Παρθία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Η αυτοκρατορία των Παρθών (247 - 224 π.Χ, με κόκκινο χρώμα).
Χάρτης των επαρχιών της Μακεδονικής αυτοκρατορίας (4ος αιώνας π.Χ.), με την Υρκανία να είναι απορροφημένη στην επαρχία της Παρθίας

Η Παρθία (αρχαία ελληνικά: Παρθυηνή (Parthyēnḗ),[1] ή Παρθυαία[2] ή αρχαία περσικά: Παρθάβα (Parθava), λατινικά: Parthia, κοινή ελληνική: Παρθία,[3] αγγλικά: Parthyene ή Parthyaea ή Parthava ή Parthia, περσικά: پارت ή پرثوه ή پهلو) ονομάζονταν περιοχή κατά την αρχαία εποχή που βρισκόταν στη σημερινή περιοχή Χορασάν, στο βορειοανατολικό άκρο, της Περσίας (σημερινό Ιράν).

Κάτοικοί της ήταν οι Πάρθοι που ανέπτυξαν την Παρθική Αυτοκρατορία από το 247 π.Χ. μέχρι το 224 μ.Χ. Με το όνομα Παρθάβα εμφανίσθηκε για πρώτη φορά σ΄ επιγραφή του Αχαιμενίδη Βασιλιά Δαρείου του Α' στο Μπεχιστούν, περίπου το 520 π.Χ. που όμως κατά τους ιστορικούς αυτό το όνομα πιθανόν να είναι η απόδοση σε τοπική διάλεκτο του ονόματος Πέρσα (Περσία - περσικός).

Κατά τους χρόνους της δυναστείας των Αχαιμενιδών η Παρθία αποτελούσε Σατραπεία του Μεγάλου Βασιλέως. Για τους χρόνους αυτούς δεν είναι τίποτε γνωστό. Όμως στην εποχή του Μ. Αλεξάνδρου, στην Ελληνιστική περίοδο η Παρθία φαίνεται πως είχε ενωθεί με την Υρκανία (σημερινό Γκοργκάν του Ιράν) που αποτέλεσε επαρχία του Βασιλείου των Σελευκιδών. Τότε κτίστηκαν πολλές ελληνιστικές αποικίες, όπως η Εκατόμπυλος, η Ευμένεια, η Καλλιόπη, η Μυσία, οι Φερές και άλλες. Σκοπός ήταν η αποτελεσματική φύλαξη των συνόρων. Μάλιστα κατά την εποχή του Σελεύκου Α' (312-281 π.Χ.), αλλά και κατά του Αντιόχου Α' του Σωτήρα στην Παρθία εγκαταστάθηκαν οι νομάδες Πάρνι (ή και Απάρνι) που προέρχονταν από την κεντρική Ασία. Οι νομάδες αυτοί αφομοιώθηκαν τελικά από τον αυτόχθονα πληθυσμό του οποίου και υιοθέτησαν την παρθική γλώσσα.

Πρώτη πρωτεύουσα της Χώρας ήταν πιθανώς η Δάραδα, η σημερινή Αμπιβάρντ, και μεταγενέστερη η Εκατόμπυλος, που βρισκόταν κοντά στο σημερινό Νταμγκάν.

Η Παρθία βρισκόταν ακριβώς πάνω στους μεγάλους τότε εμπορικούς δρόμους ανάμεσα στην Ασία και τον Ελληνορωμαϊκό κόσμο, ο έλεγχος των οποίων έδωσε τη δυνατότητα στους Πάρθους να δημιουργήσουν Αυτοκρατορία υπό τη Δυναστεία των Αρσακιδών μέχρι το 224 μ.Χ. όταν ο τοπικός διοικητής Αρδασίφ της νότιας Παρθίας επαναστάτησε και ίδρυσε την Αυτοκρατορία των Σασσανιδών.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Και ως επαρία στην Παρθική Αυτοκρατορία. Πηγές - αναφορές: Πολύβιος «Ιστορίαι» 10,28,7 και στην επανέκδοση 1670, «Πολυβίου του Λυκόρτα Μεγαλοπολίτου, Ιστοριών τα σωζόμενα», Βιβλίο Ι (10ο), Κεφάλαιο 4, Τα βασίλεια της Ασίας - (iv. res asiae) - Polybius 10,28,7. [1] Βιβλίο Ι (10ο), Κεφάλαιο 4, (iv. res asiae): «ὁ δὲ βασιλεὺς διανύσας τὴν ἔρημον ἧκε πρὸς τὴν Ἑκατόμπυλον προσαγορευομένην, ἣ κεῖται μὲν ἐν μέσῃ τῇ Παρθυηνῇ, τῶν δὲ διόδων τῶν φερουσῶν ἐπὶ πάντας τοὺς πέριξ τόπους ἐνταῦθα συμπιπτουσῶν ἀπὸ τοῦ συμβαίνοντος ὁ τόπος εἴληφε τὴν προσηγορίαν». Επίσης Στράβων «Γεωγραφικά», Βιβλίο ΙΑ (11ο), Κεφάλαιο 8, παράγραφος 1 - Strabo 11,8,1.[2]. Βιβλίο ΙΑ (11ο), Κεφάλαιο 8, παράγραφος 1: «Ἀπὸ δὲ τῆς Ὑρκανίας θαλάττης προϊόντι ἐπὶ τὴν ἕω δεξιὰ μέν ἐστι τὰ ὄρη μέχρι τῆς Ἰνδικῆς θαλάττης παρατείνοντα͵ ἅπερ οἱ Ἕλληνες ὀνομάζουσι Ταῦρον͵ ἀρξάμενα ἀπὸ τῆς Παμφυλίας καὶ τῆς Κιλικίας καὶ μέχρι δεῦρο προϊόντα ἀπὸ τῆς ἑσπέρας συνεχῆ καὶ τυγχάνοντα ἄλλων καὶ ἄλλων ὀνομάτων. προσοικοῦσι δ᾽ αὐτοῦ τὰ προσάρκτια μέρη πρῶτοι μὲν οἱ Γῆλαι καὶ Καδούσιοι καὶ Ἄμαρδοι͵ καθάπερ εἴρηται͵ καὶ τῶν Ὑρκανίων τινές͵ ἔπειτα τὸ τῶν Παρθυαίων ἔθνος καὶ τὸ τῶν Μαργιανῶν καὶ τῶν Ἀρίων καὶ ἡ ἔρημος͵ ἣν ἀπὸ τῆς Ὑρκανίας ὁρίζει ὁ Σάρνιος ποταμὸς πρὸς ἕω βαδίζουσι καὶ ἐπὶ τὸν Ὦχον. καλεῖται δὲ τὸ μέχρι δεῦρο ἀπὸ τῆς Ἀρμενίας διατεῖνον ἢ μικρὸν ἀπολεῖπον Παραχοάθρας. ἔστι δὲ ἀπὸ τῆς Ὑρκανίας θαλάττης εἰς τοὺς Ἀρίους περὶ ἑξακισχιλίους σταδίους• εἶθ᾽ ἡ Βακτριανή ἐστι καὶ ἡ Σογδιανή͵ τελευταῖοι δὲ Σκύθαι νομάδες. τὰ δ᾽ ὄρη Μακεδόνες μὲν ἅπαντα τὰ ἐφεξῆς ἀπὸ Ἀρίων Καύκασον ἐκάλεσαν͵ παρὰ δὲ τοῖς βαρβάροις τά τε ἄκρα καὶ τοῦ Παροπαμίσου τὰ προσβόρεια καὶ τὰ Ἠμωδὰ καὶ τὸ Ἴμαον καὶ ἄλλα τοιαῦτα ὀνόματα ἑκάστοις μέρεσιν ἐπέκειτο».
  2. Πολύβιος «Ιστορίαι» 5,44,4 και στην επανέκδοση 1670, «Πολυβίου του Λυκόρτα Μεγαλοπολίτου, Ιστοριών τα σωζόμενα» - Polybius 5,44,4 [3] «Ιστορίαι» Βιβλίο Ε, 5,44,4: «ἡ γὰρ Μηδία κεῖται μὲν περὶ μέσην τὴν Ἀσίαν, διαφέρει δὲ καὶ κατὰ τὸ μέγεθος καὶ κατὰ τὴν εἰς ὕψος ἀνάτασιν πάντων τῶν κατὰ τὴν Ἀσίαν τόπων, ὡς πρὸς μέρος θεωρουμένη. καὶ μὴν ἐπίκειται τοῖς ἀλκιμωτάτοις καὶ μεγίστοις ἔθνεσι. πρόκειται γὰρ αὐτῆς παρὰ μὲν τὴν ἕω καὶ τὰ πρὸς ἀνατολὰς μέρη τὰ κατὰ τὴν ἔρημον πεδία τὴν μεταξὺ κειμένην τῆς Περσίδος καὶ τῆς Παρθυαίας». Επίσης Στράβων «Γεωγραφικά» Βιβλίο ΙΑ (11ο), Κεφάλαιο 8, παράγραφος 1 – Strabo 11,8,1 (δες παραπάνω) [4]
  3. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι: Αντώνιος» Κεφάλαιο 55, Plutarch, Antonius 55 ή Antony 55. [5] «55. Ταῦτα δ' εἰς σύγκλητον ἐκφέρων Καῖσαρ καὶ πολλάκις ἐν τῷ δήμῳ κατηγορῶν, παρώξυνε τὸ πλῆθος [2] ἐπ' Ἀντώνιον. ἔπεμπε δὲ καὶ Ἀντώνιος ἀντεγκαλῶν ἐκείνῳ. μέγιστα δ' ἦν ὧν ἐνεκάλει, πρῶτον μὲν ὅτι Πομπηίου Σικελίαν ἀφελόμενος οὐκ ἔνειμε μέρος αὐτῷ τῆς νήσου• δεύτερον ὅτι χρησάμενος ναῦς παρ' αὐτοῦ [3] πρὸς τὸν πόλεμον ἀπεστέρησε• τρίτον ὅτι τὸν συνάρχοντα Λέπιδον ἐκβαλὼν τῆς ἀρχῆς καὶ ποιήσας ἄτιμον, αὐτὸς ἔχει στρατὸν καὶ χώραν καὶ προσόδους τὰς ἐκείνῳ προσνεμηθείσας• ἐπὶ πᾶσιν ὅτι τοῖς αὑτοῦ στρατιώταις ἅπασαν ὀλίγου δεῖν Ἰταλίαν κατακεκληρούχηκε, μηδὲν [4] λιπὼν τοῖς ἐκείνου. πρὸς ταῦτα Καῖσαρ ἀπελογεῖτο, Λέπιδον μὲν ὑβρίζοντα καταπαῦσαι τῆς ἀρχῆς, ἃ δ' ἔσχηκε πολεμήσας, νεμήσεσθαι πρὸς Ἀντώνιον, ὅταν κἀκεῖνος Ἀρμενίαν πρὸς αὐτόν• τοῖς δὲ στρατιώταις Ἰταλίας μὴ μετεῖναι• Μηδίαν γὰρ ἔχειν καὶ Παρθίαν αὐτούς, ἃς προσεκτήσαντο Ῥωμαίοις καλῶς ἀγωνισάμενοι μετὰ τοῦ αὐτοκράτορος».