Οι Τρεις Σωματοφύλακες

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Les Trois Mousquetaires

Οι Τρεις Σωματοφύλακες

Dartagnan-musketeers.jpg
Σχέδιο του Μορίς Λελουάρ, 1894
Πρωτότυπη έκδοση
Συγγραφέας Αλέξανδρος Δουμάς
Είδος Μυθιστόρημα
Εκδότης Εκδόσεις Baudry
Γλώσσα γαλλικά
Πρώτη έκδοση 1844
Προηγείται του Είκοσι Έτη Μετά
Ελληνική έκδοση
Πρώτη έκδοση 1884

Οι Τρεις Σωματοφύλακες (γαλλικά: Les Trois Mousquetaires) είναι ένα μυθιστόρημα του Αλέξανδρου Δουμά (πατέρα). Είναι το πιο πολυδιαβασμένο έργο του συγγραφέα και ανήκει στην κατηγορία των ιστορικών μυθιστορημάτων, από την άποψη ότι το περιεχόμενό του είναι παρμένο από την ιστορία, μολονότι ελάχιστες είναι πραγματικά οι ιστορικές σκηνές του. Όπως συνήθως, ο Δουμάς παίρνει αφορμές από πραγματικά γεγονότα για να στήσει πάνω σ' αυτά ολόκληρο μυθιστορηματικό οικοδόμημα, το οποίο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική ιστορία.

Το βιβλίο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το μυθιστόρημα περιγράφει τις περιπέτειες ενός νεαρού, που ονομάζεται ντ’ Αρτανιάν από τη στιγμή που εγκαταλείπει το σπίτι του για να γίνει σωματοφύλακας. Ο ντ’ Αρτανιάν δεν είναι ένας από τους τρεις σωματοφύλακες του τίτλου. Αυτοί είναι οι φίλοι του, ο Άθως, ο Πόρθος και ο Άραμις, τρεις αχώριστοι φίλοι, που ενώνονται υπό το σύνθημα «Ένας για όλους, όλοι για έναν».

Η ιστορία του ντ’ Αρτανιάν συνεχίζεται στο "Είκοσι Έτη Μετά" και στον "Υποκόμη της Βραζελόνης". Τα τρία αυτά μυθιστορήματα του Δουμά είναι γνωστά ως Μυθιστορήματα του ντ’ Αρτανιάν.

Πρωτοεκδόθηκε σε συνέχειες στο περιοδικό Le Siècle από το Μάιο έως και τον Ιούλιο του 1844. Ο Δουμάς ισχυρίστηκε ότι ήταν βασισμένο σε χειρόγραφα, που ανακάλυψε στην εθνική βιβλιοθήκη (Bibliothèque Nationale). Αργότερα αποδείχθηκε ότι είχε βασιστεί στο βιβλίο Τα Απομνημονεύματα του κυρίου Ντ' Αρτανιάν, υπολοχαγού των σωματοφυλάκων του βασιλιά, του Γκατιέν ντε Κουρτιλ ντε Σάντρας (Κολωνία 1770). Το βιβλίο είχε γίνει αντικείμενο δανεισμού από τη βιβλιοθήκη της Μασσαλίας και δεν επιστράφηκε ποτέ, αφού ο Δουμάς το πήρε μαζί του στο Παρίσι. Η κάρτα δανεισμού σώζεται έως σήμερα.

Η εκδοχή του Δουμά καλύπτει χρονικά την περίοδο από το 1625 έως το 1628. Οι τέσσερεις ήρωες αναμιγνύονται σε ίντριγκες, που περιλαμβάνουν τον αδύναμο βασιλιά Λουδοβίκο ΙΓ΄, τον πανίσχυρο και πανούργο καρδινάλιο Ρισελιέ, την όμορφη βασίλισσα Άννα την Αυστριακή, τον Άγγλο εραστή της, Ζωρζ Βιλλιέ, πρώτο δούκα του Μπάκιγχαμ και την πολιορκία της Λα Ροσέλ. Στην πλοκή προστίθενται και η μυστηριώδης λαίδη ντε Γουίντερ και ο κόμης ντε Ροσφόρ, δεξί χέρι του Ρισελιέ.

Πλοκή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο κύριος ήρωας του έργου, ντ’ Αρτανιάν, κατάγεται από μία φτωχή και ταπεινή οικογένεια της Γασκώνης, η οποία κατοικεί κοντά σε μία περιοχή, που ονομάζεται Αρτανιάν. Τον Απρίλιο του 1625 εγκαταλείπει την πατρίδα του και πηγαίνει στο Παρίσι προκειμένου να εκπληρώσει το μεγαλύτερο του όνειρο, να γίνει σωματοφύλακας του βασιλιά. Για καλή του τύχη, ο πατέρας του γνωρίζει το κύριο ντε Τρεβίλ, διοικητή των σωματοφυλάκων και Γασκώνο και έτσι του παρέχει μία συστατική επιστολή. Στη διαδρομή αφού το παράξενου χρώματος υποζύγιό του γελοιοποιείται από κάποιους περαστικούς, ο ντ' Αρτανιάν διαπληκτίζεται έξω από ένα πανδοχείο με έναν μυστηριώδη τύπο, με μαύρη κάπα και μία ουλή στο πρόσωπο. Αφού προσβάλλεται από τους υπηρέτες του πανδοχείου, καθώς ο πανδοχέας θεωρεί ορθότερο να πάρει το μέρος του πελάτη του και ευγενή, βρίσκεται τραυματισμένος, ενώ ο ξένος φεύγει χωρίς να ανησυχήσει καθόλου. Όταν ο ντ’ Αρτανιάν συνέρχεται αντιλαμβάνεται ότι ο ξένος τού έχει κλέψει τη συστατική του επιστολή. Ο ξενοδόχος ωστόσο καταφέρνει να του αποσπάσει αρκετά χρήματα μέχρι να αναρρώσει πλήρως.

Άγαλμα του ντ' Αρτανιάν στο Μάαστριχτ

Στο Παρίσι ο ντ’ Αρτανιάν πηγαίνει κατευθείαν στο αρχηγείο των σωματοφυλάκων, χωρίς όμως τη συστατική επιστολή, με αποτέλεσμα να αντιμετωπίσει ψυχρότητα από τη μεριά του κυρίου ντε Τρεβίλ. Την ώρα που του περιγράφει το πρόσωπο που του έκλεψε το γράμμα, το βλέμμα του πέφτει πάνω σ' αυτό το πρόσωπο. Καθώς τρέχει να προφτάσει τον ξένο για να λογαριαστεί μαζί του, πέφτει πάνω σ' ένα σωματοφύλακα, τον Άθω, με αποτέλεσμα να ορίσουν μεταξύ τους μονομαχία. Με την ίδια ή παραπλήσιες αφορμές, κατορθώνει την ίδια μέρα να ορίζει μονομαχία και με δύο άλλους σωματοφύλακες: τον Πόρθο και τον Άραμη. Οι τρεις σωματοφύλακες, δηλαδή ο Άθως, ο Πόρθος και ο Άραμης, είναι στενοί φίλοι και πρόσωπα ευγενικής καταγωγής, που για διάφορους λόγους κατατάχθηκαν με τα ψευδώνυμα αυτά στο σώμα των Σωματοφυλάκων. Οι τρεις τους θα αντιμετωπίσουν τον ντ’ Αρτανιάν ο ένας μετά τον άλλο. Κατά τη συνάντηση των τεσσάρων ανδρών και μετά από μία σύγχυση που επικρατεί μόλις αντιλαμβάνονται οι τρεις φίλοι ότι όλοι θα μονομαχήσουν με τον ίδιο άντρα, ξεκινά η πρώτη μονομαχία μεταξύ ντ’ Αρτανιάν και Άθου. Διακόπτεται όμως από τους φρουρούς του καρδινάλιου Ρισελιέ, οι οποίοι απειλούν να συλλάβουν την τετράδα, καθώς οι μονομαχίες απαγορεύονται με βάση βασιλικό διάταγμα. Οι τρεις φίλοι και ο ντ’ Αρτανιάν συμμαχούν και νικούν τους φρουρούς. Με αυτό τον τρόπο ο νεαρός Γασκώνος κερδίζει την εύνοια του κυρίου ντε Τρεβίλ και τη φιλία των τριών σωματοφυλάκων. Απαραίτητη για να γίνει σωματοφύλακας είναι η εμπειρία και έτσι τοποθετείται φρουρός στη βασιλική φρουρά του κυρίου ντες Εσσάρ.

Μετά την εύρεση στέγης και την πρόσληψη ενός υπηρέτη, του Πλανσέ, γνωρίζει την όμορφη σύζυγο του σπιτονοικοκύρη του, την οποία ερωτεύεται ακαριαία. Ονομάζεται Κονστάνς Μπονασιέ και βρίσκεται στην υπηρεσία της βασίλισσας Άννας της Αυστριακής. Η βασίλισσα δεν είναι ικανοποιημένη με το γάμο της και φλερτάρει με τον Άγγλο πρωθυπουργό, δούκα του Μπάκιγχαμ. Η Κονστάνς και ο ντ’ Αρτανιάν διευκολύνουν μία συνάντηση του ζευγαριού, στην οποία η βασίλισσα χαρίζει στον αγαπημένο της μερικά διαμάντια που της είχε δωρίσει ο σύζυγός της. Ωστόσο ο Ρισελιέ μαθαίνοντας από τους κατασκόπους του για το δώρο, πείθει τον βασιλιά να διοργανώσει χορό, στον οποίο η βασίλισσα θα αναμένεται να φορά τα συγκεκριμένα κοσμήματα.

Ο Ντ΄ Αρτανιάν και οι σύντροφοί του πηγαίνουν στο Λονδίνο για να πάρουν τα διαμάντια από τον Μπάκιγχαμ. Το ταξίδι τους είναι γεμάτο κινδύνους σταλμένους από τον καρδινάλιο. Τόσο ο Άθως, όσο ο Πόρθος και ο Άραμης τραυματίζονται σοβαρά και έτσι μόνο ο ντ’ Αρτανιάν κατορθώνει να φτάσει στο Λονδίνο, απ’ όπου παραλαμβάνει τα κοσμήματα και τα επιστρέφει στη βασίλισσα. Ο καρδινάλιος εντυπωσιάζεται τόσο όσο να προσκαλέσει τον ντ’ Αρτανιάν στους φρουρούς του. Εκείνος απορρίπτει την πρόταση, λόγω της αφοσίωσής του στους φίλους του, με τίμημα όμως να χάσει την προστασία του Ρισελιέ.

Η εκδίκηση του καρδινάλιου έρχεται άμεσα, το επόμενο απόγευμα η Κονστάνς απαγάγεται. Ταυτόχρονα ο ντ’ Αρτανιάν συσχετίζεται φιλικά με τον κόμη ντε Γουίντερ, έναν Άγγλο ευγενή, που τον συστήνει στην κουνιάδα του, μιλαίδη ντε Γουίντερ. Παρά τον έρωτά του για την Κονστάνς και τις υποψίες του ότι η μιλαίδη είναι κατάσκοπος του καρδινάλιου, αντιστέκεται με μεγάλη δυσκολία στα θέλγητρά της. Πέφτει στην παγίδα να πιστέψει ότι είναι ερωτευμένη μαζί του, ωσότου πέφτει στα χέρια του ένα γράμμα της προς τον πραγματικό της αγαπημένο, κόμητα ντε Βαρντ. Με τη βοήθεια της Καίτης, της καμαριέρας της μιλαίδης, που είναι ερωτευμένη μαζί του, την εκδικείται. Συγκεκριμένα περνά μια νύχτα μαζί της, υποκρινόμενος ότι είναι ο κόμης ντε Βαρντ. Στη συνέχεια ομολογεί την αλήθεια με αποτέλεσμα εκείνη να προσπαθήσει να τον μαχαιρώσει με ένα στιλέτο. Πάνω στην πάλη ο ντ’ Αρτανιάν ανακαλύπτει ότι η μιλαίδη έχει στον ώμο της χαραγμένο έναν κρίνο, που τη σημαδεύει ως κατάδικο. Μετά από αυτή την αποκάλυψη, ο ντ’ Αρτανιάν ανακαλεί μία ιστορία που του είχε διηγηθεί ο Άθως και αντιλαμβάνεται ότι η μιλαίδη δεν είναι μία Αγγλίδα ευγενής, όπως νόμιζε μέχρι τότε, αλλά η γυναίκα του Άθω, που όλοι νόμιζαν νεκρή. Γνωρίζει πλέον ότι η μιλαίδη δεν πρόκειται να τον συγχωρήσει ποτέ για την προσβολή που της έκανε και ανακουφίζεται όταν μαθαίνει ότι όλοι οι στρατιώτες του βασιλιά πρέπει να μεταβούν στη Λα Ροσέλ, πόλη η οποία ελεγχόταν από Προτεστάντες και τελούσε υπό πολιορκία.

Οι τέσσερις φίλοι αναγκάζονται να προμηθευτούν άλογα και εξοπλισμό για την εκστρατεία, κάτι όχι και τόσο εύκολο, λόγω της δύσκολης οικονομικής τους κατάστασης. Τελικά ο Άθως εξασφαλίζει χρήματα από κρυφές πηγές, ενώ ο Άραμης από μία ή δύο ερωμένες. Ο Πόρθος αναγκάζεται να στραφεί στη σύζυγο ενός μίζερου ηλικιωμένου δικηγόρου και ο ντ’ Αρτανιάν να ενεχυριάσει ένα διαμάντι, που του δόθηκε από τη βασίλισσα σαν ανταμοιβή για το ταξίδι του στην Αγγλία. Εντέλει όλοι έχουν την δυνατότητα να συμμετάσχουν αξιοπρεπώς στην εκστρατεία.

Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας, η μιλαίδη πραγματοποιεί πολλές απόπειρες προκειμένου να σκοτώσει τον ντ’ Αρτανιάν μέσα και γύρω από τη Λα Ροσέλ, αλλά αποτυγχάνει. Την ίδια περίοδο ο ντ’ Αρτανιάν μαθαίνει ότι η βασίλισσα κατόρθωσε να βγάλει την Κονστάνς από τη φυλακή, όπου την είχαν στείλει ο Καρδινάλιος και η μιλαίδη, και ότι η αγαπημένη του είναι κρυμμένη κάπου ασφαλής. Ένας από τους υποψήφιους φονιάδες τού παρέχει μία σημαντική πληροφορία, το όνομα ενός πανδοχείου, όπου η μιλαίδη θα τον αντάμειβε για το έγκλημά του.

Ο Άθως, ο Πόρθος και ο Άραμης πηγαίνουν σε αυτό το πανδοχείο και κατορθώνουν να κρυφακούσουν μία συζήτηση του καρδινάλιου και της μιλαίδης. Ο Ρισελιέ τη διατάζει να σκοτώσει το δούκα του Μπάκιγχαμ, με αντάλλαγμα εκείνος να «τακτοποιήσει» τον ντ’ Αρτανιάν. Της δίνει μάλιστα και ένα χαρτί που την απαλλάσσει από οποιαδήποτε κατηγορία. Συγκεκριμένα αναφέρει: «Με δική μου εντολή και για το καλό της χώρας, ο κάτοχος του παρόντος έκανε αυτά που έκανε». Μετά την αποχώρηση του καρδινάλιου, ο Άθως παρουσιάζεται στη μιλαίδη και απειλώντας τη ζωή της την εξαναγκάζει να του δώσει το χαρτί. Ο κόμης ντε λα Φερ, όπως ήταν κάποτε το όνομα του Άθω, γνωρίζει πολύ καλά το παρελθόν της και η μιλαίδη τον φοβάται περισσότερο από κάθε άλλον άντρα.

Κατά την επανένωση των τεσσάρων φίλων ο Άθως παραδίδει στον ντ' Αρτανιάν το χαρτί που απέσπασε από τη μιλαίδη και πείθει το νερό να το κρατήσει για προσωπική του χρήση. Εξαιτίας του πολέμου μεταξύ Αγγλίας και Γαλλίας κάθε πιθανή απόπειρα των σωματοφυλάκων να ειδοποιήσουν το δούκα για την επικείμενη απειλή θα ήταν προδοσία για αυτό αποφασίζουν να γράψουν στον κόμη ντε Γουίντερ, ο οποίος με την κήρυξη του πολέμου επέστρεψε στην πατρίδα του, ζητώντας του να τακτοποιήσει την κουνιάδα του. Ο έμπιστος Πλανσέ αναλαμβάνει την παράδοση του γράμματος, η οποία φτάνει έγκαιρα. Ο κόμης ακολουθεί τη συμβουλή και φυλακίζει τη μιλαίδη σε ένα παραθαλάσσιο κάστρο, υπό την εποπτεία του πουριτανού και αδιάφθορου Τζων Φέλτον.

Ο καρδινάλιος Ρισελιέ

Παράλληλα, στη Λα Ροσέλ ο καρδινάλιος θαυμάζει το θάρρος του ντ’ Αρτανιάν και εισηγείται στον κύριο ντε Τρεβίλ να τον δεχτεί στους σωματοφύλακες. Έτσι πραγματοποιείται το μεγαλύτερο όνειρο του ντ’ Αρτανιάν και σαν να μην έφτανε αυτό, η βασίλισσα αποφασίζει να του αποκαλύψει το μέρος όπου βρίσκεται η Κονστάνς. Πρόκειται για ένα μοναστήρι κοντά στη Μπετίν, περιοχή της νότιας Γαλλίας. Οι τέσσερις φίλοι αναχωρούν για την περιοχή, αμέσως μόλις τους το επιτρέπουν οι συνθήκες.

Ενώ βρίσκεται φυλακισμένη στην Αγγλία, η μιλαίδη αποπλανεί τον απρόσιτο κατά τα άλλα Φέλτον και τον πείθει όχι μόνο να τη βοηθήσει να δραπετεύσει αλλά και να δολοφονήσει το δούκα του Μπάκιγχαμ. Ενώ ο αφελής Φέλτον μαχαιρώνει τον πρωθυπουργό, η μιλαίδη σαλπάρει για τη Γαλλία. Γράφει στον καρδινάλιο προκειμένου να τον ενημερώσει ότι η αποστολή της ολοκληρώθηκε και ότι θα παραμείνει κρυμμένη σε ασφαλές μέρος μέχρι να λάβει την πληρωμή της γι' αυτή. Σαν να το είχε σχεδιάσει η μοίρα η μιλαίδη καταφεύγει στο ίδιο μοναστήρι, όπου η βασίλισσα έχει κρύψει την Κονστάνς. Μη γνωρίζοντας την πραγματική ταυτότητα της ξένης, η εύπιστη Κονστάνς ανοίγει την καρδιά της. Η μιλαίδη αντιλαμβάνεται ότι από στιγμή σε στιγμή ο εχθρός της ντ’ Αρτανιάν θα καταφτάσει στο μοναστήρι. Δραπετεύει λίγες στιγμές πριν την άφιξή του αφού πρώτα παίρνει την εκδίκηση της. Δηλητηριάζει την Κονστάνς, η οποία λίγες στιγμές αργότερα πεθαίνει στην αγκαλιά του αγαπημένου της.

Ο κόμης ντε Γουίντερ, που καταφτάνει, πληροφορεί τους τέσσερις φίλους για τη δολοφονία του δούκα. Και οι πέντε συμφωνούν να εντοπίσουν τη μιλαίδη και να τις επιβάλλουν μία δίκαιη τιμωρία. Ο Άθως απομακρύνεται για λίγο και όταν επιστρέφει έχει μαζί του ένα μυστηριώδη άντρα με κόκκινη κουκούλα. Τελικά κατορθώνουν να εντοπίσουν το κρησφύγετο της μιλαίδης, ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι στις όχθες του ποταμού Λι στα περίχωρα της Φλάνδρας και την παγιδεύουν. Οι έξι άνδρες αποδίδουν στη μιλαίδη πολυάριθμες κατηγορίες: το δηλητηριασμό της κυρίας Μπονασιέ, τις δολοφονικές απόπειρες εναντίον του ντ’ Αρτανιάν, ηθική αυτουργία στη δολοφονία του δούκα του Μπάκιγχαμ, τη διαφθορά του Φέλτον καθώς και τη δολοφονία του πρώην συζύγου της κόμη ντε Γουίντερ, αδερφού του κόμη. Η βαρύτερη κατηγορία απαγγέλλεται όμως όταν ο Άθως αποκαλύπτει ότι η μιλαίδη είναι σύζυγός του και σημαδεμένη στον ώμο. Στην αποκάλυψη του Άθου η μιλαίδη ζητά από τον Άθω να παρουσιάσει αυτόν που τη στιγμάτισε και τότε ο άνδρας με την κόκκινη κουκούλα κάνει ένα βήμα εμπρός. Εκείνη αμέσως αναγνωρίζει στο πρόσωπό του το δήμιο της Λιλ. Τότε εκείνος συνοψίζει το παρελθόν της.

Ήταν μία όμορφη μοναχή, η οποία ξελόγιασε τον ιερέα της ενορίας της, ο οποίος ήταν αδερφός του δήμιου. Αναζητώντας απεγνωσμένα χρήματα με σκοπό να φύγουν για άλλο μέρος της χώρας, ο ιερέας έκλεψε και πούλησε ιερά σκεύη, όμως τους συνέλαβαν και τους έκλεισαν στη φυλακή. Η μιλαίδη ξελόγιασε τον γιό του δεσμοφύλακα και κατόρθωσε να δραπετεύσει. Ο δήμιος της Λιλ ήταν υποχρεωμένος να στιγματίσει με πυρακτωμένο σίδερο τόσο τον αδερφό του όσο και τη γυναίκα που τον ξελόγιασε. Ενώ ο δήμιος κατόρθωσε να εντοπίσει τη μιλαίδη και να τη στιγματίσει, ο αδερφός του δραπέτευσε και ξαναέσμιξε μαζί της. Πήγαν στην επαρχία, όπου ζούσε ο κόμης Ντε λα Φερ, και προσποιήθηκαν ότι είναι αδέρφια. Η μιλαίδη εγκατέλειψε τον ιερέα για να γίνει γυναίκα του Άθω. Ο ιερέας, συντετριμμένος και εγκαταλελειμμένος, έμαθε ότι ο αδερφός του ήταν φυλακισμένος στη θέση του. Παραδόθηκε για να ελευθερωθεί ο αδερφός του και στη συνέχεια αυτοκτόνησε.

Μετά τον αποκεφαλισμό της μιλαίδης στη Φλάνδρα, οι σωματοφύλακες επιστρέφουν στη Λα Ροσέλ. Στην πορεία τους συναντούν τον κόμη Λα Ροσφόρ, στενό συνεργάτη του Καρδινάλιου και παλιό εχθρό του ντ’ Αρτανιάν, ο οποίος ταξίδευε με σκοπό να πληρώσει τη μιλαίδη. Παράλληλα έχει διαταγή να συλλάβει τον ντ’ Αρτανιάν αν τυχόν τον συναντούσε. Καθώς βρίσκονται κοντά στη Λα Ροσέλ ο Ροσφόρ αποφασίζει να αναβάλλει το ταξίδι του για να συναντήσει τη μιλαίδη με σκοπό να οδηγήσει το ντ’ Αρτανιάν κατευθείαν στον Καρδινάλιο. Όταν ο ντ’ Αρτανιάν οδηγείται μπροστά στον Καρδινάλιο αυτός του απαγγέλλει τις κατηγορίες, οι περισσότερες από τις οποίες είναι κατασκευασμένες, με σκοπό να δικαιολογήσουν την επιθυμία της μιλαίδης να δει νεκρό τον ντ’ Αρτανιάν. Ο νεαρός σωματοφύλακας αποκαλύπτει την αλήθεια στον Καρδινάλιο και περιγράφει ολόκληρη την ιστορία της μιλαίδης, τις απόπειρες δολοφονίας εναντίον του, καθώς και το δηλητηριασμό της κυρίας Μπονασιέ. Ο Καρδινάλιος αναφέρει ότι εάν η μιλαίδη είναι όντως ένοχη, θα κριθεί στα δικαστήρια. Ο ντ’ Αρτανιάν παραδέχεται με ειλικρίνεια ότι έχουν ήδη τελειώσει με αυτή τη σατανική γυναίκα. Στη συνέχεια παρουσιάζει το απαλλακτικό που ο Άθως απέσπασε από τη μιλαίδη και το οποίο καθιστούσε νόμιμες όλες τις επιλήψιμες πράξεις της. Ο Καρδινάλιος εντυπωσιασμένος από τη γενναιότητα του ντ’ Αρτανιάν και έχοντας ήδη χρησιμοποιήσει τις υπηρεσίες της μιλαίδης για να εξοντώσει τον κύριο εχθρό της Γαλλίας, Μπάκιγχαμ, προσφέρει στο νεαρό μία θέση λοχαγού στους σωματοφύλακες με κενή τη θέση για το όνομα. Στη συνέχεια παρουσιάζει το Ροσφόρ και ζητά από τους δύο άντρες να αποκτήσουν καλές σχέσεις.

Ο ντ’ Αρτανιάν προσφέρει σε καθένα από τους φίλους του τη θέση, αλλά και οι τρεις αρνούνται λόγω προσωπικών κωλυμάτων αλλά κι επειδή θεωρούν ότι ο ντ’ Αρτανιάν είναι ο πλέον κατάλληλος για αυτή. Ο ντ’ Αρτανιάν είναι ο μόνος από τους τέσσερις συντρόφους που παραμένει στο στρατό. Ο Άθως αποσύρεται στα κτήματά του, ο Πόρθος παντρεύεται μία πλούσια χήρα και φεύγει για την εξοχή, ενώ ο Άραμης γίνεται ιερέας. Οι ζωές τους ωστόσο θα διασταυρωθούν ξανά στο "Είκοσι έτη μετά".

Μεταφράσεις και μεταφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αμερικανικό κόμικ

Η πλοκή του βιβλίου έχει εμπνεύσει κινηματογραφικές ταινίες, θεατρικά έργα, ταινίες και σειρές κινουμένων σχεδίων και μεταφορές σε σειρές κόμικς.

Ελληνική μετάφραση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρώτη μετάφραση του παραπάνω βιβλίου, αλλά και ολόκληρης της τριλογίας, στην Ελλάδα έγινε το 1884 και κυκλοφόρησε στην Αθήνα χωρίς να αναγράφεται το όνομα του εκδότη[1]. Αργότερα κυκλοφόρησε σε αναρίθμητες λαϊκές εκδόσεις, όσο και σε "σοβαρές" παιδικές εκδόσεις, κυρίως μετά τον πόλεμο. Σχεδόν όλες αυτές είναι διασκευές (κυρίως συντομεύσεις) του γαλλικού πρωτοτύπου.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Δημήτρης Χανός, Η Λαϊκή Λογοτεχνία (Το Λαϊκό Μυθιστόρημα), τομ. β', σ. 10, Αθήνα 1987, Περιοδικές Εκδόσεις "ΜΑΣΚΑΣ"

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα The Three Musketeers της Αγγλόγλωσσης Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).