και ζώα. Το μεγαλύτερο δείγμα της πρωτοκορινθιακής κεραμικής είναι η χρονολογούμενη στο 640 π.Χ. οινοχόη ή όλπη Chigi, που βρέθηκε στη Villa Julia με ύψος 26 εκ., χωρισμένη σε ζώνες με ενδιαφέρουσες παραστάσεις, εκ των οποίων η άνω φέρει την παράσταση δύο οπλιτικών φαλαγγών, στα μέλη των οποίων αποδίδονται και οι ιδιαίτερες λεπτομέρειες (π.χ. τα επίσημα των ασπίδων, που είναι μορφές ζώων, γοργόνεια κλπ, που έχουν αποτροπαϊκό χαρακτήρα). Το περίγραμμα των μορφών έχει δοθεί με εγχάραξη, ενώ χρησιμοποιούνται δύο χρώματα, το λευκό και το ιώδες. Στις άλλες ζώνες έχουμε κυνήγι λιονταριού και αλεπούς.

Πρωτοαττική κεραμική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την ίδια περίοδο στην Αθήνα, οι εκεί καλλιτέχνες ξεπερνούν το γεωμετρικό ρυθμό, αλλά δεν αποδίδουν με εγχάραξη το περίγραμμα των μορφών. Η πρωτοαττική κεραμική (700-630) διακρίνεται σε πρώιμη (700-675), μέση (675-650) και ύστερη (650-630). Την περίοδο αυτή έχουμε μεγάλου μεγέθους κοσμήματα, καμπυλόγραμμες και τεθλασμένες γραμμές, αλλά και μυθολογικές παραστάσεις. Προσφιλή σχήματα είναι ο λουτροφόρος αμφορέας και η λουτροφόρος υδρία. Περίφημο αγγείο της μέσης πρωτοαττικής κεραμικής είναι το αγγείο του Ζωγράφου του Πολύφημου, που βρίσκεται στο μουσείο της Ελευσίνας και φέρει την παράσταση της τύφλωσης του Κύκλωπα στο λαιμό και στην κυρίως ζώνη την καταδίωξη του Περσέα από τις γοργόνες. Ο Πολύφημος εικονίζεται να κρατάει κάνθαρο, οι εταίροι του Οδυσσέα αποδίδονται με σκιαγραφία, αλλά ο ίδιος ο ήρωας με περίγραμμα και λευκό χρώμα.

Μελανόμορφος ρυθμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από το 600 π.Χ. ο μελανόμορφος ρυθμός της Αθήνας ξεπερνά την Κόρινθο και κυριαρχεί στις αγορές της Μεσογείου. Πολλά μελανόμορφα αγγεία βρέθηκαν σε τάφους των ετρουσκικών νεκροπόλεων, με την ανακάλυψη των οποίων το 18ο αιώνα και τη δημιουργία των πρώτων συλλογών το β’ μισό του αιώνα ξεκίνησε το ενδιαφέρον για την ελληνική κεραμική.

Ο πρώτος αγγειογράφος που υπέγραφε τα έργα του είναι ο Σοφίλος. Σε ένα λέβητα που βρίσκεται πάνω σε ένα υποστατό, στην πάνω ζώνη του οποίου έχουμε το γάμο του Πηλέα και στην κάτω ζώα. Συνήθως ανάμεσα στα ζώα έχουμε και μυθικά π…

Μία μοναδική σε ποιότητα παράσταση του Διονύσου σε κύλικα είναι έργο του Εξηκία, ενός πολύ προικισμένου αγγειογράφου, στον οποίο αποδίδεται η επινόηση του καλυκωτού (;) κρατήρα. Η αρέσκειά τους την απόδοση της λεπτομέρειας τον οδήγησε στη δημιουργία εξαίρετων έργων. Ένας άλλος νεωτερισμός που εισήγαγε ήταν η επάλειψη με κόκκινο χρώμα του φόντου της παράστασης για την απόδοση του βάθους (intentional red). Το αγγείο Francois, ένας ελικωτός μελανόμορφος κρατήρας, με πολλά θέματα, 260 μορφές και επιγραφές που ονομάζουν ως και αντικείμενα (π.χ. ΚΡΕΝΕ) είναι σταθμός στην εξέλιξη της μελανόμορφης κεραμικής πριν τον Εξηκία.

Ερυθρόμορφος ρυθμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από τους μαθητές του Εξηκία, συγκεκριμένα το Ζωγράφο του Ανδοκίδη, και μέσα στο εργαστήριό του πρέπει να δημιουργήθηκε ο ερυθρόμορφος ρυθμός. Τα πρώτα αγγεία του ρυθμού φέρουν μελανόμορφη παράσταση από τη μία πλευρά και ερυθρόμορφη με διαφορετικό θέμα από την άλλη, γνωστά ως δίγλωσσα. Η διακόσμηση αρχικά ήταν ανθέμια κατά το μελανόμορφο ρυθμό και αργότερα κατά τον ερυθρόμορφο.

Περίπου το 515/0 στην Αθήνα υπάρχει μια ομάδα αγγειοπλαστών, που την ονομάζουμε «ομάδα των πρωτοπόρων» (pioneer group). Σε αυτήν την ομάδα ανήκει ο Ευφρόνιος, που κατασκεύασε καλυκωτούς κρατήρες, με την απεικόνιση του Ηρακλή εναντίον του γίγαντα, αγγείο που σήμερα βρίσκεται στο μουσείο του Λούβρου, ελικωτούς κρατήρες, όπως αυτόν με το θάνατο του Σαρπηδόνα. Θέμα της κυρίως ζώνης είναι η αμαζονομαχία και η διακόσμηση είναι ερυθρόμορφη. Άλλοι δύο αγγειογράφοι της ομάδας αυτής είναι ο Ευθυμίδης και ο Φιντίας, που είναι λίγο μεγαλύτεροι από τον Ευφρόνιο. Πρώτη φορά στο έργο της ομάδας αυτής εμφανίζεται το θέμα των ανακεκλιμένων εταίρων, οι οποίες παριστάνονται καλυμμένες από το Φιντία και ολόγυμνες από τον Ευφρόνιο. Οι εταίρες απεικονίζονται σε τολμηρές στάσεις, με το σώμα, δηλαδή, να στρέφεται με ελευθερία κινήσεων en face, Ύ και προφίλ, ενώ γίνεται προσπάθεια απόδοσης του βάθους.

Από την πρώτη γενιά μετά την ομάδα των πρωτοπόρων, τη γενιά των υστεροαρχαϊκών αγγειογράφων περί το 480 π.Χ. ξεχωρίζουν ο Ζωγράφος του Βερολίνου και ο Ζωγράφος του Κλεωφράδη. Σε έναν αμφορέα του Ζωγράφου του Βερολίνου παριστάνεται στη μία πλευρά ο Ηρακλής που κρατάει κάνθαρο και στην άλλη η Αθηνά με μία οινοχόη. Ο Ζωγράφος του Βερολίνου αναπαριστούσε στα αγγεία του μορφές μεμονωμένες. Η κάθε πλευρά ενός αγγείου παριστάνει μία μνημειακή μορφή ένα σύμπλεγμα μορφών, όχι πολυπρόσωπες παραστάσεις ή ζώνες. Συνήθως οι παραστάσεις των δύο πλευρών συνδεόταν. Σε αυτόν ανήκει και το αγγείο με την παράσταση του Ηρακλή που κουβαλάει τον τρίποδα του Απόλλωνα, αλλά και του συμπλέγματος Σατύρου, Ερμή και Διονύσου. Οι λεπτομέρειες των μυών φαίνονται με αραιωμένο πηλό, ενώ τα εξωτερικά περιγράμματα αποδίδονται με σχεδόν ανάγλυφη χάραξη. Την ίδια εποχή δρα και ο Ζωγράφος του Κλεωφράδη. Συνηθίζει να διακοσμεί τα αγγεία με πολυπρόσωπες αφηγηματικές παραστάσεις. Γνωστή είναι μία παράστασή της άλωσης της Τροίας σε υδρία, στην οποία οι κινήσεις των μορφών αποδίδουν τη συναισθηματική τους κατάσταση. Είναι ο ζωγράφος της έντονης έκφρασης Η επόμενη γενιά δέχεται επιδράσεις από τους μεγάλους ζωγράφους, π.χ. τον Πολύγνωτο το Θάσιο, που αποδίδουν το βάθος και την ψυχολογική κατάσταση των μορφών. Κυρίως επηρεάστηκε ο Ζωγράφος των Νιοβιδών (460 π.Χ.). Σε έναν καλυκωτό κρατήρα ζωγραφίζει τις μορφές σε διαφορετικά επίπεδα για να δώσει το βάθος (μέθοδος για την οποία έχουμε διεξοδική περιγραφή από τον Παυσανία για τη λέσχη των Κνιδίων), ενώ λευκές γραμμές δηλώνουν το έδαφος και το μισό σώμα ορισμένων μορφών φαίνεται να κρύβεται από ένα έξαρμα του εδάφους.

Στα μέσα του 5ου π.Χ. αιώνα ανήκει ο Ζωγράφος του Αχιλλέα, μορφή που ταυτίζεται από ορισμένους με το Δορυφόρο του Πολύκλειτου. Ο ίδιος ζωγράφισε κυρίως πολλές λευκές ληκύθους, που χρησίμευαν ως ταφικά αγγεία, η επιφάνειά του καλυπτόταν με ένα λευκό επίχρισμα, το οποίο δε χρησιμοποιούνταν σε αγγεία που προορίζονταν για οικιακή χρήση, και εκεί δηλώνονταν οι μορφές με λεπτομέρειες. Οι λευκές λήκυθοι, όμως, δεν αποτελούν καινοτομία του Ζωγράφου του Αχιλλέα αλλά υπήρχαν ήδη από την πρώιμη κλασική εποχή το λεγόμενο αυστηρό ρυθμό. Σε μία λήκυθό του που βρίσκεται στο μουσείο του Μονάχου παρουσιάζεται μία καθιστή Μούσα που παίζει κιθάρα. Για το ιμάτιο χρησιμοποιεί χρώμα κοκκινωπό και για την κιθάρα καφετί. Το τέλος του 5ου αιώνα οι παραστάσεις των λευκών ληκύθων επηρεάζονται από τους μεγάλους ζωγράφους Απολλόδωρο, Ζεύξη και Παράσιο, για τον οποίο λεγόταν ότι απέδιδε τον όγκο των σωμάτων μόνο με τη χρήση περιγράμματος.

Πλούσιος ρυθμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά το 425 π.Χ. ο πλούσιος ρυθμός, με ποικιλία μορφών, χρωμάτων, πολυτέλεια, προσωποποιήσεις αφηρημένων εννοιών, με κυριότερο εκπρόσωπο τον Ζωγράφο του Μαρσύα. Σε μία παράσταση της επιλογής του Πάρι έχουμε στεφάνια, ερωτιδείς, επίπεδα και απόδοση των ενδυμάτων με πολλές πτυχώσεις. Τα τέλη του 5ου αιώνα η Ανατολή με τέθριππο και κάτω παράσταση γιγαντομαχίας. Φαίνεται ότι είναι επηρεασμένος από τα μεγάλα έργα της γλυπτικής.

Μετά τον Πελοποννησιακό πόλεμο, καθώς δεν υπήρχε ζήτηση, αναπτύχθηκαν τα αγγειοπλαστικά εργαστήρια της Μεγάλης Ελλάδας, γρήγορα, όμως, τα αθηναϊκά απευθύνθηκαν σε νέες αγορές, κυρίως της Νότιας Γαλλίας (π.χ. Μασσαλία) και του Πόντου (π.χ. Κανωκάπειον Κριμαίας, σημερινό Kirtz).

Περίπου το 370 π.Χ. εμφανίζεται ένα νέο στυλ που θυμίζει τον πλούσιο ρυθμό με θέματα του γυναικωνίτη, του γάμου, λατρείας, με μορφές σε τολμηρές στάσεις και πλούσια χρώματα (γαλάζιο, πράσινο). Εκπρόσωποι του ρυθμού είναι ο ζωγράφος του Μαρσύα και ο Ζωγράφος των Ελευσινίων.

Στην Αγία Πετρούπολη βρίσκεται ένας γαμικός λέβης του Ζωγράφου του Μαρσύα, που απεικονίζει την προσφορά του στη νύφη, που κάθεται σε δίφρο μετά το γάμο.

Παναθηναϊκοί αμφορείς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο παναθηναϊκός αμφορέας είναι το ειδικό εκείνο αγγείο το οποίο περιείχε το λάδι που δινόταν στους νικητές των Παναθηναίων. Ο αριθμός των αμφορέων που δινόταν στο νικητή ποίκιλε ανάλογα με τη δυσκολία του αθλήματος. Στη μία όψη των παναθηναϊκών αμφορέων εμφανιζόταν πάντα η Αθηνά, δοσμένη με αρχαϊστικό τρόπο. Κατά τα μεταγενέστερα χρόνια, προστέθηκαν δύο κίονες στο κιονόκρανο των οποίων βρισκόταν πετεινοί ή αγάλματα της Ειρήνης, του Τριπτόλεμου και του Πλούτου. Μάλλον για πρώτη φορά παναθηναϊκοί αμφορείς μοιράστηκαν το 560 π.Χ. και κατασκευάζονταν μέχρι το 400. Για την περίοδο 492-412 φέρουν το όνομα του επώνυμου άρχοντα, γεγονός που καθιστά εύκολη τη χρονολόγησή τους.