Επανάσταση του Φεβρουαρίου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Επανάσταση του Φεβρουαρίου
Ρωσική Επανάσταση
Feb 1917.jpg
Η επανάσταση του Φεβρουαρίου του 1917.
Χρονολογία 23-27 Φεβρουαρίου 1917 (8 - 12 Μαρτίου 1917)
Τόπος Πέτρογκραντ, Flag of Russia.svg Ρωσία
Έκβαση

Νίκη των επαναστατών

Αντιμαχόμενοι
Flag of Russia.svg Κυβερνητικές δυνάμεις
Red flag.svg Επαναστάτες
Ηγετικά πρόσωπα
Απώλειες
1.443 νεκροί (μόνον στο Πέτρογκραντ)

Η Επανάσταση του Φεβρουαρίου σηματοδότησε την απαρχή της Ρωσικής Επανάστασης του 1917. Προκάλεσε σε διάστημα ολίγων ημερών την παραίτηση του Αυτοκράτορα Νικολάου Β΄, το τέλος της Ρωσικής Αυτοκρατορίας και της δυναστείας των Ρομανόφ.

Μία προσωρινή κυβέρνηση της οποίας αρχικώς ηγείτο ο Γκεόργκι Λβοβ αντικατέστησε το τσαρικό καθεστώς, ενώ στην συνέχεια ο Αλεξάντρ Κερένσκι αντικατέστησε τον Πρίγκιπα Λβοβ μετά τις Ημέρες του Ιουλίου του 1917.

Η Επανάσταση του Φεβρουαρίου, η οποία έλαβε χώρα από τις 23 Φεβρουαρίου 1917 έως τις 28 Φεβρουαρίου 1917[N 1], ξέσπασε ξαφνικά και κατόπιν αυτοσχεδιασμού. Οι εντάσεις οι οποίες είχαν πολλαπλασιαστεί μετατράπηκαν σε εξέγερση, της οποίας το επίκεντρο ήταν το Πέτρογκραντ. Στην διάρκεια του ιδίου έτους, η Οκτωβριανή Επανάσταση οδήγησε στην εξουσία τους Μπολσεβίκους και κατέληξε στην συνέχεια στην ίδρυση της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών.

Αίτια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος προκάλεσε κρίση στην οικονομία της Ρωσικής Αυτοκρατορίας.

Σε στρατιωτικό επίπεδο, παρά τις αρχικές επιτυχίες των ρωσικών στρατευμάτων κατά την διάρκεια του Αυγούστου του 1914, η κατάσταση σύντομα αντιστράφηκε σε βάρος της Ρωσίας, η οποία δεν ήταν σε θέση, λόγω της ανεπαρκούς βιομηχανίας της, των ελλιπών μεταφορικών της μέσων και μιας στρατιωτικής διοικητικής ανικανότητας, να στηρίξει τις προσπάθειες ενός σύγχρονου πολέμου. Τον Μάιο του 1915, τα ρωσικά στρατεύματα υποχώρησαν, ενώ στην συνέχεια, κατά την διάρκεια του χειμώνα του 1915-1916, το μέτωπο σταθεροποιήθηκε. Στα μετόπισθεν, η κατάσταση άρχισε να χειροτερεύει: οι απεργίες άρχισαν να πολλαπλασιάζονται στα εργοστάσια (άνω του ενός εκατομμυρίου απεργοί το 1916), ενώ οι συγκρούσεις με τις αστυνομικές δυνάμεις άρχισαν να γίνονται συχνότερες. Οι νόμοι επιστράτευσης προκάλεσαν το 1916 εξέγερση σημαντικού μεγέθους στο Καζακστάν. Η αδυναμία της κυβέρνησης και η έλλειψη δημοτικότητας του Νικολάου Β΄ έπαιξαν, επίσης, ρόλο στην κλίμακα των εξεγέρσεων του Φεβρουαρίου του 1917[1].

Σε πολιτικό επίπεδο, η Ρωσική Επανάσταση του 1905, παρά την πρόοδο την οποία προκάλεσε (δημιουργία της Κρατικής Δούμας της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, υπόσχεση για την παραχώρηση συντάγματος, εμφάνιση πολιτικών κομμάτων, κτλ.) δεν μπόρεσε να δώσει λύση στις αντιφάσεις που προκαλούσε η ρωσική απολυταρχία. Η απώλεια της αξιοπιστίας της τσαρικής εξουσίας ήταν πλήρης, καθώς η τρομοκρατία παρέμενε ενδημική και η σοσιαλιστική αντιπολίτευση αποφασισμένη. Ωστόσο, έναν χρόνο πριν από το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η Δυναστεία των Ρομανόφ είχε εορτάσει την τριακονταετηρίδα της με ιδιαίτερη επισημότητα.

Οι αρχές του έτους 1917 αποτέλεσαν ένα εύφορο έδαφος για εξέγερση: ο χειμώνας ήταν ιδιαιτέρως ψυχρός[2] και προκάλεσε σημαντική έλλειψη τροφίμων (ορισμένα προϊόντα απουσίαζαν), χωρίς ωστόσο να υπάρξει κάποιου είδους ανεπάρκεια[3]. Πάραυτα, το πρόβλημα τροφοδοσίας επιδεινώθηκε λόγω του ψύχους (δυσλειτουργικές ατμομηχανές, καθυστερήσεις στις συγκοινωνίες). Η αγανάκτηση απέναντι στον πόλεμο άρχισε να αυξάνεται. « Το έτος 1917 ξεκίνησε με την απεργία της 9ης Ιανουαρίου. Κατά την διάρκεια αυτής της απεργίας, διαδηλώσεις έλαβαν χώρα στο Πέτρογκραντ, την Μόσχα, το Μπακού, το Νίζνι Νόβγκοροντ[4]. » Η ιδέα μιας γενικής απεργίας άρχισε να κάνει την εμφάνισή της. Μία αναφορά της Οχράνα σχετικά με την κατάσταση που επικρατούσε στο Πέτρογκραντ στις αρχές του έτους κατέληγε στο παρακάτω συμπέρασμα: η κοινωνία « επιθυμεί την εύρεση μιας διεξόδου σε μια πολιτική κατάσταση αφύσικη, η οποία καθίσταται, μέρα με τη μέρα, όλο και περισσότερο αφύσικη και ταραχώδης[5] ».

Μία λαϊκή και αυθόρμητη επανάσταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όλα ξεκίνησαν στις 18 Φεβρουαρίου 1917, κατά την διάρκεια της απεργίας των εργατών του εργοστασίου Πουτίλοφ, το οποίο και ήταν η μεγαλύτερη επιχείρηση του Πέτρογκραντ[4]. Τα πρώτα σημαντικά επεισόδια έλαβαν χώρα στις 20 Φεβρουαρίου 1917, με την διάδοση φήμης αναφορικά με την δημιουργία σημείων παροχής άρτου βάση δελτίου, η οποία και προκάλεσε πανικό στον πληθυσμό[2]. Την επομένη, το εργοστάσιο στρατιωτικού εξοπλισμού Πουτίλοφ, ελλείψει ανεφοδιασμού, υποχρεώθηκε να κλείσει. Χιλιάδες εργάτες ευρέθηκαν στην ανεργία και στους δρόμους[6]. Κατά την ίδια περίοδο, ο Νικόλαος Β΄, χωρίς να έχει συνειδητοποιήσει τον κίνδυνο και καθησυχασμένος από τον πλήρως ανίκανο περίγυρό του[N 2], εγκατέλειψε το Πέτρογκραντ με προορισμό το Μογκίλεφ.

Οι οικονομικές απαιτήσεις (« Ψωμί, εργασία ! ») αποτέλεσαν τον κινητήριο μοχλό ενός αυθόρμητου κινήματος διαμαρτυρίας, αρχικά, το οποίο δεν είχε κανέναν επαναστατικό χαρακτήρα.

Στις 23 Φεβρουαρίου 1917, κατά την διάρκεια της παγκόσμιας ημέρας της γυναίκας, διάφορες πορείες γυναικών (φοιτήτριες, υπάλληλοι, εργάτριες σε εργοστάσια υφαντουργίας των προαστίων του Βύμποργκ) διαδήλωσαν στο κέντρο του Πέτρογκραντ απαιτώντας ψωμί. Η δράση τους έχαιρε της στήριξης εργατών οι οποίοι εγκατέλειψαν την εργασία τους, προκειμένου να ενωθούν με τις διαδηλώτριες. Οι τάξεις των διαδηλωτών ενισχύθηκαν, με τα συνθήματα να αποκτούν έναν περισσότερο πολιτικό χαρακτήρα. Στις φωνές ενάντια του πολέμου, οι απεργοί προσέθεσαν συνθήματα όπως « Ζήτω η Δημοκρατία ! », καθώς και επευφημίες για ένα σύνταγμα Κοζάκων, το οποίο αρνήθηκε να επέμβει[7]. Την επομένη, το κίνημα διαμαρτυρίας εξαπλώθηκε: σχεδόν εκατό πενήντα χιλιάδες απεργοί εργάτες κατευθύνθηκαν προς το κέντρο της πόλης. Καθώς δεν είχαν λάβει κάποια συγκεκριμένη εντολή, σύντομα, οι Κοζάκοι ήσαν ανήμποροι εμπρός στο μέγεθος του πλήθους των διαδηλωτών και ανίκανοι να το διασκορπίσουν.

Αυτοσχέδιες συναντήσεις προγραμματίστηκαν και, στις 25 Φεβρουαρίου 1917, η απεργία γενικεύτηκε. Οι διαδηλώσεις εντατικοποιήθηκαν. Τα συνθήματα ήταν ολοένα και πιο ριζοσπαστικά: « Κάτω ο πόλεμος ! », « Κάτω ο αυταρχισμός ! ». Οι συγκρούσεις με τα όργανα της τάξης είχαν ως αποτέλεσμα νεκρούς και τραυματίες και από τις δυο πλευρές. Απέναντι σε αυτό το ξαφνικό και λαϊκό κίνημα, οι λιγοστοί ηγέτες των επαναστατών που ευρίσκονταν στο Πέτρογκραντ[N 3] παρέμεναν επιφυλακτικοί, εκτιμώντας, όπως ο Μπολσεβίκος Αλεξάντρ Χλιαπνίκοφ (μέλος της κεντρικής επιτροπής του κόμματος), πως επρόκειτο περισσότερο για ταραχές σχετιζόμενες με τον λοιμό που μαινόταν εκείνη την περίοδο, παρά μια επανάσταση η οποία προετοιμαζόταν. Κατά την διάρκεια της νύχτας της 25ης Φεβρουαρίου 1917, ο Νικόλαος Β΄ διέταξε « την άμεση καταστολή δια της βίας, προ της επομένης, των ταραχών στο Πέτρογκραντ ». Η άρνηση οποιασδήποτε μορφής διαπραγμάτευσης, οποιουδήποτε συμβιβασμού μετέτρεψε το κίνημα σε επανάσταση.

Ο Αυτοκράτορας κινητοποίησε τις δυνάμεις της φρουράς της πόλης, προκειμένου να καταστείλει την εξέγερση. Στις 11 Μαρτίου (26 Φεβρουαρίου), κατά το μεσημέρι, η αστυνομία και η φρουρά άνοιξαν πυρ εναντίον μέρους των διαδηλωτών. Πάνω από εκατό πενήντα άτομα σκοτώθηκαν, ενώ ο όχλος αποσύρθηκε προς τα προάστια. Ωστόσο, οι στρατιώτες άρχισαν να τάσσονται στο πλευρό των διαδηλωτών: το 4ο σώμα του συντάγματος Παβλόφσκι άνοιξε πυρ εναντίον της έφιππης αστυνομίας. Πελαγωμένος, καθώς αδυνατούσε να κυβερνήσει, ο Αυτοκράτορας διακήρυξε κατάσταση πολιορκίας, διέταξε την διάλυση της Δούμας και όρισε μία προσωρινή επιτροπή. Η εξέγερση θα μπορούσε να είχε σταματήσει σε εκείνο το σημείο, ωστόσο, κατά την διάρκεια της νύχτας μεταξύ της 11ης και της 12ης Μαρτίου (26 - 27 Φεβρουαρίου), ένα γεγονός ανέτρεψε την κατάσταση: η ανταρσία δύο ανώτερων συνταγμάτων, τα οποία έφεραν βαρέως το γεγονός πως είχαν ανοίξει πυρ εναντίον των « αδερφών εργατών » τους. Η ανταρσία εξαπλώθηκε σε διάστημα μερικών, μόλις, ωρών. Το πρωινό της 27ης Φεβρουαρίου 1917, οι στρατιώτες και οι εργάτες ένωσαν τις δυνάμεις τους, κατέλαβαν το οπλοστάσιο, μοίρασαν τουφέκια στον όχλο και κατέλαβαν στρατηγικές θέσεις της πρωτεύουσας. Κατά την διάρκεια της ίδιας ημέρας, η φρουρά του Πέτρογκραντ (περίπου 150.000 άνδρες) τάχθηκε με το μέρος των εξεγερθέντων[8].

Η δημιουργία μιας διπλής εξουσίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συνέλευση του Σοβιέτ του Πέτρογκραντ.

Οι επαναστάτες επιχείρησαν, τότε, να οργανώσουν και να συντονίσουν το κίνημα. Όπως και κατά την διάρκεια της επανάστασης του 1905, η δημιουργία ενός Σοβιέτ για την συνένωση εργατών και στρατιωτών κρίθηκε ως επιβεβλημένη. Το απόγευμα της 27ης Φεβρουαρίου, περίπου πενήντα επαναστάτες διαφορετικών πολιτικών πεποιθήσεων — Μπολσεβίκοι, Μενσεβίκοι, Σοσιαλιστές-Επαναστάτες — οργάνωσαν μία Προσωρινή Εκτελεστική Επιτροπή των αντιπροσώπων των εργατών. Η επιτροπή αυτή αποφάσισε την δημιουργία μίας εφημερίδας, της Ιζβέστια (Izvestia), ενώ απήθυνε κάλεσμα στους εργάτες και τους στρατιώτες να εκλέξουν τους αντιπροσώπους τους. Το γεγονός αυτό αποτέλεσε και την γέννηση του Σοβιέτ του Πέτρογκραντ, μιας συνέλευσης εξακοσίων ατόμων περίπου. Το Σοβιέτ διοικείτο από μία εκτελεστική επιτροπή, η οποία αποτελείτο από έντεκα επαναστάτες, οι οποίοι εξελέγησαν άμεσα, ενώ είχαν ως πρόεδρο τον Γεωργιανό Μενσεβίκο Νικολάι Τσχέιντζε.

Στην Μόσχα, τα νέα από το Πέτρογκραντ προκάλεσαν γενική απεργία, ενώ οδήγησαν στην εκλογή μιας Προσωρινής Επαναστατικής Επιτροπής.

Παράλληλα με την δημιουργία του Σοβιέτ, τέθηκε σε ισχύ ένα άλλο όργανο εξουσίας. Συγκεκριμένα, μια ομάδα βουλευτών της Δούμας δημιούργησε, κατά την διάρκεια της ίδιας ημέρας, μία Προσωρινή Επιτροπή για « την επαναφορά της κυβερνητικής και δημόσιας τάξης »[9]. Για την επιτροπή αυτή, η προτεραιότητα ήταν η επαναφορά της τάξης, αρχικώς, και η επιστροφή των ανταρτών στρατιωτών στους στρατώνες τους. Μεταξύ της επιτροπής αυτής και του Σοβιέτ του Πέτρογκραντ, μια μακρά περίοδος διαπραγματεύσεων οδήγησε, στις 2 Μαρτίου 1917, σε έναν συμβιβασμό. Το Σοβιέτ αναγνώριζε, εν αναμονή της σύγκλισης μιας Συνταγματικής Συνέλευσης, την νομιμότητα μιας Προσωρινής Κυβέρνησης φιλελεύθερου χαρακτήρα, η οποία αποτελείτο, κατά πλειοψηφία, από εκπροσώπους του Δημοκρατικού Συνταγματικού Κόμματος (και η οποία δεν περιελάμβανε κάποιον Σοσιαλιστή στις τάξεις της). Ωστόσο, η Προσωρινή Κυβέρνηση της Ρωσίας υποχρεώθηκε να εφαρμόσει ένα ευρύ πρόγραμμα δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων, οι οποίες βασίζονταν στην παραχώρηση βασικών ελευθεριών, την καθολική ψηφοφορία, την κατάργηση οποιασδήποτε μορφής διάκρισης, την κατάργηση της αστυνομίας, την αναγνώριση των δικαιωμάτων του στρατιώτη-πολίτη και μια άμεση αμνηστία για το σύνολο των πολιτικών κρατουμένων.

Ο Νικόλαος Β΄, τον Μάρτιο του 1917, λίγο καιρό μετά την επανάσταση, η οποία και προκάλεσε την παραίτησή του.

Ο συμβιβασμός της 2ας Μαρτίου του 1917 σηματοδότησε την δημιουργία μιας διπλής εξουσίας, όπου έρχονταν αντιμέτωπες δυο διαφορετικές αντιλήψεις για το μέλλον της ρωσικής κοινωνίας. Από την μια πλευρά, η προσωρινή κυβέρνηση επιθυμούσε να καταστήσει την Ρωσία ως μια μεγάλη φιλελεύθερη και καπιταλιστική δύναμη και να οδηγήσει την πολιτική ζωή της Ρωσίας προς τον δρόμο του κοινοβουλευτισμού. Από την άλλη, τα Σοβιέτ επιθυμούσαν την εγκαθίδρυση μιας διαφορετικής μορφής πολιτικής αρχής, η οποία θα εκπροσωπούσε με τρόπο άμεσο τα « πλήθη ».

Έως αυτόν τον συμβιβασμό, κυριαρχούσε η αβεβαιότητα αναφορικά με την στάση την οποία θα κρατούσε ο Νικόλαος Β΄, καθώς και οι ηγέτες του στρατού. Τελικώς, προς γενικότερη έκπληξη, το στρατιωτικό επιτελείο προέβη σε πιέσεις προς τον αυτοκράτορα ώστε αυτός να παραιτηθεί « προκειμένου να διατηρηθεί η ανεξαρτησία της χώρας και να εξασφαλισθεί η σωτηρία της δυναστείας ». Ο στρατηγός Μιχαήλ Αλεξέγιεφ, έχοντας την υποστήριξη των διοικητών των πέντε μετώπων, τον έπεισε, υποστηρίζοντας πως η παραίτηση ήταν το μοναδικό μέσο για την συνέχιση του πολέμου με την Γερμανία[10]. Στις 2 Μαρτίου 1917, ο Νικόλαος Β΄ παραιτήθηκε του θρόνου υπέρ του αδερφού του, Μέγα Δούκα Μιχαΐλ Αλεξάντροβιτς Ρομανόφ.

Εμπρός στην λαϊκή κατακραυγή, ο τελευταίος, αρνήθηκε το στέμμα της αμέσως επόμενη ημέρα. Σε διάστημα πέντε ημερών, σύμφωνα με τον ιστορικό Μάρτιν Μάλια, « χωρίς να είναι σε θέση να προβάλει την παραμικρή μορφή αντίστασης, το Παλαιό Καθεστώς της Ρωσίας κατέρρευσε ωσάν χάρτινος πύργος[11] ».

Αυτό ήταν και το τέλος του τσαρισμού, ενώ, ταυτόχρονα, οδήγησε στις πρώτες εκλογές του Σοβιέτ των εργατών του Πέτρογκραντ. Το πρώτο επεισόδιο της επανάστασης προκάλεσε εκατοντάδες νεκρούς, κυρίως μεταξύ των διαδηλωτών. Ωστόσο η γρήγορη και, συνάμα, απρόσμενη πτώση του καθεστώτος, με ένα σχετικά περιορισμένο κόστος, προκάλεσε κύμα ενθουσιασμού και απελευθέρωσης ανά την χώρα, γεγονός που μαρτυρά και την λαϊκή δυσαρέσκεια απέναντι στο τσαρικό καθεστώς.

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Έως το 1918, η Ρωσία χρησιμοποιούσε το Ιουλιανό Ημερολόγιο, το οποίο, εκείνη την εποχή, είχε καθυστέρηση 13 ημερών σε σύγκριση με το Γρηγοριανό Ημερολόγιο. Στις 23 Φεβρουαρίου του « παλαιού ημερολογίου » αντιστοιχεί, συνεπώς, η 8η Μαρτίου του « νέου ημερολογίου ».
  2. μεταξύ των οποίων, ο Υπουργός Εσωτερικών, Αλεξάντρ Προτοπόποφ και ο Υπουργός Πολέμου, στρατηγός Μιχαΐλ Μπελιάγιεφ, γνωστός με το προσωνύμιο « νεκροκεφαλή » από τους συναδέλφους του (Richard Pipes, op. cit., p. 261).
  3. Ο Λένιν και ο Γιούλιους Μαρτόφ ευρίσκονταν στην Ζυρίχη, ο Λέον Τρότσκι στη Νέα Υόρκη, ο Βικτόρ Τσερνόφ στο Παρίσι, ενώ οι Ιρακλί Τσερετέλι, Φεντόρ Νταν και Ιωσήφ Στάλιν ευρίσκονταν εξόριστοι στην Σιβηρία.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Roger Portal, « Russie (histoire) », Encyclopædia Universalis.
  2. 2,0 2,1 Pipes 1993, σελ. 259.
  3. Figes 2007, σελ. 397.
  4. 4,0 4,1 Histoire du PCUS 1949, σελ. 194.
  5. Heller et Nekrich 1985, σελ. 19.
  6. Pipes 1993, σελ. 261.
  7. Louis Aragon et André Maurois, Les Deux Géants. Histoire des États-Unis et de l'URSS de 1917 à nos jours. Tome 3 : Histoire de l'URSS de 1917 à 1929, Paris, Éditions du Pont Royal, 1963, p. 30.
  8. Louis Aragon et André Maurois, Les Deux Géants, op. cit., p. 33.
  9. Heller et Nekrich 1985, σελ. 20.
  10. Heller et Nekrich 1985, σελ. 21.
  11. Martin Malia, La Tragédie soviétique. Histoire du socialisme en Russie, 1917-1991, Éditions du Seuil, coll. « Points Histoire », Paris, 1995, p. 136.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Marc Ferro, La Révolution de 1917. La chute du tsarisme et les origines d'Octobre, Aubier, Paris, 1967.
  • Pipes, Richard (1993). «La Révolution de Février» (στα γαλλικά). La Révolution russe. Connaissance de l'Est. 8. Paris: P.U.F., σελ. 866. RP. ISBN 978-2-130453734. 
  • Figes, Orlando (2007) (στα γαλλικά). La Révolution russe. 1891-1924 : la tragédie d'un peuple. Paris: Denoel, σελ. 1107. OF. ISBN 978-2-207-25839-2. 
  • Heller, Michel. Aleksandr Nekrich (1985) [1982]. «Les prémisses» (στα γαλλικά). L'Utopie au pouvoir. Liberté de l'esprit. 1. Histoire de l'U.R.S.S. de 1917 à nos jours. Paris: Calmann-Lévy, σελ. 680. MH. ISBN 2-7021-1397-4. 
  • Collectif (1949) [1938] (στα γαλλικά). Histoire du Parti communiste /bolchévik/ de l'U.R.S.S. Précis rédigé par une commission du Comité central du P.C.(b) de l'U.R.S.S. Moscou: Éditions en langues étrangères, σελ. 408. HPC1949. 
  • Leonard Schapiro, Les Révolutions russes de 1917. Les origines du communisme moderne, 1987.
  • Alexandre Soljenitsyne, Mars dix-sept, 4 tomes, 1993 et 1998, Fayard.
  • Léon Trotsky, Histoire de la Révolution russe, 2 vol., Seuil, 1995.
  • Voline, La Révolution inconnue, Livre premier : Naissance, croissance et triomphe de la Révolution russe (1825-1917), Éditions Entremonde, Lausanne, 2009. ISBN 978-2-940426-02-7
  • Collectif (1949) [1938]. «Le Parti bolchévik pendant la guerre impérialiste. La deuxième révolution russe» (στα γαλλικά). Histoire du Parti communiste /bolchévik/ de l'U.R.S.S. VI. Précis rédigé par une commission du Comité central du P.C.(b) de l'U.R.S.S. Moscou: Éditions en langues étrangères, σελ. 408. HPC1949. 
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Révolution de Février της Γαλλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).