Στρατάρχης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Κοινοί στρατιωτικοί βαθμοί στα ελληνικά
Στρατός Ξηράς Πολεμικό Ναυτικό Πολεμική Αεροπορία
Aξιωματικοί
Ανώτατοι
Στρατάρχης Αρχιναύαρχος Στρατάρχης Αεροπορίας / Αρχιπτέραρχος
Στρατηγός Ναύαρχος Πτέραρχος
Αντιστράτηγος Αντιναύαρχος Αντιπτέραρχος
Υποστράτηγος Υποναύαρχος Υποπτέραρχος
Ταξίαρχος Σ.Ξ. Αρχιπλοίαρχος Ταξίαρχος Π.Α.
Ανώτεροι
Συνταγματάρχης Πλοίαρχος Σμήναρχος
Αντισυνταγματάρχης Αντιπλοίαρχος Αντισμήναρχος
Ταγματάρχης Πλωτάρχης Επισμηναγός
Κατώτεροι
Λοχαγός Υποπλοίαρχος Σμηναγός
Υπολοχαγός Ανθυποπλοίαρχος Υποσμηναγός
Ανθυπολοχαγός Σημαιοφόρος Ανθυποσμηναγός
Ενδιάμεσοι
Δόκιμος Έφεδρος Αξιωματικός Σ.Ξ. Σημαιοφόρος Επίκουρος Αξιωματικός Δόκιμος Έφεδρος Αξιωματικός Π.Α.
Ανθυπασπιστής Σ.Ξ. Ανθυπασπιστής Π.Ν. Ανθυπασπιστής Π.Α.
Υπαξιωματικοί
Αρχιλοχίας Αρχικελευστής Αρχισμηνίας
Επιλοχίας Επικελευστής Επισμηνίας
Λοχίας Κελευστής Σμηνίας
Κατώτατοι Υπαξιωματικοί
Δεκανέας Δίοπος Υποσμηνίας
Οπλίτες
Υποδεκανέας (τιμητικά)
Στρατιώτης Ναύτης Σμηνίτης
π  σ  ε

Ο Στρατάρχης (Στχης) είναι ο ανώτατος δυνατός Στρατιωτικός Βαθμός, Στο ΝΑΤΟ θεωρείται βαθμός 5 αστέρων με κωδικό OF-10, Τον οποίο έφεραν σε διάφορες χρονικές περιόδους της ιστορίας διακεκριμένοι στρατηγοί, Στην Ελλάδα ο συγκεκριμένος Βαθμός χρησιμοποιήθηκε τελευταία από τον Κωνσταντίνο Β' ως την οριστική κατάργηση της μοναρχίας στην Ελλάδα το 1974.

Η προέλευση του όρου χρονολογείται στον πρώιμο Μεσαίωνα. Σήμαινε αρχικά τον κάτοχο των αλόγων του βασιλιά από την εποχή των πρώιμων Φράγκων βασιλιάδων.

Το παραδοσιακό χαρακτηριστικό που διακρίνει έναν Στρατάρχη είναι μια σκυτάλη, η στραταρχική ράβδος. Η στραταρχική ράβδος στην αρχή ήταν απλό κομμάτι ξύλου, αλλά από τον 18ο αιώνα άρχισε να διακοσμείται, ορισμένες φορές ακόμα και με χρυσό και διαμάντια. Μερικές φορές το διακριτικό μπορεί να μην είναι σκυτάλη, όπως συμβαίνει στη Ρωσία μετά το 1991 και προηγουμένως στην πρώην Σοβιετική Ένωση, που χρησιμοποιούσε ένα ασημένιο αστέρι που αναφέρεται ως αστέρι του στρατάρχη.

Βυζαντινή Αυτοκρατορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο όρος «στρατάρχης» (στρατός + άρχων) χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στην Βυζαντινή Αυτοκρατορία, τον 9ο-11ο αιώνα και αναφέρονταν σε τάξη ανώτερων αξιωματούχων που επιτελούσαν οικονομικά και διοικητικά καθήκοντα στον στρατό, στους οποίους περιλαμβάνονταν ο Εταιριάρχης (διοικητής της μισθοφορικής σωματοφυλακής), ο Δρουγγάριος του Πλωίμου, ο Λογοθέτης των Αγελών που επόπτευε τα κρατικά ιπποφορβεία (μητάτα), ο Κόμης του Στάβλου, και ο πρωτοσπαθάριος επικεφαλής του σώματος των «βασιλικών ανθρώπων».[1] Προς το τέλος του 11ου αιώνα ο όρος έπαψε να έχει την αρχική ουσιαστική χρήση και χρησιμοποιήθηκε ως τιμητικό επίθετο για διακριθέντες στρατηγούς, με τις παραλλαγές «Μέγας Στρατάρχης» και «Πανστρατάρχης». Για παράδειγμα αναφέρονται ως «στρατάρχες» ο μυθικός ήρωας Διγενής Ακρίτας, ή διάσημοι στρατηλάτες του παρελθόντος, όπως ο Βελισσάριος.[1]

Νεότερη Ελληνική Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από το Καλοκαίρι του 1826 ο Γεώργιος Καραϊσκάκης είχε διοριστεί «στρατάρχης», υπό την έννοια του αρχιστρατήγου, της Ρούμελης.[εκκρεμεί παραπομπή] Τον διαδέχτηκε στην θέση αυτή ο Δημήτριος Υψηλάντης.[εκκρεμεί παραπομπή] Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης τιμήθηκε από την Ελληνική πολιτεία με τον βαθμό του στρατάρχη μετά θάνατον.[εκκρεμεί παραπομπή]

Ο Αλέξανδρος Παπάγος σε τελετή παρασημοφόρησής του στο Μέγαρο των Απομάχων (Les Invalides) του Παρισιού, το 1954

Ο Θεόδωρος Γρίβας προαχθείς στον βαθμό στις 23 Οκτωβρίου 1862 [2], μετά την έξωση του βασιλιά Όθωνα και μόλις μία ημέρα πριν τον θάνατό του.

Ο βαθμός για πρώτη φορά αποδόθηκε επίσημα στον βασιλέα Κωνσταντίνο Α' το 1913, μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους. Το 1939 υιοθετήθηκε και από τον Γεώργιο Β', μαζί με τους αντιστοίχους βαθμούς στο πολεμικό ναυτικό και την πολεμική αεροπορία. Ως σύμβολο της λειτουργίας του μονάρχη ως ανωτάτου διοικητή των ενόπλων δυνάμεων, χρησιμοποιήθηκε έκτοτε από τους βασιλείς Παύλο Α' το 1947, και Κωνσταντίνο Β' το 1964.

Την 28η Οκτωβρίου 1949, ως αναγνώριση των υπηρεσιών που προσέφερε στη χώρα κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940 και τον εμφύλιο πόλεμο ο Αλέξανδρος Παπάγος, του απονεμήθηκε από τον Βασιλιά Παύλο ο βαθμός του στρατάρχη.

Άλλες χώρες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις περισσότερες δυτικές χώρες, ο αντίστοιχος βαθμός (αγγλ. Marshal ή Field Marshal, γερμ. Generalfeldmarschall, γαλλ. Maréchal, ρωσ. Маршал, κλπ) προέρχεται από τον αρχαίο γερμανικό τίτλο Marh-scalc («ιπποκόμος») της φραγκικής βασιλικής αυλής (πρβλ. αντίστοιχα τον πρωτοστράτορα στο Βυζάντιο). Εξελληνισμένα αναφέρεται και ως μαρεσάλος, ιδιαίτερα για τη μεσαιωνική περίοδο.

Σε ορισμένες χώρες όμως, ο όρος χρησιμοποιείται για κατώτερους βαθμούς, π.χ. στην Ισπανία o mariscal de campo και στη Γαλλία o maréchal de camp στο παρελθόν ήταν βαθμοί ισοδύναμοι του υποστράτηγου, στο δε σύγχρονο ιταλικό στρατό, maresciallo αντιστοιχεί στον ανθυπασπιστή, και στον γαλλικό στρατό επιβιώνει ο βαθμός του Maréchal des logis, που αντιστοιχεί στον λοχία.

Στις ισπανόφωνες χώρες, ο ανώτατος βαθμός είναι αυτός του Capitán general, ενώ στις αραβικές χρησιμοποιείται ο αντίστοιχος όρος Mushir. Στις ΗΠΑ, λόγω της ήδη διαδεδομένης χρήσης του όρου «marshal» από την ομοσπονδιακή αστυνομία, προτιμήθηκε ο βαθμός να ονομαστεί General of the Army (Στρατηγός του Στρατού).

Διακριτικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Kazhdan, Alexander, επιμ. (1991). «Stratarches» (στα αγγλικά). The Oxford Dictionary of Byzantium. Οξφόρδη και Νέα Υόρκη: Oxford University Press, σελ. 1962. ISBN 0-19-504652-8. 
  2. Γεωργίου Ρούσσου, Νεώτερη Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, 1826-1974, Ελληνική Μορφωτική Εστία, Αθήναι, 1975, τόμος 4, σελ. 13-14.
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Stratarches της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).