Γιαχβέ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Αυτό το λήμμα αφορά τον αρχαίο θεό των βασιλείων του Ισραήλ και της Ιουδαίας. Για το μεταγενέστερο εβραϊκό θεωνύμιο, δείτε: Τετραγράμματο.
Χάλκινο νόμισμα του 4ου αιώνα π.Χ. που πιθανώς αναπαριστά τον Γιαχβέ καθισμένο σε φτερωτό τροχό.

Ο Γιαχβέ (παλαιό εβραϊκό αλφάβητο: 𐤉𐤄𐤅𐤄, ανακατασκευασμένο ως יַהְוֶה‎) ήταν ο εθνικός θεός του αρχαίου βασιλείου του Ισραήλ και της Ιουδαίας.[1] Η προέλευση της λατρείας του ανάγεται μεταξύ της πρώιμης εποχή του Σιδήρου και ύστερης εποχής του Χαλκού ή και νωρίτερα.[2] Στα αρχαιότερα βιβλικά κείμενα κατέχει ιδιότητες που αποδίδονται συνήθως σε θεότητες της φύσης και του πολέμου, όπως η καρποφορία της γης και η καθοδήγηση του ουράνιου στρατού εναντίον των εχθρών του Ισραήλ.[3]

Ζωγραφιά σε βάζο από την χερσόνησο του Σινά με την επιγραφή «Ο Γιαχβέ της Σαμάρειας και η Ασερά του» (800 π.χ.)

Σύμφωνα με την επικρατέστερη άποψη των μελετητών, οι Ισραηλίτες της εποχής ασπάζονταν την πολυθεϊστική Χαναανιτική θρησκεία και λάτρευαν τον Γιαχβέ παράλληλα με τον Ελ, την Ασερά, τον Βάαλ και άλλες Χαναανικτικές θεότητες.[4] Στους μεταγενέστερους αιώνες, ο Ελ και ο Γιαχβέ συγχωνεύτηκαν και τιμητικά επίθετα που περιείχαν την λέξη Ελ, όπως το Ελ Σαντάι (אֵל שַׁדַּי‎ «Θεός Παντοκράτωρ»), άρχισαν να αποδίδονται αποκλειστικά στον Γιαχβέ. Οι διάφορες άλλες θεότητες ενσωματώθηκαν στον Ιεχωβισμό, την αρχαία θρησκεία του Ισραήλ, στην οποία ο Γιαχβέ είχε περίοπτη θέση χωρίς όμως να απορρίπτεται ακόμη ο πολυθεϊσμός.[4] Σύμφωνα με άλλους μελετητές, η αποκλειστική λατρεία του Γιαχβέ ήταν ευρέως διαδεδομένη πριν από τη Βαβυλωνιακή εξορία και ο Ισραηλιτικός μονοθεϊσμός μπορεί να υπήρχε ακόμη και πριν από την άνοδο της Ηνωμένης Μοναρχίας.[5]

Κατά το δεύτερο μισό της εποχής του Σιδήρου, το κέντρο λατρείας του Γιαχβέ είχε γίνει η Ιερουσαλήμ. Εκεί ο θεός θεωρούταν πως κατοικούσε μέσα στον Ναό που περιείχε την Κιβωτό της Διαθήκης. Κατά το τέλος της Βαβυλωνιακής αιχμαλωσίας, οι Ισραηλίτες σταμάτησαν την λατρεία ξένων θεών και ο Γιαχβέ ανακηρύχθηκε δημιουργός του σύμπαντος και ο ένας αληθινός θεός του κόσμου,[6] θέτοντας τα θεμέλια του Ιουδαϊσμού. Κατά την περίοδο του Δεύτερου Ναού, η αναφορά του ονόματος του Θεού απαγορεύτηκε[7] και άρχισε να υποκαθίσταται από λέξεις, όπως Αδονάι (אֲדֹנָי‬‎ «Κύριος»). Στην Ρωμαϊκή κατάκτηση και μετά την πολιορκία της Ιερουσαλήμ το 70 μ.Χ. η αρχική προφορά του ονόματος του Θεού είχε ξεχαστεί ολοκληρωτικά.[7]

Ετυμολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το όνομα του Θεού γραφόταν στο παλαιό εβραϊκό αλφάβητο χωρίς φωνήεντα ως 𐤉𐤄𐤅𐤄, το οποίο αποδίδεται ως יַהְוֶה‎ στο σύγχρονο αλφάβητο. Στο λατινικό αλφάβητο μεταγραμματίζεται ως YHWH και ως ΓΧΒΧ στα ελληνικά. Συντετμημένοι τύποι όπως Γιαχ, Γιέχο, Γιο κ.λπ. χρησιμοποιούνται επίσης σε λέξεις, όπως το Αλληλούια.

Το όνομα δεν καταγράφεται ξεκάθαρα σε μη Ισραηλιτικές πηγές και δεν υπάρχει πειστική εξήγηση για την ετυμολογική του προέλευση.[8] Η συχνότερη εξήγηση πως το όνομα προκύπτει από την φράση εχγέχ ασέρ εχγέχ (Είμαι αυτός που είμαι - μετάφραση των Εβδομήκοντα «Ἐγώ εἰμι ὁ ὤν») θεωρείται μεταγενέστερη θεολογική εφεύρεση σε μια εποχή που η αρχική σημασία του ονόματος είχε ξεχαστεί και συχνότερα αποδίδεται σε λαϊκή παρετυμολογία.[9] Η απόδοση ιερότητας στο όνομα, καθώς και η εντολή του να μην εκφέρεται μάταια, οδήγησαν σε αυστηρές απαγορεύσεις στην χρήση του. Ραββινικές πηγές αναφέρουν πως το όνομα προφερόταν μόνο μια φορά τον χρόνο κατά την Ημέρα της Εξιλέωσης,[10] αν και αυτό θεωρείται υπερβολή και είναι πιθανό η χρήση του ονόματος να ήταν συχνότερη κατά τις λειτουργίες. Έξω από τον ναό και τις συναγωγές του υποκατάστατο Αδονάι βρισκόταν σε συχνή χρήση. Με την καταστροφή του ναού το όνομα δεν χρησιμοποιούταν σε λειτουργίες και έως τον 5ο αιώνα μ.Χ. η προφορά του είχε πλέον ξεχαστεί.[11]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Hayes, John H. (1986). A history of ancient Israel and Judah (1st ed έκδοση). Philadelphia: Westminster Press. ISBN 0-664-21262-X. 12104155. CS1 maint: Extra text (link)
  2. Miller, Patrick D. (2000). The religion of ancient Israel. London: SPCK. ISBN 0-664-22145-9. 44174114. 
  3. Hackett, Jo Ann (2001). «'There Was No King in Israel': The Era of the Judges». Στο: Coogan, Michael David. The Oxford History of the Biblical World. Oxford University Press. ISBN 978-0-19-513937-2. 
  4. 4,0 4,1 Smith, Mark S. (2002). The Early History of God: Yahweh and the Other Deities in Ancient Israel (2nd ed.). Eerdmans. ISBN 978-0-8028-3972-5.
  5. «Appendix: Monotheism and Polytheism in Ancient Israel». The Bodies of God and the World of Ancient Israel: 145–174. 2009-06-29. doi:10.1017/cbo9780511596568.009. http://dx.doi.org/10.1017/cbo9780511596568.009. 
  6. Betz, Arnold Gottfried (2000). "Monotheism". In Freedman, David Noel; Myer, Allen C. (eds.). Eerdmans Dictionary of the Bible. Eerdmans. ISBN 978-90-5356-503-2.
  7. 7,0 7,1 Leech, Kenneth (2002) [1985]. Experiencing God: Theology as Spirituality. Eugene, OR: Wipf and Stock Publishers. ISBN 978-1-57910-613-3.
  8. Hoffman, Joel (2004). In the Beginning: A Short History of the Hebrew Language. NYU Press. ISBN 978-0-8147-3706-4.
  9. Parke-Taylor, G. H. (1975), Yahweh: The Divine Name in the Bible, Wilfrid Laurier University Press, ISBN 978-0-88920-013-5
  10. Katz, Steven T. (22 Ιουνίου 2006). Man, sin, and redemption in Rabbinic Judaism. Cambridge University Press. σελίδες 925–945. 
  11.  Moore, George Foot (1911) «Jehovah» στο: Chisholm, Hugh, επιμ. Εγκυκλοπαίδεια Μπριτάννικα 15 (11η έκδοση) Cambridge University Press, σσ. 311–314 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Πολυμέσα σχετικά με το θέμα Yahweh στο Wikimedia Commons