Πατριάρχης Νεκτάριος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Πατριάρχης Νεκτάριος
Γέννηση Ιουνίου 381
Ταρσός
Θάνατος 17  Σεπτεμβρίου 397
Ιδιότητα ιερέας
Αξίωμα Οικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως

Ο Νεκτάριος διετέλεσε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως κατά τα έτη 381-397.

Ήταν εκ των σπουδαιοτέρων προσωπικοτήτων που κόσμησαν τον Θρόνο της Κωνσταντινούπολης. Επί των ημερών της Πατριαρχείας του, Οικουμενική Σύνοδος όρισε τον Θρόνο της Κωνσταντινούπολης δεύτερο στην τάξη μετά από αυτόν της Ρώμης. Επίσης, ευτύχησε να δει να αφαιρούνται εκκλησίες από τους Αρειανούς, που τις κατείχαν για πάνω από σαράντα χρόνια, και να αποδίδονται στους Ορθοδόξους.

Γεννήθηκε στην Ταρσό της Κιλικίας. Ήταν μέλος σημαντικής οικογένειας, αλλά και συγκλητικός. Ήταν σεβαστός, καθώς διακρινόταν για τις αρετές του, το χαρακτήρα του και το παράστημά του.

Συνθηκες εκλογής του σε Πατριάρχη Κωντσαντινουπόλεως[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν συνεκλήθη η Β΄ Οικουμενική Σύνοδος, ο Νεκτάριος δεν ήταν βαπτισμένος Χριστιανός. Παρά ταύτα, όταν στη Σύνοδο αυτή υπέβαλε την παραίτησή του ο Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως Γρηγόριος (ο Ναζιανζηνός ή Θεολόγος), με την παραίνεση να βρεθεί ο κατάλληλος άνθρωπος να τον διαδεχθεί, ο λαός άρπαξε τον Νεκτάριο και τον προέβαλε για τη θέση αυτή, οπότε χειροτονήθηκε από τους 150 πατέρες της Συνόδου. Κατ' άλλη όμως εκδοχή, ο Νεκτάριος προτάθηκε από τον Διόδωρο Ταρσού: συγκεκριμένα καθώς ο Ταρσού προετοίμαζε τις δικές του προτάσεις υποψηφίων προς τον αυτοκράτορα, τον επισκέφθηκε ο Νεκτάριος και του εξέφρασε την πρόθεσή του να ταξιδέψει προς την Ταρσό και προθυμοποιήθηκε να μεταφέρει τυχόν επιστολές και παραγγελίες του επισκόπου. Ο Διόδωρος εξετίμησε την προσωπικότητά του και τον παρουσίασε στον έμπιστο του αυτοκράτορα αρχιεπίσκοπο Αντιόχειας Μελέτιο, ο οποίος τον σναρίθμησε στον κατάλογο των υπψηφίων. Ο Θεοδόσιος διάβασε την λίστα και στάθηκε στο τελευταίο όνομα του Νεκταρίου.[1] Παρά τις αντιδράσεις για την εκλογή του επέμεινε ο Αυτοκράτορας Μέγας Θεοδόσιος, οπότε ο Νεκτάριος βαπτίστηκε Χριστιανός, και, φορώντας ακόμη τα ενδύματα των νεοβαπτισθέντων, αναγορεύτηκε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Μετά τη χειροτονία του πήρε για σύμβουλό του τον επίσκοπο Αδάνων Κυριακό, ο οποίος τον κατεύθυνε κατά την ιεραρχική τάξη[2].

Η Πατριαρχία του Νεκταρίου διήρκεσε περί τα δεκαέξι έτη, κατά την επικρατέστερη άποψη. Κατά τη διάρκειά της συνεκλήθησαν τρεις τοπικές Σύνοδοι (382, 383, 394), οι οποίες ρύθμισαν κυρίως θέματα αιρέσεων. Επί των ημερών του, με διατάγματα του Θεοδοσίου πολλές εκκλησίες, τις οποίες κατείχαν οι Αρειανοί, αποδόθηκαν στους Ορθοδόξους. Έτσι, όταν το 388 διαδόθηκε η φήμη ότι ο Θεοδόσιος νικήθηκε από τον Μάξιμο τον τύραννο, οι Αρειανοί ξεσηκώθηκαν και έκαψαν το σπίτι του Νεκταρίου.

Το ίδιο έτος, δημιουργήθηκε ζήτημα με το θεσμό των εξομολόγων ιερέων («ἐπὶ τῆς μετανοίας πρεσβυτέρων»), καθώς κάποια γυναίκα κατήγγειλε ότι, αφού εξομολογήθηκε, ο ιερέας της επέβαλε να παραμείνει στην εκκλησία, για νηστεία και προσευχή, αλλά εκεί κάποιος διάκονος την βίασε. Καθώς δημιουργήθηκε αναταραχή, ο Νεκτάριος καθαίρεσε τον διάκονο και κατήργησε και το θεσμό των εξομολόγων, επιτρέποντας στον καθένα να κοινωνεί των αχράντων μυστηρίων, κατά συνείδηση. Συγχρόνως ο Θεοδόσιος εξέδωσε διάταγμα, με το οποίο απαγορευόταν σε γυναίκα να γίνεται διακόνισσα πριν συμπληρώσει το εξηκοστό έτος της ηλικίας της.

Επί της Πατριαρχίας του Νεκταρίου ολοκληρώθηκε και η Β΄ Οικουμενική Σύνοδος, η οποία αναθεμάτισε τον αιρετικό Μακεδόνιο, συμπλήρωσε το Σύμβολο της Πίστεως και εξέδωσε οκτώ κανόνες. Επί της Πατριαρχίας του επίσης βρέθηκαν τα λείψανα των προφητών Αββακούμ και Μιχαία, καθώς επίσης και η κεφαλή του Προδρόμου (το 391).

Ο Νεκτάριος πέθανε στις 17 Σεπτεμβρίου του 397. Έχει ανακηρυχθεί άγιος και η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τη μνήμη του στις 11 Οκτωβρίου.

Υποσημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ευαγγελία Αμοιρίδου, «Ιδιάζουσες αναδείξεις πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως (δ'-ι' αι.)», Βυζαντιακά, τομ.28 (2009), σελ.107
  2. Σχετικά με την εκλογή του Νεκταρίου, συνοδική επιστολή προς την Εκκλησία της Ρώμης αναφέρει: «τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει νεοπαγοῦς, ὡς ἂν εἴποι τις, ἐκκλησίας, ἥν ὥσπερ ἐκ στόματος λέοντος τῆς τῶν αἱρετικῶν βλασφημίας ὑπόγυιον ἐξηρπάσαμεν, διὰ τῶν οἰκτιρμῶν τοῦ Θεοῦ, τὸν αἰδεσιμώτατον καὶ θεοφιλέστατον Νεκτάριον ἐπίσκοπον κεχειροτονήκαμεν ἐπὶ τῆς οἰκουμενικῆς συνόδου, μετὰ κοινῆς ὁμονοίας, ὑπ᾽ ὄψεσι καὶ τοῦ θεοφιλεστάτου βασιλέως Θεοδοσίου, παντὸς τὲ τοῦ κλήρου καὶ πάσης ἐπιψηφιζομένης τῆς πόλεως»

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Οικουμενικό Πατριαρχείο
  • Ευαγγελία Αμοιρίδου, «Ιδιάζουσες αναδείξεις πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως (δ'-ι' αι.)», Βυζαντιακά, τομ.28 (2009), σελ.103-114