Γαλλική λογοτεχνία του 20ού αιώνα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ο Γκυγιόμ Απολλιναίρ και η μούσα του, πίνακας του Ανρί Ρουσσώ

Η γαλλική λογοτεχνία του 20ού αιώνα αναπτύχθηκε μέσα σε έναν ταραγμένο αιώνα, που σημαδεύτηκε από δύο παγκόσμιους πολέμους, από την εμπειρία του φασιστικού και κομμουνιστικού ολοκληρωτισμού και από μια δύσκολη για τη Γαλλία αποαποικιοποίηση. Έχει επηρεασθεί από τα ιστορικά γεγονότα και διαμορφώθηκε - και συνέβαλε επίσης - στις πολιτικές, φιλοσοφικές, ηθικές και καλλιτεχνικές κρίσεις του αιώνα. Αναπτύχθηκε υπό την επήρεια των επιστημονικών και τεχνολογικών επιτευγμάτων του αιώνα που εξελίχθηκαν θεαματικά - υπό την επίδραση και των αναγκών των δύο παγκόσμιων πολέμων - και ενσωματώθηκαν στην καθημερινότητα των ανθρώπων. Τα κύρια αισθητικά και πνευματικά ρεύματα του αιώνα είναι ο σουρεαλισμός και ο υπαρξισμός, εμφανίζονται επίσης το Νέο Μυθιστόρημα και το Θέατρο του Παραλόγου.

Επισκόπηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η περίοδος αυτή στη Γαλλία καλύπτει τις τελευταίες δεκαετίες της Τρίτης Δημοκρατίας, τον Α΄Παγκόσμιο Πόλεμο, την περίοδο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου με την Γερμανική κατοχή στη Γαλλία και το κράτος του Βισύ, την προσωρινή γαλλική κυβέρνηση (1944-1946) την Τέταρτη Δημοκρατία (1946-1958) και την Πέμπτη Δημοκρατία (1959 -). Σημαντικά ιστορικά γεγονότα περιλαμβάνουν: την υπόθεση Ντρέιφους, τη γαλλική αποικιοκρατία και τον ιμπεριαλισμό στην Αφρική, την Άπω Ανατολή (Γαλλική Ινδοκίνα) και τον Ειρηνικό, την αποαποικιοποίηση με τον πόλεμο της Ινδοκίνας (1946-1954) και τον Αλγερινό πόλεμο της Ανεξαρτησίας (1954-1962), τη σημαντική ανάπτυξη του Κομμουνιστικού Κόμματος Γαλλίας, την άνοδο του φασισμού στην Ευρώπη, τα γεγονότα του Μαΐου 1968.

Το πνεύμα της ελευθερίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δείπνο στο ξενοδοχείο Ριτζ, Pierre Georges Jeanniot 1904

Ο 20ός αιώνας άρχισε μέσα σε πνεύμα ελευθερίας και αισιοδοξίας που προκαλούσε η ατμόσφαιρα της δεκαετίας του 1900: οι πρωτοποριακοί καλλιτέχνες είναι πολυάριθμοι στον τομέα της ζωγραφικής με το φωβισμό και τον κυβισμό που άνοιγαν το δρόμο προς την αφαίρεση και στον τομέα της μουσικής μεσουρανούσαν οι Ερίκ Σατί, Μωρίς Ραβέλ και αργότερα Πιέρ Μπουλέζ. Τα λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά κινήματα έκαναν τη Γαλλία να κερδίσει τη φήμη ότι είναι ο απαραίτητος προορισμός για συγγραφείς και καλλιτέχνες και πολλοί σημαντικοί ξένοι συγγραφείς έζησαν και δούλεψαν στη Γαλλία.[Σημ 1] Για τους Αμερικανούς των δεκαετιών του 1920 και του 1930, συμπεριλαμβανομένης της αποκαλούμενης «Χαμένης γενιάς», μέρος της γοητείας που ασκούσε η Γαλλία πάνω τους συνδέθηκε με την αίσθηση της ελευθερίας, σε αντίθεση για παράδειγμα με την ποτοαπαγόρευση στις ΗΠΑ. Υπήρχε επίσης μεγαλύτερη ελευθερία στους Αφροαμερικανούς, η Jazz αγκαλιάστηκε από τους Γάλλους γρηγορότερα από ό,τι σε ορισμένες περιοχές της Αμερικής. Μια παρόμοια αίσθηση ελευθερίας από πολιτική καταπίεση ή μισαλλοδοξία, όπως οι αντι-ομοφυλοφιλικές διακρίσεις, είλκυσε άλλους συγγραφείς και καλλιτέχνες. Η Γαλλία ήταν επίσης πιο ανεκτική όσον αφορά τη λογοκρισία και πολλά σημαντικά μυθιστορήματα ξένων συγγραφέων εκδόθηκαν αρχικά στη Γαλλία. [Σημ 2]Είναι επίσης η στιγμή που δημιουργείται η τέχνη του κινηματογράφου (βωβός μέχρι το 1927) με τον Ζωρζ Μελιές και που ο νεωτερισμός εισχωρεί στον λογοτεχνικό τομέα.

Από τον έναν παγκόσμιο πόλεμο στον άλλο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο στρατηγός Σαρλ ντε Γκωλ

Οι εθνικοί ανταγωνισμοί στην Ευρώπη γρήγορα οδήγησαν στην τραγική εμπειρία του Α΄Παγκόσμιου Πολέμου το 1914, που τελείωσε το 1918 με τη Γαλλία να βρίσκεται στην πλευρά των νικητών. Η μεταπολεμική περίοδος ήταν μια περίοδος διεθνών και κοινωνικών εντάσεων με την παγκόσμια οικονομική κρίση του 1929 να πλήττει και τη Γαλλία. Αυτή την εποχή έγιναν μεγάλες κοινωνικο-οικονομικές μεταρρυθμίσεις, όπως εβδομάδα εργασίας 40 ωρών (από 48), άδεια εργαζομένων με αποδοχές, καθιέρωση των συλλογικών συμβάσεων κ.α., προς όφελος των λαϊκών τάξεων.

Το 1940, ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος οδήγησε στην πτώση της Γαλλίας, τη γερμανική κατοχή στο μεγαλύτερο τμήμα της χώρας, τη δημιουργία του κράτους του Βισύ που συνεργάζονταν με τη ναζιστική Γερμανία, και τη φυλετική εξόντωση των «υπανθρώπων» και κυρίως, των Εβραίων. Όμως, η γερμανική κατοχή δημιούργησε αντιστασιακά κινήματα, τόσο στο  εσωτερικό  της  χώρας  από  ανταρτικές  ομάδες  όσο και  στο  εξωτερικό  από  τους  στρατηγούς  Ντε  Γκωλ  και  Ζιρώ,  που διαδραμάτισαν σπουδαίο ρόλο καθ' όλη τη διάρκεια του πολέμου και συνέβαλαν στην απελευθέρωση που επήλθε μετά την απόβαση των Συμμάχων στη Νορμανδία. Μετά την απελευθέρωση, η κυβέρνηση του στρατηγού ντε Γκωλ ανέλαβε την ανόρθωση της χώρας πραγματοποιώντας ευρείες μεταρρυθμίσεις με οικονομική εθνικοποίηση και κοινωνική πολιτική (κοινωνική ασφάλιση κ.α.).[1]

Το δεύτερο μισό του αιώνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ύστερα από μια οδυνηρή περίοδο ανάρρωσης από τις πληγές του πολέμου και τη συλλογική αίσθηση ενοχής για το κράτος του Βισύ, στα μέσα της δεκαετίας του 1950 άρχισε η βιομηχανική επέκταση και ανάπτυξη σε όλους τους τομείς της οικονομίας, που κατέστησαν τη Γαλλία, με ανανεωμένο εθνικό κύρος, μια από τις πιο ισχυρές ευρωπαϊκές χώρες.

Να είστε ρεαλιστές, ζητήστε το αδύνατο, αφίσα του Μάη 1968.

Οι δεκαετίες του 1950 και του 1960 ήταν πολύ ταραγμένες για τη Γαλλία: αντιμετώπισε την έναρξη του κινήματος της αποαποικιοποίησης, όπως με τον πόλεμο της Ινδοκίνας (1946-1954) και τον πόλεμο της Αλγερίας (1954-1962) και η χώρα αποκόπηκε από την αποικιακή της κληρονομιά στις αρχές της δεκαετίας του 1960[Σημ 3]. Στο εξής θα επιδιώξει τον επαναπροσδιορισμό του μέλλοντός της σε μια νέα ευρωπαϊκή πορεία στην ανασυγκροτούμενη Ευρώπη.

Ωστόσο, η παγκόσμια διάδοση της γαλλικής γλώσσας οδήγησε στην εμφάνιση λογοτεχνικών έργων εκτός της εθνικής επικράτειας, ιδιαίτερα στην Αφρική, γνωστή ως «Γαλλόφωνη λογοτεχνία».

Τον Μάιο 1968 ξέσπασε πολιτική και κοινωνική αναταραχή που ήταν σύντομη αλλά είχε τεράστιες κοινωνικές συνέπειες, καθώς ο όρος Μάης του '68 επέφερε µεγάλες αλλαγές στα ήθη και στην κουλτούρα της κοινωνίας και έγινε συνώνυμο με την αλλαγή των κοινωνικών αξιών. Θεωρείται ως σημείο-σταθμός στην αμφισβήτηση του κατεστημένου και στη μετάβαση από το συντηρητισμό στις φιλελεύθερες ιδέες.

Παράλληλα, οι νέες τεχνολογικές και επιστημονικές εξελίξεις άλλαξαν ριζικά τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι κατανοούσαν τον κόσμο γύρω τους. Οι θεαματικές αυτές μεταβολές επηρέασαν τη λογοτεχνία, όπως και όλες τις μορφές καλλιτεχνικής έκφρασης.

Για ένα λογοτεχνικό πανόραμα του προηγούμενου αιώνα δείτε τη γαλλική λογοτεχνία του 19ου αιώνα.

Η εξέλιξη του μυθιστορήματος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το μυθιστόρημα έως το 1914[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην αρχή του αιώνα οι μυθιστοριογράφοι, ακολουθώντας την παράδοση των Μπαλζάκ και Ζολά, έγραψαν μεγάλους κύκλους μυθιστορημάτων που  αποτελούν κοινωνικές και ιστορικές τοιχογραφίες. Ο Ρομαίν Ρολλάν με τον κύκλο μυθιστορημάτων Ζαν-Κριστόφ (Jean-Christophe, 1903-1912) δημιούργησε μια πανοραμική εικόνα της εποχής του. Η Σιντονί-Γκαμπριέλ Κολέτ δημιούργησε άλλη μια μυθιστορηματική σύνθεση, τον κύκλο Κλωντίν (Claudine,1900-1903) που αναφερόταν στη γυναικεία κατάσταση. Ο Ανατόλ Φρανς με Το νησί των πιγκουίνων (L'Île des pingouins, 1908) συνέχιζε σε κλασική μορφή και προοδευτικές ιδέες. Ο Βαλερύ Λαρμπώ μετά τη Φερμίνα Μαρκές (Fermina Márquez, 1911) έγινε πρωτοπόρος και θεωρητικός του εσωτερικού μονόλογου,[Σημ 4] μια λογοτεχνική τεχνική που φέρνει στην επιφάνεια την αδιάκοπη ροή σκέψεων, εικόνων, αναμνήσεων, συνειρμών και εντυπώσεων που διασχίζουν την ψυχή και το νου του ήρωα. O Ζυλ Ρομαίν εμφανίστηκε με το «κινηματογραφικό μυθιστόρημα» ο Θάνατος κάποιου (Mort de quelq'un, 1911), στυλ γραφής που αργότερα επηρέασε το «νέο μυθιστόρημα».Ο Αλαίν-Φουρνιέ με το μυθιστόρημα ο μεγάλος Μωλν (Le Grand Meaulnes, 1913), βαθύτατο πορτρέτο ενός νοσταλγικού παρελθόντος που αναφέρονταν στην εφηβεία, στην οποία επίσης αναφέρονταν και ο Λουί Περγκώ με το έργο του ο Πόλεμος των κουμπιών, (La guerre des boutons, 1912). Αναφορές στη φύση του Σαρλ-Φερντινάν Ραμύ με το ο Μεγάλος φόβος στο βουνό, (La grande peur dans la montagne,1926) και Ζαν Ζιονό Λόφος (Colline, 1928). Ο Ζαν Ζιρωντού με το Σίμων ο παθητικός (Simon le pathétique, 1918).

Ο Μωρίς Μπαρές στο Μυθιστόρημα εθνικής δραστηριότητας (Roman de l'énergie nationale,1902) μια τριλογία για τον τοπικό πατριωτισμό, τον μιλιταρισμό, την πίστη στις ρίζες και την οικογένεια και για τη διατήρηση των διακριτικών ιδιαιτεροτήτων των παλιών γαλλικών επαρχιών. Ο Πωλ Μπουρζέ με μυθιστορήματα να κινούνται σε αριστοκρατικό και κοσμικό περιβάλλον, συμβάλλοντας έτσι στην απεικόνιση μιας συγκεκριμένης τάξης και εποχής, αλλά που υπήρξαν προσχήματα για να κηρύξει την ανάγκη της θρησκευτικής πίστης και της προσκόλλησης στην παράδοση: Ένα διαζύγιο (Un Divorce, 1904), Ο δαίμονας του μεσημεριού (Le Démon de Midi, 1914).

Ο Πωλ Λεωτώ ήταν ο συντάκτης ενός ιδιαίτερα πρωτότυπου προσωπικού ημερολογίου που καταγράφει τη ζωή του παριζιάνικου λογοτεχνικού κόσμου κατά το πρώτο μισό του 20ου αιώνα στο αποτελούμενο από δεκατρείς τόμους μνημειώδες Λογοτεχνικό ημερολόγιο (Journal littéraire), που θεωρείται «πιο καταστροφικό στην ειλικρίνεια του από τις εξομολογήσεις του Ρουσσώ»[2].

Αστυνομικά και μυθιστορήματα μυστηρίου έγραψε ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Γκαστόν Λερού Το μυστήριο του κίτρινου δωματίου (Le mystère de la chambre jaune,1907) - όπου εισάγει τον ερασιτέχνη ντετέκτιβ Ζοζέφ Ρουλεταμπίγ που θα είναι ο ήρωας σε μια σειρά αστυνομικών - και το εξαιρετικά δημοφιλές το Φάντασμα της Όπερας (Le fantôme de l'Opéra,1910) που μεταφέρθηκε πολλές φορές στον κινηματογράφο αλλά και στο θέατρο. Ο Μωρίς Λεμπλάν: Η κούφια βελόνα (L'Aiguille creuse, 1909), έγραψε 40-50 βιβλία με ιστορίες με κεντρικό χαρακτήρα τον Αρσέν Λουπέν, τζέντλεμαν - διαρρήκτη, γενναιόδωρο και με πολύ χιούμορ, Ρομπέν των Δασών της Μπελ Επόκ, όπως αποκλήθηκε, ο οποίος κέρδισε μια δημοτικότητα παρόμοια με τον Σέρλοκ Χολμς στον αγγλόφωνο κόσμο.

Το μυθιστόρημα από το 1914 έως το 1945[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι μυθιστορηματικές συνθέσεις συνεχίστηκαν με τον Ροζέ Μαρτέν ντυ Γκαρ, με το οκτάτομο έργο οι Τιμπώ (Les Thibault,1922-1929), τον Ζυλ Ρομαίν στο 27τομο οι Άνθρωποι Καλής Θέλησης (Les Hommes de Bonne Volonté, 1932-1946), τον Ζωρζ Ντυαμέλ με τη δεκάτομη ιστορία μιας οικογένειας, το Χρονικό των Πασκιέ (la Chronique des Pasquier, 1933-1945) και τον Ανρί Μποσκό με τη σειρά μυθιστορημάτων Υακίνθη, 1940, τον Μαρσέλ Ζουαντώ με τη σειρά μυθιστορημάτων Κύριος Γκοντώ 1923-1950 και τον Λουί Αραγκόν, που από το 1931 στράφηκε στο ρεαλισμό, με τον κύκλο μυθιστορημάτων με τίτλο Ο πραγματικός κόσμος (Le monde réel, 1934-51) που ολοκληρώθηκε το 1951 με το εξάτομο μυθιστόρημα Οι κομμουνιστές (Les Communistes) όπου αναπαριστά την εργατική τάξη ως την ανερχόμενη δύναμη.

Πόλεμος. Μυθιστορήματα που αναφέρονται στον πόλεμο έγραψαν, μεταξύ άλλων, ο Ανρί Μπαρμπύς στο η Φωτιά (Le feu, 1916), ο Ρολάν Ντορζελέ οι Ξύλινοι σταυροί (Les croix de bois,1919), ο Αντρέ Μωρουά οι Σιωπές του συνταγματάρχη Μπραμπλ (les Silences du colonel Bramble, 1919).

Ο Λουί-Φερντινάν Σελίν, ο οποίος αργότερα έγινε φανατικός αντισημίτης, στα μυθιστορήματά του, όπως το Ταξίδι στην άκρη της νύχτας (Voyage au bout de la nuit, 1932), Θάνατος με δόσεις (Mort à crédit, 1936), χρησιμοποίησε ένα ελλειπτικό, προφορικό στυλ γραφής για να καταγγείλει τις υποκρισίες και τα ηθικά λάθη της γενιάς τους εμφανίζοντας το είδος των αντι-ήρωα.[3] Ο Μαρσέλ Αιμέ, με τα Ο δρόμος χωρίς όνομα (La Rue sans nom,1930), Ο άνθρωπος που περνούσε από τους τοίχους (Le Passe-muraille, 1943) μυθιστορήματα λεπτού χιούμορ και δεξιοτεχνικής αφήγησης.

Ψυχολογική ανάλυση. Ο Ζωρζ Μπερνανός στο Κάτω από τον ήλιο του Σατανά, (Sous le soleil de Satan,1926) χρησιμοποίησε άλλες επίσημες τεχνικές, όπως τη «μορφή του ημερολογίου», για την περαιτέρω ψυχολογική εξερεύνηση. Η ψυχολογική ανάλυση ήταν επίσης κεντρική στη σειρά μυθιστορημάτων του Φρανσουά Μωριάκ, Τερέζ Ντεκερού (Thérèse Desqueyroux,1927-35), αυστηρά ψυχολογικά δράματα κυριευμένα από μια πνευματική μελαγχολία. Στον Ζυλιέν Γκρην με τον "Λεβιάθαν" (1929), η κριτική αναγνώρισε έναν ώριμο -παρά το νεαρό της ηλικίας του- συγγραφέα. Ωστόσο, η τεράστια φήμη που απέκτησε ο Ζυλιέν Γκρην στη Γαλλία δεν οφείλεται τόσο τα λογοτεχνικά έργα του, όσο στα Ημερολόγια που δημοσιεύτηκαν σε 19 τόμους και καλύπτουν την περίοδο από το 1919 ως το 1998. Σ' αυτούς τους τόμους, που έγιναν γνωστοί ανά τον κόσμο και διαβάστηκαν από εκατομμύρια αναγνώστες, ο Ζυλιέν Γκρην συνθέτει ένα ιδιότυπο χρονικό της λογοτεχνικής και θρησκευτικής ζωής του, το οποίο αποτελεί αληθινό θησαυρό γνώσεων και εικόνων γύρω από την καλλιτεχνική και εκδοτική ζωή της γαλλικής πρωτεύουσας στη διάρκεια μισού αιώνα. Ο Ανρί ντε Μοντερλάν ανέλυσε την ανθρώπινη φύση στο έργο του οι Εργένηδες (les Célibataires, 1934).

Σουρεαλισμός. Η τεχνική των σουρεαλιστών εφαρμόστηκε κυρίως στην ποίηση και το θέατρο, αν και ο Μπρετόν, ο Αραγκόν και ο Κοκτώ έγραψαν μεγαλύτερα έργα πεζογραφίας, όπως το μυθιστόρημα του Αντρέ Μπρετόν Ναντιά, του Αραγκόν Οι Περιπέτειες του Τηλέμαχου (Les Aventures de Télémaque ,1922) ή του Ζαν Κοκτώ η Ανθρώπινη φωνή (La Voix humaine, 1930).

Επίσης: Ο Ρεϊμόν Ραντιγκέ ο Διάβολος στο κορμί, (Le diable au corps, 1923, ο Ρεϊμόν Κενώ Πιερό, φίλε μου (Pierrot, mon ami, 1942), ο Μπορίς Βιάν: Ο αφρός των ημερών (L'Écume des jours,1946), ο Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ, συγγραφέας παγκόσμια γνωστός για το διάσημο παραμύθι Ο Μικρός Πρίγκιπας, (le Petit prince, 1943) και τη Νυχτερινή πτήση (Vol de nuit,1931), Ο Ζοζέφ Μαλέγκ  με το Αυγουστίνος ή ο κύριος είναι εδώ (Augustin ou le Maître est là), ο Πωλ Μοράν ο Βιαστικός (L'Homme pressé 1940).

Στο μυθιστόρημα ψυχολογικής εμβάθυνσης δύο ονόματα κυριαρχούν έως το 1940: ο Μαρσέλ Προυστ με το αριστουργηματικό επτάτομο έργο του Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο (À la recherche du temps perdu, 1913-1927), ένα ημιαυτοβιογραφικό αλληγορικό μυθιστόρημα με γνώμονα τη σημασία της ακούσιας μνήμης και της ενοχής κάθε ανθρώπου και ο Αντρέ Ζιντ που είχε συμβάλει στον σουρεαλισμό και τη Φιλοσοφία του Παραλόγου ήδη, από τα Υπόγεια του Βατικανού (les caves du Vatican, 1914) . Η πιο εξελιγμένη εξερεύνηση των ορίων του παραδοσιακού μυθιστορήματος βρίσκεται στο έργο του οι Κιβδηλοποιοί (Les Faux-monnayeurs,1925), που αναφέρεται σε κοινωνικά ζητήματα της Γαλλίας του Μεσοπολέμου, όπως το χάσμα των γενεών, την απώλεια κύρους του οικογενειακού θεσμού, τη θρησκεία, την ομοφυλοφιλία, και που με τη νεωτερική γραφή του άσκησε βαθιά επίδραση στο μεταγενέστερο μυθιστόρημα.

Το αστυνομικό μυθιστόρημα, επηρεασμένο σταδιακά από το αμερικανικό νουάρ, με τον Ζωρζ Σιμενόν: ο Κίτρινος σκύλος (Le Chien jaune, 1932), τη συγγραφική ομάδα Μπουαλώ-Ναρσεγιάκ: Αυτή που δεν ήταν πια (Celle qui n'était plus, 1952).

Το μυθιστόρημα μετά τον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πόλεμος. Στα χρόνια του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου και αμέσως μετά αρκετοί συγγραφείς έγραψαν μυθιστορήματα με θέμα τον πόλεμο, όπως ο Ζαν Μπρυλέρ με τη Σιωπή της θάλασσας (Le silence de la mer, 1942), βιβλίο που μεταφέρθηκε στην οθόνη από τον Ζαν-Πιερ Μελβίλ[4], ο Ροζέ Βαγιάν με το Παράξενο παιχνίδι (Drol de jeu, 1945) ή ο Ρομαίν Γκαρύ με το Ευρωπαϊκή θητεία (Éducation européenne, 1945).

Σε συνέχεια των μεγάλων μυθιστορηματικών κύκλων ο Μωρίς Ντρυόν με την τριλογία οι Μεγάλες οικογένειες (les Grandes familles, 1948) και την ιστορική μυθιστορηματική σειρά Οι Καταραμένοι βασιλείς (Les Rois Maudits1955-1977) που αφηγείται τις δοκιμασίες της γαλλικής μοναρχίας κατά τον ΙΔ' αιώνα.

Υπαρξισμός. Στα τέλη της δεκαετίας του 1930, ο Ζαν-Πωλ Σαρτρ έφερε στο προσκήνιο και δημιούργησε ένα φιλοσοφικό ρεύμα, τον Υπαρξισμό, υποστηρίζοντας και εικονογραφώντας τις ιδέες του με πληθώρα έργων σε διαφορετικά λογοτεχνικά είδη, -δοκίμιο, μυθιστόρημα, ποίηση, θέατρο-, εκφράζοντας πάντα κοινωνικό και πολιτικό προβληματισμό. Ο Σαρτρ με πρώτο μυθιστόρημα τη Ναυτία (la Nausée, 1938), το φιλοσοφικό έργο το Είναι και το Μηδέν (L'Être et le Néant,1943), ο Αλμπέρ Καμύ, ο Ξένος (l' Etranger, 1942), η Πανούκλα (la Peste,1947), η Πτώση (la Chute, 1956), ο Αντρέ Μαλρώ, με το περιπετειώδες έργο του η Ανθρώπινη μοίρα (la Condition humaine,1933) υπό το βάρος των ιστορικών γεγονότων στη Σαγκάη το 1928 κατά την αντιπαράθεση των κομμουνιστών με τον Τσανγκ-Κάι Σεκ και η Ελπίδα (L'Espoir,1937), όπου καταθέτει τις εμπειρίες του από τη συμμετοχή του στον ισπανικό εμφύλιο και η Σιμόν ντε Μπωβουάρ (η οποία είναι επίσης γνωστή ως μία από τους προάγγελους της φεμινιστικής γραφής) η Προσκαλεσμένη ( l'Invitée, 1943), το Δεύτερο Φύλλο (le Deuxième sèxe, 1949), ονομάζονται συχνά «υπαρξιακοί συγγραφείς», μια αναφορά στη φιλοσοφία του Σαρτρ (αν και ο Καμύ αρνήθηκε τον τίτλο «υπαρξιστής»). Αυτοί οι συγγραφείς έβλεπαν το μυθιστόρημα κυρίως ως μέσο επικοινωνίας για πολιτικούς λόγους.

Αντιδράσεις. Σε αντίδραση στον παντοδύναμο υπαρξισμό και στην εικόνα του στρατευμένου διανοούμενου, που είχε δημιουργηθεί από τον Σαρτρ, στις δεκαετίες ΄50 και ΄60 αναπτύχθηκε μια ομάδα συγγραφέων που ονομάστηκαν Ουσάροι, από τον τίτλο ενός μυθιστορήματος του Ροζέ Νιμιέ ο Μπλε Ουσάρος (Le Hussard bleu, 1950). Άλλοι συγγραφείς που συμμετείχαν στην ομάδα οι Ζακ Λωράν, Αντουάν Μπλοντέν, και Φρανσουά Νουρισιέ (Allemande,1973).

Το Νέο Μυθιστόρημα. Το γαλλικό μυθιστόρημα της δεκαετίας του 1950 πέρασε από μια πειραματική διαδικασία που ονομάστηκε Νέο μυθιστόρημα (Nouveau roman) ή και Αντιμυθιστόρημα με μια ομάδα συγγραφέων αποτελούμενη από τους Αλαίν Ρομπ-Γκριγιέ: οι Γόμες (Les Gommes 1953), την Μαργκερίτ Ντυράς, τον Ρομπέρ Πινζέ, τον Μισέλ Μπυτόρ: η Τροποποίηση (La modification1957), τον Σάμιουελ Μπέκετ, την Ναταλί Σαρώτ: το Πλανητάριο (Le Planétarium, 1959), τον Κλώντ Σιμόν: ο Δρόμος της Φλάνδρας (La route des Flandres, 1960) και τον Κλωντ Μωριάκ. Το Νέο μυθιστόρημα υπονόμευε βασικά συστατικά του κλασικού μυθιστορήματος: την παραδοσιακή υπόθεση, την πλοκή, τον χαρακτήρα, το νόημα, την ψυχολογία και την χρονική αλληλουχία, επιθυμώντας να απαλλαγεί από κάθε είδους σύμβαση. Συνδέθηκε αρκετά στενά με πρωτοποριακές τάσεις του σύγχρονου κινηματογράφου (το νουβέλ βάγκ), με τον Αλαίν Ρομπ-Γκριγιέ και τη Μαργκερίτ Ντυράς να γράφουν σενάρια και να σκηνοθετούν κάποιες ταινίες. Αλλά το πιο σημαντικό είναι ότι το Νέο μυθιστόρημα στάθηκε η αφορμή για μιαν έντονη θεωρητική διαμάχη γύρω από την έννοια του μυθιστορήματος. Ως είδος, επικρίθηκε σφοδρότατα, είχε όμως και φανατικούς υποστηρικτές.

Oulipo. Η δεκαετία του 1960 και της δεκαετίας του 1970 είδε επίσης μια πιο πειραματική ποίηση. Ο Ρεϊμόν Κενώ και ο μαθηματικός Φρανσουά Λε Λιοναί δημιούργησαν το Εργαστήριο Δυνητικής Λογοτεχνίας (OuLiPo). H ομάδα ασχολήθηκε με την διερεύνηση των πιθανών σχέσεων ανάμεσα στη λογοτεχνία και τα μαθηματικά με σκοπό τη δημιουργία νέων μορφών και δομών λόγου. Τα μέλη της αντιμετώπιζαν τη λογοτεχνία ως πεδίο παιχνιδιού και πειραματισμού με σκοπό την παραγωγή έργων που προέκυπταν και υποκινούνταν από γλωσσικούς και μεθοδολογικούς περιορισμούς . Αντιπροσωπευτικά έργα του ρεύματος είναι το «Ασκήσεις ύφους» του Ρεϊμόν Κενώ όπου ο συγγραφέας εξιστορεί το ίδιο περιστατικό[Σημ 5] 99 φορές χρησιμοποιώντας κάθε φορά διαφορετικό στιλ, Η εξαφάνιση (La disparition) του Ζωρζ Περέκ όπου απουσιάζει το γράμμα e και θα μπορούσε να θεωρηθεί μια μεταφορά για την εξαφάνιση των Εβραίων κατά το Β΄ παγκόσμιο πόλεμο ή η νουβέλα του Περέκ «Les revenentes» που είναι ένα μονοφωνηεντικό έργο στο οποίο το μοναδικό φωνήεν είναι το e.[5] Άλλα μέλη της ομάδας ήταν οι Μαρσέλ Ντυσάν, Ζακ Ρουμπώ Αλληλογραφία, όπου μας κοινοποιεί μια μακρόχρονη αλληλογραφία που δεν μπορεί να τελειώσει γιατί δεν άρχισε ποτέ, κ.α.

Παραδοσιακοί συγγραφείς. Παράλληλα με αυτά τα «πειραματικά» μυθιστορήματα, στις δεκαετίες 1960-1980, μεγάλη φήμη γνώρισαν νέες λογοτεχνικές προσωπικότητες με πρωτότυπα και δυναμικά έργα, όπως η Φρανσουάζ Σαγκάν με το Καλημέρα θλίψη (Bonjour tristesse, 1954), ο Ερβέ Μπαζέν Με την οχιά στο χέρι (Vipère au poing, 1948) με ημι-αυτογραφικά μυθιστορήματα εφηβικής εξέγερσης και προβληματικών οικογενειών, ο Ανρί Τρουαγιά με μεγάλες μυθιστορηματικές συνθέσεις όπως την τριλογία Όσο θα υπάρχει η γη (Tant que la terre durera,1947-50) ή το Φως των δικαίων (La Lumière des justes,1959/1963) και βιογραφίες όπως Τρομερές τσαρίνες (Terribles tsarines,1998) ή ο Ρομπέρ Σαμπατιέ  τα Σουηδικά σπίρτα (Les Allumettes suédoises,1969).

Επίσης, η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ  με τα Απομνημονεύματα του Αδριανού (Mémoires d'Hadrien,1951) και Η Άβυσσος, (L'Œuvre au noir, 1968), η Μαργκερίτ Ντυράς, που συνδέεται με το νέο μυθιστόρημα (Moderato Cantabile, 1958) και Ο εραστής (L'amant, 1984), ο Αλμπέρ Κοέν Η ωραία του Κυρίου (Belle du seigneur,1968), ο Μισέλ Τουρνιέ Παρασκευάς (Vendredi ou les limbes du Pacifique,1967 ), ο Πατρίκ Μοντιανό με τα περισσότερα μυθιστορήματά του να καταδύονται μέσα στο αίνιγμα της ταυτότητας και της προσπάθειας να αποκτηθούν στοιχεία για την ύπαρξη από τα ίχνη του παρελθόντος, o Ζαν-Μαρί Γκυστάβ Λε Κλεζιό η Έρημος (Désert,1980).

Φεμινιστική γραφή. Μετά την κατάκτηση του δικαιώματος ψήφου το 1944, οι γυναίκες αγωνίζονταν τόσο μέσω της κοινοβουλευτικής πολιτικής όσο και εξωκοινοβουλευτικά. Τα γεγονότα του Μάη του ’68 έδρασαν σαν καταλύτης, οι γυναίκες είδαν την δυνατότητα αλλαγής της κατάστασης. Με προάγγελους του γαλλικού φεμινισμού τη Σιμόν ντε Μποβουάρ και τη Μαργκερίτ Ντυράς, δημιουργήθηκε η φεμινιστική γραφή (Écriture féminine), που προωθήθηκε από φεμινιστικές εκδόσεις, με νέες γυναίκες συγγραφείς φιλοσοφικών και λογοτεχνικών έργων, όπως οι Ελέν Σιξού: το Τρίτο σώμα (Le Troisième Corps, 1970), Λυς Ιριγκαρέ: Αυτό το φύλο δεν είναι ένα (Ce sexe qui n’en est pas un,1977), Τζούλια Κρίστεβα: Ιστορίες αγάπης (Histoires d'amour, 1983), Κατρίν Κλεμάν: ο Μαυριτανός της Βενετίας (Le Maure de Venise, 1983) κ.α.

Αυτομυθοπλασία. Από τη δεκαετία του ΄70 μια νέα γενιά λογοτεχνών πειραματίστηκε σε ένα νέο είδος αυτοβιογραφίας, την αυτομυθοπλασία (autofiction) όπως ονομάστηκε από τον Σερζ Ντουμπροβσκί, που «μπερδεύει» την αυτοβιογραφία με την μυθοπλασία μέσα από μεταμοντέρνες στρατηγικές αυτο- αντανάκλασης του συγγραφέα. Ως εκ τούτου, όλα τα στοιχεία του διηγήματος περιστρέφονται ανάμεσα σε πραγματικά και φανταστικά περιστατικά, χωρίς ο αναγνώστης να μπορεί να αποφασίσει μεταξύ των δύο.

Στην «ανανεωτική» τάση του γαλλικού μυθιστορήματος ανήκει ο Μισέλ Ουελμπέκ :Τα στοιχειώδη σωματίδια (Les Particules élementaires, 1998), η αιρετική φωνή της σύγχρονης γαλλικής λογοτεχνίας.

Γαλλόφωνη λογοτεχνία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από τη δεκαετία του 1960, πολλά από τα πιο τολμηρά πειράματα στη γαλλική λογοτεχνία προέρχονται από συγγραφείς που γεννήθηκαν στα γαλλικά υπερπόντια διαμερίσματα ή πρώην αποικίες. Αυτή η γαλλόφωνη λογοτεχνία περιλαμβάνει τα βραβευμένα μυθιστορήματα των Ταχάρ μπεν Ζελούν (Μαρόκο), Πατρίκ Σαμουαζό (Μαρτινίκα), Αμίν Μααλούφ (Λίβανος) και Ασιά Τζεμπάρ (Αλγερία), Η δίψα (La soif, 1957), πολυγραφότατη, πολιτικοποιημένη και ευαισθητοποιημένη απέναντι στα προβλήματα της χώρας της και υπέρμαχος της χειραφέτησης των γυναικών στον μουσουλμανικό κόσμo.

Το λαϊκό μυθιστόρημα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γαλλικό νουάρ πολιτικό και κοινωνικό μυθιστόρημα (neo-polar). Από τους πιο σημαντικούς εκπροσώπους του: Ζαν-Πατρίκ Μανσέτ: το Μικρό μπλε της δυτικής ακτής (Le Petit bleu de la côte Ouest, 1976), Ντιντιέ Ντενένξ: Ο θάνατος δεν ξεχνάει κανέναν (La mort n’oublie personne,1989).

Aστυνομικά μυθιστορήματα: Ζαν-Μπερνάρ Πουί: Κάψαμε μια αγία (Nous avons brûlé une sainte, 1984), Ερβέ Λε Κορ: ο Πόνος των νεκρών (La Douleur des morts, 1990), Καρύλ Φερέ: Θανάσιμο αμάρτημα (Delicta Mortalia: péché mortel, 1994).

Συγγραφείς που τα έργα τους μεταφέρθηκαν στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση, όπως o Ζαν Βωτρέν με Βραβείο Γκονκούρ για το ένα Μεγάλο βήμα προς τον καλό Θεό (un Grand pas vers le grand Dieu,1989), ο Φιλίπ Ντιζάν Μπλε σαν κόλαση (Bleu comme l'enfer, 1983) και ο Ζαν-Κριστόφ Γκρανζέ που διεισδύει σε έναν υπαρκτό κόσμο βίας, όπου συνυπάρχουν ο ρατσισμός, τα ναρκωτικά και η αστυνομική αυθαιρεσία: τα Πορφυρά ποτάμια (Les Rivières pourpres, 1998).

Το ιστορικό μυθιστόρημα πολλαπλασιάζεται με τον Μωρίς Ντρυόν στο τρίτομο οι Καταραμένοι βασιλείς (les Rois maudits,1955-1977), Ζυλ Λαπούζ η Μάχη του Βαγκράμ (La Bataille de Wagram, 1987), Ρομπέρ Μερλ: η Τύχη της Γαλλίας (Fortune de France, 1977) το πρώτο μυθιστόρημα μιας ιστορικής σειράς 13 τόμων, ή Φρανσουάζ Σανταναγκόρ: ο Δρόμος του βασιλιά ( L'Allée du Roi 2002), φανταστικές αναμνήσεις της Μαντάμ ντε Μαιντενόν.

Αφθονούν επίσης τα ταξιδιωτικά και περιπετειώδη διηγήματα: Ανρί ντε Μονφρέ: Τα μυστικά της Ερυθράς Θάλασσας, (Les Secrets de la mer Rouge, 1932), τα εξωτικά μυθιστορήματα δράσης, Ζαν Λαρτεγκύ: οι Κεντυρίωνες (Les Centurions,1963) που αναφέρεται στον πόλεμο της Ινδοκίνας και της Αλγερίας και ειδικότερα στο σώμα των Γάλλων αλεξιπτωτιστών[Σημ 6], Ζαν Ουγκρόν η Νύχτα της Ινδοκίνας, (La Nuit indochinoise, 1950/1958) και Λουί Γκαρντέλ: η Αυγή των πολυαγαπημένων (L’Aurore des bien-aimés,1997), Ζεράρ ντε Βιλιέ: απέκτησε φήμη χάρη στη σειρά κατασκοπευτικών μυθιστορημάτων SAS, έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες, έχει πουλήσει περισσότερα από 100 εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως και βρίσκεται στις πρώτες θέσεις της λίστας των μπεστ-σέλερ όλων των εποχών, Πανικός στο Μπαμάκο (Panique à Bamako).

Η επιστημονική φαντασία παράγει επίσης ένα μεγάλο αριθμό έργων: Ρενέ Μπαρζαβέλ ο Απρόσεκτος ταξιδιώτης (Le Voyageur imprudent, 1944), βιβλίο στο οποίο περιγράφεται το παράδοξο του παππού, Μισέλ Ζερύ ο Αβέβαιος καιρός (Le Temps incertain, 1973), Μπερνάρ Βεμπέρ: τα Μυρμήγκια (Les Fourmis,1991)[6] .

Ποίηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ποίηση έως το 1945[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Καλλιγράμματα - Γκιγιώμ Απολιναίρ (1880-1918)

Η ποίηση στις αρχές του 20ού αιώνα ήταν χωρισμένη σε δύο τάσεις που διατηρήθηκαν σε όλον τον αιώνα: ποίηση σύμφωνη με παραδοσιακές μορφές έκφρασης και ποίηση του κοινού λόγου, συνήθως σε ελεύθερο στίχο. Κορυφαίοι ποιητές των πρώτων δεκαετιών ο Πωλ Κλωντέλ, συμβολιστής, που εμπνευσμένος από τον Αρτύρ Ρεμπώ χρησιμοποίησε μια μορφή ελεύθερου στίχου για να διερευνήσει τη μυστικιστική του προσήλωση στον καθολικισμό, ο Συλί Προυντόμ, ο Εμίλ Βεραρέν, Βέλγος συμβολιστής, ο Φρανσίς Ζαμ, ο Πωλ Φορ, ο Πιερ-Ζαν Ζουβ, που συνδύασε την εξερεύνηση του κόσμου του ασύνειδου και τα δεδομένα του ονείρου με μιαν αναζήτηση θρησκευτικού χαρακτήρα και ο Σαρλ Πεγκύ. Ο συμβολισμός, που είχε εμφανιστεί γύρω στα 1870 στη Γαλλία, κυριάρχησε έως τις αρχές της δεκαετίας του 1920 κυρίως με τη μορφή της «καθαρής ποίησης», μιας προσπάθειας ποιητικής έκφρασης απαλλαγμένης από καθετί μη ποιητικό με κύριο εκφραστή τον Πωλ Βαλερύ, τον τελευταίο συμβολιστή ποιητή.

Επηρεασμένοι από τα κινήματα της αβάν γκαρντ[Σημ 7], οι ποιητές εγκατέλειψαν τις παραδοσιακές ποιητικές τεχνικές και αναζήτησαν νέες λύσεις. Πρωτοπόρος ο Γκιγιώμ Απολλιναίρ, που καθιερώθηκε σαν ποιητής με την ποιητική συλλογή του Alcools,1913 και με τα Καλλιγράμματα (Calligrammes, 1918), μια μορφή σχηματικής ποίησης που έφερε την ποίηση σε επαφή με την τέχνη. Άλλοι ποιητές από αυτήν την περίοδο περιλαμβάνουν: τον Μαξ Τζακόμπ (βασικό μέλος της ομάδας γύρω από τον Απολλιναίρ), Αντρέ Σαλμόν, Πιερ Ρεβερντύ, τον Σαιν-Τζον Περς, έλαβε το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1960, τον Πιερ-Ζαν Ζουβ, τον Βαλερύ Λαρμπώ, Βικτόρ Σεγκαλέν, Λεόν-Πωλ Φαργκ.

Ο Απολιναίρ, εκθειάζοντας τον Αλφρέ Ζαρύ, τον μαρκήσιο ντε Σαντ και τον Αρτύρ Ρεμπώ βοήθησε επίσης να ελευθερωθούν οι δυνάμεις του ντανταϊσμού και του σουρεαλισμού.[7]

Ντανταϊσμός

Από τον παραλογισμό και τη φρίκη του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου δημιουργήθηκαν πρωτοποριακά κινήματα που δεν περιορίστηκαν μόνο στη λογοτεχνία αλλά αναπτύχθηκαν σε όλες σχεδόν τις τέχνες. Το κίνημα Νταντά - το οποίο ξεκίνησε στο Καμπαρέ Βολταίρ στην Ελβετία το 1916 - αναδείχθηκε και στο Παρίσι κυρίως μέσα από την συνεργασία του Τριστάν Τζαρά, ηγετική μορφή του ντανταϊσμού, με φιλολογικούς κύκλους του Παρισιού, όπως την αλληλογραφία του με τον Γκιγιώμ Απολλιναίρ, και τη συμμετοχή των Αντρέ Μπρετόν και Λουί Αραγκόν στην τέταρτη και πέμπτη έκδοση του περιοδικού Dada, τη συνεργασία με τον Φρανσίς Πικαμπιά, ποιητή και ζωγράφο κ.ά. Διαπιστώνοντας ότι η λογική, η ηθική, η θρησκεία, οι παλιές αξίες, τα ιδανικά και η υπάρχουσα τέχνη δεν κατόρθωσαν να αποτρέψουν τελικά τον πόλεμο, οι ντανταϊστές ένοιωθαν βαθιά απογοήτευση και θεωρούσαν ότι ο κόσμος βρίσκεται σε ηθική και πνευματική παρακμή και ότι το πολιτικό, κοινωνικό και πνευματικό σύστημα είχε καταρρεύσει. Οι ντανταϊστές πρότειναν μια νέου τύπου ευαισθησία, η οποία περιλάμβανε την απόλυτη καλλιτεχνική ελευθερία και αποδέχονταν τη διακωμώδηση των πάντων με το βίαιο χιούμορ και την καταλυτική ειρωνεία. Απορρίπτοντας σύσσωμη την παλαιότερη τέχνη, ενσωμάτωσαν στα έργα τους το στοιχείο του πηγαίου, του τυχαίου και του παράλογου, την ενορατική και διαισθητική αντίληψη των πραγμάτων και του κόσμου. Σε ό,τι αφορά τη λογοτεχνία, ασχολήθηκαν κυρίως με την ποίηση και ως βασικά τους χαρακτηριστικά μπορούμε να θεωρήσουμε τους εντελώς απρόσμενους συνδυασμούς λέξεων και φράσεων, το μοντάζ και το κολάζ και, γενικά, την πρωτότυπη παρουσίαση, την ειρωνεία, τη σάτιρα και το βίαιο χιούμορ, καθώς και την έντονη προκλητική διάθεση προς το κοινό. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι τα ποιήματα των ντανταϊστών γράφονταν κυρίως για να διαβαστούν ενώπιον του κοινού και να προκαλέσουν την αντίδρασή του. Τόσο τα ποιήματα όσο και τα μανιφέστα που δημοσίευσαν, δεν είχαν λογικό ειρμό, η μορφή και η δομή τους ήταν αποσπασματική και το περιεχόμενο σχεδόν ακατανόητο. Με λίγα λόγια, στη θέση της πραγματικότητας και της λογικής της μίμησης, το νταντά πρότεινε μια καλλιτεχνική και αισθητική αναρχία.[8]

Σουρεαλισμός

Πωλ Ελυάρ (1895-1952)
Ζαν Κοκτώ (1889-1963), πίνακας του Αμεντέο Μοντιλιάνι, 1916

Από το 1924 η ομάδα συγγραφέων γύρω από τον Αντρέ Μπρετόν, αρχηγό του κινήματος και συγγραφέα του υπερρεαλιστικού μανιφέστου, οι Πωλ Ελυάρ, Λουί Αραγκόν και Ρομπέρ Ντεσνός - επηρεασμένοι έντονα από την έννοια του ασυνείδητου του Σίγκμουντ Φρόυντ - στράφηκαν στον σουρεαλισμό. Αξιοποιώντας τα διδάγματα του νταντά αλλά και του συμβολισμού χρησιμοποίησαν κάθε μέσο που θα μπορούσε να τους φέρει σε άμεση επαφή με το υποσυνείδητο: καταγραφή ονείρων, ύπνωση, καθώς και τη λεγόμενη αυτόματη γραφή, καταγράφοντας χωρίς καμία παρέμβαση της λογικής ό,τι τους υπαγόρευε το υποσυνείδητό τους. Τα σουρεαλιστικά έργα χαρακτηρίζονται από άρνηση κάθε περιορισμού, απόλυτη ελευθερία στο λεξιλόγιο και τη στιχουργική, απρόσμενους συνδυασμούς λέξεων και εντυπωσιακές εικόνες, καθώς και στοιχεία όπως το όνειρο, ο έρωτας, το χιούμορ, το παράλογο.[8] Οι σουρεαλιστές επηρεάστηκαν από συγγραφείς του προηγούμενου αιώνα που θεωρούνται πρόδρομοι του σουρεαλισμού, τον Αρτύρ Ρεμπώ, τον Λωτρεαμόν, τον Μπωντλαίρ, τον Ρεϊμόν Ρουσέλ. Προωθούσαν μια αντι-αστική φιλοσοφία και προσπάθησαν να συνδυάσουν την καλλιτεχνική με την πολιτική δράση, θεωρώντας ότι η επανάσταση δεν μπορεί να περιοριστεί μόνο στην ποίηση αλλά θα πρέπει να αλλάξει την ίδια τη ζωή, γεγονός που αργότερα οδήγησε τους περισσότερους από αυτούς να ενταχθούν στο κομμουνιστικό κόμμα. Άλλοι συγγραφείς που σχετίζονται με τον υπερρεαλισμό είναι: ο Ζαν Κοκτώ, ο Ρενέ Κρεβέλ, ο Ζακ Πρεβέρ, ο Ζυλ Συπερβέιγ, ο Μπενζαμέν Περέ, ο Φιλίπ Σουπώ, ο Πιερ Ρεβερντύ, ο Αντονέν Αρτώ, ο Ανρί Μισώ και ο Ρενέ Σαρ. Το σουρεαλιστικό κίνημα θα συνεχίσει να είναι μια σημαντική δύναμη στην πειραματική γραφή και στον διεθνή καλλιτεχνικό κόσμο μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η επίδραση του σουρεαλισμού θα έχει μεγάλη σημασία για ποιητές όπως ο Σαιν-Τζον Περς ή ο Εντμόν Γιαμπές, για παράδειγμα. Άλλοι, όπως ο Ζωρζ Μπατάιγ, σε αντίδραση, δημιούργησαν τη δική τους κίνηση και ομάδα .Ο Ελβετός συγγραφέας Μπλεζ Σαντράρ: το έργο του έχει επιρροές τόσο από τον σουρεαλισμό όσο και από τον κυβισμό.

Η μεταπολεμική ποίηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τον πόλεμο, ο σουρεαλισμός εξαντλείται ως κίνημα αλλά συνεχίζει να επηρεάζει έντονα την ποιητική παραγωγή του δεύτερου μισού του αιώνα. Οι ποιητές που θα εμφανιστούν στην ποιητική σκηνή είναι οι Ζακ Πρεβέρ, ο πιο δημοφιλής ποιητής της μεταπολεμικής Γαλλίας, Ρενέ Σαρ, Φρανσίς Πονζ , Ανρί Πινσέτ καθώς και οι Υβ Μπονφουά, Ζωρζ Σεαντέ, Μωρίς Φομπέρ, Ζακ Ντυπέν, Φιλίπ Ζακοτέ, Αλεξάντρ Τουρσκύ, Ζαν Ταρντιέ, που απομακρύνθηκαν από το σουρεαλισμό αναζητώντας μια ποίηση της αυθεντικότητας, πιο δύσπιστοι στα γλωσσικά πυροτεχνήματα των σουρεαλιστών.

Λετρισμός και Σιτουασιονισμός

Στις αρχές της δεκαετίας του '50 τα σκήπτρα της καλλιτεχνικής πρωτοπορίας διεκδίκησε ο Ιζιντόρ Ιζού, ιδρύοντας το κίνημα του λετρισμού. Οι εκπρόσωποι του κινήματος, ιδιαίτερα στην ποίηση, επεδίωξαν την κατάργηση των κλασικών μορφών και του συγκεκριμένου νοήματος μέσα από τον κατακερματισμό της λέξης σε απλά γράμματα και τη διάταξή τους σε ευφάνταστους σχηματισμούς. Σύμφωνα με το κίνημα αυτό, το βάρος της ποιητικής δημιουργίας δίνεται στον ήχο, στον τόνο και στον ρυθμό των ποικιλοτρόπως διατεταγμένων γραμμάτων, τα οποία δεν αποδίδουν κάποιο συγκεκριμένο νόημα.[9]. Από αυτό το ρεύμα προέρχεται η «Καταστασιακή Διεθνής» με ηγέτη τον Γκυ Ντεμπόρ, οι οποίοι σύντομα στράφηκαν προς φιλοσοφικές και πολιτικές αναζητήσεις διακηρύσσοντας ότι η τέχνη πέθανε και τα πάντα είναι θέαμα και εξέθεταν τις ιδέες τους στην επιθεώρηση Internationale Situationiste από το 1958 έως το 1969, ιδέες που συνέβαλαν στη δημιουργία του ιδεολογικού υπόβαθρου των ταραχών του Μάη 1969.

Νέος ποιητικός ρεαλισμός. Στα τέλη της δεκαετίας του 1960, εμφανίστηκε στη Γαλλία ένα ρεύμα που ονομάστηκε αργότερα "Νέος ποιητικός ρεαλισμός"[10], που χαρακτηρίζονταν από μία τάση σαρκασμού και αμφισβήτησης κάθε παραδοσιακής αξίας και ιδεολογίας, υπό την επίδραση της αμερικανικής ποίησης της λεγομένης «Beat Generation» με κύριους εκπρόσωπους τους Τζακ Κέρουακ και Άλεν Γκίνσμπεργκ. Αυτό το ρεύμα αντιπροσωπεύεται από συγγραφείς όπως ο Κλωντ Πελιέ, ο Ντανιέλ Μπιγκά και ο Αλαίν Ζεγκού.

Οι ηλεκτρικοί ποιητές. Η δεκαετία του 1970 είδε την εμφάνιση «ηλεκτρικών ποιητών», με τους Μισέλ Μπυλτώ, Ζακ Φερύ και Ματιέ Μεσαζιέ. Το 1971 εμφανίστηκε το Ηλεκτρικό μανιφέστο (Manifeste Électrique aux paupières de jupes). Πρόκειται για μια ποίηση απελευθερωμένη από τον έλεγχο του λόγου και της λογικής, αλλά οι ποιητές του ηλεκτρικού μανιφέστου πηγαίνουν ακόμα μακρύτερα από τους σουρεαλιστές Μπρετόν και Σουπώ, επειδή δεν σέβονται ούτε καν τη σύνταξη, φαίνεται να προσπαθούν να ακολουθήσουν μια σκέψη σε παραλήρημα. Η σουρεαλιστική κληρονομιά είναι επίσης ορατή από τον τίτλο και από έναν αριθμό εικόνων όπου αντικείμενα που δεν έχουν τίποτε κοινό τοποθετούνται σε παράθεση ή ενώνονται με μια παύλα δημιουργώντας ένα ποιητικό παζλ. Τα έργα της ομάδας βρίσκονται συγκεντρωμένα σε μια τεράστια ανθολογία που συγκεντρώνει την πλειοψηφία των συγγραφέων του ηλεκτρικού μανιφέστου: Επιτομή ανατινάξεων -ηλεκτρική ανθολογία (Précis de dynamitage - anthologie électrique 1966-2001).

Ποίηση και τραγούδι. Η ανάπτυξη της ποίησης υπήρξε πάντα συνδεδεμένη με το τραγούδι αλλά στις δεκαετίες 1950-80 εμφανίστηκε το νέο είδος της μελοποιημένης ποίησης, στο οποίο, διακρίθηκαν οι τραγουδοποιοί- ποιητές Λεό Φερέ, Ζωρζ Μπρασένς, Ζακ Μπρελ και Ζαν Φερά. Συγχρόνως, διάσημοι ποιητές όπως ο Ζακ Πρεβέρ, ο Ελυάρ, ο Αραγκόν ακόμα και ο Σαρτρ έδιναν τα ποιήματά τους σε τραγουδιστές.

Νεότερη ποίηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι δεκαετίες του '80 και '90 χαρακτηρίζονται από ένα νέο λυρισμό που ασκείται από ποιητές όπως ο Γκυ Γκοφέτ, η Μαρί-Κλαιρ Μπλανκάρ ή ο Ζαν-Μισέλ Μωλπουά [11]. Επίσης, οι Ζαν Πιερ Βερεγκέν-Βέλγος, Τιερί Φουλκ, Ζαν Ριστά, Σερζ Σωτρώ, Αντρέ Βελτέρ, Πιερ Τιλμάν, Ταχάρ Μπεν  Ζελλούν - Μαροκινός, Κριστιάν Πριζάν, Ροζέ Ρενώ. [12]

Θέατρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το θέατρο του 20ού αιώνα άρχισε με τον Βασιλιά Υμπύ (Ubu roi, 1986) του Αλφρέ Ζαρύ, ένα θεατρικό που άσκησε μεγάλη επίδραση και θεωρήθηκε μεταγενέστερα προάγγελος του σουρεαλισμού και του θεάτρου του παραλόγου. Τα πρώτα χρόνια είναι επίσης σημαντικά για τις αλλαγές που επέφεραν προικισμένοι σκηνοθέτες και διευθυντές θεάτρου, όπως οι Ζακ Κοπώ, Λουί Ζουβέ, Σαρλ Ντιλέν, Γκαστόν Μπατί, Ζωρζ Πιτοέφ, οι τελευταίοι αποτέλεσαν την Ομάδα των Τεσσάρων, αναμορφωτές του νεότερου θεάτρου στις δεκαετίες του 1920 και του 1930 που δημιούργησαν ένα θέατρο προσιτό στον απλό άνθρωπο.

Η ανθεκτικότητα του εμπορικού θεάτρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα ποιητικά δράματα του Εντμόν Ροστάν, ειδικά το Συρανό ντε Μπερζεράκ το 1897, ήταν εξαιρετικά δημοφιλή στις αρχές του 20ού αιώνα.

Η επιτυχία του μπουλβάρ και του βωντβίλ, ανάλαφρα, διασκεδαστικά και σατυρικά θεατρικά είδη, συνεχίστηκε στον 20ό αιώνα με τις αστικές φάρσες του Ζωρζ Φεντώ, με τον Ζυλ Ρομαίν: (Knock, 1928), τον Μαρσέλ Πανιόλ: Μάριος (Marius, 1929) και Τοπάζ (Topaz, 1933), τον Σασά Γκιτρύ: ( Quadrille, 1927), συγγραφέας, σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής πολλών κωμωδιών, τον Μαρσέλ Ασάρ: ο Πατάτας (Patate, 1954), Αντρέ Ρουσέν: Αυγά της στρουθοκαμήλου, (Les Œufs de l'autruche, 1948).

Η ανανέωση του λογοτεχνικού θεάτρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πρώτο μισό του 20ού αιώνα ήταν μια εποχή ανανέωσης του λογοτεχνικού δράματος με τις δραματουργικές συνθέσεις του Πωλ Κλωντέλ, συμβολιστή που τα έργα του χαρακτηρίζονταν από τον καθολικισμό, τον λυρισμό και την ιστορική επίκληση: Το ατλαζένιο γοβάκι (Le Soulier de satin, 1929 αλλά ανέβηκε το 1943, διάρκειας πέντε ωρών). Αργότερα, μέσα από διασκευές των αρχαίων μύθων[13] θα εκφραστεί η τραγωδία του ανθρώπου και της ιστορίας από τον Ζαν Κοκτώ: Ορφέας (Orphée, 1926) - η Καταχθόνιος μηχανή (La Machine infernale, 1934), τον Ζαν Ζιρωντού : Ο πόλεμος της Τροίας δεν θα γίνει (La Guerre de Troie n'aura pas lieu, 1935), έργο με έντονα αντιπολεμικά μηνύματα,- Ηλέκτρα (Électre ,1937), τον Αλμπέρ Καμύ (Καλιγούλας, γραμμένο το 1939, αλλά ανέβηκε το 1945) και Ζαν-Πωλ Σαρτρ Οι μύγες, (Les Mouches,1943).

Στην ίδια θεματική συνδέονται επίσης μερικά έργα του Ανρί ντε Μοντερλάν, τελευταίος της συμβολιστικής παράδοσης, όπως η Νεκρή Βασίλισσα (La Reine morte, 1942) και ο Δάσκαλος του Σαντιάγκο (Le Maître de Santiago, 1947) που βασίζονται σε ιστορικά θέματα.

Ο Ζαν Ανούιγ ψυχαγωγούσε και σκανδάλιζε το κοινό με ένα πλούσιο και ποικίλο έργο που περιλαμβάνει από φάρσες, τα ροζ έργα: Ο χορός των λωποδυτών (Le Bal des voleurs, 1932), η Πρόσκληση στον πύργο L'Invitation au château (1947) έως ιστορικά θέματα, σοβαρά και τραγικά, τα μαύρα έργα: Αντιγόνη (Antigone ,1944), ο Κορυδαλλός (L'Alouette, 1952) ή Μπέκετ ή η τιμή του Θεού (Becket ou l'honneur de Dieu (1959) .

Στη δεκαετία του '30 ο Αντονέν Αρτώ δημιούργησε το «Θέατρο της Σκληρότητας» (Théâtre de la Cruauté), όπου οι ηθοποιοί «επιτίθενται» στις αισθήσεις των θεατών για να τους κάνουν να εκφράσουν τα αισθήματα που κρύβουν στο υποσυνείδητό τους, σαν ένα είδος ψυχοθεραπείας. Η θεωρία του επηρέασε το Θέατρο του Παραλόγου και ιδιαίτερα τα έργα των Ζενέ και Μπέκετ, ενώ ενέπνευσε το σύγχρονο θέατρο να απαγκιστρωθεί από την παντοκρατορία του ορθολογισμού.[14]

Μετά τον πόλεμο, η αγωνία για την πορεία του κόσμου και η επιρροή του Μπέρτολτ Μπρεχτ και του Λουίτζι Πιραντέλλο οδήγησε σε πιο πολιτικοποιημένα έργα με φιλοσοφικό προβληματισμό σχετικά με τη δράση, την επανάσταση και την ατομική και κοινωνική ευθύνη. Χαρακτηριστικά είναι τα έργα του Αλμπέρ Καμύ (L'État de siège, 1948), οι Δίκαιοι (Les Justes,1949) και του Ζαν-Πωλ Σαρτρ: Βρώμικα χέρια (Les Mains sales, 1948) ή Κεκλεισμένων των θυρών (Huis clos, 1945).[15]

Το θέατρο του παραλόγου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εμπνευσμένο από τα πρωτοποριακά ρεύματα, όπως ο κυβισμός, ο ντανταϊσμός  και σουρεαλισμός αλλά και από τη φρίκη του πολέμου, το πρωτοποριακό «νέο θέατρο» ή «Θέατρο του παραλόγου», δημιουργήθηκε κατά τη δεκαετία του '50 από τους συγγραφείς Ευγένιο Ιονέσκο:η Φαλακρή τραγουδίστρια, (La cantatrice chauve, 1950) - Οι Καρέκλες (Les Chaises, 1950)- Το Μάθημα La Leçon - 1951) , Σάμιουελ Μπέκετ :Περιμένοντας τον Γκοντό (En attendant Godot, 1953) - Τέλος παιχνιδιού (Fin de partie, 1957),[16] Ζαν Ζενέ, οι Υπηρέτριες (les Bonnes, 1947) μία  από  τις  περισσότερο  αντισυμβατικές  και  ανατρεπτικές  προσωπικότητες  της  Γαλλικής  λογοτεχνίας, Αρτύρ Αντάμοβ Πιγκ-πογκ 1955 και Φερνάντο Αρραμπάλ, Ισπανός πρόσφυγας που έγραφε στα γαλλικά.

Το θέατρο του Παραλόγου επικεντρώνεται στην υπαρξιακή αγωνία του μεταπολεμικού ανθρώπου, ο οποίος αδυνατεί να κατανοήσει τον παραλογισμό του καθημερινού βίου. Στα χαρακτηριστικά του συγκαταλέγονται η έλλειψη δράσης-πλοκής, η απο-ηρωοποίηση των χαρακτήρων, οι οποίοι συχνά θυμίζουν μηχανιστικά αυτόματα, η ανακολουθία στις δραματικές συγκρούσεις, τα γλωσσικά ολισθήματα και οι επαναλήψεις, τα γκροτέσκο στοιχεία, η απροσδιοριστία του δραματικού χωροχρόνου.[17] Οι θεατρικοί συγγραφείς, αν και διαφορετικοί ο ένας από τον άλλο και αυτόνομοι, επηρεασμένοι από τον Αντονέν Αρτώ και το Θέατρο της Σκληρότητας, στρέφονται σε θέματα φιλοσοφικού προβληματισμού όπως η υπαρξιακή αγωνία και ο φόβος του θανάτου, η κατάργηση των ιδεολογιών και το ανέφικτο της ανθρώπινης ευτυχίας, ο απόλυτος εγκλωβισμός της συνείδησης και η αδυναμία ανθρώπινης επικοινωνίας, η απαισιόδοξη αντιμετώπιση της καθημερινής πραγματικότητας και το μεταφυσικό κενό.

Το σύγχρονο θέατρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο θέατρο, η αντίληψη της συλλογικής δημιουργίας που αναπτύχθηκε από το «Θέατρο του Ήλιου» (Théâtre du Soleil) της Αριάν Μνουσκίν[18] αρνήθηκε την απόλυτη κυριαρχία του σκηνοθέτη: στόχος ήταν η πλήρης συνεργασία συγγραφέα, ηθοποιών και παραγωγού, και το σχήμα στηρίχθηκε σ’ ένα μοντέλο κολεκτίβας, όπου η συλλογική δουλειά κι η συμμετοχή όλων σ’ όλες τις φάσεις παραγωγής, ακόμη και στο θεατρικό κείμενο - αν και ανεβάζουν θεατρικά και άλλων καταξιωμένων δραματουργών -, καθόριζε καίρια το τελικό αποτέλεσμα.

Το φεστιβάλ της Αβινιόν ξεκίνησε το 1947 από τον σκηνοθέτη Ζαν Βιλάρ[19], από τις σημαντικότερες μορφές στο παγκόσμιο θέατρο, ο οποίος ήταν επίσης σημαντικός στην αναβίωση του Εθνικού Λαϊκού Θεάτρου (Théâtre National Populaire), που άνοιξε το θέατρο στο πλατύ κοινό, γεγονός στο οποίο συνέβαλε η δημιουργία από το 1950 θεατρικών χώρων σε πολλές πόλεις της Γαλλίας, αποσυγκεντρώνοντας τη θεατρική παραγωγή από το Παρίσι.

Ας προσθέσουμε κάποια ονόματα που δείχνουν ότι το κείμενο του θεάτρου παραμένει ζωντανό παράλληλα με τις δραματουργικές δημιουργίες των σημερινών σκηνοθετών: Ζαν-Κλωντ Γκριμπέργκ Το Ατελιέ (L'Atelier-1979), Μπερνάρ-Μαρί Κολτές Ρομπέρτο Σούκο (Roberto Zucco, 1988) ή ο Ζαν Κλωντ Μπρισβίλ Το δείπνο (Le Souper, 1989). [20]

Γάλλοι λογοτέχνες βραβευμένοι με βραβείο Νόμπελ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το βραβείο Νόμπελ για τη λογοτεχνία απονεμήθηκε για πρώτη φορά το 1901.

NOBEL.FRANCE.png
# Année Écrivain Image # Année Écrivain Image # Année Écrivain Image
1 1901 Συλί Προυντόμ Sully Prudhomme 2 1915 Ρομαίν Ρολάν Romain Rolland en 1914 3 1921 Aνατόλ Φρανς Anatole France, 1921
4 1927 Ανρί Μπεργκσόν Henri Bergson 5 1937 Ροζέ Μαρτέν ντυ Γκαρ Roger Martin du Gard 6 1947 Αντρέ Ζιντ Gide 1920 cropped.jpg
7 1952 Φρανσουά Μωριάκ François Mauriac (1932).jpg 8 1957 Αλμπέρ Καμύ Albert Camus, gagnant de prix Nobel, portrait en buste, posé au bureau, faisant face à gauche, cigarette de tabagisme.jpg 9 1960 Σαιν-Τζον Περς Saint-John Perse 1960.jpg
10 1964 Ζαν-Πωλ Σαρτρ
(το αρνήθηκε)
Jean-Paul Sartre FP.JPG 11 1985 Κλωντ Σιμόν Claude Simon 1967.jpg 12 2000 Gao Xingjian Gao Xingjian Galerie Simoncini Luxembourg.jpg
13 2008 Ζαν-Μαρί Λε Κλεζιό Jean-Marie Gustave Le Clézio-press conference Dec 06th, 2008-2.jpg 14 2014 Πατρίκ Μοντιανό Patrick Modiano 6 dec 2014 - 23.jpg

Εξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Θέατρο της Σκληρότητας, mytheatro.grΣασά Γκιτρί, kathimerini.gr

Εργαστήριο Δυνητικής Λογοτεχνίας - Ραϊμόν Κενώ

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ανάμεσα στους σημαντικούς ξένους συγγραφείς που έζησαν και δούλεψαν στη Γαλλία (κυρίως στο Παρίσι) στον 20ό αιώνα περιλαμβάνονται οι: Όσκαρ Γουάιλντ, Γερτρούδη Στάιν, Έρνεστ Χέμινγουεϊ, Γουίλιαμ Σ. Μπάροουζ, Χένρι Μίλερ, Αναϊς Νιν, Τζέιμς Τζόις, Σάμιουελ Μπέκετ, Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ και Ευγένιος Ιονέσκο. Μερικά από τα σημαντικότερα έργα του αιώνα στα γαλλικά γράφτηκαν από ξένους συγγραφείς (Ευγένιος Ιονέσκο, Σάμιουελ Μπέκετ).
  2. Πολλά σημαντικά μυθιστορήματα ξένων συγγραφέων εκδόθηκαν αρχικά στη Γαλλία ενώ απαγορεύτηκαν στην Αμερική. Ενδεικτικά, Ο Οδυσσέας του Τζαίημς Τζόις που κυκλοφόρησε στο Παρίσι το 1922, η Λολίτα του Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, το Γυμνό γεύμα του Ουίλιαμ Μπάροουζ και ο Τροπικός του Καρκίνου του Χένρι Μίλερ.
  3. Μετά το Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο άρχισε η διάλυση, αρχικά με τα εθνικά απελευθερωτικά κινήματα στη Βόρεια Αφρική. Η Τυνησία και το Μαρόκο, παρά την πολιτική μεταρρυθμίσεων εκ μέρους της Γαλλίας, απέκτησαν την ανεξαρτησία τους το 1956. Η Αλγερία ανεξαρτητοποιήθηκε έπειτα από οκταετή πόλεμο το 1962. Στην Ινδοκίνα η ανεξαρτησία ολοκληρώθηκε το 1954 μετά από επτάμισι χρόνια πολέμου και τη γαλλική ήττα στο Ντιεν Μπιεν Φου. Από τα πρώην εδάφη της γαλλικής Μαύρης Αφρικής ως το τέλος του 1960 ιδρύθηκαν 14 Δημοκρατίες και η Μαδαγασκάρη.
  4. Τον εσωτερικό μονόλογο πρώτος εφάρμοσε ο Εντουάρ Ντυζαρντέν το 1887 στο έργο οι Δάφνες κόπηκαν (les Lauriers sont coupés),
  5. Το επεισόδιο: Σε ένα λεωφορείο γεμάτο κόσμο, ένας νεαρός άντρας λογομαχεί με τον διπλανό του, επειδή εκείνος διαρκώς τον σπρώχνει. Μόλις ελευθερώνεται μία θέση, σπεύδει να καθίσει. Δυο ώρες αργότερα τον ξαναβρίσκουμε να συζητά με ένα φίλο του, ο οποίος του επισημαίνει πως πρέπει να ράψει άλλο ένα κουμπί στο παλτό του. Ο Ρεϊμόν Κενώ το αφηγείται με 99 διαφορετικούς τρόπους: Εις διπλούν, Λιτό, Μεταφορικό, Οπισθοδρομικό, Έκπληκτο, Όνειρο, Προφητικό, Συγκεχυμένο, Ουράνιο Τόξο, Αγώνες Λόγου, Διστακτικό, Ακριβές κ.ο.κ. (Αχιλλέας Κυριακίδης (Ανθολόγηση-Επιμέλεια), «Παίζουμε λογοτεχνία; Το OuLiPoκαι η σοβαρότητα του παιχνιδιού. Θεωρ(ε)ία και Παιδική Σκηνή», Εκδόσεις Opera, 2016).
  6. Το 1966 μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο ως Lost Command με τον Αλαίν Ντελόν και Άντονι Κουίν.
  7. Πρωτοπορία ή αβάν γκαρντ :φουτουρισμός, εξπρεσιονισμός, νταντά, σουρεαλισμός

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Introduction p. 10-16 - 100 fiches d'histoire du xxe siècle Tramor Quemeneur éd. Bréal 2004.
  2. Lost Illusions: Paul Leautaud and His World First Edition by James Harding (ISBN: 9780049280311)
  3. Jean-Yves Tadié Le Roman au xxe siècle éd. P. Belfond, 1990.
  4. «Le silence de la mer - Η σιωπή της θάλασσας». www.ifa.gr. Ανακτήθηκε στις 29 Ιανουαρίου 2019. 
  5. «Εργαστήριο Δυνητικής Λογοτεχνίας». 
  6. Η επανάσταση των μυρμηγκιών
  7. Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς, τομ. 16 σελ 163
  8. 8,0 8,1 «e-books». 
  9. «Λετρισμός». 
  10. Jacques Donguy, 1975 έκδοση του περιοδικού Poésie
  11. La poésie française depuis 1950 http://www.maulpoix.net/Diversite.html
  12. Ανθολογία γαλλικής ποίησης- Οι γενιές του 1980-1990
  13. Olivier Got Étude sur le mythe antique dans le théâtre du xxe siècle éd. Ellipses, 1998.
  14. «Το θέατρο της σκληρότητας». 
  15. Entre le théâtre engagé et le théâtre de l'absurde p. 447Alain Viala Le Théâtre en France des origines à nos jours Presses universitaires de France, 1997.
  16. Sylvie Jouanny La littérature française du 20e siècle : Le théâtre Éd. A. Colin, 1999.
  17. «e-books». 
  18. «Το θέατρο του Ήλιου». 
  19. «ΖΑαν Βιλάρ - Γύρω από τη θεατρική παράδοση». 
  20. David Bradly et Annabel Poincheval, Le Théâtre en France de 1968 à 2000, éd. Honoré Champion, Paris 2007.