Χαλέπι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 36°13′00″N 37°10′00″E / 36.21667°N 37.16667°E / 36.21667; 37.16667

Χαλέπι
Aleppo new mix.jpg
Τοποθεσία στον χάρτη της χώρας
Τοποθεσία στον χάρτη της χώρας
Χώρα Συρία Συρία
Διοικητική διαίρεση Περιφέρεια Όρους Συμεών
Διοίκηση
 • Δήμαρχος Mowaffaq Khalluf
Έκταση 190 χλμ²
Υψόμετρο 379 μ
Πληθυσμός 2.132.100 (2004)
Ιστοσελίδα http://www.alp-city.org//
Πανοραμική άποψη της πόλης

Το Χαλέπι (σε αρκετές ευρωπαϊκές γλώσσες Aleppo) (αραβικά:حلب, Χάλαμπ, τουρκικά: Χάλεπ, αρχ. Βέροια) είναι η μεγαλύτερη πόλη της Συρίας και πρωτεύουσα του ομώνυμου διαμερίσματος, το οποίο είναι το πολυπληθέστερο της χώρας. Έχει πληθυσμό 2.132.100 κατοίκους και έκταση 190 τετρ. χλμ. βρίσκεται στις πεδιάδες της βόρειας Συρίας ανάμεσα στους ποταμούς Ευφράτη και Ορόντη είναι η μεγαλύτερη σε πληθυσμό πόλη της Συρίας ακόμα και από την πρωτεύουσα Δαμασκό, μια από τις μεγαλύτερες και ιστορικότερες πόλεις της Ανατολής. Αρχικά ήταν χτισμένη σε μικρή ομάδα λόφων γύρω από τον κεντρικό λόφο στα όρη του Αγίου Συμεών, που πήραν το όνομα τους από τον άγιο Συμεών τον ερημίτη, έναν χριστιανό μοναχό του 5ου αιώνα μ.Χ. που μόναζε στην περιοχή εκεί που βρισκόταν η ακρόπολη της πόλης.[1] Διαρρέεται από τον μικρό ποταμό Κουέικ (αραβικά قويق, αρχαίος Χάλος).

Αρχαία Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Χαλέπι είναι μια από τις παλαιότερες πόλεις του κόσμου, με ανθρώπινες εγκαταστάσεις από την 7η χιλιετία π.Χ.[2]. Την 3η χιλιετία π.Χ. αποτελούσε τμήμα του γειτονικού βασιλείου της Έμπλας και ονομαζόταν Αρμί, ενώ γύρω στο 3000 π.Χ. πήρε το όνομα Χαλπέ (για τους Έλληνες Χαλιβών, επειδή ήταν το μεγαλύτερο κέντρο παραγωγής χάλυβα στην περιοχή). Τον 18ο αιώνα π.Χ. εγκαταστάθηκαν στην πόλη πληθυσμοί χουρριτικής καταγωγής, οι οποίοι δημιούργησαν το ισχυρό βασίλειο του Γιαμχάντ με ιδρυτή τον Σουμού επού (1810-1780 π.Χ.). Σημαντικότερος βασιλιάς του Γιαμχάντ ήταν ο γιος του Γιαρίμ Λιμ Α΄ (1780-1764 π.Χ.). Το βασίλειο του Γιαμχάντ διατηρήθηκε περίπου δύο αιώνες και καταλύθηκε από τον βασιλιά των Χετταίων Μουρσίλις Α΄ το δεύτερο χρόνο της εκστρατείας του στην Ανατολή, λίγο πριν κατακτήσει τη Βαβυλώνα, όπου ανέτρεψε την δυναστεία του Χαμουραμπί, παραδίδοντας την πόλη στους Κασσίτες. Τον 16ο αιώνα π.Χ. κατέκτησαν το Χαλέπι οι τότε κυρίαρχοι της Ασίας Μιτάννι, το διατήρησαν στην εξουσία τους άλλους δύο περίπου αιώνες μέχρι την εποχή που πέρασε οριστικά στα χέρια των Χετταίων με τον κατακτητή βασιλιά τους Σουπιλουλιούμα Α΄ (1344 1322 π.Χ.). Οι Χετταίοι μετέτρεψαν την πόλη σε κέντρο λατρείας του μεγαλύτερου θεού τους, του θεού των καιρικών φαινομένων Τεσούμπ. Μετά την καταστροφή της αυτοκρατορίας των Χετταίων από τους Λαούς της Θάλασσας (12ος αιώνας π.Χ.) το Χαλέπι έγινε έδρα του νεοχεττιτικού βασιλείου του Αρπάντ. Διατηρήθηκε ώς την εποχή που καταστράφηκε από τον Ασσύριο βασιλιά Τιγκλάθ Πιλεσέρ Γ΄ (740 π.Χ.) μετά από τριετή πολιορκία. Μετά τους Ασσυρίους η περιοχή έμεινε ερειπωμένη και πέρασε διαδοχικά στα χέρια των Βαβυλωνίων και των Περσών ώς την εποχή που κατακτήθηκε από τους Έλληνες του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Οι αρχαίοι Έλληνες ονόμασαν την πόλη Βέροια λόγω των εποίκων με τους οποίους έχτισε την νεότερη πόλη ο βασιλιάς των Σελευκιδών της Συρίας Σέλευκος Α΄ Νικάτωρ από την Βέροια της ελληνικής Μακεδονίας.

Μεσαιωνική ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Βέροια παρέμεινε στην εξουσία των Σελευκιδών ώς την κατάκτηση της από τον βασιλιά της Αρμενίας Τιγράνη τον Μέγα (88 π.χ.), και κατακτήθηκε στη συνέχεια από τον Ρωμαίο στρατηγό Πομπήιο (64 π.Χ.), που τη μετέτρεψε σε ρωμαϊκή επαρχία. Ήταν η πιο πυκνοκατοικημένη περιοχή της ρωμαϊκής Ανατολής, η τρίτη μεγαλύτερη πόλη μετά την Αλεξάνδρεια και την Αντιόχεια. Κατακτήθηκε από τους Άραβες στα τέλη της βασιλείας του αυτοκράτορα Ηρακλείου το 637. Με τους Άραβες έγινε κέντρο ανεξάρτητου εμιράτου.

Την εποχή του Άραβα χαλίφη της δυναστείας των Ομεϋαδών, Ουαλίντ Α΄ (705-715), κατασκευάστηκε το μεγάλο τζαμί του Χαλεπίου με μιναρέ ύψους 45 μ. Το Χαλέπι παρέμεινε στους Άραβες μέχρι την εποχή που το ανακατέλαβαν οι Βυζαντινοί με τον στρατηγό, μετέπειτα αυτοκράτορα, Νικηφόρο Φωκά, ενώ πολύ αργότερα, μετά την ήττα του αυτοκράτορα Ρωμανού Διογένη στην μάχη του Μαντζικέρτ (1071), πέρασε στα χέρια των Σελτζούκων Τούρκων. Το 1138 δυνατός σεισμός ισοπέδωσε το Χαλέπι με απολογισμό 230.000 νεκρών. Η πόλη καταλήφθηκε το 1183 από τον μουσουλμάνο πολέμαρχο Σαλαντίν, με αποτέλεσμα να εγκατασταθεί σ'αυτή η μουσουλμανική δυναστεία των Αγιουβιδών για έναν περίπου αιώνα, οι οποίοι και έκτισαν το Αραβικό φρούριο του Χαλεπίου.

Το 1260, ο τελευταίος σταυροφόρος πρίγκηπας της Αντιόχειας Βοϊμόνδος ΣΤ΄ και ο πεθερός του Χετούμ Α΄ της Αρμενίας, κατέλαβαν με τη βοήθεια του Μογγόλου πολέμαρχου Χουλαγκού χαν την πόλη. Οι Μογγόλοι, οι οποίοι ήταν ακόμα παγανιστές, έσφαξαν τον μουσουλμανικό πληθυσμό της πόλης, και κατέλαβαν στη συνέχεια ολόκληρη τη Συρία, εκδιώχθηκαν όμως την ίδια κιόλας χρονιά από τους Μαμελούκους της Αιγύπτου. Τα επόμενα χρόνια ακολούθησαν σποραδικές συγκρούσεις μεταξύ των Μαμελούκων και των Μογγόλων, αλλά τελικώς οι Μογγόλοι με ηγέτη τον Ταμερλάνο κατάφεραν να το ανακαταλάβουν από τους Μαμελούκους, σφάζοντας το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού.

Νεότερη ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Χαλέπι περιήλθε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία την εποχή του σουλτάνου Σελίμ Α΄. Οι Οθωμανοί έδωσαν μεγάλη σημασία στην ανάπτυξη της πόλης λόγω του μουσουλμανικού πληθυσμού, ορίζοντάς την πρωτεύουσα του σαντζακίου του Χαλεπίου. Η πόλη έγινε η δεύτερη μεγαλύτερη της αυτοκρατορίας μετά την πρωτεύουσα Κωνσταντινούπολη. Παρήκμασε μόνο μετά την άνοδο της Δαμασκού και την εξάντληση των αποθεμάτων του μεταξιού στην Περσία, καθότι βρισκόταν στον εμπορικό δρόμο για την Ευρώπη. Επιδημίες χολέρας (1823) και πανώλης (1827) θέρισαν το 25% του πληθυσμού της πόλης. Στις αρχές του 20ου αιώνα ο πληθυσμός του Χαλεπίου ήταν περίπου 110.000 κάτοικοι.

Μετά τον διαμελισμό της Οθωμανικής αυτοκρατορίας με τη Συνθήκη των Σεβρών (1920), το Χαλέπι ορίστηκε υπό τη διοίκηση των Γάλλων μαζί με ολόκληρη την υπόλοιπη Συρία. Μεγάλη τότε δυσαρέσκεια προκάλεσε η απώλεια του παραλιακού σαντζακίου της Αλεξανδρέττας από τον Κεμάλ σύμφωνα με τη Συνθήκη της Λωζάνης (1924). Οι Γάλλοι χώρισαν τη Συρία σε 3 αυτόνομα κρατίδια: Τη Δαμασκό, το Χαλέπι και το κράτος των Αλαουϊτών, αλλά την επόμενη χρονιά η Δαμασκός επαναστάτησε (1925). Οι Γάλλοι προσπάθησαν με δημοψήφισμα να ζητήσουν από τους κατοίκους του Χαλεπίου να ψηφίσουν υπέρ της ανεξαρτησίας τους, αλλά δεν τα κατάφεραν λόγω της οικονομικής κρίσης.

Η Συρία ανεξαρτητοποιήθηκε από τους Γάλλους το 1946 αλλά οι σκληρές συγκρούσεις ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες πόλεις, το Χαλέπι και την πρωτεύουσα Δαμασκό, συνεχίστηκαν με τη δημιουργία δύο κομμάτων: το Εθνικιστικό Κόμμα στη Δαμασκό (1946) και το Λαϊκό Κόμμα στο Χαλέπι (1948), το οποίο ζητούσε τη μεταφορά της πρωτεύουσας. Το Λαϊκό Κόμμα με αρχηγό τον Σισακλί έφτασε στο σημείο να ζητάει ακόμα και την ένωση της Συρίας με το Ιράκ. Αργότερα η Συρία ενώθηκε πολιτικά με την Αίγυπτο του Νάσερ (1958), με νέες συγκρούσεις να ξεσπάνε ανάμεσα στο Χαλέπι που ήταν υπέρ και στη Δαμασκό που ήταν εναντίον αυτής της ένωσης. Τελικώς, η ένωση διαλύθηκε ύστερα από κίνημα που ξέσπασε στη Δαμασκό (1960). Η Δαμασκός τελικά επικράτησε με τον Χαφέζ - αλ - Άσαντ που εξελέγη πρόεδρος της Συρίας (1971 - 2000), μετά το θάνατο του οποίου εξελέγη πρόεδρος ο γιος του Μπασάρ αλ Άσαντ.

Το Χαλέπι σήμερα είναι από τις πλέον πολύπαθες πόλεις του Συριακού Εμφυλίου που ξεκίνησε το 2011.

Υποσημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Alexander Russell, επιμ. (1856). The Natural History of Aleppo (1η έκδοση). Λονδίνο: άγνωστος, σελ. 266. 
  2. Polish Centre of Mediterranear Archeology. «Pre- and Protohistory in the Near East: Tell Qaramel (Syria)». http://www.pcma.uw.edu.pl/cas/index.php?p=111. Ανακτήθηκε στις 2008-03-23. 
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Aleppo της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΟΥ ΓΙΑΜΧΑΝΤ

ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΣΥΡΙΑΣ

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εγκυκλοπαίδεια "Πάπυρος - Λαρούς", Αθήνα, 1964