Ε. Τ. Α. Χόφμαν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ε. Τ. Α. Χόφμαν
E. T. A. Hoffmann, autorretrato.jpg
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Ernst Theodor Amadeus Hoffmann (Γερμανικά)
Γέννηση24  Ιανουαρίου 1776[1][2][3]
Κούνιχσμπεργκ[4][5][3]
Θάνατος25  Ιουνίου 1822[1][2][6]
Βερολίνο[7][5][8]
Αιτία θανάτουκαρκίνος και φυματίωση
Συνθήκες θανάτουφυσικά αίτια
Τόπος ταφήςΒερολίνο
ΕθνικότηταΓερμανοί
ΨευδώνυμοE. T. A. Hoffmann
Χώρα πολιτογράφησηςΒασίλειο της Πρωσίας
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΓερμανικά[9]
ΣπουδέςΠανεπιστήμιο του Κένιγκσπεργκ
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητασυνθέτης[10]
δικαστής
γελοιογράφος
ζωγράφος[10]
συγγραφέας παιδικής λογοτεχνίας
συγγραφέας[11][8][10]
διευθυντής ορχήστρας[8][10]
σεναριογράφος
συγγραφέας έργων επιστημονικής φαντασίας
μυθιστοριογράφος
μουσικός κριτικός
σκιτσογράφος
ημερολογιογράφος[12]
κριτικός[10]
σκηνοθέτης[10]
Αξιοσημείωτο έργοUndine
The Devil's Elixirs
The Nutcracker and the Mouse King
Mademoiselle de Scuderi
The Sandman
The Golden Pot
Master Flea
Περίοδος ακμής1809
Οικογένεια
ΣύζυγοςMaria Thekla Michaelina Hoffmann
Αξιώματα και βραβεύσεις
Αξίωμαδικαστής
Υπογραφή
Hoffmann Signature.gif
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Ερνστ Τέοντορ Αμαντέους Χόφμαν (Ernst Theodor Amadeus Hoffmann, συντομογραφία Ε. Τ. Α. Χόφμαν) γεννηθείς Ερνστ Τέοντορ Βίλεμ Χόφμαν (Ernst Theodor Wilhelm Hoffmann) 24 Ιανουαρίου 1776 - 25 Ιουνίου 1822) ήταν Γερμανός ρομαντικός συγγραφέας της φανταστικής και της γοτθικής μυθοπλασίας τρόμου, νομικός, συνθέτης, κριτικός της μουσικής και καλλιτέχνης.[13][14][15] Οι ιστορίες του αποτελούν τη βάση της όπερας του Ζακ Όφφενμπαχ, Τα Παραμύθια του Χόφμαν, στην οποία ο Χόφμαν εμφανίζεται ως ο ήρωας.[16] Είναι, επίσης, ο συγγραφέας της νουβέλας Ο Καρυοθραύστης και ο Βασιλιάς των Ποντικών, στην οποία βασίζεται το μπαλέτο Ο Καρυοθραύστης του Πιοτρ Ίλιτς Τσαϊκόφσκυ. Το μπαλέτο Κοππέλια βασίζεται σε δύο άλλες ιστορίες που έγραψε ο Χόφμαν, ενώ η Κραϊσλεριάνα του Ρόμπερτ Σούμαν βασίζεται στον χαρακτήρα Γιοχάννες Κράισλερ του Χόφμαν.

Τα διηγήματα του Χόφμαν επηρέασαν ιδιαίτερα τη λογοτεχνία του 19ου αιώνα και είναι ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς του κινήματος του Ρομαντισμού.[17]

Νεαρή ηλικία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ερνστ Τέοντορ Βίλεμ Χόφμαν γεννήθηκε στις 24 Ιανουαρίου 1776 στο Καίνιγκσμπεργκ της Πρωσίας (σημερινό Καλίνινγκραντ), απόγονος νομικών. Ο πατέρας του, Κρίστοφ Λούντβιχ Χόφμαν, ήταν δικηγόρος στο Καίνιγκσμπεργκ καθώς και ποιητής και ερασιτέχνης μουσικός που έπαιζε τη βιόλα ντα γκάμπα. Παντρεύτηκε την εξαδέλφη του Λοβίζα Αλμπερτίνα Νταίρφερ το 1767 και απέκτησαν τρία παιδιά εκ των οποίων ο Ερνστ ήταν το μικρότερο. Το δεύτερο παιδί της οικογένειας πέθανε στη βρεφική του ηλικία.

Όταν οι γονείς του χώρισαν το 1778 ο πατέρας του έφυγε για το Ίνστερμπουργκ (σημερινό Τσερνιακόφσκ) με τον μεγαλύτερο γιο του Γιόχαν Λούντβιχ ενώ η μητέρα του έμεινε στο Καίνιγκσμπεργκ με τους συγγενείς της: τις θείες της, Γιοχάννα Σοφί και Σαρλόττε Βιλελμίνε Νταίρφερ, και το θείο της Όττο Βίλεμ, που ήταν όλοι τους ανύπαντροι. Οι τρεις τους μεγάλωσαν τον μικρό Ερνστ.

Στο σπίτι κυρίαρχη παρουσία ήταν του θείου του ο οποίος ήταν υποστηρικτής του πιετισμού και δημιουργούσε ένα δυσάρεστο περιβάλλον, ενώ ο μικρός Χόφμαν αργότερα εξέφρασε την πικρία του για αυτήν την αποξένωση από τον πατέρα του. Παρόλα αυτά θυμόνταν πάντα με τρυφερότητα τις θείες του, ειδικά τη μικρότερη τη Σαρλόττε που την αποκαλούσε 'Θεία με τα Μικρά Πόδια' (Tante Füßchen) και την οποία έχασε όταν ήταν μόλις τριών ετών με αποτέλεσμα να πλάθει ιστορίες τόσο ώστε μεταγενέστεροι μελετητές του πίστευαν ότι ήταν φανταστική, μέχρις ότου εξακρίβωσαν την ύπαρξή της μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.[18] Πολλά από τα στοιχεία αυτά μετέφερε στο έργο του Βίος και Πολιτεία του Γάτου Μουρ.

Από το 1781 έως το 1892 φοίτησε σε λουθηρανικό σχολείο όπου διακρίθηκε στις κλασικές σπουδές. Διδάχθηκε σχέδιο από έναν δάσκαλο ονόματι Σαίμαν και αντίστιξη από έναν Πολωνό οργανοπαίκτη ονόματι Ποντμπιλέσκι που αποτέλεσε το πρότυπο για τον Άμπραχαμ Λίσκοτ του Γάτου Μουρ. Ο Χόφμαν είχε μεγάλο ταλέντο στο πιάνο και ασχολούνταν ακόμη με το σχέδιο και τη συγγραφή. Καθώς όμως βρισκόταν στην επαρχία δεν είχε την ευκαιρία να μάθει τις κλασικές φόρμες ούτε και τις νέες καλλιτεχνικές ιδές που γεννιούνταν εκείνη την εποχή στη Γερμανία. Είχε όμως διαβάσει Σίλλερ, Γκαίτε, Ρουσσώ, Σουίφτ, Στερν και Γιαν Πάουλ και έγραψε μέρος ενός βιβλίου με τίτλο Der Geheimnisvolle.

Γύρω στα 1787 έγινε φίλος με τον Τέοντορ Γκόττλιμπ φον Χίππελ το Νεότερο, ανιψιό του Τέοντορ Γκόττλιμπ φον Χίππελ του Πρεσβύτερου που ήταν στενός φίλος του Ιμμάνουελ Καντ. Και οι δύο παρακολούθησαν κάποιες διαλέξεις του Καντ στο Πανεπιστήμιο του Καίνιγκσμπεργκ (1792). Παρά τις διαφορές τους έμειναν φίλοι για όλη τους τη ζωή.

Το 1794 ερωτεύθηκε τη Ντόρα Χατ, μια παντρεμένη γυναίκα της οποίας υπήρξε δάσκαλος μουσικής. Ήταν δέκα χρόνια μεγαλύτερή του και το 1795 γέννησε το έκτο της παιδί[19]. Το Φεβρουάριο του 1796 η οικογένειά της αντιτάχθηκε στις προθέσεις του και ο Χόφμαν ζήτησε με απροθυμία από έναν άλλο θείο του να του βρει δουλειά στο Γκλόγκαου της Σιλεσίας (σημερινό Γκουόγκουφ)[20].

Πρωσική επαρχία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1796 ο Χόφμαν βρήκε εργασία ως γραμματέας για το θείο του Γιόχαν Λούντβιχ Νταίρφερ που ζούσε στο Γκλόγκαου με την κόρη του, Μίννα. Αργότερα, αφότου πέρασε στις εξετάσεις του, επισκέφθηκε τη Δρέσδη όπου εξεπλάγη με τους πίνακες ζωγραφικής στην πινακοθήκη της πόλης, ειδικά με εκείνους του Ραφαήλ και του Κορρέτζο. Το καλοκαίρι του 1798 ο θείος του προήχθη σε θέση σε δικαστήριο του Βερολίνου και οι τρεις τους μετακόμισαν εκεί τον Αύγουστο. Ήταν η πρώτη κατοικία του Χόφμαν σε μεγάλη πόλη. Εκεί προσπάθησε να εξελιχθεί ως συνθέτης γράφοντας μια οπερέτα που ονομαζόταν Η Μάσκα (Die Maske) και αποστέλλοντας ένα αντίγραφο στη Λουίζα, Βασίλισσα της Πρωσίας. Η πρωσική Αυλή τον συμβούλευσε να απευθυνθεί στο διευθυντή του Βασιλικού Θεάτρου, τον Ίφφλαντ. Μέχρι εκείνος να απαντήσει, ο Χόφμαν είχε ήδη περάσει τον τρίτο κύκλο των εξετάσεών του και είχε φύγει για το Πόζεν της Νότιας Πρωσίας (σημερινό Πόζναν) με συνοδό του τον Χίππελ, κάνοντας μια σύντομη στάση στη Δρέσδη για να δείξει στο φίλο του την πινακοθήκη.

Από τον Ιούνιο του 1800 έως το 1803 εργαζόταν στην πρωσική επαρχία στην περιοχή της ευρύτερης Πολωνίας και Μασοβίας. Ήταν η πρώτη φορά που ζούσε χωρίς την οικογένειά του και γινόταν σταδιακά "αυτό που οι διευθυντές των σχολείων, οι πάστορες, οι θείοι και οι θείες αποκαλούν άσωτος".

Η πρώτη του δουλειά στο Πόζεν τέθηκε σε κίνδυνο μετά το Καρναβάλι της Λιπαρής Τρίτης του 1802 όταν καρικατούρες αξιωματικών του στρατού διανεμήθηκαν σε μια χοροεσπερίδα. Αμέσως όλοι κατάλαβαν ποιος τις είχε σχεδιάσει και καταβλήθηκαν παράπονα στις αρχές του Βερολίνου που ήταν απρόθυμες να τιμωρήσουν τον υποσχόμενο αξιωματούχο. Το πρόβλημα επιλύθηκε με την 'προαγωγή' του Χόφμαν στο Πουότσκ στη Νέα Ανατολική Πρωσία, την πρώην πρωτεύουσα της Πολωνίας (1079-1138), όπου είχαν μεταφερθεί διοικητικές υπηρεσίες από το Τορν. Επισκέφθηκε το μέρος αυτό για να τακτοποιήσει τη διαμονή του πριν επιστρέψει στο Πόζεν όπου παντρεύτηκε τη Μίσα (Μαρία ή Μαριάννα Τέκλα Μικαλίνα Ρόρερ, της οποίας το πολωνικό επίθετο ήταν Τρτσίνσκα). Μετακόμισαν στο Πουότσκ τον Αύγουστο του 1802.

Ο Χόφμαν βρισκόταν σε απόγνωση εξαιτίας της εξορίας του και σχεδίαζε γελοιογραφίες του εαυτού του στη λάσπη δίπλα σε ρακένδυτους χωρικούς. Παρόλα αυτά αξιοποίησε την απομόνωσή του γράφοντας και συνθέτοντας μουσική. Ξεκίνησε να κρατά ημερολόγιο την 1η Οκτωβρίου 1803. Μια έκθεση σχετικά με το θέατρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό ένθετο του Κότσαμπου Die Freimüthige, και δήλωσε συμμετοχή στο περιοδικό αυτό για να γράψει ένα θεατρικό έργο. Το έργο του Χόφμαν ονομαζόταν Το βραβείο (Der Preis) και πραγματευόταν έναν διαγωνισμό συγγραφής θεατρικού. Συνολικά οι συμμετοχές ήταν 14 αλλά κανένα έργο δεν κρίθηκε άξιο του βραβείου: 100 χρυσά Φρειδερίκου. Μολαταύτα το έργο του έλαβε διάκριση[21]. Ήταν μια από τις λίγες καλές στιγμές σε εκείνη την θλιβερή περίοδο της ζωής του, κατά την οποία έχασε το θείο του Γ. Λ. Χόφμαν στο Βερολίνο, τη θεία του Σοφί και τη Ντόρα Χατ στο Καίνιγκσμπεργκ.

Στις αρχές του 1804 απέκτησε μια θέση στη Βαρσοβία. Καθοδόν πέρασε από την πόλη του και συνάντησε μια από τις κόρες της Ντόρα Χατ. Δεν επέστρεψε ποτέ στο Καίνιγκσμπεργκ.

Βαρσοβία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Χόφμαν αφομοιώθηκε με επιτυχία στην πολωνική κοινωνία. Τα χρόνια που πέρασε στην πρωσική Πολωνία θεωρούνται τα πιο ευτυχισμένα της ζωής του. Βρήκε στη Βαρσοβία την ίδια ατμόσφαιρα που είχε απολαύσει στο Βερολίνο ανανεώνοντας τη φιλία του με τον Ζακαρίας Βέρνερ και συναντώντας τον μελλοντικό βιογράφο του, τον γείτονα και συνάδελφο νομικό Γιούλιους Έντουαρντ Ίτζιγκ (που άλλαξε τον όνομά του σε Χίτζιγκ μετά τη βάπτισή του). Ο Ίτζιγκ ήταν μέλος της λογοτεχνικής λέσχης του Βερολίνου ονόματι Άστρα του Βορρά (Nordstern) και έδωσε στο Χόφμαν έργα των Νοβάλις, Λούντβιχ Τηκ, Άχιμ φον Άρνιμ, Κλέμενς Μπρεντάνο, Γκόττχιλφ Χάινχριχ φον Σούμπερτ, Κάρλο Γκότσι και Καλντερόν. Αυτή η σχετικά ύστερη γνωριμία με αυτούς τους λογοτέχνες είχε σημαντική επίδραση στο έργο του.

Στη συνέχεια εισχώρησε στους κύκλους των Άουγκουστ Βίλεμ Σλέγκελ, Άντελμπερτ φον Σαμίσσο, Φρίντριχ ντε λα Μοτ Φουκέ, Ράχελ Λέβιν και Ντάβιντ Φέρντιναντ Κόρεφ.

Αλλά η ευτυχής θέση του Χόφμαν δεν διήρκεσε πολύ: στις 28 Νοεμβρίου 1806, κατά τη διάρκεια του Πολέμου του Δ΄ Συνασπισμού, τα στρατεύματα του Ναπολέοντα Βοναπάρτη κυρίευσαν τη Βαρσοβία και οι Πρώσοι γραφειοκράτες έχασαν τις θέσεις τους. Διαίρεσαν το περιεχόμενο του θησαυροφυλακίου μεταξύ τους και το έσκασαν. Τον Ιανουάριο 1807 η σύζυγος του Χόφμαν και η δίχρονη κόρη του Τσετσίλια επέστρεψαν στο Πόζεν ενώ αυτός βρισκόταν σε δίλημμα: να μετακομίσει στη Βιέννη ή να επιστρέψει στο Βερολίνο. Μια σοβαρή ασθένεια τον καθυστέρησε έξι μήνες. Τελικά οι γαλλικές αρχές απαίτησαν από τους πρώην αξιωματούχους να ορκιστούν την πίστη τους στο νέο καθεστώς ή να φύγουν από τη χώρα. Καθώς αρνήθηκαν να του εκδώσουν διαβατήριο για τη Βιέννη, ο Χόφμαν αναγκάστηκε να επιστρέψει στο Βερολίνο. Επισκέφθηκε την οικογένειά του στο Πόζεν πριν φτάσει στο Βερολίνο στις 18 Ιουνίου 1807, ελπίζοντας να εξελίξει την καριέρα του ως καλλιτέχνης και συγγραφέας.

Βερολίνο και Βαμβέργη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι επόμενοι δεκαπέντε μήνες ήταν οι χειρότεροι στη ζωή του. Το Βερολίνο ήταν επίσης υπό την κυριαρχία του Ναπολέοντα. Έχοντας πενιχρές απολαβές στρεφόταν συχνά στους φίλους του, συνεχώς δανειζόμενος χρήματα αλλά και πάλι μένοντας νηστικός για μέρες. Εκείνο το διάστημα έμαθε και για το θάνατο της κόρης του. Παρόλα αυτά κατάφερε να συνθέσει τα Έξι Άσματα για χορωδία α καπέλα, μια από τις καλύτερες συνθέσεις του που αργότερα θα απέδιδε στον Κράισλερ στον Γάτο Μουρ.

Την 1η Σεπτεμβρίου 1808 έφτασε με τη σύζυγό του στη Βαμβέργη όπου εργάστηκε ως διαχειριστής θεάτρου. Ο διευθυντής, Κόμης Σκόντεν, έφυγε σχεδόν αμέσως για το Βύρτσμπουργκ αφήνοντας έναν άνδρα ονόματι Χάινριχ Κούνο υπεύθυνο. Ο Χόφμαν δεν κατάφερε να βελτιώσει τις παραστάσεις με αποτέλεσμα την δημιουργία μηχανορραφιών εναντίον του και την απώλεια της θέσης του που μετά ανέλαβε ο Κούνο. Ξεκίνησε να δουλεύει ως μουσικός κριτικός για το Allgemeine musikalische Zeitung, μια εφημερίδα στη Λειψία, και τα άρθρα του για τον Μπετόβεν έλαβαν είχαν πολύ θετική απήχηση και σε μεγάλη εκτίμηση από τον ίδιο τον συνθέτη. Σε αυτές τις σελίδες ο "διευθυντής της χορωδίας Γιοχάννες Κράισλερ" έκανε την πρώτη του εμφάνιση.

Η μεγάλη αναγνώριση για τον Χόφμαν ήρθε με τη δημοσίευση του Ιππότη Γκλουκ (Ritter Gluck), μια ιστορία για έναν άνδρα που συναντά, ή πιστεύει ότι συναντά, τον συνθέτη Κρίστοφ Βίλλιμπαλντ Γκλουκ, περισσότερο από είκοσι χρόνια μετά το θάνατο του συνθέτη. Το έργο αυτό σχετίζεται με το έργο του Γιαν Πάουλ ο οποίος είχε εφεύρει τον όρο "Doppelgänger" την προηγούμενη δεκαετία και εξακολουθούσε να έχει μεγάλη επίδραση στον Χόφμαν που ήταν και από τους πρώτους του θαυμαστές. Με αυτήν την δημοσίευση ο Χόφμαν ξεκίνησε να χρησιμοποιεί το ψευδώνυμο Ε.Τ.Α. Χόφμαν λέγοντας ότι το "Α" ήταν συντομογραφία για το Αμαντέους προς τιμήν του Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ. Παρόλα αυτά συνέχισε να χρησιμοποιεί το Βίλεμ σε επίσημα έγγραφα και τα αρχικά Ε.Τ.Β. αναγράφονται στον τάφο του.

Το επόμενο έτος προσλήφθηκε στο Θέατρο της Βαμβέργης ως βοηθός θεάτρου, σκηνογράφος και σεναριογράφος, ενώ παράλληλα παρέδιδε ιδιωτικά μαθήματα μουσικής. Γοητεύθηκε με μια νεαρή μαθήτρια φωνητικής, τη Γιούλια Μαρκ, σε τέτοιο βαθμό που τα αισθήματά του ήταν προφανή όταν ήταν μαζί, και η μητέρα της Γιούλια βρήκε ταχύτατα ένα καλύτερο ταίρι για την κόρη της. Όταν ο Γιόζεφ Σεκόντα προσέφερε στον Χόφμαν θέση ως μουσικός διευθυντής στην οπερατική ομάδα του (η οποία τότε εμφανιζόταν στη Δρέσδη), δέχτηκε και έφυγε στις 21 Απριλίου 1813.

Δρέσδη και Λειψία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Πρωσία είχε κηρύξει πόλεμο στη Γαλλία στις 16 Μαρτίου κατά τη διάρκεια του Πολέμου του Δ΄ Συνασπισμού και το ταξίδι του ζεύγους Χόφμαν ήταν γεμάτο δυσκολίες. Έφτασαν στην πόλη στις 25 Μαρτίου όπου έμαθαν ότι ο Σεκόντα ήταν στη Λειψία. Στις 26 του μήνα του έστειλαν επιστολή εκλιπαρώντας να τους στείλει ένα προσωρινό κεφάλαιο. Την ίδια μέρα ο Χόφμαν, προς μεγάλη του έκπληξη, συνάντησε τον Χίππελ που δεν είχε δει για εννέα χρόνια.

Η κατάσταση επιδεινώθηκε και στις αρχές Μαΐου ο Χόφμαν προσπάθησε ματαίως να βρει μεταφορά για τη Λειψία. Στις 8 Μαΐου οι γέφυρες καταστράφηκαν και η οικογένειά του έμεινε εγκαταλελειμμένη στην πόλη. Κατά τη διάρκεια της μέρας ο Χόφμαν περιπλανιόταν στην πόλη και παρακολουθούσε τη μάχη με περιέργεια. Τελικά, στις 20 Μαΐου οι Χόφμαν έφυγαν για τη Λειψία, όμως ενεπλάκησαν σε ένα ατύχημα που κόστισε τη ζωή ενός από τους επιβάτες στην άμαξά του και τραυμάτισε την κα Χόφμαν.

Έφτασαν στις 23 Μαΐου και ο Χόφμαν ξεκίνησε να δουλεύει με την ορχήστρα του Σεκόντα την οποία βρήκε άριστης ποιότητας. Στις 4 Ιουνίου ξεκίνησε ανακωχή που επέτρεψε στην καλλιτεχνική ομάδα να επιστρέψει στη Δρέσδη. Όμως, στις 22 Αυγούστου, μετά τη λήξη της ανακωχής, η οικογένεια αναγκάστηκε να μετακομίσει από το ευχάριστο σπίτι της στα προάστια μέσα στην πόλη. Τις επόμενες μέρες η Μάχη της Δρέσδης μαινόταν. Η πόλη βομβαρδίστηκε, πολλοί άνθρωποι σκοτώθηκαν από μύδρους μπροστά στα μάτια του Χόφμαν. Όταν η κύρια μάχη τελείωσε, επισκέφτηκε το ματωμένο πεδίο των εχθροπραξιών. Ο απολογισμός του υπάρχει στο Vision auf dem Schlachtfeld bei Dresden. Μετά από μια μακρά περίοδο αναταραχών η πόλη παραδόθηκε στις 11 Νοεμβρίου και στις 9 Δεκεμβρίου η κομπανία ταξίδεψε στη Λειψία.

Στις 25 Φεβρουαρίου ο Χόφμαν διαπληκτίστηκε με τον Σεκόντα και την επόμενη μέρα έλαβε ειδοποίηση δώδεκα εβδομάδων (πριν την απόλυσή του). Όταν του ζητήθηκε να τους συνοδεύσει στη Δρέσδη τον Απρίλιο, ο Χόφμαν αρνήθηκε και εκείνοι έφυγαν χωρίς εκείνον. Τον Ιούλιο τον επισκέφθηκε ο φίλος του Χίππελ και σύντομα βρέθηκε να οδηγείται στην παλιά του καριέρα ως νομικός.

Επιστροφή στο Βερολίνο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα τέλη Σεπτεμβρίου 1814, στον απόηχο της ήττας του Ναπολέοντα, ο Χόφμαν επέστρεψε στο Βερολίνο και ανέλαβε ξανά επιτυχώς μια θέση στο Kammergericht (δικαστικό επιμελητήριο). Η όπερά του Ούντινε παρουσιάστηκε στο Θέατρο του Βερολίνου αλλά η επιτυχημένη της πορεία διακόπηκε μετά από φωτιά το βράδυ της 25ης παράστασης. Τα περιοδικά επαινούσαν τις δημιουργίες του Χόφμαν και μετά από λίγο τα κριτήριά του άρχισαν να πέφτουν. Παρόλα αυτά πολλά αριστουργήματά του γεννήθηκαν εκείνη την περίοδο.

Το 1819 ο Χόφμαν είχε εμπλακεί με δικαστικές υποθέσεις ενώ παράλληλα η υγεία του επιβαρυνόταν. Η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ και η σύφιλη προκάλεσαν σταδιακά αδυναμία στα άκρα το 1821 και παράλυση από τις αρχές του 1822. Τα τελευταία έργα του τα υπαγόρευε στη σύζυγό του ή σε γραμματέα.

Τα αντιφιλελεύθερα προγράμματα του Μέττερνιχ έθεταν τον Χόφμαν σε θέση που δοκίμαζε τη συνείδησή του. Χιλιάδες άνθρωποι κατηγορήθηκαν για προδοσία επειδή είχαν συγκεκριμένες πολιτικές απόψεις και οι καθηγητές πανεπιστημίων ελέγχονταν κατά τη διάρκεια των διαλέξεών τους.

Ο Φρειδερίκος Γουλιέλμος Γ΄ της Πρωσίας όρισε Άμεση Υπηρεσία διερεύνησης πολιτικής διαφωνίας. Όταν είδε ότι η τήρηση του νόμου προκαλούσε εκνευρισμό, ίδρυσε μια Υπουργική Υπηρεσία για να εμπλέκεται στη διαδικασία. Αυτή η υπηρεσία επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό από τον Επίτροπο Καμπτς. Κατά τη διάρκεια της δίκης του "Πατέρα της γυμναστικής" Γιαν (Turnvater Jahn), του ιδρυτή του κινήματος της γυμναστικής, ο Χόφμαν αποτέλεσε όχληση για τον Καμπς και έγινε πολιτικός στόχος. Όταν ο Χόφμαν γελοιογράφησε τον Καμπς σε ιστορία του, τον Αφέντη Ψύλλο (Meister Floh), ο Καμπς εκκίνησε νομική διαδικασία. Η διαδικασία έληξε όταν η ασθένεια του Χόφμαν βρέθηκε απειλητική για τη ζωή του. Ο Βασιλιάς ζήτησε να του αποδοθεί μονάχα μια επίπληξη, αλλά δεν έγινε καμία ενέργεια. Τελικά ο Αφέντης Ψύλλος εκδόθηκε αφότου αφαιρέθηκαν τα προσβλητικά εδάφια.

Θάνατος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Χόφμαν πέθανε από σύφιλη στο Βερολίνο στις 25 Ιουνίου 1822 σε ηλικία σαράντα έξι ετών. Ο τάφος του βρίσκεται στο προτεσταντικό κοιμητήριο Γ΄ της Εκκλησίας της Ιερουσαλήμ και της Νέας Εκκλησίας του Ευαγγελικού δόγματος στο Κρόιτσμπεργκ του Βερολίνου, νότια του σημερινού σταθμού Χάλλεσες Τορ στον υπόγειο σταθμό Μέρινγκνταμ.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 Εθνική Βιβλιοθήκη της Γερμανίας, Κρατική Βιβλιοθήκη του Βερολίνου, Βαυαρική Κρατική Βιβλιοθήκη, Εθνική Βιβλιοθήκη της Αυστρίας: Gemeinsame Normdatei. Ανακτήθηκε στις 26  Απριλίου 2014.
  2. 2,0 2,1 2,2 Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας: (Γαλλικά) καθιερωμένοι όροι της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Γαλλίας. data.bnf.fr/ark:/12148/cb11907623v. Ανακτήθηκε στις 10  Οκτωβρίου 2015.
  3. 3,0 3,1 3,2 John George Robertson: «Hoffmann, Ernst Theodor Wilhelm» (Αγγλικά)
  4. Εθνική Βιβλιοθήκη της Γερμανίας, Κρατική Βιβλιοθήκη του Βερολίνου, Βαυαρική Κρατική Βιβλιοθήκη, Εθνική Βιβλιοθήκη της Αυστρίας: Gemeinsame Normdatei. Ανακτήθηκε στις 11  Δεκεμβρίου 2014.
  5. 5,0 5,1 «Большая советская энциклопедия» (Ρωσικά) The Great Russian Encyclopedia. Μόσχα. 1969. Ανακτήθηκε στις 28  Σεπτεμβρίου 2015.
  6. d:Q22813345: «Гоффманъ» (Ρωσικά)
  7. Εθνική Βιβλιοθήκη της Γερμανίας, Κρατική Βιβλιοθήκη του Βερολίνου, Βαυαρική Κρατική Βιβλιοθήκη, Εθνική Βιβλιοθήκη της Αυστρίας: Gemeinsame Normdatei. Ανακτήθηκε στις 31  Δεκεμβρίου 2014.
  8. 8,0 8,1 8,2 Archivio Storico Ricordi. 901. Ανακτήθηκε στις 3  Δεκεμβρίου 2020.
  9. Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας: (Γαλλικά) καθιερωμένοι όροι της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Γαλλίας. data.bnf.fr/ark:/12148/cb11907623v. Ανακτήθηκε στις 10  Οκτωβρίου 2015.
  10. 10,0 10,1 10,2 10,3 10,4 10,5 The Fine Art Archive. cs.isabart.org/person/16116. Ανακτήθηκε στις 1  Απριλίου 2021.
  11. Εθνική Βιβλιοθήκη της Γερμανίας, Κρατική Βιβλιοθήκη του Βερολίνου, Βαυαρική Κρατική Βιβλιοθήκη, Εθνική Βιβλιοθήκη της Αυστρίας: Gemeinsame Normdatei. Ανακτήθηκε στις 24  Ιουνίου 2015.
  12. Ανακτήθηκε στις 24  Ιουνίου 2019.
  13. Penrith Goff, "E.T.A. Hoffmann" στο E. F. Bleiler, Supernatural Fiction Writers: Fantasy and Horror. New York: Scribner's, 1985. pp. 111–120. (ISBN 0-684-17808-7)
  14. Mike Ashley, "Hoffmann, E(rnst) T(heodor) A(madeus) ", στο St. James Guide to Horror, Ghost, and Gothic Writers, ed. David Pringle. Detroit: St. James Press/Gale, 1998. (ISBN 9781558622067) (pp. 668-69).
  15. "Ludwig Tieck, Heinrich von Kleist, and E. T. A. Hoffmann also profoundly influenced the development of European Gothic horror in the nineteenth century...." Heide Crawford, The Origins of the Literary Vampire. Lanham : Rowman & Littlefield, 2016. (ISBN 9781442266742) (p. xiii).
  16. «OFFENBACH: Ein neuer Hoffmann». Spiegel Online 7. 1958-02-12. https://www.spiegel.de/spiegel/print/d-41760681.html. Ανακτήθηκε στις 2019-09-28. 
  17. «The man who made Romanticism». 
  18. Schindegger, Friedrich (2012). «Krise der Raumplanung – aus der Sicht der Praxis in Österreich». Mitteilungen der Österreichischen Geographischen Gesellschaft 151: 159–170. doi:10.1553/moegg151s159. ISSN 0029-9138. http://dx.doi.org/10.1553/moegg151s159. 
  19. Neugroschel, Joachim (2007). The nutcracker and mouse king. New York: Penguin Books. ISBN 978-0-14-310483-4. 76967162. 
  20. Safranski, Rüdiger (1984). E.T.A. Hoffmann : das Leben eines skeptischen Phantasten. München: C. Hanser. ISBN 3-446-13822-6. 11709190. 
  21. Review of Volume 1. Yale University Press. 12 Οκτωβρίου 2021. σελίδες xxi–xxiv.