Η Χοντρομπαλού

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Η Χοντρομπαλού
Boule de Suif.jpg
Εξώφυλλο έκδοσης του 1907
ΣυγγραφέαςΓκυ ντε Μωπασσάν
ΤίτλοςBoule de Suif
ΓλώσσαΓαλλικά
Ημερομηνία δημοσίευσης1880
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Η Χοντρομπαλού (γαλλικός τίτλος: Boule de Suif, ελλ. Μπάλα από λίπος) είναι διήγημα του Γκυ ντε Μωπασσάν, που δημοσιεύθηκε το 1880 στη συλλογική συλλογή διηγημάτων Οι βραδιές του Μεντάν. Είναι ένα από τα πιο διάσημα διηγήματα του συγγραφέα, το οποίο τον καθιέρωσε ως κορυφαίο διηγηματογράφο.[1]

Ανήκει στον κύκλο διηγημάτων του Μωπασσάν που διαδραματίζονται κατά τη διάρκεια του του Γαλλοπρωσικού πολέμου του 1870.[2]

Υπόθεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Boule de Suif, Πωλ-Εμίλ Μπουτινί, 1884, Μουσείο Καλών Τεχνών της Καρκασσόν

Κατά τη διάρκεια του χειμώνα του 1870-71, κατά τον Γαλλοπρωσικό πόλεμο, η πόλη της Ρουέν (Νορμανδία) καταλήφθηκε από τον πρωσικό στρατό. Μια ομάδα Γάλλων κατοίκων της πόλης αποφασίζουν για διάφορους λόγους να εγκαταλείψουν την πόλη και να καταφύγουν στη Χάβρη με μία άμαξα. Στην άμαξα επιβιβάζονται ένας μικροαστός δημοκράτης, ένα ζευγάρι εμπόρων από τη μικροαστική τάξη, ένας πλούσιος εργοστασιάρχης της ανώτερης αστικής τάξης και η σύζυγός του, ο κόμης και η κόμισσα της Μπρεβίλ, δύο καλόγριες και η Χοντρομπαλού, μια ιερόδουλη που ονομαζόταν έτσι λόγω του βάρους της. Έτσι, η άμαξα αποτελεί μια μικρογραφία της γαλλικής κοινωνίας, που αντιπροσωπεύει διάφορες τάξεις του γαλλικού πληθυσμού στα τέλη του 19ου αιώνα.[3]

Ξεσπάει χιονοθύελλα, η άμαξα κινείται πολύ αργά και μέχρι το μεσημέρι έχει διανύσει μόνο μικρή απόσταση, το ταξίδι προβλέπεται πολύ μεγαλύτερο από το αναμενόμενο. Οι ταξιδιώτες αρχικά αγνοούν τη Χοντρομπαλού, αλλά η στάση τους αλλάζει όταν εκείνη εμφανίζει ένα καλάθι γεμάτο υπέροχα φαγητά και προσφέρεται να μοιραστεί το περιεχόμενό του με τους πεινασμένους ταξιδιώτες που δεν είχαν σκεφθεί να φέρουν προμήθειες.

Boule de Suif, Ζωρζ Σκοτ.

Οι ταξιδιώτες σταματούν τη νύχτα σε ένα πανδοχείο στο κατειλημμένο χωριό Τοτ. Ένας Πρώσος αξιωματικός κρατά τους ταξιδιώτες στο πανδοχείο επ' αόριστον χωρίς να τους εξηγήσει τον λόγο. Τις επόμενες δύο μέρες, οι ταξιδιώτες γίνονται όλο και πιο ανυπόμονοι και τελικά μαθαίνουν ότι κρατούνται μέχρι η Χοντρομπαλού να συμφωνήσει να κοιμηθεί με τον αξιωματικό, αλλά εκείνη αρνείται. Την καλούν επανειλημμένα ενώπιον του αξιωματικού και επιστρέφει πάντα σε έντονη αναταραχή. Αρχικά, οι ταξιδιώτες την υποστηρίζουν και είναι έξαλλοι με την αλαζονεία του αξιωματικού, αλλά η αγανάκτησή τους εξαφανίζεται σύντομα και θυμώνουν που η γυναίκα δεν υποχωρεί για να φύγουν. Κατά τη διάρκεια των επόμενων δύο ημερών, οι ταξιδιώτες χρησιμοποιούν διάφορα παραδείγματα λογικής και ηθικής για να την πείσουν ότι είναι το σωστό. Αυτή τελικά πείθεται και ενδίδει και ο αξιωματικός τους επιτρέπει να φύγουν το επόμενο πρωί.[4]

Καθώς συνεχίζουν το δρόμο τους προς τη Χάβρη, αυτοί οι «εκπρόσωποι της Αρετής» αποφεύγουν τη νεαρή γυναίκα και στρέφονται σε ευγενικά θέματα συζήτησης. Την αντιμετωπίζουν με ψυχρότητα και περιφρόνηση ενώ αρνούνται να μοιραστούν το φαγητό τους μαζί της, μια αχαριστία που γίνεται ακόμη χειρότερη από το γεγονός ότι ήταν η προσωπική θυσία της που τους επέτρεψε να φύγουν. Καθώς η άμαξα ταξιδεύει μέσα στη νύχτα, ο δημοκράτης αρχίζει να σφυρίζει τη Μασσαλιώτιδα, κάτι που χαλάει τη διάθεση όλων στην άμαξα, και όλο αυτό το διάστημα η νεαρή γυναίκα, θρηνώντας τη χαμένη της αξιοπρέπεια, δύσκολα μπορεί να συγκρατήσει τους λυγμούς της.[5]

Θέματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα θέματα που πραγματεύεται το διήγημα είναι το αίσθημα της χαμένης ελευθερίας, ο φόβος του κατακτητή, οι ταξικοί φραγμοί και κυρίως η υποκρισία της κοινωνίας. Ο κλειστός χώρος της άμαξας αναδεικνύει τις αδυναμίες των χαρακτήρων από διαφορετικά κοινωνικά υπόβαθρα (ευγενείς, αστοί, έμποροι, θρησκευόμενοι) που έρχονται αντιμέτωποι με την κακοτυχία των νικημένων: τότε αποκαλύπτεται η υποκρισία και η ευτέλεια.[3]

Η γαλλική αντίσταση στους Πρώσους κατακτητές επικεντρώνεται στο πρόσωπο της ιερόδουλης, η οποία αρνούμενη τις σεξουαλικές προτάσεις του Πρώσου αξιωματικού δείχνει τον πατριωτισμό της: αν και είναι δουλειά της να κοιμάται με άντρες, αρνείται να επιτρέψει στον εαυτό της να κατακτηθεί από τον Πρώσο αξιωματικό. Αντίθετα, οι αξιοσέβαστοι συνταξιδιώτες της τηρούν στάση ουδετερότητας απέναντι στον κατακτητή.[6]

Διασκευές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το διήγημα διασκευάστηκε πολλές φορές για το θέατρο, τον κινηματογράφο,[7] την τηλεόραση και το ραδιόφωνο.[8]

Μεταφράσεις στα ελληνικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Η Χοντρομπαλού, μετάφραση: Αμαλία Τσακνιά, εκδόσεις Νεφέλη, 1996
  • Η Χοντρομπαλού, μετάφραση: Αμαλία Τσακνιά, εκδόσεις Κίχλη, 2014

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]