Γαλλική λογοτεχνία του 19ου αιώνα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Μεγάλοι Γάλλοι συγγραφείς του 19ου αιώνα.

H Γαλλική λογοτεχνία του 19ου αιώνα ορίζεται χρονικά από δύο βασικές ημερομηνίες: το 1799, όταν το πραξικόπημα του Ναπολέοντα Βοναπάρτη έβαλε τέλος στην επαναστατική περίοδο και το 1899, με την επίλυση των εντάσεων της υπόθεσης Ντρέιφους και την οριστική επιβολή των αξιών της Γ΄ Δημοκρατίας.

Σ' αυτόν τον αιώνα των ταραχών, στη λογοτεχνία εμφανίζονται νέα σημαντικά ρεύματα, όπως ο ρομαντισμός, ο παρνασσισμός, ο ρεαλισμός, ο νατουραλισμός και ο συμβολισμός, που επηρεάζουν όλες τις τέχνες.

Τα έργα αυτού του αιώνα στη γαλλική λογοτεχνία είναι πολλά, στον χώρο της ποίησης με τους Λαμαρτίν, Βινύ, Μυσέ, Ουγκώ, Μπωντλαίρ, Ρεμπώ, Βερλαίν, Μαλλαρμέ, στον χώρο του μυθιστορήματος με συγγραφείς όπως οι Σατωμπριάν, Δουμάς, Ουγκώ, Σταντάλ, Μπαλζάκ, Φλωμπέρ, Ζολά, Μωπασσάν, Βερν και σε μικρότερο βαθμό στο θέατρο με το ρομαντικό δράμα με Μυσέ, Ουγκώ, Εντμόν Ροστάν.

Επισκόπηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πνεύμα της Ελευθερίας στην πλατεία της Βαστίλης

Ο 19ος αιώνας υπήρξε αιώνας μεγάλων πολιτικών, κοινωνικών, καλλιτεχνικών και λογοτεχνικών ανακατατάξεων. Αιώνας ταραχών (Παλινόρθωση των Βουρβόνων, Επανάσταση Ιουλίου 1830, Επανάσταση του 1848, Παρισινή Κομμούνα το 1871), είδε μια σειρά από διαφορετικά πολιτικά συστήματα : Πρώτη Γαλλική Αυτοκρατορία με τον Ναπολέοντα Α΄, παλινόρθωση της μοναρχίας του παλαιού καθεστώτος με τον Λουδοβίκο ΙΗ΄ και τον Κάρολο Ι΄, συνταγματική μοναρχία με τον Λουδοβίκο-Φίλιππο, βραχύβια Δεύτερη Δημοκρατία, Δεύτερη Αυτοκρατορία με τον Ναπολέοντα Γ΄, Τρίτη Δημοκρατία, που επιδίωκαν να ανταποκριθούν ή να αντιταχθούν στις νέες δημοκρατικές φιλοδοξίες και στους οικονομικούς μετασχηματισμούς που επιταχύνθηκαν με την εκβιομηχάνιση, τον αποικισμό και τις συγκρούσεις μεταξύ των ευρωπαϊκών δυνάμεων.[1]

Οι αλλαγές στην κοινωνία[2] είναι εξαιρετικά σημαντικές καθ 'όλη τη διάρκεια του αιώνα. Η γενίκευση της δημόσιας εκπαίδευσης καθώς και η αξιοσημείωτη επιστημονική και τεχνολογική πρόοδος που την συνόδευαν, συνέβαλαν στην αλλαγή νοοτροπίας. Η αριστοκρατία και η Εκκλησία σταδιακά έχασαν τη δύναμή τους και προς το τέλος του αιώνα παγιώθηκε μια κοσμική κοινωνία, που χαρακτηρίζονταν από την αυξανόμενη επιρροή αλλά και σύγκρουση δύο τάξεων, της αστικής και της εργατικής τάξης. Κοινή απαίτηση ήταν οι πολιτικές ελευθερίες και οι καλύτερες συνθήκες ζωής για τα λαϊκά στρώματα. Η Δημοκρατία υπερίσχυσε τελικά και ψηφίστηκαν κοινωνικοί νόμοι ενώ οργανώθηκαν νέες αποικιακές κατακτήσεις. Αυτές οι αλλαγές δεν άφησαν ανεπηρέαστους τους συγγραφείς, που απεικόνισαν στα έργα τους την κοινωνία και ορισμένοι στρατεύτηκαν πολιτικά, σαν προοδευτικοί, όπως ο Λαμαρτίνος, ο Ουγκώ και ο Ζολά ή σαν αντιδραστικοί, όπως ο Mωρίς Μπαρές, ή ο Λεόν Ντωντέ. Η περίοδος του τελευταίου τέταρτου του αιώνα, από το 1871 έως το 1914, αντανακλώντας το αισιόδοξο πνεύμα που κυριαρχούσε, ονομάστηκε Μπελ επόκ. Σ'αυτόν τον αιώνα οι συγγραφείς ύμνησαν την εικόνα του ελεύθερου καλλιτέχνη σε αντιπαράθεση με τον χυδαίο και υλιστή αστό, δημιουργώντας το μύθο του μποέμ καλλιτέχνη και την εικόνα του καταραμένου ποιητή ή ζωγράφου. Ενώ τον 17ο αιώνα η συντριπτική πλειοψηφία των συγγραφέων ήταν αυλικοί προστατευόμενοι από μαικήνες και τον 18ο στρατευμένοι και υπό την επίδραση των ιδεών του Διαφωτισμού, σ'αυτόν τον αιώνα οι συγγραφείς ήταν φορείς μιας νέας ηθικής της αλήθειας, κατά της θρησκευτικής ηθικής στην περίοδο της Παλινόρθωσης και κατά της αστικής ηθικής που επικρατούσε στη Β΄ Αυτοκρατορία. Ήταν απολύτως αυτόνομοι σε σχέση με τις αρχές, πολιτικές ή θρησκευτικές. Αγωνίζονταν για την ελευθερία της έκφρασης και την ελευθεροτυπία. Αυτός ο αιώνας χαρακτηρίζεται από λογοτεχνικές δίκες και φυλακίσεις, συμπεριλαμβανομένων συγγραφέων (όπως οι Φλωμπέρ, Μπωντλαίρ, Πωλ-Λουί Κουριέ, Πιερ-Ζαν ντε Μπερανζέ).[3]

Στις τέχνες, στη Γαλλία, δίπλα σε έναν επίσημο και ακαδημαϊκό Νεοκλασικισμό (που μερικές φορές έφθανε μέχρι την πομπώδη τέχνη), βρίσκονται τα μεγάλα καλλιτεχνικά ρεύματα του αιώνα, ο ρομαντισμός με τον Ντελακρουά και τον Μπερλιόζ, και αργότερα, ο ρεαλισμός με τον Κουρμπέ και, την ίδια περίοδο, στη μουσική τους Γκουνώ, Ντελίμπ και Μπιζέ. Κατά τα τελευταία χρόνια της Β΄ Αυτοκρατορίας κυριάρχησε σταδιακά ο Ιμπρεσιονισμός που έχει συνδεθεί με τους Μανέ, Μονέ και Ρενουάρ, για να αναφερθούν μόνο το μεγαλύτερα ονόματα. Το τέλος του αιώνα ήταν πιο ποικιλόμορφο, με κινήματα όπως ο πουαντιγισμός και ζωγράφους όπως ο Πωλ Σεζάν, ο Πωλ Γκωγκέν ή ο Βενσάν Βαν Γκογκ, ή γλύπτες όπως ο Ωγκύστ Ροντέν, ενώ οι Γκαμπριέλ Φωρέ, Καμίγ Σαιν-Σανς, Ζυλ Μασνέ και Κλωντ Ντεμπυσύ κυριάρχησαν στη γαλλική μουσική σύνθεση.

Για ένα λογοτεχνικό πανόραμα του προηγούμενου αιώνα, δείτε τη γαλλική λογοτεχνία του 18ου αιώνα.

Ο λογοτεχνικός πλούτος του 19ου αιώνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αιώνας πλούσιος σε έργα που είναι καινοτόμα ως προς τη μορφή (αν και η επανάσταση στην Τέχνη θα συντελεστεί προς τα τέλη του αιώνα ή στις αρχές του 20ού με έργα όπως τα Καλλιγράμματα του Γκιγιώμ Απολλιναίρ) και ως προς το περιεχόμενο, όπως η εμφάνιση του φανταστικού σε ορισμένα ποιήματα του Ζεράρ ντε Νερβάλ ή οι εφιαλτικοί οραματισμοί του Μπωντλαίρ στα Άνθη του κακού, ο 19ος αιώνας είναι για τη γαλλική λογοτεχνία η χρυσή εποχή για την ποίηση και κυρίως για το μυθιστόρημα.

Η ποίηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ρομαντισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ρομαντισμός[4] κυριαρχεί ολόκληρο το πρώτο μισό του 19ου αιώνα, στη γαλλική ποίηση ειδικά τα έτη 1820 έως περίπου 1850: συμβατικά, από το έργο του Λαμαρτίνου Ποιητικοί ρεμβασμοί, 1820 έως τις Ενατενίσεις του Βικτόρ Ουγκώ, 1856. Ο ρομαντισμός γεννήθηκε σαν αντίδραση στο Διαφωτισμό και στις ιδέες του: απέναντι στην επιστήμη και τη λογική, οι Ρομαντικοί πρόβαλλαν την έντονη έκφραση των συναισθημάτων, το μυστήριο, τη φαντασία, τον εξωτισμό. Αντιμέτωποι με την εκβιομηχάνιση, εκθείαζαν μια παρθένα και άγρια ​​φύση: πράγματι, οι περισσότεροι Ρομαντικοί είχαν ταξιδέψει κυρίως στην Αμερική ή στην Ανατολή και εμπνεύστηκαν από τα ταξίδια τους. Τέλος, σε αντίδραση προς την απόρριψη της Καθολικής θρησκείας από το Διαφωτισμό και την Επανάσταση, οι ρομαντικοί ήρωες ζούσαν πολλές μυστικιστικές περιπέτειες, και ανακάλυψαν την ομορφιά της θρησκείας. Επί πλέον, η νέα γενιά διακατέχονταν από το κακό του αιώνα "Le mal du siècle": μια αίσθηση απώλειας, απογοήτευσης και ανίας που χαρακτηρίζονταν από μελαγχολία και κόπωση.

Στις αρχές του αιώνα είναι καθοριστική η συμβολή της μαντάμ ντε Σταλ, η οποία με τα δοκίμιά της, κυρίως με το Περί Γερμανίας (De l'Allemagne,1810/1813), αποκάλυψε στους Γάλλους τον γερμανικό ρομαντισμό, τις γοτθικές ιστορίες τρόμου, τα πρώτα έργα του Γκαίτε και τα θεατρικά του Σίλερ, έργα που μύησαν τους Γάλλους δημιουργούς στο ρομαντικό πνεύμα.

Σ' αυτό το ευρωπαϊκό κίνημα εξέχουσα θέση έχει ο λυρισμός, η συναισθηματική έξαρση και η έκφραση των ατομικών ανησυχιών του καλλιτέχνη, της φαντασίας, των παρορμήσεων, των ονείρων του, που συνοδεύεται από έντονη τάση για μελαγχολία: οι ποιητές εκφράζουν τη δυστυχία τους και τον συναισθηματικό τους πόνο με σκέψεις για το θάνατο, το Θεό, τον έρωτα (κυρίως τον έρωτα που βιώνει τον πόνο από θάνατο ή χωρισμό), το πέρασμα του χρόνου αλλά και τη δόξα.

Επιθυμώντας την απόλυτη δημιουργική ελευθερία και αυθορμησία, που ήταν η βάση του Ρομαντισμού,[5] οι ρομαντικοί ποιητές διεκδίκησαν μια χαλάρωση της ποιητικής έκφρασης που αναζήτησαν στη μεγαλύτερη μουσικότητα, σε κάποια τόλμη στην έκφραση και στις εικόνες. Αυτή η αναζήτηση της νεωτερικότητας υλοποιήθηκε από την «εφεύρεση» του ποιήματος σε πεζό λόγο από τον Αλοϋζιύς Μπερτράν στο έργο Γκασπάρ της νύχτας (Gaspard de la nuit), που δημοσιεύθηκε το 1842 μετά το θάνατό του, όπου μας εισάγει σε έναν ονειρικό κόσμο και εγκαινιάζει μια ποιητική μορφή που θα επαναλάβουν αργότερα ο Μπωντλαίρ και ο Ρεμπώ, και από τον Φρανσουά-Ρενέ ντε Σατωμπριάν, ηγετική μορφή του γαλλικού ρομαντισμού, που χρησιμοποίησε την ποιητική πρόζα.

Στη γαλλική ποίηση ο ρομαντισμός εμφανίστηκε το 1820 με ποιήματα του Αλφόνς ντε Λαμαρτίν, και άνθησε κυρίως με τους Ουγκώ, Αλφρέ ντε Μυσέ, Αλφρέ ντε Βινύ και Ζεράρ ντε Νερβάλ. Κυριότεροι συγγραφείς και έργα της ρομαντικής περιόδου:

Αλφόνς ντε Λαμαρτίν: ο πρωτεργάτης, λυρικός και θρησκευόμενος. Συλλογές: Ποιητικοί ρεμβασμοί (Méditations poétiques, 1820),όπου περιλαμβάνεται Η λίμνη (le Lac) [6] και οι Ποιητικές και θρησκευτικές αρμονίες (Harmonies poétiques et religieuses, 1830).

Αλφρέ ντε Μυσέ, ευαίσθητος και συγκινητικός: Μύθοι της Ισπανίας και της Ιταλίας, (Contes d'Espagne et d'Italie, 1829) Οι νύχτες (Les Nuits, 1835-1837), ένα λυρικό ξέσπασμα εμπνευσμένο από τον πολυτάραχο δεσμό του με τη Γεωργία Σάνδη.

Αλφρέ ντε Βινύ, μεταφυσικός και σκοτεινός: Ποιήματα παλιά και νέα (Poèmes antiques et modernes,1826), Σκλαβιά και μεγαλείο των στρατιωτικών, (Servitude et grandeur militaires, 1835), μια σειρά διηγημάτων βασισμένα στην εμπειρία του Βινύ στο στρατό, καθώς διετέλεσε επί χρόνια αξιωματικός του στρατού, και διαλογισμός σχετικά με τη φύση της στρατιωτικής ζωής. Stello, (1832) έργο αποτελούμενο από τρεις νουβέλες, όπου περιγράφει την τραγική ζωή τριών ποιητών, των Νικολά Ζιλμπέρ, Τόμας Τσάτερτον και Αντρέ Σενιέ και όπου εμφανίζεται για πρώτη φορά ο όρος "καταραμένοι ποιητές" (poètes maudits).

Ζεράρ ντε Νερβάλ (1808 - 1855)

Ο Βικτώρ Ουγκώ, μία από τις μεγαλύτερες λογοτεχνικές φυσιογνωμίες της Γαλλίας και ένας από τους ηγέτες της ρομαντικής κίνησης στη γαλλική λογοτεχνία, καλύπτει ολόκληρο τον αιώνα με το πολύπλευρο έργο του. Η τεχνική δεξιοτεχνία του Ουγκώ, ο υφολογικός πειραματισμός, η ραγδαία κλιμάκωση των συναισθημάτων, η ποικιλία και η καθολικότητα των θεμάτων του όχι μόνο τον καθιέρωσαν ως ηγέτη της γαλλικής ρομαντικής σχολής αλλά και ως προπομπό της σύγχρονης ποίησης.[7] Συλλογές του: Ωδές και Μπαλάντες (Odes et Ballades, 1826), με την οποία αναγνωρίζεται σαν αξιόλογος λυρικός ποιητής και τεχνίτης του στίχου. Τα Ανατολίτικα (Les Orientales,1829) ένα από τα πιο αξιόλογα έργα του, εμπνευσμένο από την Ελληνική Επανάσταση του 1821, καθώς ήταν φλογερός φιλέλληνας, τα Φθινοπωρινά Φύλλα (Les Feuilles d’automne,1831), Τα τραγούδια του Λυκόφωτος (Les Chants du crépuscule,1835), Οι Εσωτερικές Φωνές (Les Voix intérieures,1837), Οι Ακτίνες και οι Σκιές (Les Rayons et les ombres,1840), Οι Τιμωρίες (Les Châtiments,1853), Οι Ενατενίσεις (Les Contemplations,1856), Ο Θρύλος των Αιώνων (La Légende des Siècles,1859), Οι Τέσσερις Άνεμοι του Πνεύματος (Les Quatre Vents de l'esprit,1881) και πολλά άλλα.

Ο Ζεράρ ντε Νερβάλ ήταν ένας από τους βασικούς εισηγητές της θεματικής του γερμανικού Ρομαντισμού στη Γαλλία με μεταφράσεις γερμανικών λογοτεχνικών έργων στα γαλλικά, όπως τον Φάουστ του Γκαίτε, που τον έκανε διάσημο. Σημαντικότερο προσωπικό ποιητικό έργο του ήταν το πυκνό και σκοτεινό Οι Χίμαιρες, (Les Chimères,1854), μια συλλογή δώδεκα σονέτων.

Ποίηση της ευαισθησίας και της μουσικότητας, η ρομαντική ποίηση παράγει μεγάλα ποιήματα που η επόμενη γενιά, στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, θα θεωρήσει βαριά, ρητορικά και πομπώδη (ο Ρεμπώ θα μιλήσει για «παλαιά μορφή»[8], ο Γκυ ντε Μωπασσάν και ο Γκυστάβ Φλωμπέρ θα κρατήσουν ειρωνική στάση απέναντι στη θρησκεία και τον ρομαντισμό), με αξιοσημείωτες εξαιρέσεις, όπως ο Νερβάλ με τη συλλογή του Χίμαιρες (1854). Μερικά ποιήματα αυτής της περιόδου, ωστόσο, αποτελούν σημεία αναφοράς που εξακολουθούν να συγκινούν τον αναγνώστη μέχρι σήμερα.

Ως διάδοχοι του ρομαντισμού στην ποίηση εμφανίστηκαν δύο νέα λογοτεχνικά ρεύματα, ο παρνασσισμός και ο συμβολισμός.

Ο Παρνασσισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε αντίδραση προς την υπερπροβολή συναισθημάτων του ρομαντισμού, που μερικές φορές έφθανε στα όρια της νοσηρότητας, μια ομάδα λογοτεχνών δημιούργησαν το λογοτεχνικό ρεύμα του Παρνασσισμού. Απορρίπτοντας τον στόμφο και τον ρητορισμό του ρομαντισμού επιζητούσαν την απλότητα στην έκφραση, το οικείο και το καθημερινό στο θέμα, φέρνοντας έτσι μια καινούρια τάξη, ένα καινούριο μέτρο απέναντι στο χωρίς έλεγχο συναίσθημα των ρομαντικών. Το ενδιαφέρον μετατοπίστηκε από το ποιητικό «εγώ» στην αντικειμενική πραγματικότητα και τη ρεαλιστική αναπαράστασή της καθώς και στην επεξεργασία της μορφής.

Ο παρνασσισμός οφείλει το όνομά του στην τρίτομη ποιητική ανθολογία με τον τίτλο "Σύγχρονος Παρνασσός" (Parnasse contemporain, 1866-1876), με αναφορά στο ελληνικό βουνό Παρνασσός, μυθολογική κατοικία των Μουσών. Εκφράζοντας το επιστημονικό και θετικιστικό πνεύμα της εποχής, κύρια χαρακτηριστικά του παρνασσισμού είναι η αντικειμενικότητα, η ακρίβεια στην έκφραση, η πειθαρχία, η τελειότητα της μορφής - ομοιοκαταληξία, λατρεία του ρυθμού, λεπτομερείς περιγραφές, αναβίωση ξεχασμένων ποιητικών ειδών ή προτίμηση σε ποιήματα σταθερής μορφής, όπως το σονέτο. Βασική επιδίωξη είναι η συγκράτηση του πάθους και των έντονων συναισθημάτων, η απάθεια (impassibilité), χαρακτηριστικό που τον διαφοροποιεί από τον ρομαντισμό.[9]

Εκπρόσωποι του Παρνασσισμού είναι οι ποιητές Τεοφίλ Γκωτιέ, γενάρχης αυτού του λογοτεχνικού ρεύματος, ο οποίος με τη θεωρία «η τέχνη για την τέχνη», δηλαδή την απελευθέρωση της τέχνης από πολιτικοποιήσεις, διδακτισμούς και άλλους σκοπούς, διακήρυξε την ανεξαρτησία της τέχνης από κάθε ηθική ή κοινωνική σκοπιμότητα,[9] ο Λεκόντ ντε Λιλ, ο Συλί Προυντόμ, ο Τεοντόρ ντε Μπανβίλ, ο Κατούλ Μεντές, ο Φρανσουά Κοπέ: Λειψανοθήκη  (Le Reliquaire,1866),  Εσωτερικότητες  (Les Intimités, 1867),  Οι  Ταπεινοί  (les Humbles,1872), ο Ζοζέ-Μαρία ντε Ερεντιά: συλλογή Τα Τρόπαια (Les Trophées), με θεματικές που εκτείνονται από την Αρχαιότητα έως την Αναγέννηση.

Η επίδραση του Παρνασσισμού δεν πρέπει να παραβλέπεται: η πυκνότητα και η εκφραστικότητα των έργων επηρέασαν βαθιά τους επόμενους ποιητές. Ο Μπωντλαίρ αφιέρωσε Τα άνθη του κακού στον Τεοφίλ Γκωτιέ, ηγετική φυσιογνωμία της σχολής των παρνασσιστών, και ο νεαρός Ρεμπώ έγραψε στον Τεοντόρ ντε Μπανβίλ το 1870.[10]

Πρόδρομοι του συμβολισμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λωτρεαμόν (1846-1870)

Ο Σαρλ Μπωντλαίρ ήταν ένας από τους σημαντικότερους ποιητές του 19ου αιώνα. Στο έργο του συνυπάρχουν η ομορφιά και η σατανική κακία, η βία και η ηδονή, η φρίκη και η έκσταση, η μελαγχολία και το σκοτεινό χιούμορ, η νοσταλγία και η αίσθηση της κατάρας που κατατρέχει το ανθρώπινο είδος.[11] Σημαντικότερο έργο του Τα άνθη του κακού (Les Fleurs du Mal, 1857), μια συλλογή ποιημάτων με αλληγορικούς τίτλους[Σημ. 1], που κυριαρχείται από μελαγχολικά συναισθήματα εκφράζοντας την ανία, την αγωνία και τη σύγχυση της εποχής του. Η πρώτη έκδοση αυτής της ποιητικής συλλογής καταδικάστηκε για προσβολή της δημοσίας αιδούς, και έξι από τα ποιήματα απαγορεύτηκαν και γενικότερα ο Μπωντλαίρ υπέστη δριμεία κριτική για το έργο του στην εποχή του, είχε  όμως αυξανόμενη  απήχηση  μετά  τον  θάνατό  του. Το 1860 δημοσιεύονται οι Τεχνητοί παράδεισοι (Les paradis artificiels), όπου αναφέρεται στο θέμα της τεχνητής ευδαιμονίας και των συνεπειών της και το 1869 τα Ποιήματα σε πεζό (Poèmes en prose) με τον τίτλο Η μελαγχολία του Παρισιού (Le Spleen de Paris).Το προσωπικό του ημερολόγιο Η καρδιά μου ξεγυμνωμένη (Mon coeur mis à nu) περιέχει τις συγκινητικές εξομολογήσεις ενός κατατυραννισμένου μυαλού. Ποιητής του πραγματικού κόσμου, ύμνησε την ομορφιά, την ευτυχία και τη δυστυχία, τη νοσηρότητα και την αμαρτία, και ανήκει στον κύκλο των καταραμένων ποιητών. Το έργο του επηρέασε την νέα γενιά των συμβολιστών, ιδίως στους ποιητές Ρεμπώ, Βερλαίν και Μαλαρμέ, και άνοιξε το δρόμο για την σύγχρονη ευρωπαϊκή ποίηση.

Οι μορφές του Πωλ Βερλαίν και του Αρτύρ Ρεμπώ ενσαρκώνουν τον τύπο του καταραμένου ποιητή[12] τόσο με τη ζωή τους, που ήταν έξω από τα κοινωνικά πρότυπα όσο και με το έργο τους. Ο Αρτύρ Ρεμπώ με έργα όπως Μια Εποχή στην Κόλαση (Une Saison en Enfer,1873) και Οι Εκλάμψεις (Les Illuminations, 1873-75) είναι ο «κλέφτης της φωτιάς», ο οραματιστής και εφήμερος τυχοδιώκτης της ποίησης με τις αναλαμπές και τις εξάρσεις του. Προχώρησε σε τολμηρές συνθέσεις εικόνων και στη χρήση μιας γλώσσας που υπερέβαινε τα λεκτικά παραδεδεγμένα. Το έργο του επηρέασε σημαντικά τη σύγχρονη ποίηση. Ο Πωλ Βερλαίν, με μεγαλύτερο έργο, συνδέει τη μουσικότητα και τον μελαγχολικό λυρισμό με ένα είδος ιμπρεσιονισμού στην ποίησή του. Ο Βερλαίν χαρακτηρίζεται ως ένας καθαρά λυρικός ποιητής που σημάδεψε τη μετάβαση από το ρομαντισμό στο κίνημα του συμβολισμού, αν και ο ίδιος αργότερα αποκήρυξε το συμβολισμό, καθώς το κίνημα απέκλινε ακόμα περισσότερο από τις παραδοσιακές ποιητικές φόρμες, την αναγκαιότητα ορισμένων ο ποιητής υποστήριζε, όπως για παράδειγμα την ομοιοκαταληξία του στίχου.Το 1871 γνωρίστηκε με τον Ρεμπώ, η δε θυελλώδης σχέση τους έληξε όταν τον τραυμάτισε πυροβολώντας τον και καταδικάστηκε σε δύο χρόνια φυλάκιση. Ποιήματά του: Κρόνια ποιήματα ((Poèmes saturniens, 1866), Ερωτικοί εορτασμοί ( Les Fêtes galantes, 1869), Ελεγεία χωρίς λόγια ( Romances sans paroles,1874), Σοφία (Sagesse,1881), Οι καταραμένοι ποιητές (Les poètes maudits, 1884).[Σημ. 2]

Ο Λωτρεαμόν ήταν ένας σημαντικός ποιητής που αν και πέθανε στα 24 του χρόνια κατάφερε και άφησε ένα έργο διαχρονικό, προδρομικό και μεγαλειώδες. Το σημαντικότερο έργο του είναι τα Άσματα του Μαλντορόρ (Les Chants de Maldoror, 1869),[13] ποιητικό έργο σε πρόζα, εξέγερση κατά του Θεού και της κοινωνίας, πολύ προκλητικό για τα δεδομένα της εποχής του και που αργότερα επηρέασε τους σουρεαλιστές. Στην ποιητική αυτού του έργου εναλλάσσονται αναπάντεχες εικόνες φρίκης, περιγραφές ασύλληπτης θηριωδίας, ψυχεδελικά τοπία ή παραδοξότητες. Και από την άλλη φράσεις που αναπτύσσονται αστραπιαία, περίοδοι αφηγηματικής ασυνέχειας και η υφολογική ποικιλία, όπου συνυπάρχουν ένας σχιζοφρενικός αυτισμός, το παραλήρημα, η αυτόματη γραφή, η λόγια ρητορική, ο εσωτερικός μονόλογος, το χιούμορ (που κατά βάση σημαίνει μισανθρωπία), αλλά ενδεχομένως και κάποια συγκαλυμμένα αυτοβιογραφικά περιστατικά.[14] Θεωρείται ένας από τους προδρόμους του υπερρεαλιστικού κινήματος.

Ο συμβολισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα τέλη του 19ου αιώνα, και σε αντίδραση προς τον ρεαλισμό και την ψυχρότητα της παρνασσιακής ποίησης, αναπτύχθηκε στη Γαλλία ένα νέο λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό ρεύμα, ο συμβολισμός. Σκοπός των συμβολιστών ήταν να εκφράσουν προσωπικά, βιωματικά συναισθήματα χρησιμοποιώντας με λεπτό και υποβλητικό τρόπο εξαιρετικά συμβολοποιημένη γλώσσα. Επεδίωκαν να ελευθερώσουν την ποίηση από την εξηγητική της λειτουργία και την τυποποιημένη ρητορική της, ώστε να μπορέσουν να εκφράσουν τις φευγαλέες, άμεσες αισθήσεις της εσωτερικής ζωής και εμπειρίας του ανθρώπου.[15]

Το μανιφέστο του συμβολισμού του Ζαν Μορεάς (στην εφημερίδα Φιγκαρό,1886) στρέφονταν κατά του ρεαλισμού και του νατουραλισμού και πρότεινε τη χρήση του όρου Συμβολιστής για να χαρακτηρίσει τον Σαρλ Μπωντλαίρ και άλλους ποιητές, που έως τότε τους χαρακτήριζαν Παρακμιακούς (decadants).Τη σημαντικότερη διατύπωση των αρχών του κινήματος έκανε ο Στεφάν Μαλαρμέ στα δοκίμιά του Περιπλανήσεις (Divagations, 1897), αναδεικνυόμενος σε ηγέτη του κινήματος.

Η ποίηση του Μαλαρμέ, "που δεν ζωγραφίζει το πράγμα, αλλά την εντύπωση που γεννά", χαρακτηρίζεται από υπαινικτικότητα, ευρεία χρήση συμβολισμών και μουσικότητα. Θεωρείται ένας από πιο σημαντικούς Γάλλους ποιητές και επηρέασε πολλές σημαντικές επαναστατικές  σχολές των τεχνών, όπως ο Φουτουρισμός, ο Ντανταϊσμός κ.α. Έργα του: η Ηρωδιάδα (Herodiade, 1864-1867) λυρικό δράμα που δημοσιεύτηκε ανολοκλήρωτο, το απόγευμα ενός Φαύνου (L’ après-midi d’ un faune, 1865-1876) που ενέπνευσε το ομώνυμο μουσικό κομμάτι του Ντεμπισύ, Θαλασσινή αύρα (Brise marine, 1865), Ποιήματα (Poésies), Ποιήματα και Πεζά (Vers et Prose, 1887), Σελίδες (Pages, 1891), Μια ζαριά ποτέ δεν θα καταργήσει το τυχαίο (Un coup de dés jamais n'abolira le hasard, 1897), Ίγκιτουρ ή η τρέλα του Ελβενόν (Igitur ou la Folie d'Elbehnon1869).

Οι Συμβολιστές, όπως οι Παρακμιακοί πριν από αυτούς, αναζήτησαν την έκρηξη της ποιητικής φόρμας με τη χρήση του ελεύθερου στίχου και την άρνηση του πεζού λόγου εισάγοντας στην ποίησή τους την υποβολή και το παράλογο. Οι κυριότεροι είναι οι: Ζαν Μορεάς, Στεφάν Μαλαρμέ, Αρτύρ Ρεμπώ, Πωλ Βερλαίν, Ανρί ντε Ρενιέ, Αλμπέρ Σαμέν, Ζωρζ Ρόντενμπαχ.[16] Σαρλ Κρο, Ζυλ Λαφόργκ.

Ο πεζός λόγος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στον λογοτεχνικό 19ο αιώνα το κυρίαρχο είδος είναι το μυθιστόρημα, με την τεράστια διάδοσή του να ενισχύεται από την αυξανόμενη δημόσια εκπαίδευση και την ανάπτυξη του τύπου καθώς και της άνθησης του επιφυλλιδικού μυθιστορήματος [17](δημοσίευση μυθιστορημάτων σε συνέχειες στις εφημερίδες) στο δεύτερο μισό του αιώνα. Οι περισσότεροι μυθιστοριογράφοι προέρχονταν από την αστική τάξη και ζούσαν από την πένα τους (μερικές φορές πολύ άνετα, όπως ο Ουγκώ, ο Μωπασσάν ή ο Ζολά ...). Τα κυριότερα είδη:

Το αυτοαναλυτικό μυθιστόρημα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συνεχίζοντας την παράδοση των Εξομολογήσεων (Les Confessions, 1782) του Ζαν-Ζακ Ρουσώ, το αυτοβιογραφικό-αυτοαναλυτικό μυθιστόρημα, με αφήγηση στο πρώτο πρόσωπο, εξελίσσεται από την αρχή του αιώνα με έντονο ενδιαφέρον για μύχιες εξομολογήσεις, συσχετίζοντας τον λυρισμό με τον ναρκισσισμό και διερευνώντας το "κακό της ζωής" μιας γενιάς. Ο ρομαντικός συγγραφέας διηγείται τις αναμνήσεις του και επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από την ονειροπόληση, το θάνατο και τον τρόμο.[18] Είναι μια από τις σημαντικές συμβολές του Ρομαντισμού στη λογοτεχνία με έργα όπως ο Ρενέ (René, 1802) του Φρανσουά-Ρενέ ντε Σατωμπριάν, η Κορίν (Corinne,1807) της Μαντάμ ντε Σταλ, ο Αδόλφος[19] (Adolphe, 816) του Μπενζαμέν Κονστάν, η Ηδονή (la Volupté,1834) του Σαιν-Μπεβ, η Εξομολόγηση ενός παιδιού του αιώνα (Confession d'un enfant du siècle,1836) του Αλφρέ ντε Μυσέ ο Ραφαήλ (Raphaël, 1849) του Λαμαρτίν ή το Αυτή και Αυτός (Elle et Lui, 1859) της Ζωρζ Σαντ που αναφέρεται στη θυελλώδη σχέση της με τον Αλφρέ ντε Μυσέ, μυθιστορήματα άμεσης ή έμμεσης αυτοπροσωπογράφησης.

Στο χώρο της αυτοανάλυσης εντάσσονται επίσης τα επιβλητικά Απομνημονεύματα πέραν του τάφου (Mémoires d'Outre-tombe,1848) του Φρανσουά-Ρενέ ντε Σατωμπριάν, καθώς και τα έργα του Μπενζαμέν Κονστάν Το Ημερολόγιο (Journal intime) και το Κόκκινο τετράδιο (Le cahier rouge, 1907). Επίσης, Η Ζωή του Ανρί Μπρυλάρ (Vie de Henry Brulard, 1835–1836) και το Ημερολόγιο (Journal, 1801–1817) του Σταντάλ, που δημοσιεύθηκαν μετά το θάνατό του. Οι συγγραφείς σ'αυτά τα έργα προβαίνουν σε μια αμείλικτη ανάλυση το χαρακτήρα τους.

Το ιστορικό μυθιστόρημα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Τρεις Σωματοφύλακες του Αλέξανδρου Δουμά. Εικονογράφηση από έκδοση του 1894.

Η νοσταλγία των ρομαντικών συγγραφέων για το παρελθόν συνέβαλε στη δημιουργία του ιστορικού μυθιστορήματος, πατέρας του οποίου υπήρξε ο Άγγλος Γουόλτερ Σκοτ, τον οποίο οι Γάλλοι λογοτέχνες δεν άργησαν να ακολουθήσουν, εισάγοντας το είδος στη χώρα τους και δημιουργώντας αριστουργήματα. Οι συγγραφείς, ικανοποιώντας ένα αναγνωστικό κοινό που αγαπούσε τη γραφικότητα και τη δράση που πρόσφερε το παρελθόν,[20] έδωσαν ιδιαίτερη προσοχή στην τεκμηρίωση και ανάπλαση του παρελθόντος χρησιμοποιώντας σαν βάση χαρακτήρες και γεγονότα ιστορικά και στήνοντας πάνω σ'αυτά ολόκληρο μυθιστορηματικό οικοδόμημα.

Στο έργο του οι Σουάνοι (les Chouans, 1886) ο Ονορέ ντε Μπαλζάκ αναφερόταν στους χωρικούς της Βρετάνης, που ονομάζονταν Σουάνοι, και στον ρόλο τους στην εξέγερση των μοναρχικών στη δυτική Γαλλία το 1799 κατά της Γαλλικής επανάστασης, στο Πέντε Μαρτίου Cinq-Mars, 1828) ο Αλφρέ ντε Βινύ ιστόρησε μια συνωμοσία της εποχής του Ρισελιέ, στην Παναγία των Παρισίων ( 1831) ο Βικτώρ Ουγκώ ανάστησε το μεσαιωνικό Παρίσι, στους Τρεις σωματοφύλακες (Les Trois Mousquetaires,1844) ο Αλέξανδρος Δουμάς πατέρας βασίστηκε σε ίντριγκες της εποχής του αδύναμου βασιλιά Λουδοβίκου ΙΓ΄, και του πανίσχυρου καρδινάλιου Ρισελιέ, στο έργο του Πωλ Φεβάλ Ο ιππότης Λαγκαρντέρ (Le Bossu, 1857) συναντάμε αρκετές ιστορικές προσωπικότητες, όπως τον αντιβασιλέα Φίλιππο της Ορλεάνης, τον αββά Ντυμπουά, τον τραπεζίτη-οικονομολόγο Τζον Λω, ακόμη και τον Τσάρο Πέτρο τον Μέγα, οι οποίοι εμπλέκονται σε περιπέτειες και γεγονότα εντελώς μυθιστορηματικά.

Το είδος είχε μεγάλη επιτυχία και συνεχίστηκε σε όλη τη διάρκεια του αιώνα με περισσότερα αξιοσημείωτα έργα όπως το Μυθιστόρημα της μούμιας (Le Roman de la momie, 1857) του Τεοφίλ Γκωτιέ, όπου η υπόθεση εκτυλίσσεται στην αρχαία Αίγυπτο, το Σαλαμπό (Salammbô,1862) του Γκυστάβ Φλωμπέρ με ιστορικό πλαίσιο τον πόλεμο των μισθοφόρων στην Καρχηδόνα τον 3ο αιώνα π.Χ., Οι Άθλιοι (Les Misérables, 1862) η μεγάλη κοινωνική, ιστορική και ανθρωπιστική τοιχογραφία του Βικτόρ Ουγκώ, το Ενενήντα τρία (Quatrevingt-treize, 1874) επίσης του Βικτώρ Ουγκώ με ιστορικό σκηνικό την εποχή της Τρομοκρατίας, τα Μυστήρια του Παρισιού (Les Mystères de Paris,1842-1843) του Εζέν Συ,[21] μια γραφική τοιχογραφία των ηθών και της κοινωνίας της εποχής του. Αρκετά από αυτά τα μυθιστορήματα εκδίδονταν σε συνέχειες στις εφημερίδες.

Το αστικό μυθιστόρημα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σταντάλ (1783-1842)

Από το 1830 περίπου και σαν αντίδραση στις υπερβολές του ρομαντισμού δημιουργήθηκε ένα λογοτεχνικό ρεύμα στην πεζογραφία:ο ρεαλισμός. Οι εκπρόσωποι του λογοτεχνικού ρεαλισμού ενδιαφέρονταν για την πιστή και λεπτομερειακή περιγραφή των ηθών, του τοπικού χρώματος, της εποχής, την αντικειμενική απόδοση της πραγματικότητας. Επέλεγαν τα θέματά τους από τη σύγχρονη πραγματικότητα και οι μυθιστορηματικοί χαρακτήρες ήταν άνθρωποι συνηθισμένοι. Απέρριπταν τους ηρωισμούς και τις εξωφρενικές απιθανότητες των ρομαντικών έργων. Οι εκφράσεις του Σταντάλ (μυθιστόρημα = καθρέφτης) ή του Μπαλζάκ (μυθιστοριογράφος =ιστορικός του παρόντος) δείχνουν κατά το πρώτο μισό του αιώνα μια κατεύθυνση που θα εμβαθύνουν περαιτέρω ο Γκυστάβ Φλωμπέρ, ο Γκυ ντε Μωπασσάν, καθώς και ο Εμίλ Ζολά με το νατουραλισμό του. Στην αποκρυστάλλωσή του, όμως, σε συνειδητό λογοτεχνικό κίνημα, που έμελλε να επηρεάσει αποφασιστικά την εξέλιξη της λογοτεχνίας, συνέβαλαν οι ιστορικές συνθήκες, καθώς και το καλλιτεχνικό και το πνευματικό κλίμα της εποχής: η επανάσταση του 1848 η οποία επανέφερε στο προσκήνιο τη λαϊκή βούληση και τη δύναμη των μαζών· η ανακάλυψη της φωτογραφίας το 1839 που άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι έβλεπαν τον κόσμο· η ζωγραφική του Γκυστάβ Κουρμπέ, ο οποίος ήταν αντίθετος στην εξιδανίκευση της τέχνης· το επιστημονικό κριτικό πνεύμα του Σαιν-Μπεβ· ο θετικισμός του Ογκύστ Κοντ και η μεταφορά του στην ιστορία της λογοτεχνίας από τον Ιππολίτ Τεν.[22] Η νέα πίστη που έδινε το στίγμα της στο β΄ μισό του 19ου ήταν ο επιστημονισμός.[23]

Ο Σταντάλ θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους Γάλλους λογοτέχνες του 19ου αιώνα, και ορισμένα μυθιστορήματά του, όπως το Κόκκινο και το Μαύρο (Le rouge et le noir, 1830) ή Το Μοναστήρι της Πάρμας, (La Chartreuse de Parme,1839) συγκαταλέγονται ανάμεσα στα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Άλλα έργα του το Περί έρωτος (De l'amour,1822), το ημιτελές Λυσιέν Λεβέν (Lucien Leuwen,1835). Ο Σταντάλ κινήθηκε μεταξύ του ρομαντισμού και του ρεαλισμού και το έργο του χαρακτηρίζεται από λεπτή ψυχολογική ανάλυση.

Ο Ονορέ ντε Μπαλζάκ ήταν ένας από τους σημαντικότερους μυθιστοριογράφους όλων των εποχών, θεμελιωτής του ρεαλιστικού μυθιστορήματος, συγγραφέας με τεράστιο έργο που αργότερα έγινε γνωστό ως Η Ανθρώπινη Κωμωδία μια συλλογή που περιλαμβάνει κατανεμημένα σε τρία θέματα τα 91 μυθιστορήματα, μύθους και διηγήματα που έγραψε από το 1829 έως το 1848. Το σημαντικότερο θέμα είναι οι Μελέτες των ηθών. Εκεί περιλαμβάνονται οι «σκηνές της ιδιωτικής ζωής» με χαρακτηριστικά έργα την Τριαντάχρονη γυναίκα (La femme de trente ans,1834) και το Συμβόλαιο γάμου ( Le Contrat de marriage, 1835), οι «σκηνές της επαρχιακής ζωής»: Ο Παπάς της Τουρ (Le Curé de Tours,1832) και Ευγενία Γκραντέ (Eugenie Grandé; 1833) , οι "σκηνές της παρισινής ζωής": Καίσαρ Μπιροττώ (Cesar Birotteau,1837), Η εξαδέλφη Μπέτυ (La Cousine Betty), Μεγαλεία και δυστυχίες των εταιρών, (Splendeurs et misères des courtisanes,1847), οι "σκηνές της πολιτικής ζωής": Μια σκοτεινή υπόθεση (Une tenebreuse affaire, 1841) ), οι "σκηνές της στρατιωτικής ζωής": Οι Σουάνοι (Les Chouans, 1829) και οι " σκηνές της ζωής στην εξοχή " :Ο γιατρός της εξοχής (Le Medecin de campagne, 1833). Ο δεύτερος κύκλος είναι οι Φιλοσοφικές μελέτες: Το μαγικό δέρμα (La peau de chagrin,1831), Λουί Λαμπέρ, (Louis Lambert,1832) , Το άγνωστο αριστούργημα, (Le chef-d’ oeuvre inconnu, 1831), αυτά τα τελευταία έργα που φέρνουν περισσότερο στη φαντασία και στον μυστικισμό παρά στον ρεαλισμό. Ο τρίτος κύκλος είναι οι Αναλυτικές μελέτες (σειρά δοκιμίων με τίτλο Η φυσιολογία του γάμου, έργο σατιρικό και χιουμοριστικό με θέμα τη συζυγική απιστία, Πραγματεία περί των νεώτερων διεγερτικών (Traité des excitants modernes).

Τα έργα της Ζωρζ Σάντ (Consuelo - 1842, Η λίμνη του διαβόλου (La Mare au devil - 1846), μυθιστόρημα αγροτικής ηθογραφίας, "μια ταπεινή ιστορία, με φόντο τις φτωχές αγροτικές περιοχές που διέτρεχα κάθε μέρα" [24] Η μικρή Φαντέτ (La Petite Fadette - 1849), επίσης αγροτικό μυθιστόρημα εμπνευσμένο από τη ζωή της στο πατρικό κτήμα.

Η επόμενη γενιά θα ενισχύσει αυτή την ρεαλιστική προσέγγιση κυρίως με τον Γκυστάβ Φλωμπέρ, που είχε πάντα σαν βάση την έρευνα και την παρατήρηση. Στο έργο του περιλαμβάνονται δύο αριστουργήματα που χαρακτηρίζονται από την τελειότητα του ύφους και την απαισιόδοξη ειρωνεία: η Μαντάμ Μποβαρύ (Madame Bovary,1857) και η Αισθηματική αγωγή (L’Éducation sentimentale,1869). Ο «μαθητής» του, Γκυ ντε Μωπασσάν, ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης του διηγήματος, έγραψε επίσης μυθιστορήματα δίνοντας προσοχή στην εμβάθυνση των ψυχολογικών και κοινωνιολογικών παρατηρήσεων: μια Ζωή ( une Vie,1883) και ιδιαίτερα ο Φιλαράκος (Bel-Ami,1885).

Πολλοί συγγραφείς συμμετέχουν επίσης στη μυθιστορηματική δημιουργία το δεύτερο μισό του αιώνα. Αλφόνς Ντωντέ: Οι θαυμαστές περιπέτειες του Ταρταρέν ντε Ταρασκόν, (Aventures prodigieuses de Tartarin de Tarascon 1872)[Σημ. 3] και ο σοσιαλιστής επαναστάτης Ζυλ Βαλέ[25] :Το παιδί (L'Enfant, 1879). Ο Ιούλιος Βερν, ιδιαίτερα γνωστός για τα περιπετειώδη μυθιστορήματά του και τη βαθιά επιρροή του στο λογοτεχνικό είδος της επιστημονικής φαντασίας . Έργα του: Ταξίδι στο κέντρο της Γης (Voyage au centre de la Terre, 1864), Από τη Γη στη Σελήνη (De la Terre à la Lune, 1865), Πέντε εβδομάδες με αερόστατο (Cinq semaines en ballon, 1863) . Έγραψε ταξιδιωτικές ιστορίες που διαδραματίζονται σε θάλασσες, σε στεριές και στον αέρα, προβλέποντας μερικά από τα σύγχρονα κατορθώματα του ανθρώπου. Τα μυθιστορήματά του μεταφράστηκαν σχεδόν σε όλες τις γλώσσες του κόσμου και διαβάζονται μέχρι σήμερα.

Ο Εκτόρ Μαλό γνώρισε μεγάλη επιτυχία και τα έργα του μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες. Έγραψε περίπου εξήντα μυθιστορήματα, ανάμεσα στα οποία και ορισμένα που χαρακτηρίζονται νεανική λογοτεχνία. Τα πιο γνωστά είναι : Χωρίς οικογένεια (Sans famille, 1878) και Με οικογένεια (En Famille, 1893).

Ο Ζωρζ Ονέ έγραψε μια σειρά μυθιστορημάτων με τίτλο Αγώνες ζωής (Batailles de vie), πιο γνωστά από τα οποία είναι ο Σέργιος Πανίν (Serge Panine,1881), ο Αρχισηδηρουργός (Le Maître de forges, 1882), η κόμισα Σάρα (La Comtesse Sarah, 1883) και πολλά άλλα. Πολλά από τα μυθιστορήματά του προσαρμόστηκαν στο θέατρο. Γνώρισε μεγάλη επιτυχία και τα έργα του ήταν πολύ δημοφιλή αλλά έγινε αποδέκτης αυστηρής κριτικής κυρίως για τη ροπή του προς τον εύκολο συναισθηματισμό.

Ο Ανρί Μυρζέ έγραψε τις Σκηνές από τη μποέμικη ζωή (Scecnes de la vie de Bohème, 1845), όπου περιγράφει τη ζωή των φτωχών, αντισυμβατικών καλλιτεχνών του Παρισιού που ζούσαν ενάντια στους κανόνες και τις κοινωνικές συμβάσεις, στο οποίο βασίστηκε η όπερα του Πουτσίνι "La Bohème".

Το νατουραλιστικό μυθιστόρημα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εμίλ Ζολά (1840-1902)

Ο νατουραλισμός στη λογοτεχνία αποτέλεσε προέκταση της παράδοσης του ρεαλισμού και απέβλεπε σε μια ακόμη πιο πιστή, μη επιλεκτική παρουσίαση της πραγματικότητας, ως ένα αληθινό "κομμάτι της ζωής", που έπρεπε να δίνεται χωρίς καμιά κρίση ηθικού χαρακτήρα.[26] Σαν αισθητικό κίνημα πρωτοεμφανίστηκε στη Γαλλία και ο βασικός εκπρόσωπός του ήταν ο Εμίλ Ζολά.

Ο Εμίλ Ζολά ήταν ο τελευταίος μεγάλος μυθιστοριογράφος του 19ου αιώνα, θεμελιωτής του κινήματος του Νατουραλισμού στη λογοτεχνία. Εξέθεσε τις απόψεις του στο δοκίμιο το Πειραματικό μυθιστόρημα (Le Roman expérimental, 1880), επηρεασμένος από τις ιδέες του φιλόσοφου Ιππολύτ Τεν για την κληρονομικότητα και το περιβάλλον. Ο Ζολά πίστευε πως η ανθρώπινη φύση προσδιοριζόταν αποκλειστικά από την κληρονομικότητα. Η αδυναμία και τα ελαττώματα ήταν απόρροια μιας "οργανικής βλάβης" σε ένα μέλος της οικογένειας που μεταδιδόταν αναπόφευκτα σε όλους τους απογόνους και μόνο συμπτωματικά μπορούσε κανείς να γλυτώσει, όπως συνέβη με τον ήρωά του δρα Πασκάλ Ρουγκόν. Όταν αυτό γινόταν αντιληπτό, οι κληρονομούμενες αδυναμίες θα μπορούσαν να ξεριζωθούν με τις συντονισμένες προσπάθειες της ιατρικής και της αγωγής, ώστε να τελειοποιηθεί η ανθρώπινη φύση.[27]

Το έργο του περιέχεται στον εικοσάτομο μυθιστορηματικό κύκλο Οι Ρουγκόν-Μακάρ (Les Rougon-Macquart) με υπότιτλο Φυσική και κοινωνική ιστορία μιας οικογένειας την εποχή της Β΄ Αυτοκρατορίας, όπου, παρακολουθώντας την πορεία και την εξέλιξη των μελών μιας οικογένειας σε βάθος πέντε γενεών, μελετά την επιρροή του περιβάλλοντος στον άνθρωπο και τα κληρονομικά ελαττώματα της οικογένειας, θεωρώντας τα σαν συνέπειες φυσιολογικών και κοινωνικών αιτίων. Ασκεί επίσης κριτική στην κοινωνίας της Δεύτερης Αυτοκρατορίας και καταγγέλλει την ανηθικότητα των πλουσίων. Από τα πιο γνωστά μυθιστορήματά του είναι η Νανά (Nana,1879), όπου περιγράφει την ιστορία μιας γυναίκας ελευθερίων ηθών, τo Ζερμινάλ (Germinal,1885) μια συνταρακτική απεικόνιση της φτώχειας και δυστυχίας των ανθρακωρύχων, το Ανθρώπινο κτήνος (La Bête humaine,1890) η ιστορία ενός μοιραίου ερωτικού τριγώνου και του απελπισμένου φόνου που θα το σφραγίσει τραγικά, με τις αόρατες δυνάμεις να οδηγούν τις ανθρώπινες ζωές σε μια τυφλή πορεία προς τον χαμό, το στομάχι του Παρισιού (Le Ventre de Paris, 1873) όπου καταπιάνεται με τον κόσμο της κεντρικής αγοράς του Παρισιού, η Ταβέρνα ( l'Assommoir,1877), μια μελέτη του αλκοολισμού και της φτώχειας στην εργατική τάξη. Σε όλα του τα έργα είναι εμφανής η συμπόνια του για τους ανθρώπους και την ατομική και συλλογική δυστυχία τους. Τα μυθιστορήματα του Εμίλ Ζολά γνώρισαν τεράστια επιτυχία στην εποχή του αν και καταγγέλλονταν αδιάκοπα από το συντηρητικό κοινό ως πορνογραφικά. Ο Εμίλ Ζολά έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην πολιτική φιλελευθεροποίηση της Γαλλίας και στην απαλλαγή του λοχαγού Άλφρεντ Ντρέιφους, ο οποίος κατηγορήθηκε και καταδικάστηκε άδικα, γεγονός που συνοψίζεται στη διάσημη ανοιχτή επιστολή του με τίτλο "Κατηγορώ".

Υπό την επίδραση του Ζολά δημιουργήθηκε μία ομάδα νεαρών λογοτεχνών που αυτοαποκαλούνταν "νατουραλιστές" και θεωρούσαν τον Ζολά δάσκαλό τους. Ανάμεσα σ' αυτούς ο Γκυ ντε Μωπασσάν: το μυθιστόρημα Μια ζωή (Une vie, 1883) το διήγημα Μπάλα από λίπος (Boule de Suif, 1880) που περιλαμβάνονταν στο συλλογικό έργο οι Βραδιές στο Μεντάν (Les Soirées de Médan, 1880 ), ο Ζορίς-Καρλ Υσμάν στα πρώτα του μυθιστορήματα που ήταν σκοτεινά, ρεαλιστικά και γεμάτα με τις λεπτομερείς περιγραφές του Παρισιού: Μάρθα, Ιστορία ενός κοριτσιού (Μarthe, Histoire d'une fille,1876), που ήταν η ιστορία μιας νέας πόρνης, οι Αδελφές Βατάρ (Les Soeurs Vatard), όπου εξετάζει τις ζωές των γυναικών που δούλευαν σε ένα βιβλιοδετείο. Οι αδελφοί Γκονκούρ (Εντμόν και Ζυλ), ένα εμβληματικό συγγραφικό ντουέτο, οι οποίοι συνέδεσαν το όνομά τους με το σημαντικότερο λογοτεχνικό βραβείο της Γαλλίας, το βραβείο Γκονκούρ. Κρατούσαν σημειώσεις στα περίχωρα και τις φτωχογειτονιές του Παρισιού και έδωσαν έμφαση στην περιγραφική λεπτομέρεια και στυλιστική γραφή: Ζερμινί Λασερτέ (Germinie Lacerteux, 1865), μυθιστόρημα που αναφέρεται στη διπλή ζωή μιας υπηρέτριας και περιγράφει με πολλές λεπτομέρειες τη ζωή στο Παρίσι έπειτα από την Παλινόρθωση ενώ ταυτόχρονα σκιαγραφεί με πειστικό τρόπο ανθρώπους με περίπλοκο ψυχικό κόσμο. [28]Ο πρόλογος του έργου θεωρείται η αρχή του νατουραλισμού. Έγραψαν επίσης το Ημερολόγιο (Journal), μια ενδιαφέρουσα μαρτυρία για το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα.

Το διήγημα και ο μύθος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το αφηγηματικό είδος εκπροσωπείται επίσης από το διήγημα σε όλη τη διάρκεια του αιώνα και σε μεγάλο βαθμό. Το διήγημα κατά τον 19ο αιώνα χρησιμοποιεί τόσο τη ρεαλιστική προσέγγιση όσο και τη σφαίρα της φαντασίας και του υπερφυσικού και οι μεγάλοι πεζογράφοι έχουν αφήσει αξιοσήμαντα έργα. Ο μύθος είναι επίσης ένα άλλο είδος αφηγηματικής έκφρασης, ιδιαίτερα ο μύθος του φανταστικού, η μόδα του οποίου άρχισε στη Γαλλία με τη μετάφραση έργων του Ε.Τ.Α. Χόφμαν,[29] κείμενα που δημοσιεύτηκαν στη Γαλλία από το 1829 από τον Ονορέ ντε Μπαλζάκ, ο οποίος εμπνεύστηκε, μεταξύ άλλων, τα φανταστικά διηγήματα ο Δάσκαλος Κορνήλιος (Le Maître Cornélius, 1831) και το Ελιξίριο της μακροζωίας (L'Élixir de longue vie, 1830).

Η επιρροή του Χόφμαν είναι αισθητή και στον Τεοφίλ Γκωτιέ με τις Φανταστικές ιστορίες (les Contes fantastiques), στον Προσπέρ Μεριμέ με την Αφροδίτη της Ιλ (La Venus d'Ille, 1837) και την Κολομπά (Colomba, 1840).

Ο Γκυ ντε Μωπασσάν συνεχίζοντας στο ίδιο πνεύμα αλλά με διαφορετικό στυλ έγραψε τις Ιστορίες της μπεκάτσας (Les Contes de la bécasse,1883) μια συλλογή διηγημάτων στα πρότυπα του Δεκαήμερου του Βοκάκιου,[30] και τον Ορλά (Le Horla, 1886), διήγημα που αναφέρεται στις εκμυστηρεύσεις ενός ασθενούς στον ψυχίατρό του σχετικά με ένα τερατώδες και υπερκόσμιο ον που του ελέγχει τη ζωή - αυτό το διήγημα εμφανίστηκε την εποχή που ο Μωπασσάν είχε αρχίσει να υποφέρει από κρίσεις τρέλας (πέθανε σε ψυχιατρική κλινική στα 43 του χρόνια).

Ιστορίες μυστηρίου και φρίκης με ανάλυση ψυχολογικών κινήτρων έγραψε, ανάμεσα σε άλλα του έργα, και ο Ζυλ Μπαρμπέ ντ’ Ωρεβιγύ όπως στο έργο του (Les Diaboliques, 1874), μια συλλογή έξι διηγημάτων, καθένα από τα οποία αφηγείται κάτι κακό που έκανε μια γυναίκα. Ο Βιλιέ ντε λ'Ιλ-Αντάμ εμπλούτισε επίσης το είδος με τις Σκληρές ιστορίες (Contes cruels).

Το θέατρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα το θέατρο έγινε προσιτή διασκέδαση για όλα τα κοινωνικά στρώματα, με μια μεγάλη ποικιλία από αίθουσες και θεατρικά είδη. Το κοινό θαύμαζε και αποθέωνε τους ηθοποιούς και οι πιο δημοφιλείς γίνονται διασημότητες, όπως ο Φρανσουά-Ζοζέφ Ταλμά[31] (1763-1826), εξαιρετικός ερμηνευτής τραγικών ρόλων, ο Φρεντερίκ Λεμέτρ,[32] ερμηνευτής ρόλων του λαϊκού θεάτρου - αναφορά σ'αυτόν και στην εποχή του γίνεται στην ταινία του Μαρσέλ Καρνέ Τα παιδιά του Παραδείσου-, η Μαρί Ντορβάλ, διάσημη ηθοποιός του κωμικού θεάτρου ή η Σάρα Μπερνάρ, στην οποία αποδόθηκε το προσωνύμιο "η θεϊκή Σάρα".

Στο πρώτο μισό του αιώνα και υπό την επίδραση του ρομαντισμού, το θέατρο γνώρισε μια αναγέννηση με το ιστορικό δράμα που κυριάρχησε για μια δεκαετία, από το 1830 έως το 1840. Οι θεωρητικές βάσεις δόθηκαν από τον Σταντάλ που στο δοκίμιό του Ρακίνας και Σαίξπηρ (1825) απέδειξε την ανωτερότητα των σαιξπηρικών δραμάτων έναντι των σύμφωνων με τους αυστηρούς κλασσικούς θεατρικούς κανόνες έργων του Ρακίνα και ακολούθησε ο Βικτώρ Ουγκώ με τον πρόλογο στο θεατρικό του έργο Κρόμγουελ (1827), όπου πρότεινε την κατάργηση των ενοτήτων του χρόνου και του τόπου και υποστήριξε τη συνύπαρξη κωμικού και τραγικού στοιχείου σε ένα έργο.

Ο Ουγκώ αναζητώντας το τοπικό χρώμα τοποθετούσε τα δράματά του στο 16ο και 17ο αιώνα σε εξωτικές χώρες (Ισπανία, Ιταλία), προκειμένου να κάνει τον θεατή να ταξιδέψει, ασκώντας συγχρόνως κριτική στη γαλλική κοινωνία. Επίσης αναμείγνυε το μεγαλείο (του χαρακτήρα) με το γκροτέσκο (της κοινωνικής θέσης) με τρόπο αληθοφανή.

Τα κυριότερα έργα της περιόδου αυτής είναι: Ερνάνης (Hernani,1830) και Ρουί Μπλα (Rouis Blas, 1838) του Βικτώρ Ουγκώ, Δεν παίζουν με τον έρωτα (On ne badine pas avec l'amour, 1834) και Λορεντζάτσιο (Lorenzaccio,1834) του Αλφρέ ντε Μυσέ, Τσάτερτον (Chatterton,1835) του Αλφρέ ντε Βινύ, Κην ή χάος και μεγαλοφυΐα (Kean, ou Désordre et Génie,1831) και ο πύργος του Νελ ( La Tour de Nesle,1832) του Αλεξάνδρου Δουμά πατέρα και λίγο αργότερα, η Κυρία με τις καμέλιες του Αλεξάντρ Ντουμά νεώτερου, (διασκευασμένο το 1852 από το μυθιστόρημά του).

Ο βασιλιάς Υμπύ, του Αλφρέ Ζαρύ

Γύρω στα μέσα του αιώνα το ρομαντικό θέατρο έπαψε να συγκινεί το κοινό και έδωσε τη θέση του στο μελόδραμα,[Σημ. 4] θεατρικό είδος που χαρακτηρίζεται από την υπερβολή και τη μεγαλοπρέπεια. Επηρεασμένοι από τον ρεαλισμό, άρχισαν να δίνουν μεγάλη προσοχή στη σκηνοθεσία και στα σκηνικά εφέ (για τις πλημμύρες, τις πυρκαγιές, τις ηφαιστειακές εκρήξεις κ.λπ.). Το μελόδραμα σαν θέμα είχε τα δεινά που υφίσταντο αθώοι διωκόμενοι στα χέρια κακών και επίβουλων προσώπων αλλά είχε πάντα αίσιο τέλος με την αρετή να θριαμβεύει και την πολύπαθη ηρωίδα να σώζεται από τον ευγενή ήρωα. Υπήρξε πολύ δημοφιλές θεατρικό είδος αλλά μετά βίας διατηρείται στη λογοτεχνική ιστορία.[33]

Άλλα θεατρικά είδη θα συμβιώσουν αργότερα στον αιώνα, όπως το θέατρο μπουλβάρ[Σημ. 5] και το Βοντβίλ, που συνδύαζε την ψυχαγωγία με την κοινωνική σάτιρα, με εκπροσώπους τους Εζέν Λαμπίς, Ζωρζ Κουρτλίν και Ζωρζ Φειντώ. Το μουσικό θέατρο θα έχει επίσης μεγάλη επιτυχία στο δεύτερο μισό του αιώνα με την οπερέτα και την κωμική όπερα που εκπροσωπούν τα έργα του Ζακ Όφφενμπαχ.

Προσπάθειες ανανέωσης του θεάτρου έγιναν στα τέλη του αιώνα, από το 1887, από το Ελεύθερο θέατρο του Αντρέ Αντουάν, που άσκησε μεγάλη επίδραση στην εξέλιξη του θεάτρου. Προωθούσε ρεαλιστικά έργα και ανέβαζε έργα Γάλλων συγγραφέων, όπως του Ανρί Μπεκ, του Εζέν Μπριέ, του Φρανσουά ντε Κυρέλ και του Ζωρζ ντε Πορτό-Ρις αλλά και άλλων Ευρωπαίων, όπως έργα του Ίψεν, του Τολστόι, του Στρίντμπεργκ και άλλων. Ανέβασε επίσης πολλά ρομαντικά έργα: ποιητικά δράματα, σκηνοθετημένα όμως χωρίς πομπώδες ύφος, έτσι ώστε να είναι πιο ανθρώπινα και να παίρνουν νέες διαστάσεις.

Το νατουραλιστικό θέατρο, πολύ δημοφιλές κατά τα τέλη του 19ου αιώνα, επίσης καινοτομεί με την ανάδειξη της αισιόδοξης πλευράς της πραγματικότητας με έργα με κοινωνική συνείδηση αλλά και ανάδειξη της θλιβερής και ζοφερής πραγματικότητας, με εκπροσώπους ανάμεσα σε άλλους τους Ανρί Μπεκ: τα Κοράκια (Les Corbeaux, 1882), όπου παρουσιάζει τον κόσμο των συμβολαιογράφων και των οικογενειακών συγκρούσεων γύρω από την κληρονομιά και τον Οκτάβ Μιρμπώ: Οι υποθέσεις είναι υποθέσεις (1903), κλασική κωμωδία χαρακτήρων και ηθών, στο ύφος του Μολιέρου.

Ο συμβολισμός είχε την παρουσία του στο θέατρο με την ποιητική δύναμη της υποβολής του Μωρίς Μαίτερλινκ στο Πελλέας και Μελισσάνθη (Pelléas et Mélisande, 1892) το πιο διάσημο συμβολιστικό θεατρικό του, που έγινε όπερα το 1902 από τον Κλωντ Ντεμπυσσύ.[33]

Στα τέλη του αιώνα εμφανίστηκε το προκλητικό και ανατρεπτικό έργο του Αλφρέ Ζαρύ Βασιλιάς Υμπύ (Ubu Roi, 1888), το οποίο αργότερα, στον 20ό αιώνα, θεωρήθηκε ως προπομπός του σουρρεαλισμού και του Θεάτρου του Παραλόγου.

Σε διαφορετικό ύφος, τα πρώτα έργα, καθολικά και πατριωτικά, του Σαρλ Πεγκύ, με σημαντικότερο τη Ζαν ντ'Αρκ (Jean d' Arc, 1897).

Σε αντιπαράθεση με το νατουραλιστικό θέατρο, εμφανίστηκαν τα λυρικά και επικά συγχρόνως θεατρικά έργα του Εντμόν Ροστάν, σε επιδεικτικό αλεξανδρινό στίχο: Συρανό ντε Μπερζεράκ (Cyrano de Bergerac,1899), κύκνειο άσμα του γαλλικού ρομαντικού έμμετρου δράματος που σημείωσε θριαμβευτική επιτυχία από το πρώτο κιόλας ανέβασμά του και έχει παρουσιαστεί από τότε αμέτρητες φορές στο θέατρο ενώ έχει μεταφερθεί και στην τηλεόραση και τον κινηματογράφο και Ο Αετιδεύς (L'Aiglon, 1900).

Προς το τέλος του αιώνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Πιέρ Λοτί, πίνακας του Ανρί Ρουσσώ, 1891

Το τέλος του αιώνα χαρακτηρίζεται από μια αντίδραση κατά του ρεαλισμού που θεωρείται πλέον πολύ «χαμηλός» και από μια ιδεαλιστική στάση που εκφράζουν οι Λεόν Μπλουά :ο Απελπισμένος (Le Désespéré,1887), 13 ιστορίες για παλιοχαρακτήρες ) ή ο Μωρίς Μπαρές οι Ξεριζωμένοι (Les Déracinés, 1897). Άλλα ανοίγματα εμφανίζονται με στοιχεία εξωτικά, ιμπρεσιονιστικά και ρεαλιστικά ταυτόχρονα, με τον Πιερ Λοτί : ο Ψαράς της Ισλανδίας, (le Pêcheur d'Islande,1886) και την εμφάνιση του αναλυτικού μυθιστορήματος-προπομπού των μυθιστορημάτων του Προυστ, με τον Πωλ Μπουρζέ :ο Οπαδός (Le Disciple, 1889) ή τον Ανατόλ Φρανς με Το έγκλημα του Συλβέστρου Μποννάρ (Le Crime de Sylvestre Bonnard, 1881) ή Ο κόκκινος κρίνος (Le Lys rouge, 1894 ). Θερμός υπερασπιστής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ο Φρανς έγραψε πολλά μυθιστορήματα και κατά τον 20ό αιώνα. Εξαιτίας του αθεϊστικού πνεύματος των περισσότερων έργων του τα βιβλία του μπήκαν στην λίστα απαγορευμένων βιβλίων (Index librorum prohibitorum) της Καθολικής Εκκλησίας.

Ένα από τα λίγα επιτυχημένα δείγματα του συμβολισμού στο μυθιστόρημα είναι το γνωστότερο μυθιστόρημα του Ζορίς-Καρλ Υισμάν, Ανάποδα (À rebours,1884), με το οποίο διέκοψε αποφασιστικά από το νατουραλισμό και έγινε ο πιο ακραίος εκπρόσωπος της τότε "παρακμιακής" λογοτεχνίας. Το À rebours κέρδισε την περαιτέρω κακή φήμη στη δίκη τού Όσκαρ Ουάιλντ το 1895, κατά τη διάρκεια της οποίας ο κατήγορος αναφέρθηκε στο μυθιστόρημα ως "σοδομιστικό" βιβλίο. Άλλο έργο του Υισμάν, το ημι-αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα Εκεί κάτω (La-Bas,1891) είναι μία ιστορία όπου υπάρχουν πραγματικά γεγονότα και υπαρκτά πρόσωπα για το σκοτεινό Παρίσι του 19ου αιώνα και τις ομάδες αποκρυφισμού.

Για ένα λογοτεχνικό πανόραμα του 20ού αιώνα, δείτε την γαλλική λογοτεχνία του 20ού αιώνα.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές -Σχόλια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. L'époque napoléonienne p. 288-305 / Avant 1850 : Panorama p. 306 -330 / La France de Napoléon III p. 331-347 / De la débâcle à la revanche (1870-91) p. 348-367 /Pierre Goubert, Initiation à l'histoire de la France, éditions Fayard-Taillandier, 1984
  2. Le mouvement d'une civilisation nouvelle (1852-1914) - Histoire de la France,  De 1852 à nos jours Georges Duby p. 9 à 71 – éd. Références Larousse, 1988
  3. Gisèle Sapiro,La responsabilité de l' écrivain. Littérature, droit et morale en France , XIXe - XXI siècle , Seuil, 2011
  4. « Il n'y aura pas du coup de théorie cohérente du romantisme français. Chaque poète y joue sa partie, avec un sens spéculatif plus ou moins aiguisé, allant de l'intuition sensible d'un Lamartine à l'introspection rationnelle d’un Vigny, en passant par la critique beuvienne et l'ironisme d'un Musset et les grands échafaudages de Hugo. » page 229 Jean-Pierre Bertrand, Pascal Durand, La Modernité Romantique: De Lamartine À Nerval, éd. Les Impressions Nouvelles, 2006 Paris-Bruxelles
  5. «e-books-Νεώτερη Ευρωπαϊκή λογοτεχνία». 
  6. «e-books-Η λίμνη». 
  7. «Βικτώρ Ουγκώ-Βικιπαίδεια». 
  8. « Lamartine est quelquefois voyant, mais étranglé par la forme vieille. » Rimbaud - Seconde lettre du Voyant (à Paul Demeny, 15 mai 1871) (Ο Λαμαρτίν είναι μερικές φορές οραματικός αλλά πνίγεται από την παλιά φόρμα)
  9. 9,0 9,1 Μιχάλης Γ. Μερακλής – Αντώνης Δεσποτίδης, Λεξικό της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Πρόσωπα. Έργα. Ρεύματα. Όροι, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2007, 1738.
  10. La lettre de Rimbaud
  11. «tvxs-Σαρλ Μπωντλαίρ». 
  12. «maxmag-οι καταραμένοι ποιητές». 
  13. «Λωτρεαμόν-Τα άσματα του Μαλντορόρ» (PDF). 
  14. «dimart-Λωτρεαμόν». 
  15. Συμβολισμός, Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, τομ.55, σελ. 379-380
  16. «Georges Rodenbach, Épilogue (Ζωρζ Ρόντενμπαχ, μετάφραση: Καρυωτάκης)». 
  17. «σελιδοδείκτες - Επιφυλλιδικό μυθιστόρημα». 
  18. «Αυτοβιογραφικός λόγος και εξομολογητική αφήγηση στο μυθιστόρημα από τον 18ο έως τα μέσα του 19ου αιώνα». 
  19. «Πολιτεία - Μπενζαμέν Κονστάν-Ένας μοντέρνος Ρομαντικός- Αντόλφ». 
  20. Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, τόμος 16, σελ. 159
  21. «Ευγένιος Σύης-εφημερίδα "το Βήμα"». 
  22. «Αcademic Dictionaries and Encyclopedias - Τεν, Ιπολίτ Αντόλφ». 
  23. Αντώνης Δεσποτίδης, Λεξικό της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Πρόσωπα. Έργα. Ρεύματα. Όροι, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2007, 1913.
  24. Γεωργία Σάνδη, από τον Πρόλογο του 1851
  25. Ζυλ Βαλέ
  26. Νατουραλισμός, Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, τομ. 44, σελ. 373
  27. Εμίλ Ζολά, Πάπυρος - Λαρούς - Μπριτάννικα, τόμος 26, σελ. 87-9.
  28. «Ζερμινί Λασερτέ -εφημερίδα το Βήμα"». 
  29. «Ε.Τ.Α. Χόφμαν-Πρωτοπορία». 
  30. Contes de la bécasse, édition de 1894 disponible sur Gallica. «Contes de la bécasse (16e édition) / Guy de Maupassant». 
  31. «Academic Dictionaries and Encyclopedias-Ταλμά, Φρανσουά-Ζοζέφ». 
  32. «Academic Dictionaries and Encyclopedias - Λεμέτρ, Φρεντερίκ». 
  33. 33,0 33,1 Florence. Naugrette, Le Théâtre romantique: histoire, écriture, mise en scène, Paris : Seuil, Points : Essais 2001

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Μελαγχολία και Ιδανικό (Spleen et Idéal), Παρισινοί πίνακες (Tableaux parisiens), το Κρασί (Le Vin), τα Άνθη του κακού (Fleurs du Mal), Εξέγερση (Révolte), ο Θάνατος (La Mort)
  2. Με τον όρο «καταραμένοι ποιητές», που εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1832 από τον Αλφρέ ντε Βινύ στο έργο του Stello, νοούνται ποιητές των οποίων κοινό χαρακτηριστικό ήταν ο αντισυμβατικός τρόπος ζωής. Πολλοί από αυτούς ήταν αλκοολικοί, έκαναν χρήση ναρκωτικών, έπασχαν από διάφορες ψυχολογικές ασθένειες ή ήταν βίαιοι και γενικά η ζωή τους ήταν έξω από τα αποδεκτά κοινωνικά πλαίσια. Ο πρόωρος θάνατος ήταν ένα ακόμα από τα στοιχεία της βιογραφίας τους. Το 1884 ο Πωλ Βερλαίν καθιέρωσε τον όρο με τη συλλογή Οι καταραμένοι ποιητές (Les poètes maudits, 1884), όπου περιλαμβάνονταν ποιήματα των Τριστάν Κορμπιέρ, Αρτύρ Ρεμπώ, Στεφάν Μαλαρμέ και άλλων.
  3. Ελληνική μετάφραση Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη ως Ταρταρίνος ο εκ Ταρασκώνος, εκδόσεις«ΕΣΤΙΑ».
  4. Η λέξη μελόδραμα να μη συγχέεται εδώ με την ελληνική απόδοση της όπερας.
  5. Από το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα, το αστικό και λαϊκό θέατρο εγκαταστάθηκε στo boulvard du Temple (boulvard=λεωφόρος) στο Παρίσι, που ονομάστηκε και boulvard du crime (λεωφόρος του εγκλήματος), λόγω των πολλών μελοδραμάτων και ιστοριών με δολοφονίες που παρουσιάζονταν. Κατά συνεκδοχή, ονομάστηκαν μπουλβάρ και τα ελαφρά, διασκεδαστικά και λαϊκά έργα που παίζονταν εκεί.