Βοϊβοντίνα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Αυτόνομη Επαρχία Βοϊβοντίνας
Аутономна Покрајина Војводина
Autonomna Pokrajna Vojvodina
Vajdaság Autonóm Tartomány

Σημαία

Εθνόσημο
Σερβικά, Ουγγρικά, Σλοβακικά, Κροατικά, Ρουμανικά, Ρουσίνικα.
Χώρα
Σερβία Σερβία
 • Σύνολο
21.504 km2
Πληθυσμός
 • Εκτίμηση 2015 
 • Απογραφή 1991 
 • Πυκνότητα 

2.031.992  
1.956.196  
94,51 κατ./km2 
Νόμισμα Σερβικό δηνάριο (RSD)
 • Θερινή ώρα (UTC +1)
(UTC +2)
Internet TLD .rs

Η Βοϊβοντίνα, επίσημα Αυτόνομη Επαρχία της Βοϊβοντίνας (σερβικά: Аутономна Покрајина Војводина, Autonomna Pokrajna Vojvodina, ουγγρικά: Vajdaság Autonóm Tartomány) είναι μία αυτόνομη επαρχία της Σερβίας. Βρίσκεται στο βόρειο τμήμα της χώρας, στην πεδιάδα της Παννονίας. Το Νόβι Σαντ είναι η μεγαλύτερη πόλη και πρωτεύουσά της Βοϊβοντίνα και η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Σερβίας. Η Βοϊβοντίνα έχει πληθυσμό περίπου 2 εκατομμύρια (περίπου το 26.88% του πληθυσμού της Σερβίας, εξαιρουμένου του Κοσσυφοπεδίου). Εχει πολυεθνική και πολυπολιτισμική ταυτότητα, καθώς υπάρχουν στην επαρχία 26 εθνοτικές ομάδες και έξι γλώσσες είναι σε επίσημη χρήση από τη διοίκηση της επαρχίας.

Ονομασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο όρος vojvodina στα Σερβικά γλώσσες σημαίνει μια μορφή δουκάτου - ειδικότερα βοεβοδάτο. Προέρχεται από τη λέξη "vojvoda" (βοεβόδας), που έχει τις ρίζες της στη λέξη της Παλαιοσλαβικής γλώσσας "βοεβόντα". Αυτές οι λέξεις συνδέονται ετυμολογικά με τις σύγχρονες λέξεις "vojnik" (στρατιώτης) και "voditi" (να ηγείται). Η αρχική της ονομασία (από το 1848) ήταν Σερβική Βοϊβοντίνα (Српска Војводина / Srpska Vojvodina), που στη συνέχεια έγινε Βοεβοδάτο της Σερβίας (Војводство Србија / Vojvodstvo Srbija).

Οι πλήρεις επίσημες ονομασίες της επαρχίας σε όλες τις επίσημες γλώσσες της Βοϊβοντίνα είναι :

Γεωγραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λίμνη Πάλιτς

Η Βοϊβοντίνα βρίσκεται στο βόρειο τέταρτο της Σερβίας, στο νοτιοανατολικό τμήμα της Πεδιάδας της Παννονίας, την πεδιάδα που απέμεινε όταν η Παννονική Θάλασσα της Πλειοκαίνου στέγνωσε. Ως συνέπεια αυτού, ηΒοϊβοντίνα είναι πλούσια σε γόνιμα αργιλώδη εδάφη, που καλύπτονται με ένα στρώμα μαυροχώματος. Η περιοχή χωρίζεται από τους ποταμούς Δούναβη και Τίσα σε: Μπάτσκα στα βορειοδυτικά, Βανάτο στα ανατολικά και Σίρμια (Σρεμ) στα νοτιοδυτικά. Ένα μικρό μέρος της περιοχής Mάτσβα βρίσκεται επίσης στη Βοϊβοντίνα, στην Επαρχία Σρεμ.

Σήμερα, το δυτικό τμήμα της Σίρμιας ανήκει στην Κροατία, το βόρειο τμήμα της Μπάτσκα στην Ουγγαρία, το ανατολικό τμήμα του Βανάτου στη Ρουμανία (με ένα μικρό τμήμα στην Ουγγαρία), ενώ η Μπαράνια (που είναι μεταξύ του Δούναβη και του Δράβου στην Ουγγαρία και την Κροατία. Η Βοϊβοντίνα έχει συνολική επιφάνεια 21.500 km2. Η Βοϊβοντίνα αποτελεί επίσης τμήμα της ευρωπεριφέρειας Δούναβη-Κρις-Μούρες-Τίσα. Η κορυφή Γκουντούριτσα στα Ορη Βρσατς είναι η ψηλότερη στη Βοϊβοντίνα με υψόμετρο 641 μέτρα.

Πολιτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μέγαρο της Μπανόβινα, έδρα της Επαρχιακής Κυβέρνησης της Βοϊβοντίνα, τη νύχτα

Η Συνέλευση της Βοϊβοντίνα είναι το επαρχιακό νομοθετικό σώμα, που αποτελείται από 120 αναλογικά εκλεγμένα μέλη. Τα σημερινά μέλη εξελέγησαν στις επαρχιακές εκλογές του 2016. Η κυβέρνηση της Βοϊβοντίνα είναι το εκτελεστικό διοικητικό σώμα.

Ο σημερινός κυβερνών συνασπισμός στο κοινοβούλιο της Βοϊβοντίνα (μετά τις εκλογές του 2016) αποτελείται από τα ακόλουθα πολιτικά κόμματα: το Σερβικό Προοδευτικό Κόμμα, το Σοσιαλιστικό Κόμμα της Σερβίας και τη Συμμαχία των Ούγγρων της Βοϊβοντίνα. Σημερινός πρόεδρος της κυβέρνησης της Βοϊβοντίνα είναι ο Ιγκόρ Mίροβιτς (Σερβικό Προοδευτικό Κόμμα), ενώ πρόεδρος της επαρχιακής Συνέλευσης είναι ο Iστβαν Πάστορ (Συμμαχία των Ούγγρων της Βοϊβοντίνα).

Νομοί, δήμοι και πόλεις της Βοϊβοντίνα
  Βόρεια Μπάτσκα
  Δυτική Μπάτσκα
  Νότια Μπάτσκα
  Βόρειο Βανάτο
  Κεντρικό Βανάτο
  Νότιο Βανάτο

Η Βοϊβοντίνα χωρίζεται σε επτά νομούς. Είναι περιφερειακά κέντρα της κρατικής διοίκησης αλλά δεν έχουν δικές τους εξουσίες και αποτελούν αμιγώς διοικητικές διαιρέσεις. Οι επτά νομοί υποδιαιρούνται περαιτέρω σε 37 δήμους και τις 8 πόλεις Κίκιντα, Νόβι Σαντ, Σουμπότιτσα, Ζρένιανιν, Πάντσεβο, Σόμπορ, Σρέμσκα Μιτρόβιτσα και Βρσατς.

Νομός Εδρα νομού με καθεστώς πόλης Δήμοι Εκταση (km²) Πληθυσμός (απογραφή 2011)
Κεντρικό Βανάτο Ζρένιανιν Νόβι Μπέτσει, Νόβα Τσρνια, Σέτσανι, Ζίτιστε 3,256 187,667
Βόρεια Μπάτσκα Σουμπότιτσα Μπάτσκα Τόπολα, Μάλι Ιτζος 1,784 186,906
Βόρειο Βανάτο Κίκιντα Αντα, Τσόκα, Κανίζα, Νόβι Κνιέζεβατς, Σέντα 2,329 147,770
Νότια Μπάτσκα Νόβι Σαντ Μπατς, Μπάτσκα Παλάνκα, Μπάτσκι Πέτροβατς, Μπέτσει, Μπέοτσιν, Βρμπας, Σρμπόμπραν, Σρέμσκι Καρλόβτσι, Τέμεριν, Τίτελ, Ζάμπαλι 4,016 615,371
Νότιο Βανάτο Πάντσεβο Αλιμπουνάρ, Μπέλα Κρκβα, Κοβάτσιτσα, Κόβιν, Οποβο, Πλάντιστε, Πόλη του Βρσατς 4,245 293,730
Σίρμια Σρέμσκα Μιτρόβιτσα Ιντζιγια, Ιριγκ, Πέτσιντσι, Ρούμα, Σιντ, Στάρα Πάζοβα 3,486 312,278
Δυτική Μπάτσκα Σόμπορ Απατιν, Κούλα, Οντζατσι 2,420 188,087
Σύνολο 21,500 1,931,809

Δημογραφικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Xάρτης εθνοτήτων της Βοϊβοντίνα (σε επίπεδο οικισμού)
Γλωωσικός χάρτης της Βοϊβοντίνα (σε επίπεδο δήμου)
Θρησκευτικός χάρτης της Βοϊβοντίνα (σε επίπεδο δήμου)
Ούγγροι με τις εθνικές τους ενδυμασίες
Χορευτικό συγκρότημα Σέρβων

Η Βοϊβοντίνα είναι πιο ποικιλόμορφη από ό,τι η υπόλοιπη Σερβία με περισσότερες από 25 εθνικές ομάδες και έξι γλώσσες σε επίσημη χρήση από την επαρχιακή διοίκηση.

Πληθυσμός ανά εθνικότητα:

Αριθμός %
ΣΥΝΟΛΟ 1,931,809 100
Σέρβοι 1,289,635 66.76
Ούγγροι 251,136 13.00
Σλοβάκοι 50,321 2.60
Κροάτες 47,033 2.43
Ρομά 42,391 2.19
Ρουμάνοι 25,410 1.32
Μαυροβούνιοι 22,141 1.15
Μπούνιεβτσι 16,469 0.85
Ρουθηνοί 13,928 0.72
Γιουγκοσλάβοι 12,176 0.63
Σλαβομακεδόνες 10,392 0.54
Ουκρανοί 4,202 0.22
Μουσουλμάνοι (εθνικότητα) 3,360 0.17
Γερμανοί 3,272 0.17
Αλβανοί 2,251 0.12
Σλοβένοι 1,815 0.09
Βούλγαροι 1,489 0.08
Γκοράνι 1,179 0.06
Ρώσοι 1,173 0.06
Βόσνιοι Μουσουλμάνοι 780 0.04
Βλάχοι 170 0.01
Αλλοι 6,710 0.35
Τοπικοί 28,567 1.48
Μη δηλώσαντες 81,018 4.19
Αγνωστης 14,791 0.77

Πληθυσμός κατά μητρική γλώσσα:

Αριθμός %
Σερβική γλώσσα 1,485,791 76.91
Ουγγρική γλώσσα 241,164 12.48
Σλοβακική γλώσσα 47,760 2.47
Γλώσσα των Ρομά 27,430 1.42
Ρουμανική γλώσσα 24,133 1.25
Κροατική γλώσσα 14,576 0.75
Ρουθηνική γλώσσα 11,154 0.58
Γλώσσα των Μπούνιεβτσι 6,821 0.35
Αλβανική γλώσσα 3,844 0.2
Σλαβομακεδονική γλώσσα 3,694 0.19
Μαυροβουνιακή γλώσσα 1,193 0.06

Πληθυσμός κατά θρησκεία:

Αριθμός %
Ορθόδοξοι 1,357,317 70.25
Καθπολικοί
(Ρωμαιοκαθολικοί Ανατολικοί Καθολικοί)
336,691 17.43
Προτεστάντες 64,029 3.31
Mουσουλμάνοι 14,026 0.74
Ανατολικές θρησκείες
(Βουδισμός, Ινδουισμός κλπ.)
394 0.02
Εβραίοι 254 0.01
Αλλοι 647 0.03
Aθεοι 25,906 1,34
Μη δηλώσαντες 106,740 5.53
Αγνωστης 18,205 0.94

Μεγαλύτερες πόλεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κάστρο στο Νόβι Σαντ-Πετροβαραντίνσκα Τβρντάβα

Προρωμαϊκή εποχή και Ρωμαϊκή κυριαρχία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τη Νεολιθική περίοδο δύο σημαντικοί αρχαίοι πολιτισμοί άνθησαν στην περιοχή: ο πολιτισμός Στάρτσεβο και ο πολιτισμός Βίντσα. Ινδοευρωπαϊκοί λαοί εγκαταστάθηκαν για πρώτη φορά στο έδαφος της σημερινής Βοϊβοντίνα το 4200 π.Χ. Κατά τη Χαλκολιθική περίοδο, την Εποχή του Χαλκού και την Εποχή του Σιδήρου αρκετοί Ινδοευρωπαϊκοί αρχαίοι πολιτισμοί είχαν το κέντρο τους μέσα ή κοντά στη Βοϊβοντίνα: οι πολιτισμοί Βούτσεντολ, Βίνκοβτσι, Βάτιν, Μπέλεγκις, Μπόσουτ κ.α. Πριν από την Ρωμαϊκή κατάκτηση τον 1ο αιώνα π.Χ. κατοικούσαν την περιοχή Ινδοευρωπαϊκοί λαοί Ιλλυρικής, θρακικής και Κελτικής καταγωγής. Τα πρώτα κράτη που οργανώθηκαν στην περιοχή αυτή ήταν το Κελτικό Κράτος των Σκορδίσκων (3ος αιώνας π.Χ.-1ος αιώνας μ.Χ.) με πρωτεύουσα το Σινγκίντουνουμ (Βελιγράδι), και το Δακικό Βασίλειο του Βυρεβίστα (1ος αιώνας π.Χ.).

Κατά τη Ρωμαϊκή κυριαρχία, το Σίρμιουμ (σύγχρονη Σρέμσκα Μιτρόβιτσα) ήταν μία από τις τέσσερις πρωτεύουσες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και έξι Ρωμαίοι αυτοκράτορες είχαν γεννηθεί σε αυτή την πόλη ή στα περίχωρά της. Η πόλη ήταν επίσης η πρωτεύουσα αρκετών Ρωμαϊκών διοικητικών ενοτήτων, όπως η Κάτω Παννονία, η Παννονία Σεκούντα, η Επισκοπή της Παννονίας και η Πραιτωριανή Υπαρχία του Ιλλυρικού. Η Ρωμαϊκή κυριαρχία διήρκησε μέχρι τον 5ο αιώνα, μετά τον οποίο η περιοχή περιήλθε στην κατοχή διαφόρων λαών και κρατών. Ενώ το Βανάτο ήταν τμήμα της Ρωμαϊκής επαρχίας της Δακίας, η Σίρμια ανήκε στη Ρωμαϊκή επαρχία της Παννονίας. Η Μπάτσκα δεν ανήκε στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία αλλά την κατοικούσαν και την κυβερνούσαν οι Σαρμάτες Ιάζυγες.

Πρώιμος Μεσαίωνας και Σλαβικός εποικισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκκλησία Αράτσα

Μετά την αποχώρηση των Ρωμαίων από την περιοχή την κυβέρνησαν διάφοροι Ινδοευρωπαϊκοί και Τουρκογενείς λαοί και των κράτη, μεταξύ αυτών Γότθοι, Σαρμάτες, Ούννοι, Γέπιδες και Άβαροι. Για την τοπική ιστορία, σημαντικότερο ήταν ένα κράτος των Γεπίδων, που είχε πρωτεύουσα την Σίρμιουμ. Σύμφωνα με τα Θαύματα του Αγίου Δημητρίου του 7ο αιώνα οι Αβαροι παραχώρησαν την περιοχή της Σίρμιας σε έναν Πρωτοβούλγαρο ηγέτη ονόματι Κούμπερ περί το 680. Οι Πρωτοβούλγαροι του Κούμπερ κινήθηκαν νότια προς τη Μακεδονία, όπου συνεργάστηκε με τον Τέρβελ τον 8ο αιώνα.

Οι Σλάβοι εγκαταστάθηκαν στη σημερινή Βοϊβοντίνα τον 6ο και 7ο αιώνα, πριν μερικοί από αυτούς περάσουν τους ποταμούς Σάβο και Δούναβη και εγκατασταθούν στα Βαλκάνια. Μεταξύ των Σλαβικών φύλων που ζούσαν στο έδαφος της σημερινής Βοϊβοντίνα ήταν οι Aμποντρίτες, οι Σεβεράνοι, οι Μπρανίτσεβτσι και οι Tιμότσανι. Τον 9ο αιώνα, μετά την πτώση του κράτους των Αβάρων, εμφανίστηκαν στην περιοχή οι πρώτες μορφές Σλαβικής κρατικής υπόστασης. Τα πρώτα Σλαβικά κράτη που κυβέρνησαν την περιοχή ήταν η Βουλγαρική Αυτοκρατορία, η Μεγάλη Μοραβία και το Παννονικό Δουκάτο του Λιούντεβιτς. Κατά τη Βουλγαρική διοίκηση (9ος αιώνας), την περιοχή κυβερνούσαν οι τοπικοί Βούλγαροι δούκες Σάλαν και Γκλαντ. Η κατοικία του Σάλαν ήταν το Τίτελ, ενώ εκείνη του Γκλαντ πιθανόν να ήταν στο φημολογούμενο φρούριο του Γκάλαντ ή στο Kλάντοβο (Γκλάντοβο) στην ανατολική Σερβία. Απόγονος του Γκλαντ ήταν ο δούκας Αχτούμ, άλλος τοπικός άρχοντας του 11ου αιώνα, που αντιστάθηκε στην επιβολή της Ουγγρικής εξουσίας στην περιοχή.

Στο χωριό Τσελάρεβο αρχαιολόγοι έχουν βρει και ίχνη ανθρώπων που ασκούσαν την Ιουδαϊκή θρησκεία. Εκεί έχουν ανασκαφεί Αβαρικοί-Πρωτοβουλγαρικοί τάφοι του τέλους του 8ου και του 9ου αιώνα, που περιέχουν κρανία με Μογγολικά χαρακτηριστικά και Ιουδαϊκά σύμβολα. Οι Ερντελυ και Βίλκνοβιτς θεωρούν ότι οι τάφοι ανήκουν στους Kάβαρους, που τελικά διέρρηξαν τους δεσμούς με την Αυτοκρατορία των Χαζάρων μεταξύ του 830 και του 862. (Τρεις άλλες φυλές Χαζάρων εντάχθηκαν στους Ούγγρους και συμμετείχαν στην Ουγγρική κατάκτηση της λεκάνης των Καρπαθίων, όπου περιλαμβάνεται η σημερινή Βοϊβοντίνα, το 895-907.)

Ουγγρική κυριαρχία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Φρούριο Μπατς

Μετά από εδαφικές διαμάχες με το Βυζαντινό και το Βουλγαρικό κράτος, το μεγαλύτερο μέρος της Βοϊβοντίνα έγινε τμήμα του Βασιλείου της Ουγγαρίας μεταξύ 10ου και 12ου αιώνα και παρέμεινε υπό Ουγγρική διοίκηση μέχρι τον16ο αιώνα (μετά από περιόδους διοίκησης από Οθωμανούς και Αψβούργους η Ουγγρική πολιτική κυριαρχία στο μεγαλύτερο μέρος της περιοχής επανήλθε το 1867 και σε όλη την περιοχή το 1882, μετά την κατάργηση της Στρατιωτικής Μεθοριακής Επαρχίας των Αψβούργων).

Η δημογραφική ισορροπία στην άρχισε να αλλάζει τον 11ο αιώνα, όταν Ούγγροι άρχισαν να αντικαθιστούν τον τοπικό Σλαβικό πληθυσμό. Αλλά από το 14ο αιώνα, η ισορροπία άλλαξε και πάλι υπέρ των Σλάβων, όταν εγκαταστάθηκαν στην περιοχή Σέρβοι πρόσφυγες που προσπαθούσαν να διαφύγουν από τις περιοχές που είχε καταλάβει ο Οθωμανικός στρατός . Οι περισσότεροι Ούγγροι εγκατέλειψαν την περιοχή κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής κατάκτησης και την πρώτη περίοδο της Οθωμανικής διοίκησης, έτσι ο πληθυσμός της Βοϊβοντίνα την Οθωμανική εποχή ήταν κυρίως Σέρβοι (που τότε αποτελούσαν απόλυτη πλειοψηφία στη Βοϊβοντίνα) και Μουσουλμάνοι.

Οθωμανική κυριαρχία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την ήττα του Βασιλείου της Ουγγαρίας στο Μοχάτς από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, η περιοχή βίωσε μια περίοδο αναρχίας και εμφυλίων πολέμων. Το 1526 ο Γιοβάν Νέναντ, ηγέτης Σέρβων μισθοφόρων, εγκατέστησε την εξουσία του στη Μπάτσκα, to βόρειo Βανάτο και μικρό τμήμα της Σίρμιας. Δημιούργησε μια εφήμερη ανεξάρτητο κράτος, με πρωτεύουσα τη Σουμπότιτσα. Στην κορύφωση της δύναμής του ο Γιοβάν Νέναντ αυτοανακηρύχθηκε Αυτοκράτορας της Σερβίας στη Σουμπότιτσα. Εκμεταλλευόμενοι την εξαιρετικά συγκεχυμένη στρατιωτική και πολιτική κατάσταση, οι Ούγγροι ευγενείς της περιοχής ένωσαν τις δυνάμεις τους εναντίον του και νίκησαν το Σερβικό στρατό το καλοκαίρι του 1527. Ο αυτοκράτορας Γιοβάν Νέναντ δολοφονήθηκε και το κράτος του κατέρρευσε. Μετά την πτώση του κράτους του αυτοκράτορα, ο ανώτατος στρατιωτικός διοικητής του στρατού του, Ράντοσλαβ Τσέλνικ, δημιούργησε το δικό του προσωρινό κράτος στην περιοχή της Σίρμιας, ως υποτελής στους Οθωμανούς.

Λίγες δεκαετίες αργότερα ολόκληρη η περιοχή προσαρτήθηκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, που την κυβέρνησε μέχρι τα τέλη του 17ου και το πρώτο μισό του 18ου αιώνα, όταν ενσωματώθηκε στη Μοναρχία των Αψβούργων. Η Συνθήκη του Κάρλοβιτς του 1699, μεταξύ του Ιερού Συνασπισμού και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, σηματοδότησε την απόσυρση των Οθωμανικών δυνάμεων από την Κεντρική Ευρώπη και την επικράτηση της |Αυτοκρατορίας των Αψβούργων σε αυτό το τμήμα της ηπείρου. Σύμφωνα με τη συνθήκη το δυτικό τμήμα της Βοϊβοντίνα περιήλθε στους Αψβούργους, ενώ το ανατολικό τμήμα της (ανατολική Σίρμια και Επαρχία του Τέμεσβαρ) παρέμεινε στα χέρια των Οθωμανών μέχρι την Αυστριακή κατάκτηση το 1716. Αυτή η νέα αλλαγής συνόρων επικυρώθηκε με τη Συνθήκη του Πασάροβιτς το 1718.

Κυριαρχία των Αψβούργων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τη Μεγάλη Σερβική Μετανάστευση, στη Μοναρχία των Αψβούργων στα τέλη του 17ου αιώνα (το 1690) εγκαταστάθηκαν Σέρβοι από Οθωμανικά εδάφη, οι περισσότεροι στη σημερινή Ουγγαρία και μικρότερο μέρος τους στη δυτική Βοϊβοντίνα. Ωστόσο, εξαιτίας αυτού του γεγονότος, όλοι οι Σέρβοι της Μοναρχίας των Αψβούργων απέκτησαν την ιδιότητα του αναγνωρισμένου έθνος με εκτεταμένα δικαιώματα, σε αντάλλαγμα της παροχής υπηρεσιών συνοριακής πολιτοφυλακής (στο Στρατιωτική Μεθόριο) που κινητοποιείτο κατά εισβολέων από το νότο, καθώς και σε περίπτωση εμφύλιων ταραχών στο Βασίλειο της Ουγγαρίας των Αψβούργων.

Στις αρχές της κυριαρχίας των Αψβούργων το μεγαλύτερο μέρος της περιοχής είχε ενσωματωθεί στη Στρατιωτική Μεθόριο, ενώ τα δυτικά τμήματα της τέθηκαν υπό πολιτική διοίκηση εντός της Επαρχίας του Μπατς. Αργότερα η πολιτική διοίκηση επεκτάθηκε και σε άλλα (κυρίως βόρεια) τμήματα της περιοχής, ενώ τα νότια τμήματα παρέμειναν υπό στρατιωτική διοίκηση. Το ανατολικό τμήμα της καταλήφθηκε από τους Οθωμανούς μεταξύ 1787-1788, κατά το Ρωσοτουρκικό Πόλεμο.

Το 1716 η Βιέννη απαγόρευσε προσωρινά την εγκατάσταση στην περιοχή Ούγγρων και Εβραίων, ενώ εγκαταστάθηκε εκεί μεγάλος αριθμός γερμανόφωνων. Μετά το 1782 εγκαταστάθηκαν σε μεγαλύτερους αριθμούς Προτεστάντες Ούγγροι και Γερμανοί.

Ανακηρυγμένα σύνορα της Σερβικής Βοϊβοντίνα στη Συνέλευση του Μαίου (1848) και αυτόνομο Οθωμανικό Πριγκιπάτο της Σερβίας

Κατά τις επαναστάσεις του 1848-1849 η Βοϊβοντίνα έγινε πεδίο μαχών μεταξύ Σέρβων και Ούγγρων, λόγω των αντίθετων εθνικών πεποιθήσεών τους. Στη Συνέλευση του Μαΐου στο Σρέμσκι Καρλόβτσι (13 έως 15 Μάιος 1848) οι Σέρβοι διακήρυξαν το σύνταγμα του Σερβικού Βοεβοδάτου ή Σερβικής Βοϊβοντίνα (Σερβικού Δουκάτου), μιας Σερβικής αυτόνομης περιοχής εντός της Αυστριακής Αυτοκρατορίας. Το Σερβικό Βοεβοδάτο αποτελείτο από το Σρεμ, τη Μπάτσκα, το Βανάτο και την Μπαράνια. Ο Μητροπολίτης του Σρέμσκι Καρλόβτσι, Ιωσήφ Ράγιατσιτς, εξελέγη πατριάρχης, ενώ ο Στέβαν σούπλικατς εξελέγη ως πρώτος βοεβόδας (δούκας). Ο εθνοτικός πόλεμος έπληξε την περιοχή αυτή ίσως σκληρότερα από παντού, με τρομερές ωμότητες που διαπράχθηκαν κατά των αμάχων πληθυσμών και από τις δύο πλευρές.

Μετά τη νίκη των Αψβούργων και των Σέρβων κατά των Ούγγρων το 1849, ένα νέο διοικητικό καθεστώς δημιουργήθηκε στην περιοχή (το Νοέμβριο του 1849), σύμφωνα με απόφαση του Αυστριακού Αυτοκράτορα. Με την απόφαση αυτή η Σερβική αυτόνομη περιοχή που δημιουργήθηκε το 1848 μετατράπηκε σε νέα αυστριακή "χώρα του στέμματος", γνωστή ως Βοεβοδάτο Σερβίας και Βανάτο Τέμεσβαρ. Αποτελείτο από το Βανάτο, τη Μπάτσκα και το Σρεμ, με εξαίρεση τα νότια τμήματα των περιφερειών αυτών, που ανήκαν στη Στρατιωτική Μεθόριο. Την περιοχή κυβερνούσε ένας Αυστριακός κυβερνήτης με έδρα το Τέμεσβαρ, ενώ ο τίτλος του Βοεβόδα ανήκε στον ίδιο τον Αυτοκράτορα. Ο πλήρης τίτλος του Αυτοκράτορα ήταν "Μεγάλος Βοεβόδας του Βοεβοδάτου της Σερβίας" (γερμανικά: Großwoiwode der Woiwodschaft Serbien). Η Γερμανική και η Ιλλυρική (Σερβική) ήταν οι επίσημες γλώσσες της χώρας του στέμματος. Το 1860 η νέα επαρχία καταργήθηκε και το μεγαλύτερο μέρος της (με εξαίρεση τη Σίρμια) ενσωματώθηκε και πάλι στο Βασίλειο της Ουγγαρίας των Αψβούργων. Μετά το 1867 το Βασίλειο της Ουγγαρίας έγινε ένα από τα δύο αυτοδιοικούμενα τμήματα της Αυστροουγγαρίας. Η εποχή μετά τον Αυστροουγγρικό Συμβιβασμό του 1867 ήταν μια περίοδος οικονομικής άνθησης, καθώς το Βασίλειο της Ουγγαρίας είχε την δεύτερη ταχύτερα αναπτυσσόμενη οικονομία στην Ευρώπη μεταξύ 1867 και 1913, αλλά οι εθνοτικές σχέσεις ήταν τεταμένες. Σύμφωνα με την απογραφή του 1910, την τελευταία που διεξήχθη στην Αυστροουγγαρία, ο πληθυσμός της Βοϊβοντίνα περιλαμβάνονται 510.754 (33,8%) Σέρβους, 425.672 (28,1%) Ούγγρους και 324.017 (21,4%) Γερμανούς.

Γιουγκοσλαβία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Νόβι Σαντ, στις αρχές του 20ου αιώνα

Με το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου η Αυστρο-Ουγγρική Αυτοκρατορία κατέρρευσε. Στις 29 Οκτωβρίου 1918 η Σίρμια έγινε τμήμα του Κράτους των Σλοβένων, Κροατών και Σέρβων. Στις 31 Οκτωβρίου 1918, ανακηρύχθηκε στην Τιμισοάρα η Δημοκρατία του Βανάτου. Η κυβέρνηση της Ουγγαρίας αναγνώρισε την ανεξαρτησία της, αλλά ήταν βραχύβια.

Στις 25 Νοεμβρίου 1918 η Συνέλευση των Σέρβων, των Μπούνιεβτσι και άλλων εθνών της Βοϊβοντίνα κήρυξε στο Νόβι Σαντ την ένωση της Βοϊβοντίνα (Βανάτο, Μπάτσκα και Μπαράνια) με το Βασίλειο της Σερβίας (Η συνέλευση αριθμούσε 757 βουλευτές, εκ των οποίων 578 ήταν Σέρβοι, 84 Μπούνιεβτσι, 62 Σλοβάκοι, 21 Ρουηθηνοί, 6 Γερμανοί, 3 Σόκτσι, 2 Κροάτες και 1 Ούγγρος). Μία ημέρα πριν από αυτό, στις 24 Νοεμβρίου, η Συνέλευση της Σίρμιας διακήρυξε επίσης την ενοποίησή της με τη Σερβία. Την 1η Δεκεμβρίου 1918 η Βοϊβοντίνα (ως τμήμα του Βασιλείου της Σερβίας) έγινε επίσημα τμήμα του Βασιλείου των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων.

Η Συνέλευση των Σέρβων, Μπούνιεβτσι και άλλων εθνών της Βοϊβοντίνα κήρυξε στο Νόβι Σαντ την ένωση της περιοχής με το Βασίλειο της Σερβίας, 1918.

Μεταξύ 1929 και 1941 η περιοχή ανήκε στη Μπανοβίνα Δούναβη, επαρχία του Βασιλείου της Γιουγκοσλαβίας. Πρωτεύουσά της ήταν το Νόβι Σαντ. Εκτός από τις βασικές περιοχές της Βοϊβοντίνα και τη Μπαράνια, περιλάμβανε σημαντικά τμήματα των περιοχών Σουμάντιγια και Μπρανίτσεβο νότια του Δούναβη (αλλά όχι την πρωτεύουσα του Βελιγραδίου).

Μεταξύ 1941 και 1944, κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οι Δυνάμεις του ΆξοναΝαζιστική Γερμανία και οι συμμαχοί της, Ανεξάρτητο Κράτος της Κροατίας και Ουγγαρία) κατέλαβαν και μοιράστηκαν τη Βοϊβοντίνα. Η Μπάτσκα και η Μπαράνια προσαρτήθηκαν από την Ουγγαρία του Χόρτι, ενώ η Σίρμια συμπεριλήφθηκε στο Ανεξάρτητο Κράτος της Κροατίας. Μια μικρότερη Μπανοβίνα του Δούναβη (που περιλάμβανε το Βανάτο, τη Σουμάντιγια και το Μπρανίτσεβο) ανήκε στην περιοχή που διοικούσε η Στρατιωτική Διοίκηση της Σερβίας. Διοικητικό κέντρο αυτής της μικρότερης επαρχίας ήταν το Σμεντέρεβο. Ωστόσο το ίδιο το Βανάτο ήταν μια ξεχωριστή αυτόνομη περιοχή, διοικούμενη από τη Γερμανική της μειονότητα. Οι δυνάμεις κατοχής διέπραξαν πολλά εγκλήματα κατά του άμαχου πληθυσμού, ιδιαίτερα κατά των Σέρβων, των Εβραίων και των Ρομά. Ολος σχεδόν ο εβραϊκός πληθυσμός της Βοϊβοντίνα εξοντώθηκε ή εκτοπίσθηκε. Συνολικά οι αρχές κατοχής του Άξονα (Γερμανικές, Κροατικές και Ουγγρικές) σκότωσαν περίπου 50.000 πολίτες της Βοϊβοντίνα (κυρίως Σέρβους, Εβραίους και Ρομά), ενώ πάνω από 280.000 άνθρωποι συνελήφθησαν ή βασανίστηκαν.

Η κατοχή του Άξονα έληξε το 1944 και η περιοχή προσωρινά τέθηκε υπό στρατιωτική διοίκηση (1944-1945) των νέων κομμουνιστικών αρχών. Κατά τη διάρκεια αυτής και στη συνέχεια αρκετές χιλιάδες πολίτες σκοτώθηκαν - κυρίως Γερμανικής εθνότητας, αλλά μέρος του Ουγγρικού και Σερβικού πληθυσμού. Τόσο οι αρχές κατοχής του Άξονα κατά τον πόλεμο όσο και οι μεταπολεμικές κομμουνιστικές αρχές λειτούργησαν στρατόπεδα συγκέντρωσης/εγλεισμου στο έδαφος της Βοϊβοντίνα. Ενώ καιρώ πολέμου κρατούμενοι σε αυτά τα στρατόπεδα ήταν κυρίως Εβραίοι, Σέρβοι και κομμουνιστές, ενώ στρατόπεδα μεταπολεμικά σχηματίστηκαν για τους Γερμανικής εθνότητας (Σουηβοί του Δούναβη).

Οι περισσότεροι Γερμανοί της Βοϊβοντίνα (περίπου 200.000) εγκατέλειψαν την περιοχή το 1944, μαζί με τον ηττημένο Γερμανικό στρατό. Οι περισσότεροι από εκείνους που παρέμειναν στην περιοχή (περίπου 150.000) στάλθηκαν σε μερικά από τα χωριά, τα αποκλεισμένα ως φυλακές. Εκτιμάται ότι περίπου 48.447 Γερμανοί έχασαν τη ζωή τους στα στρατόπεδα από ασθένειες, πείνα, υποσιτισμό, κακομεταχείριση και κρύο. 8.049 Γερμανοί σκοτώθηκαν από αντάρτες κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής διοίκησης στη Βοϊβοντίνα μετά τον Οκτώβριο του 1944. Επίσης έχει υπολογιστεί ότι οι μεταπολεμικές κομμουνιστικές αρχές σκότωσαν περίπου 15.000-20.000 Ούγγρους και κάπου 23.000-24.000 Σέρβους κατά τις κομμουνιστικές εκκαθαρίσεις στη Σερβία το 1944-1945.

Σύμφωνα με τον καθηγητή Ντράγκολιουμπ Ζίβκοβιτς 47.000 Σέρβοι σκοτώθηκαν στη Βοϊβοντίνα κατά τη διάρκεια ολόκληρης της περιόδου 1941-1948. Περίπου οι μισοί από αυτούς σκοτώθηκαν από τις δυνάμεις κατοχής και οι άλλοι μισοί από τις μεταπολεμικές κομμουνιστικές αρχές.

Η περιοχή αποκαταστάθηκε πολιτικά το 1944 (ενσωματώνωντας τη Σίρμια, το Βανάτο, τη Μπάτσκα και τη Μπαράνια) και έγινε αυτόνομη επαρχία της Σερβίας το 1945. Αντί για το προηγούμενο όνομα (Μπανοβίνα του Δούναβη ), η περιοχή ανέκτησε το ιστορικό όνομά της Βοϊβοντίνα, ενώ πρωτεύουσά της παρέμεινε το Νόι Σαντ. Όταν καθορίστηκαν τα τελικά σύνορα της Βοϊβοντίνα, η Μπαράνια εκχωρήθηκε στην Κροατία, ενώ το βόρειο τμήμα της περιοχής Mάτσβα στη Βοϊβοντίνα. Αρχικά η επαρχία απολαμβάνε μόνο μικρό επίπεδο αυτονομίας εντός της Σερβίας, αλλά κέρδισε εκτεταμένα δικαιώματα αυτοδιοίκησης στο πλαίσιο του Γιουγκοσλαβικού συντάγματος του 1974, που έδωσε στο Κοσσυφοπέδιο και στη Βοϊβοντίνα de facto δικαίωμα αρνησικυρίας (βέτο) στα κοινοβούλια της Σερβίας και της Γιουγκοσλαβίας , καθώς αλλαγές στο καθεστώς τους δεν μπορούσαν να γίνουν χωρίς τη συγκατάθεση των δύο αντίστοιχων Επαρχιακές Συνελεύσεων. Το Σερβικό σύνταγμα του 1974, που συγχρόνως υιοθετήθηκε, επανέλαβε ότι "η Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Σερβίας περιλαμβάνει τη Σοσιαλιστική Αυτόνομη Επαρχία της Βοϊβοντίνα και τη Σοσιαλιστική Αυτόνομη επαρχία του Κοσσυφοπεδίου, που προήλθαν από την κοινή πάλη των εθνών και εθνοτήτων της Γιουγκοσλαβίας στον Εθνικό Απελευθερωτικό Πόλεμο (το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο) και τη σοσιαλιστική επανάσταση".

Υπό την κυβέρνηση του μετέπειτα προέδρου της Σερβίας Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς και μετά από μια σειρά διαδηλώσεων κατά το καλοκαίρι και το φθινοπώρο του 1988 εναντίον της ηγεσίας του κόμματος της Βοϊβοντίνα, που αναγκάστηκε να παραιτηθεί και τελικά να δεχτεί τις συνταγματικές τροποποιήσεις της Σερβίας, που ουσιαστικά απέρριψε την αυτονομία των επαρχιών της Σερβίας, η Βοϊβοντίνα και το Κοσσυφοπέδιο έχασαν τελικά τα στοιχεία κρατικής υπόστασης το Σεπτέμβριο του 1990, όταν εγκρίθηκε το νέο σύνταγμα της Δημοκρατίας της Σερβίας. Η Βοϊβοντίνα αναφέρονταν ακόμη ως αυτόνομη επαρχία της Σερβίας, αλλά οι περισσότερες εξουσίες αυτονομίας της- συμπεριλαμβανομένης, κυρίως, της ψήφου της στη Γιουγκοσλαβική συλλογική προεδρία - περιήλθαν στον έλεγχο του Βελιγραδίου. Η επαρχία, ωστόσο, εξακολούθησε να είχε το δικό της κοινοβούλιο και την κυβέρνησή της καθώς και κάποιες άλλες αυτόνομες λειτουργίες.

Μεταγενέστερα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πτώση του Μιλόσεβιτς το 2000 δημιούργησε ένα νέο πολιτικό κλίμα στη Βοϊβοντίνα. Μετά από συνομιλίες μεταξύ των πολιτικών κομμάτων το επίπεδο της αυτονομίας της επαρχίας αυξήθηκε κάπως με νόμο του 2002. Η επαρχιακή συνέλευση της Βοϊβοντίνα ενέκρινε νέο νόμο στις 15 Οκτωβρίου 2008, που, εν μέρει τροποποιημένος, εγκρίθηκε από το Κοινοβούλιο της Σερβίας.

Οικονομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Βοϊβοντίνα είναι γνωστή ως σιτοβολώνας της Σερβίας

Η οικονομία της Βοϊβοντίνα βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην αναπτυγμένη βιομηχανία τροφίμων και την εύφορη γεωργική γη. Η γεωργία είναι τομέας προτεραιότητας στη Βοϊβοντίνα. Παραδοσιακά ήταν πάντα σημαντικό κομμάτι της τοπικής οικονομίας και παρήγε θετικά αποτελέσματα, λόγω της αφθονίας της εύφορης γεωργικής γης, που αποτελεί το 84% του εδάφους της. Το μερίδιο της βιομηχανίας μεταποίησης αγροτικών προϊόντων στη συνολική βιομηχανική παραγωγή είναι 40%, δηλαδή το 30% των συνολικών εξαγωγών της Βοϊβοντίνα. Η μεταλλουργική βιομηχανία της Βοϊβοντίνα έχει μακρά παράδοση και αποτελείται από μικρότερες εταιρείες επεξεργασίας μετάλλων για την κατασκευή εξαρτημάτων και, σε μικρότερο βαθμό, από κατασκευαστές πρωτότυπου εξοπλισμού (OEM) με τα δικά τους επώνυμα προϊόντα. Η Μεταλουργική Ενωση της Βοϊβοντίνα συγκεντρώνει 116 εταιρείες με 6.300 υπαλλήλους. Άλλοι κλάδοι της βιομηχανίας έχουν επίσης αναπτυχθεί, όπως η χημική βιομηχανία, η βιομηχανία ηλεκτρικών ειδών, η βιομηχανία πετρελαίου και η κατασκευαστική βιομηχανία. Κατά την τελευταία δεκαετία ο τομέας ΤΠΕ αυξάνεται με ταχείς ρυθμούς και έχει αναλάβει σημαντικό ρόλο στην οικονομική ανάπτυξη της Βοϊβοντίνα.

Ο τομέας της υψηλής τεχνολογίας είναι ένας ταχέως αναπτυσσόμενος τομέας στη Βοϊβοντίνα. Η ανάπτυξη λογισμικού αποτελεί την κύρια πηγή εσόδων, ιδιαίτερα η ανάπτυξη λύσεων ERP, εφαρμογές Java] και κινητών εφαρμογών. Οι επιχειρήσεις του κλάδου ΙΤ ασχολούνται κυρίως με το λογισμικό ανάθεσης σε τρίτους (outsourcing), με βάση τις απαιτήσεις των διεθνών πελατών ή με την ανάπτυξη των δικών τους προϊόντων λογισμικού για τους σκοπούς της εγχώριας και διεθνούς αγοράς. Η Βοϊβοντίνα δίνει ιδιαίτερη προσοχή στη διαπεριφερειακή και διασυνοριακή οικονομική συνεργασία, καθώς και στην υλοποίηση των προτεραιοτήτων που καθορίζονται στο πλαίσιο της στρατηγικής της ΕΕ για την Περιοχή του Δούναβη.

Μεταφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπάρχουν πολλοί σημαντικοί δρόμοι που περνούν από τη Βοϊβοντίνα. Πρώτα απ 'όλα, ο Αυτοκινητόδρομος Α1 που οδηγεί από την Κεντρική Ευρώπη και το συνοριακό πέρασμα Χόργκος με την Ουγγαρία, μέσω του Νόβι Σαντ, στο Βελιγράδι και στη συνέχεια νοτιοανατολικά προς τη Νις, όπου διακλαδίζεται: ένας κλάδος οδηγεί ανατολικά προς τα σύνορα με τη Βουλγαρία και ο άλλος νότια, προς την Ελλάδα. Ο Α3 στη Σίρμια οδηγεί δυτικά, προς τη γειτονική Κροατία και στη συνέχεια στη Δυτική Ευρώπη. Εκτός αυτών υπάρχει ένα δίκτυο περιφερειακών και τοπικών δρόμων και σιδηροδρομικών γραμμών. Τα τρία μεγαλύτερα ποτάμια της Βοϊβοντίνα είναι πλωτά. Ο Δούναβης και οι παραπόταμοί του Τίσα, Σάβος και Μπέγκα. Μεταξύ αυτών διανοίχθηκε εκτεταμένο δίκτυο αρδευτικών καναλιών, αποχέτευσης και μεταφορών, με συνολικό μήκος 939 χιλιόμετρα, εκ των οποίων 673 πλωτά.

Τουρισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Nόβι Σαντ

Κεντρική πλατεία του Nόβι Σαντ
Το Φρούριο Πετροβαραζντίν κατά το Φεστιβάλ ΕΧΙΤ

Η πόλη του Νόβι Σαντ έχει την αναγκαία ποικιλομορφία ενός σύγχρονου τουριστικού κέντρου, που έχει στόχο και τη δυνατότητα να μπει στον παγκόσμιο τουριστικό χάρτη. Βρίσκεται στο Δούναβη, στη διασταύρωση των σημαντικότερων δρόμων, κοντά στην οροσειρά Φρούσκα Γκόρα με 17 πολιτιστικά και ιστορικά σημαντικά μοναστήρια, και περιβάλλεται από αγροκτήματα χαρακτηριστικά της Βοϊβοντίνα . Επιπλέον υπάρχουν το 17ου αιώνα Φρούριο Πετροβαραζντίν, το ελκυστικό κέντρο της παλιάς πόλης, πολλά μουσεία, η περίφημη Εκθεση του Νόβι Σαντ καθώς και πολλά παγκοσμίου φήμης φεστιβάλ και εκδηλώσεις.

Φρούριο Πετροβαραζντίν

Το Φρούριο Πετροβαραζντίν, που καλύπτει μια έκταση 1220 στρεμμάτων και χτίστηκε το 17ο και 18ο αιώνα, αποτελεί πολιτιστικό-ιστορικό μνημείο. Μέσα στο φρούριο βρίσκεταιτο Μουσείο της Πόλης του Νόβι Σαντ, η Ακαδημία Τεχνών, το Αστεροσκοπείο καθώς και τα Αρχεία της πόλης και εδώ, παραδοσιακά, το μήνα Ιούλιο λαμβάνει χώρα το Μουσικό Φεστιβάλ ΕΧΙΤ, που έχει ανακηρυχθεί το καλύτερο στην Ευρώπη.

Η αρχιτεκτονική της πόλης αντιπροσωπεύει ένα μείγμα πολλών διαφορετικών ρυθμών.

Φεστιβάλ EXIT

Το παλαιότερο σπίτι "Στο Ασπρο Λιοντάρι" χτίστηκε λίγο πριν το 1740. Οι δρόμοι της πόλης διαθέτουν πολλά ωραία μέγαρα από τα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα: "Tανουρτζίτσεβα", "Mενράτοβα", "Βάτικαν", "Kλάζνοβα », κ.α. καθώς και θρησκευτική αρχιτεκτονική διαφόρων δογμάτων.

Η Φρούσκα Γκόρα με το εθνικό πάρκο της περίπου 250 τετ. χλμ., όπου βρίσκονται 17 Ορθόδοξα μοναστήρια (που ιδρύθηκαν από το 15ο ως το 18ο αιώνα ως ευσεβή κληροδοτήματα των Σέρβων δεσποτών), με δασωμένες εκτάσεις, σπάνια φυτό και άγρια ζωή, φυσικά καταφύγια, πολλές λίμνες (14 συνολικά), ορεινά μονοπάτια (περίπου 800 χιλιόμετρα σηματοδοτημένα μονοπάτια), γεμάτη ορειβατικά καταφύγιο και με ένα ξενοδοχείο, βρίσκεται εν μέρει στην περιφέρεια του Νόβι Σαντ και αποτελεί έναν από τους πιο ευχάριστους τουριστικούς προορισμούς στις χαλαρωτικές περιοχές περιοχές του Δούναβη.

Σουμπότιτσα

Η Πλατεία της Σουμπότιτσα

Η πόλη της Σουμπότιτσα βρίσκεται στα βόρεια της Δημοκρατίας της Σερβίας, κατά μήκος των κύριων ευρωπαϊκών διαδρόμους και ανάμεσα σε δυο ποταμούς, το Δούναβη και τον Τίσα. Πλούσιο κεφάλαιο πολιτιστικής κληρονομιάς, πλούσια διακοσμημένα κτίρια, πολυπολιτισμικό πνεύμα και ευρωπαϊκή γοητεία - αυτά είναι τα χαρακτηριστικά που κάνουν αυτή την πόλη ξεχωριστή. Η Σουμπότιτσα είναι γνωστή για τη χαλαρή ατμόσφαιρα, το καλό φαγητό και την ποιότητα των κρασιών της. Φεστιβάλ, εκδηλώσεις, συναυλίες, ζωντανή πολιτιστική ζωή όλο το χρόνο είναι ένας ακόμη λόγος να επισκεφθεί κανείς την πόλη. Μαζί με αυτά η Σουμπότιτσα προσφέρει πολλά ενδιαφέροντα μέρη για ξεκούραση και αναψυχή, για δραστηριότητες γύρω από τις λίμνες, σε αγροκτήματα με άλογα, αγροικίες, σε δάση και περιοχές κυνηγιού.

Λίμνη Πάλιτς

Η λίμνη Πάλιτς και ο ομώνυμος οικισμός είναι 8 χιλιόμετρα ανατολικά της Σουμπότιτσα. Εξαιρετικές εγκαταστάσεις από τις αρχές του 20ου αιώνα: ο Πύργος του Νερού, η Μεγάλη Βεράντα, το Λίντο των Γυναικών και το Mουσικό Περίπτερο, το υπέροχο πάρκο, η γνωστό λίμνη, η ειρήνη και η ησυχία κάνουν το Πάλιτς ιδανικό χώρο για ξεκούραση και χαλάρωση. Σήμερα το Πάλιτς διαθέτει ξενοδοχεία υψηλής κατηγορίας, ανακαινισμένες πολυτελείς και άνετες βίλες στο λεγόμενο "στυλ Πάλιτς", πολλά καταλύματα και πανσιόν. Εξαιρετικά εστιατόρια και καφέ, χώροι αθλητισμού και ψυχαγωγίας, τρεις οργανωμένες παραλίες, μια θερμική πισίνα, ένας ζωολογικό κήπος, ποδηλατόδρομοι, μονοπάτια, ένα σύνολο πολύπλευρων εκδηλώσεων, δυναμική πολιτιστική ζωή και δυνατότητες ψυχαγωγίας αποτελούν τη συνολική προσφορά του Τουριστικού Κέντρου του Πάλιτς.

Βρσατς

Καθεδρικός των Μαρτύρων στο Βρσατς

Το Βρσατς, μια πόλη 40.000 κατοίκων, είναι μια από τις παλαιότερες και ωραιότερες πόλεις στη Βοϊβοντίνα. Βρίσκεται στο άκρο της Πεδιάδας της Παννονίας, στις πλαγιές του Ορους Βρσατς, μόλις 14 χιλιόμετρα από τα ρουμανικά σύνορα.Η ιστορία, ο πολιτισμός και η παράδοση του Βρσατς είναι στενά συνδεδεμένα με την κουλτούρα του κρασιού και αυτός είναι ο κύριος λόγος να έρθει κανείς στο "Δρόμο του Κρασιού".

Στο Βρσατς μην παραλείψετε να επισκεφθείτε: το Επισκοπικό Μέγαρο και το Δημαρχείο του 18ου αιώνα, τον Καθολικό Καθεδρικό Ναό "Αγ. Γεράρδου" του 1863, την Ορθόδοξη Εκκλησία του Αγίου Nικολάου του 1785, τον Πύργο του Βρσατς του 14ου αιώνα, το μουσείο κλπ. Πρέπει επίσης να επισκεφθείτε το περίφημο θέατρο "Στέριγια". Μπορείτε επίσης να αποδράσετε στην πράσινη όαση στο κεντρικό πάρκο, που είναι το παλαιότερο στη Βοϊβοντίνα και χρονολογείται από το 1797. Ιδανικό μέρος για ένα διάλειμμα είναι η πλατεία του Βρσατς, γεμάτη καφετέριες, με σημαντικό μείγμα διαφόρων αρχιτεκτονικών ρυθμών του 18ου και του 19ου αιώνα.

Το Βρσατς περιβάλλεται από βουνά που φέρνουν δροσερό ​​αέρα. Πάνω από 17.500 στρέμματα αμπελώνων είναι φυτεμένα στις πλαγιές του Ορους Βρσατς. Η εταιρεία "Vršacki Vinogradi" (Αμπελώνες Βρσατς) είναι ανοικτή για την περιήγηση στα πιο ευρύχωρα κελάρια κρασιού της Κεντρικής Ευρώπης. Κοντά από τα χωριά Γκουντούριτσα και Βελίκο Σρέντιστε διατηρούν την παράδοση του κρασιού και πολλά σπίτια έχουν ιδιωτικά οινοποιεία. Η περιήγηση του "Δρόμου του Κρασιού" προσφέρει γευσιγνωσία και επισκέψεις σε οινοποιεία. Για επισκέπτες εραστές της περιπέτειας προσφέρεται πανοραμική πτήση με μια από τις καλύτερες Ακαδημίες Πτήσεων στην Ευρώπη.

Ερημος Ντελίμπλατσκα

Ερημος Ντελίμπλατσκα

Η μεγαλύτερη ευρωπαϊκή ηπειρωτική αμμώδης έκταση. Η χλωρίδα αποτελείται από 1.000 είδη φυτών που ανήκουν στις κοινότητες της άμμου, της στέπας, του δάσους, του έλους και των υδρόφυτων . Το μεγαλύτερο μέρος της είναι καλυμμένο με δάση ακακίας και πεύκου. Τα πιο χαρακτηριστικά είδη της άγριας ζωής στο κεντρικό τμήμα της είναι: η παιώνια της στέπας, η βελανιδιά, το ενδημικό έντομο τεντύρια και ο γέρβιλος (μικρό τρωκτικό) της στέπας, ενώ η περιοχή του Δούναβη είναι το σπίτι για να Λαγγόνες και χιλιάδες αποδημητικά πουλιά.

Μια από τα τελευταία ερήμους της Ευρώπης, που εκτείνεται σε πάνω από 300 τετραγωνικά χιλιόμετρα, η Ντελίμπλατσκα δημιουργήθηκε από τον άνεμο που μετέφερε την άμμο.

Η απουσία επιφανειακών νερών και ο θυελλώδης άνεμος "κοσάβα" που πνέει με ταχύτητες τυφώνα 180 χιλιομέτρων την ώρα συμβάλλουν στην πραγματική αίσθηση της ερήμου. Λόγω ποικιλία χλωρίδας και πανίδας της αυτή η περιοχή ανακηρύχθηκε το ειδικό καταφύγιο της φύσης. Οι αμμοθίνες της περιβάλλονται από γόνιμους λόφους κίτρινης ασβεστώδους αργίλου με πολλά είδη φυτών και ζώων. Αυτό είναι πραγματικός παράδεισος για τους εξερευνητές της φύσης που αναζητούν μια περιπέτεια στο πραγματικά μοναδικό οικοσύστημα.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]