Ρωμαϊκή μυθολογία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η Ρωμαϊκή μυθολογία είναι δυνατόν να εξεταστεί σε δύο διακριτά τμήματα. Το ένα τμήμα της, ύστερο και φιλολογικό, σχετίζεται κυρίως με τις επιδράσεις που δέχθηκε από την Ελληνική μυθολογία. Το άλλο κυρίως πρώιμο και λατρευτικό, λειτουργούσε με έναν τρόπο διαφορετικό από εκείνον της Ελληνικής μυθολογίας.

Η φύση του πρώιμου ρωμαϊκού μύθου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι οι αρχαίοι Ρωμαίοι δεν είχαν μύθους, έως ότου τουλάχιστον οι ποιητές τους άρχισαν να δανείζονται τα ελληνικά πρότυπα στην ύστερη περίοδο της ρωμαϊκής δημοκρατίας. Ως αποτέλεσμα οι Ρωμαίοι δεν είχαν τους αναγκαίους κοσμογονικούς μύθους και αλληλοδιαπερώμενες αφηγήσεις για τους θεούς τους, όπως για παράδειγμα η Γιγαντομαχία ή η Τιτανομαχία.

Αυτό που διέθεταν, όμως, οι Ρωμαίοι -πιθανώς εξαιτίας της αλληλεπίδρασής τους με τους Ετρούσκους ήταν:

  • ένα, υψηλά ανεπτυγμένο τελετουργικό σύστημα, ομάδες ιερέων και "συμπλέγματα" σχετικών θεοτήτων, κυρίως συνδεδεμένων με την φύση.
  • ένα πλούσιο πλέγμα ιδρυτικών μύθων για την ίδρυση και την άνοδο της πόλης τους, στο οποίο εμπλέκονταν και ανθρώπινοι χαρακτήρες, με θεϊκές παρεμβάσεις κατά περίπτωση.

Πρώιμη μυθολογία για τους θεούς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ρωμαϊκό διανοητικό πρότυπο ανέπτυξε έναν πολύ διαφορετικό τρόπο καθορισμού και σκέψης περί της έννοιας της θεότητας από αυτόν που αναπτύχθηκε στην Ελλάδα. Για παράδειγμα, αν ρωτούσε κανείς έναν Έλληνα για τη Δήμητρα, πιθανώς να απαντούσε με τον πολύ γνωστό μύθο της θλίψης της για την αρπαγή της Περσεφόνης από τον Πλούτωνα.

Ένας αρχαίος Ρωμαίος, αντίθετα, θα σας έλεγε ότι η Κέρες-Δήμητρα είχε έναν επίσημο ιερέα που ονομαζόταν φλάμις (flamen), δηλαδή στεφανηφόρος, που ήταν νέος ανάμεσα στους ιερείς του Δία Jupiter αλλά αρχαιότερος ανάμεσα στους ιερείς της Φλόρας και της Πομόνας. Πιθανώς, επίσης, να σας έλεγε ότι η θεά αποτελεί τριάδα μαζί με άλλους δύο αγροτικούς θεούς, τον Λίμπερ και την Λίμπερα. Κατόπιν θα συνέχιζε να αραδιάζει όλους τους ελάσσονες θεούς με τις ιδιότητές τους: Sarritor (ωρίμανση), Messor (συγκομιδή), Convector (μεταφορά), Conditor (αποθήκευση), Insitor (σπορά) και πολλούς άλλους.

Έτσι διαμορφώθηκε η Ρωμαϊκή "μυθολογία", τουλάχιστον όσον αφορά στους θεούς, όχι από αφηγήσεις της θεϊκής επιφάνειας αλλά με διασυνδέσεις και περίπλοκες εσωτερικές σχέσεις ανάμεσα στους θεούς και τους θεούς ή τους θεούς και τους ανθρώπους.

Η αρχική θρησκεία της πρώιμης περιόδου τροποποιήθηκε με την πρόσθεση πολλών και αντικρουόμενων πίστεων στους ύστερους χρόνους. Παρότι φαίνεται ίσως παράδοξο η Ρώμη ως δημοκρατία και η Ρώμη των αυτοκρατορικών χρόνων υπήρξε ίσως το πλέον ανεξίθρησκο κράτος εκείνων αλλά και πολλών μεταγενέστερων αιώνων. Ο κύριος όγκος του μυθολογικού υλικού που υιοθέτησαν οι Ρωμαίοι ανήκει κυρίως στην Ελληνική μυθολογία. Όλα όσα διασώθηκαν για την αρχαία θρησκεία δεν τα μαθαίνουμε από σύγχρονές τους μαρτυρίες, αλλά από την προσπάθεια μεταγενέστερων να διασώσουν τις αρχαίες παραδόσεις από την λήθη στην οποία εγκαταλείπονταν, όπως ο Βάρρων, (Varro), λόγιος του 1ου μ.Χ. αιώνα. Άλλοι κλασικοί συγγραφείς όπως ο ποιητής Οβίδιος στο Fasti (Εορταστικό ημερολόγιο), επηρεάστηκαν πολύ από τον Ελληνιστικό πολιτισμό και στα έργα τους χρησιμοποιούσαν συχνά ελληνικές πίστεις προκειμένου να γεμίσουν τα κενά της ρωμαϊκής παράδοσης.

Πρώιμη μυθολογία για τη ρωμαϊκή "ιστορία"[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε αντίθεση με τον μαρασμό του αφηγηματικού υλικού για τους θεούς, οι Ρωμαίοι διέθεταν έναν πυκνό ιστό ημι-ιστορικών μύθων για την ίδρυση και την ανάπτυξη της πόλης τους. Αρχέγονοι βασιλείς σαν τον Ρωμύλο και τον Νουμά (Numa) ήταν σχεδόν μυθικοί στη φύση τους, ενώ το μυθολογικό υλικό φθάνει ακόμα και στα πρώτα χρόνια της δημοκρατίας. Επιπρόσθετα σε αυτές τις τοπικές κυρίως παραδόσεις, χρησιμοποιήθηκε υλικό από τα αρχαιοελληνικά έπη που ενσωματώθηκε στο αυτόχθων υλικό σε μια αρκετά πρώιμη φάση. Η απόδοση του Αινεία ως προγόνου του Ρωμύλου και του Ρέμου είναι μια τέτοια περίπτωση.

Η Αινειάδα και τα πρώτα λίγα βιβλία του Τίτου Λίβιου είναι οι εκτενέστερες πηγές αυτής της ανθρώπινης μυθολογίας.

Γηγενείς ρωμαϊκοί και Ιταλικοί θεοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Ρωμαϊκές θεότητες

Η ρωμαϊκή τελετουργική πρακτική των επίσημων ιερατείων διακρίνει δύο τάξεις θεών, τους dii indigetes (αυτόχθονες) και τους dii novensides ή novensiles (καινοφανείς). Οι αυτόχθονες ήταν οι αρχικοί θεού του ρωμαϊκού κράτους. Τα ονόματα και η φύση τους υποδεικνύεται από τα ονόματα των πρωιμότερων ιερέων και από τις καθορισμένες εορταστικές εκδηλώσεις του ρωμαϊκού ημερολογιακού κύκλου. Τριάντα τέτοιοι θεοί τιμούνταν σε ειδικές γιορτές. Οι novensides ήταν ύστερες θεότητες, των οποίων η λατρεία εισήχθη στην πόλη κατά την ιστορική περίοδο, συνήθως σε γνωστή ημερομηνία και συνήθως συνδεόταν με μια ιδιαίτερη κρίση της ρωμαϊκής κοινωνίας. Οι πρώιμες ρωμαϊκές θεότητες περιλάμβαναν, εκτός από τους di indigetes, ένα πλήθος εξειδικευμένων θεών, των οποίων τα ονόματα επικαλούνταν προκειμένου να εκτελέσουν διάφορες δραστηριότητες, όπως για παράδειγμα η συγκομιδή. Τμήματα του αρχαίου τελετουργικού που συνόδευαν δραστηριότητες όπως το όργωμα και η σπορά υποδεικνύουν ότι σε κάθε στάδιο της διαδικασίας επικαλείτο και μια ξεχωριστή θεότητα, το όνομα της οποίας προερχόταν από το ανάλογο ρήμα, (π.χ. οργώνω, σπέρνω). Τέτοιες θεότητες είναι δυνατόν να ομαδοποιηθούν στην κατηγορία των βοηθητικών θεών, που επικαλούνταν οι αρχαίοι Ρωμαίοι μαζί με τις μείζονες θεότητες. Η πρώιμη ρωμαϊκή θρησκεία δεν ήταν τόσο πολυθεϊσμός όσο πολυδαιμονισμός, με την αρχαία χρήση του όρου δαίμων. Η αντίληψη του πιστού για τα πλάσματα που επικαλείτο βασιζόταν απλώς στη γνώση των ονομάτων και των ιδιοτήτων τους, και το νοούμενον (numen) των θεϊκών πλασμάτων ή η δύναμή τους εκδηλωνόταν με εντελώς εξειδικευμένους τρόπους.

Ο χαρακτήρας των indigetes και των εορτασμών τους δείχνουν ότι οι αρχαίοι Ρωμαίοι δεν ήταν απλώς μέλη μιας αγροτικής κοινότητας, αλλά ότι αγαπούσαν επίσης τον πόλεμο. Οι θεοί τους αντιπροσώπευαν ακριβώς τις πρακτικές ανάγκες της καθημερινής ζωής, έτσι όπως τις αντιλαμβανόταν η Ρωμαϊκή κοινότητα στην οποία ανήκαν. Ακολουθούσαν λεπτομερειακά τα τυπικά και τις κατάλληλες για την περίσταση προσφορές. Έτσι, ο Ιανός και η Βέστα ήταν φύλακες των των πυλών και της εστίας αντίστοιχα, οι Λάρες προστάτευαν τον αγρό και τον οίκο, ο Πάλης το κοπάδι, ο Σατούρνους τη σπορά, η Κέρες την ανάπτυξη του σπόρου, η Πομόνα τον καρπό και οι Κόνσους και Οπς τη συγκομιδή. Ακόμα και ο μεγαλοπρεπής Γιούπιτερ, ο ρωμαϊκός Δίας και κυβερνήτης των θεών, τιμάτο για τη βοήθειά του με βροχές στα χωράφια και στα αμπέλια. Στην ευρύτερη επικράτειά του, μέσω του όπλου της ασταπής, ήταν ο καθοδηγητής της ανθρώπινης δραστηριότητας και προστάτης των Ρωμαίων στις πολεμικές τους επιχειρήσεις πέραν των συνόρων της κοινότητάς τους. Επιφανείς στα αρχαία χρόνια ήταν επίσης ο Μαρς και ο Κουϊρίνος, που συνήθως ταυτίζονταν μεταξύ τους. Ο Μαρς ήταν θεός των νέων και των δραστηριοτήτων τους, ειδικά του πολέμου. Η λατρεία του γινόταν τον Μάρτιο και τον Οκτώβριο. Όσο για τον Κουϊρίνο οι σύγχρονοι ερευνητές της μυθολογίας θεωρούν ότι ήταν προστάτιδα θεότητα της πολεμικής κοινότητας εν καιρώ ειρήνης.

Επικεφαλής του αρχαϊκού πανθέου ήταν η τριάδα Γιούπιτερ, Μαρς και Κουϊρίνος (οι τρεις ιερείς των οποίων, ή flamens, ανήκαν στην ύψιστη ιερατική τάξη) και ο Ιανός με την Βέστα. Από όσα γνωρίζουμε έως τώρα στους αρχαίους χρόνους δεν είχαν διακριτή ταυτότητα, δηλαδή προσωπικούς μύθους γάμους και γενεαλογίες. Αντίθετα με τους θεούς των Ελλήνων, δεν τους αποδίδονταν ανθρωπομορφικές συνήθειες και δεν έχουν διασωθεί πολλές αφηγήσεις για τις δραστηριότητές τους. Η αρχαία λατρεία συνδεόταν, επίσης, με τον Νουμά, τον δεύτερο μυθικό βασιλιά, που θεωρείτο ότι είχε ως σύζυγό του τη ρωμαϊκή θεά των πηγών και της γέννησης την Εγερία, που εμφανίζεται ως νύμφη σε μεταγενέστερες φιλολογικές πηγές. Τα νέα στοιχεία προστέθηκαν σε σχετικά πρώιμη εποχή. Στον βασιλικό οίκο των Ταρκινίων αποδίδεται δια μέσου του μύθου η εγκαθίδρυση της τριάδας του Καπιτωλίου, δηλαδή του Γιούπιτερ, της Γιούνο και της Μινέρβα, που κατείχαν, την υπέρτατη θέση στη Ρωμαϊκή θρησκεία. Άλλες προσθέσεις τέτοιου είδους ήταν η λατρεία της Ντιάνα Στον Αβεντινό Λόφο και η εισαγωγή προφητειών τις οποίες, σύμφωνα με την παράδοση, έλαβε ο Ταρκίνιος 6ος αιώνας π.Χ. από την Κυμαία Σίβυλα.

Ξένοι θεοί στη Ρώμη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η απορρόφηση γειτονικών θεοτήτων ήταν αναπόφευκτη, καθώς το ρωμαϊκό κράτος άρχισε να κατακτά τον περιβάλλοντα χώρο. Οι Ρωμαίοι απέδιδαν στους τοπικούς θεούς των κατακτημένων λαών τις ίδιες τιμές που απέδιδαν στις τοπικές τους θεότητες. Σε αρκετές περιπτώσεις οι νεοαποκτηθείσες θεότητες προσκαλούνταν επισήμως να αναλάβουν τα νέα ιερά τους στη Ρώμη. Το 203 π.Χ., το λατρευτικό άγαλμα της Κυβέλης αφαιρέθηκε από τον φρυγικό Πεσσινό και τελετουργικά καλωσορίστηκε στη Ρώμη. Επιπλέον, η ανάπτυξη της πόλης προσέλκυσε αρκετούς ξένους, στους οποίους επιτρεπόταν να συνεχίζουν τη λατρεία των θεών τους. Με τον ίδιο τρόπο έφθασε στη Ρώμη ο Μίθρας και η δημοτικότητά του στις ρωμαϊκές λεγεώνες ήταν τέτοια, ώστε η λατρεία του έφθασε ως τη Βρετανία. Εκτός από τον Κάστορα και τον Πολυδεύκη, οι κατακτημένες πόλεις της Ιταλίας συνεισέφεραν αρκετά στων ρωμαϊκό πάνθεον. Η Ντιάνα, η Μινέρβα, ο Χέρκουλες, η Βένους και άλλες ελάσσονες θεότητες προστέθηκαν, άλλες Ιταλικές και άλλες από τον πολιτισμό της Μεγάλης Ελλάδας. Οι σημαντικές ρωμαϊκές θεότητες με το πέρασμα του χρόνου ταυτίστηκαν με τις ανθρωπομορφικές θεότητες του ελληνικού πανθέου και ανέλαβαν πολλές από τις ιδιότητες και τους μύθους τους.


Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]