Γαλλική λογοτεχνία του 17ου αιώνα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Λουδοβίκος ΙΔ', βασιλιάς της Γαλλίας, πίνακας του Hyacinthe Rigaud, 1701.

Η Γαλλική λογοτεχνία του 17ου αιώνα είναι συνδεδεμένη με τις πολιτικές, πνευματικές και καλλιτεχνικές εξελίξεις που έλαβαν χώρα από το 1598 - δημοσίευση του Διατάγματος της Νάντης του Ερρίκου Δ’ με το οποίο έληξαν οι θρησκευτικοί πόλεμοι του 16ου αιώνα - έως το 1715, με το θάνατο του Λουδοβίκου ΙΔ’, του βασιλιά-Ήλιου, που επέβαλε την απόλυτη μοναρχία στο βασίλειο. Η περίοδος μετά το 1685 - χρονολογία της ανάκλησης του Διατάγματος της Νάντης - μπορεί επίσης να θεωρηθεί ως χρονικό ορόσημο της μετάβασης από τον 17ο στο 18ο αιώνα.[1]

Ένα από τα κυρίαρχα γεγονότα στον πολιτιστικό χώρο είναι η ισχυρή εδραίωση της βασιλικής εξουσίας η οποία, στα τέλη του 17ου αιώνα, έκανε το βασιλιά και τη βασιλική Αυλή στις Βερσαλλίες  καθοριστικούς παράγοντες της διαμόρφωσης του καλού γούστου. Συγχρόνως, η πόλη και η ανερχόμενη αστική τάξη αρχίζουν να παίζουν σημαντικό ρόλο στο χώρο των τεχνών και της λογοτεχνίας με την ευρύτερη διάδοση των έργων και την ανάπτυξη της ανάγνωσης.

Δύο σημαντικά λογοτεχνικά ρεύματα κυριαρχούν σ'αυτόν τον αιώνα: Το μπαρόκ που χαρακτηρίζεται από την υπερβολή και τον εντυπωσιασμό και ο κλασικισμός, που προβάλει τα κλασικά ιδεώδη της τάξης, της σαφήνειας, της αναλογίας και του καλού γούστου. Είναι μια σημαντική περίοδος για τη γαλλική γλώσσα και τη γαλλική λογοτεχνία, κυρίως για τα έργα του κλασικού θεάτρου με τις τραγωδίες των μεγάλων δραματουργών Κορνέιγ και Ρακίνα και τις κωμωδίες του Μολιέρου. Συγχρόνως δημιουργήθηκαν αριστουργήματα και αναπτύχθηκαν και άλλα λογοτεχνικά είδη, όπως η ποίηση, οι μύθοι (Ζαν ντε λα Φονταίν, Σαρλ Περώ), το μυθιστόρημα, τα κωμικά διηγήματα και η επιστολογραφία.

Επισκόπηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μαζαρίνος
Ο καρδινάλιος Ρισελιέ
Ο Λουδοβίκος ΙΓ'

Για τη Γαλλία, ο 17ος  αιώνας σε ιστορική βάση  ορίζεται από δύο ημερομηνίες: το 1598 με το Διάταγμα της Νάντης του Ερίκου Δ’ με το οποίο έληξε η περίοδος των θρησκευτικών πολέμων του 16ου αιώνα και το 1715, ημερομηνία θανάτου του Λουδοβίκου ΙΔ’ που επέβαλε κατά τη διάρκεια της πολύ μακράς βασιλείας του την απόλυτη μοναρχία στη Γαλλία και διεύρυνε το βασίλειο με πολλές κατακτήσεις. Ανάμεσα σε αυτές τις δύο ημερομηνίες η βασιλική εξουσία ενισχύθηκε από τον πρωθυπουργό του Λουδοβίκου ΙΓ΄ τον Ρισελιέ, κατά τη διάρκεια της αντιβασιλείας της Άννας της Αυστρίας από τον πρωθυπουργό Μαζαρίνο και από το έργο του Λουδοβίκου ΙΔ’. Η βασιλική εξουσία ασχολήθηκε με τις τέχνες και υποστήριξε τους καλλιτέχνες, δημιουργώντας έτσι αυτό που ονομάστηκε «γαλλικός κλασικισμός». Ασχολήθηκε επίσης με την κωδικοποίηση της γλώσσας. Το 1635 ο Ρισελιέ δημιούργησε την Γαλλική Ακαδημία, που καθόρισε τα πρότυπα της γαλλικής γλώσσας. Η λογοτεχνία του 16ου αιώνα είχε συμβάλει στο να εμπλουτισθεί η γαλλική γλώσσα ώστε να φθάσει στο ύψος των αρχαίων γλωσσών και  οι συγγραφείς καλωσόρισαν με χαρά κάθε είδους νεωτερισμό. Ο 17ος αιώνας ανέλαβε  να τη βελτιώσει και να θεσπίσει κανόνες. Αυτή η φροντίδα για την κωδικοποίηση της γλώσσας κυριαρχούσε επίσης στα σαλόνια και στους λογοτεχνικούς κύκλους.

Ρενέ Ντεκάρτ

Παράλληλα, το κοινωνικό ιδεώδες εξελίχθηκε με τον τύπο του "έντιμου ανθρώπου" (honnête homme) καλλιεργημένου, κοινωνικού και ανοιχτού στις νέες ιδέες[2]. Ο κόσμος των ιδεών συνέχισε την εξέλιξή του με τον καρτεσιανισμό που τροποποίησε τις πνευματικές προσεγγίσεις δίνοντας μια πρωταρχική θέση στο λόγο (Cogito ergo sum[3]) και που επηρέασε το κλασικό ιδεώδες μέσω της φροντίδας του για την τάξη και την πειθαρχία. Η φιλοσοφία του Ρενέ Ντεκάρτ (1596-1650), δημιουργώντας την αμφισβήτηση ως αρχή του μεταφυσικού του συστήματος, οδήγησε στα τέλη του αιώνα στις αρχές του Διαφωτισμού με την αμφισβήτηση να προέρχεται από καινοτόμα πνεύματα όπως ο Πιέρ Μπαιλ ή ο Φοντενέλ, τη στιγμή που ταυτόχρονα στην Ευρώπη οι επιστημονικές προσεγγίσεις επιβεβαιώνονταν με τους Κέπλερ, Χάρβει, Μπλεζ Πασκάλ, Νεύτωνα. Ο πνευματικός ελευθεριασμός, αν και καταπολεμήθηκε συστηματικά από την Εκκλησία, ωρίμαζε σιγά-σιγά στα μυαλά μετά τον απόηχο του  Πιέρ Γκασσεντί (1592-1655), φιλόσοφου, αστρονόμου και μαθηματικού, ηγέτη μιας ομάδας ελεύθερα σκεπτόμενων διανοούμενων.

Οι θρησκευτικές σκέψεις και πρακτικές σηματοδοτούν επίσης τον αιώνα με την ανάκληση του διατάγματος της Νάντης από τον Λουδοβίκο ΙΔ΄ το 1685, το οποίο έθεσε τέλος στην ανεκτικότητα έναντι των προτεσταντών προς όφελος των Ιησουιτών και των Γιανσενιστών. Οι Ιησουίτες, εκτός από την πολιτική επιρροή τους, συνέβαλαν στη διαμόρφωση της σκέψης του αιώνα και στην ανάπτυξη του κλασσικού ύφους. Τα σχολεία των Ιησουιτών έφεραν δύο βασικά στοιχεία στο σχηματισμό του κλασικισμού: την ανθρωπιστική προτίμηση των Αρχαίων  ως πρότυπο ομορφιάς και σοφίας, και την ψυχολογία, που στοχεύει να γνωρίσει τον άνθρωπο, να συζητήσει γι 'αυτόν, να μετρήσει τη δύναμη των παθών του και τη θέλησή του. Ο Γιανσενισμός, από την πλευρά του, έχει μια μάλλον έμμεση και ηθική επιρροή με το αυστηρό ιδεώδες που συνδέεται με τη θεολογία του Απόλυτου προορισμού.

Το ανάκτορο των Βερσαλλιών
Ο Λουδοβίκος ΙΔ΄και η αυλή του

Όλα αυτά τα στοιχεία παίζουν το ρόλο τους στο αισθητικό πεδίο και στη σχετική σημασία των δύο ρευμάτων που κυριαρχούν στον αιώνα: πρώτον, το κίνημα μπαρόκ, μακροβιότερο και πανευρωπαϊκό, έπειτα ο κλασικισμός, και συγκεκριμένα ο γαλλικός κλασικισμός,  μικρότερης διάρκειας και συνδεδεμένος με τον «αιώνα του Λουδοβίκου ΙΔ΄». Το μπαρόκ είναι μια αισθητική του αβέβαιου, του ευμετάβλητου και της υπεραφθονίας, ενώ αντίθετα, ο κλασικισμός χαρακτηρίζεται από τη συντήρηση, την τάξη και την ηθική φιλοδοξία: είναι αυτό το ρεύμα που θα κυριαρχήσει στη Γαλλία κατά το δεύτερο μισό του αιώνα, με την παρέμβαση του απόλυτου μονάρχη με τις συγκεντρωτικές τάσεις, που θα ενθαρρύνει την ίδρυση πολλών Ακαδημιών για να επιβλέπει τις αποδεκτές αρχές και πρακτικές  στη σκέψη και την τέχνη: η Γαλλική Ακαδημία το 1635, η Βασιλική Ακαδημία ζωγραφικής και γλυπτικής το 1665 , η Ακαδημία Επιστημών το 1666.

Λογοτεχνία και κοινωνία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κωδικοποίηση της γλώσσας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο 16ος αιώνας είχε συμβάλει στο να εμπλουτισθεί η γαλλική γλώσσα και στόχος των λογίων και συγγραφέων ήταν να την εμπλουτίσουν ώστε να την καταστήσουν ανταγωνιστική, ισάξια άλλων αρχαίων γλωσσών. Οι συγγραφείς καλωσόρισαν με χαρά κάθε είδους νεωτερικότητα. Ο 17ος αιώνας ανέλαβε  να την καταστήσει πιο πολύτιμη, να την εξαγνίσει, να τη βελτιώσει και να θεσπίσει κανόνες.

Αυτή η κίνηση κωδικοποίησης της γλώσσας άρχισε πολύ νωρίς στα σαλόνια και τους λογοτεχνικούς κύκλους. Η νεοϊδρυθείσα Γαλλική Ακαδημία ανέλαβε να καθορίσει τα πρότυπα και πρότεινε την κωδικοποίηση του λεξιλογίου, της σύνταξης, της ποιητικής.

Αυτή την εποχή συντάχθηκε Γαλλική Γραμματική από τους μοναχούς του Πορ Ρουαγιάλ, η οποία θέσπιζε για πρώτη φορά τους γραμματικούς κανόνες και χρησιμεύει σαν βάση μέχρι σήμερα στη γαλλική γραμματική. Προς το τέλος του αιώνα εμφανίστηκαν τα πρώτα λεξικά της γαλλικής γλώσσας: το λεξικό του Ρισελέ (César-Pierre Richelet, 1680)[4], το λεξικό του Αντουάν Φυρετιέρ (το 1690) και αργότερα το λεξικό της Γαλλικής Ακαδημίας (1698).[5]

Οι ακαδημίες και τα σαλόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συζήτηση κυριών χωρίς τους συζύγους: το δείπνο, Abraham Bosse, 17ος αιώνας

Από τις αρχές του αιώνα μικρές ομάδες, που αναφέρονταν σαν ακαδημίες, καλλιέργησαν μια τάση για φιλολογικές συζητήσεις. Αυτές είτε ήταν κέντρα συζητήσεων μεταξύ λογίων ανδρών είτε επιστημονικές εταιρείες που ενδιαφέρονταν για τις καινούργιες γνώσεις. Σε μια προσπάθεια να περιορίσει τον αριθμό αυτών των ιδιωτικών χώρων πνευματικής και λογοτεχνικής ζωής και να επιβάλει τη βασιλική Αυλή ως καλλιτεχνικό κέντρο της Γαλλίας, ο Ρισελιέ μετέτρεψε μια από αυτές τις ακαδημίες σε εθνικό ίδρυμα και έτσι δημιουργήθηκε η Γαλλική Ακαδημία το 1635.

Τα σαλόνια[6] ήταν κοσμικές και φιλολογικές συγκεντρώσεις, μια επινόηση της Αναγέννησης, που επηρέασαν, άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο, τη γαλλική ζωή ως τον 19ο αιώνα. Αρχικά εντευκτήρια για άτομα της ανώτερης τάξης, αυτά τα σαλόνια άνοιξαν σταδιακά στους αστούς συγγραφείς, κυρίως το πρώτο μισό του 17ου αιώνα. Το δεύτερο μισό του αιώνα και κυρίως μετά τη δεκαετία του '60 οι καθοδηγητές του καλού γούστου και το καλλιτεχνικό και πολιτιστικό κέντρο της Γαλλίας ήταν η βασιλική Αυλή και ο βασιλιάς στις Βερσαλλίες.

Αριστοκρατικοί κώδικες και κοινωνικά ιδεώδη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι αξίες της αριστοκρατίας του 17ου αιώνα διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στη λογοτεχνία της εποχής. Οι πιο αξιοσημείωτες είναι η αριστοκρατική εμμονή με τη δόξα (la gloire) και το μεγαλείο (la grandeur). Το θέαμα της εξουσίας, του γοήτρου και της πολυτέλειας που εμφανίζεται στη λογοτεχνία του 17ου αιώνα μερικές φορές φθάνει να είναι δυσάρεστο ή ακόμη και προσβλητικό. Οι ήρωες του Κορνέιγ, για παράδειγμα, έχουν επισημανθεί από σύγχρονούς μας κριτικούς ως ματαιόδοξοι, εξωφρενικοί και υπερόπτες. Ωστόσο, οι σύγχρονοι αριστοκράτες αναγνώστες αναγνώριζαν αυτούς τους χαρακτήρες και τις ενέργειές τους ως εκπρόσωπους της ευγένειας.

Το ανάκτορο των Βερσαλλιών, τα μπαλέτα της βασιλικής αυλής, τα πορτρέτα των ευγενών, τα μνημεία - όλα αυτά ήταν επιδείξεις, παραστάσεις δόξας και κύρους. Για την αριστοκρατία η έννοια της δόξας (είτε καλλιτεχνική είτε στρατιωτική) δεν ήταν ματαιοδοξία, υπερηφάνεια ή υπεροψία αλλά μάλλον ηθική επιταγή. Οι ευγενείς έπρεπε να είναι γενναιόδωροι, μεγαλοπρεπείς και να διεκπεραιώνουν τα μεγάλα πράγματα ανιδιοτελώς, χωρίς προσδοκίες οικονομικού ή πολιτικού κέρδους και να ελέγχουν τα συναισθήματά τους, ειδικά το φόβο, τη ζήλια και την επιθυμία για εκδίκηση.

Το 17ο αιώνα αναπτύχθηκε το κοινωνικό ιδεώδες του honnête homme. Ο όρος αυτός δεν έχει μεταφραστεί επίσημα στα ελληνικά, ούτε όμως και σε άλλες γλώσσες. Μεταφράζοντας κατά λέξη θα τον αποδίδαμε ως έντιμο άνδρα[2], ή καλό καγαθό, κατά το αρχαίο πρότυπο. Η έννοια, ωστόσο, δεν εξαντλείται σ’ αυτήν τη σημασία, αλλά υποστηρίζεται και από άλλες έννοιες, οι οποίες τη συνοδεύουν ως ένα αόρατο συγκείμενο. Τα κύρια χαρακτηριστικά του honnête homme είναι η τέχνη της συζήτησης, η προσαρμοστικότητα, η αυτοσυγκράτηση, η πνευματική ευρύτητα και οξύνοια, η επιδεξιότητα στο χειρισμό καταστάσεων, η ευπρέπεια στις κοινωνικές συναναστροφές, η ευγένεια, η γενναιοδωρία, η ηθική ακεραιότητα. Είναι το πρότυπο του άνδρα που ακολούθησε χρονικά τον ευγενή και τον αυλικό και λειτουργεί ως προάγγελος του αστού, ενός ανθρώπου που δεν μετράει πια η καταγωγή του για να είναι σεβαστός αλλά κατακτά την κοινωνική αποδοχή με την αξία, την αρετή, την ευγένεια και την καλλιέργειά του.[7]

Η κοινωνική επιφάνεια απαιτούσε την κατάλληλη εξωτερίκευση, "εμφανή κατανάλωση". Οι ευγενείς χρεώθηκαν για να χτίσουν αξιόλογα αστικά αρχοντικά (hôtels particuliers) και να αγοράσουν πολυτελή ρούχα, πίνακες ζωγραφικής, ασημικά, πιάτα και άλλα έπιπλα ανάλογα με το επίπεδό τους. Έπρεπε επίσης να δείξουν γενναιοδωρία χρηματοδοτώντας τις τέχνες. Αντίθετα, οι αστοί οι οποίοι υιοθετούσαν τα εξωτερικά σύμβολα των ευγενών (όπως το να έχουν σπαθί) επικρίθηκαν έντονα, μερικές φορές και με νομικές ενέργειες (νόμοι σχετικοί με τα πολυτελή ρούχα που φορούσαν οι αστοί υπήρχαν από τον Μεσαίωνα).

Πολλές από αυτές τις αριστοκρατικές αξίες άρχισαν να επικρίνονται στα μέσα του 17ου αιώνα. Ο Μπλαιζ Πασκάλ έκανε μια άγρια ​​επίθεση στο θέαμα της εξουσίας όπως επίσης και ο Φρανσουά ντε Λα Ροσφουκώ .

Τα λογοτεχνικά και ιδεολογικά ρεύματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα δύο μεγάλα ρεύματα που κυριαρχούν στον αιώνα είναι το μπαρόκ και ο κλασικισμός, αλλά αυτές οι έννοιες συστηματοποιήθηκαν πολύ αργότερα και, αν και υπάρχουν αισθητικές αντιθέσεις και συζητήσεις, υπάρχει επίσης συχνά συνύπαρξη των δύο προσεγγίσεων σε ένα έργο ή σε έναν συγγραφέα. Μια υπερβολικά απλοποιημένη χρονολογική προσέγγιση στη λογοτεχνική δημιουργία είναι: το πρώτο μισό του αιώνα μπαρόκ, το δεύτερο μισό κλασικό. Δεν είναι όμως απόλυτα ακριβής λόγω της συνύπαρξης μπαρόκ στοιχείων στα κλασικά έργα.

Το Μπαρόκ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γλυπτική μπαρόκ

Αυτή η καλλιτεχνική μορφή κυριάρχησε στην Ευρώπη το 17ο αιώνα. Όχι πολύ επιθετική στη Γαλλία, αναπτύχθηκε υπό την επίδραση κυρίως της Ιταλίας και αντιπροσωπεύει την κύρια τάση των ετών 1598 - 1630. Το μπαρόκ γεννήθηκε σαν αντίδραση στην προτεσταντική λιτότητα. Επικεντρώνεται σε μια αντίληψη ενός ασταθούς κόσμου, ενός κόσμου σε αέναη μεταμόρφωση. Αυτό το ρεύμα είναι πρόθυμο για ελευθερία και ανοιχτό στην πολυπλοκότητα της ζωής. Επιδιώκει να εντυπωσιάσει, να προκαλέσει τις αισθήσεις και όχι απλώς να συγκινήσει. Στόχος του είναι το να καταπλήξει, να δημιουργήσει ψευδαισθήσεις. Το θρησκευτικό μεταφυσικό στοιχείο, η ρευστότητα της ανθρώπινης κατάστασης, το ευμετάβλητο της ευτυχίας, το μάταιο της ανθρώπινης ύπαρξης και η βεβαιότητα του θανάτου ακυρώνουν την πιο αισιόδοξη ματιά για τη ζωή του αναγεννησιακού ανθρώπου. Η έννοια της τύχης και του τυχαίου κυριαρχεί, ο κόσμος μοιάζει ή είναι ένα θέατρο (theatrum mundi) και ο άνθρωπος μετεωρίζεται μεταξύ πραγματικού και ψεύτικου, αλήθειας και ψεύδους.[8]

Στη λογοτεχνία  περιέχει πολλές αντιφατικές τάσεις, αλλά μπορεί να συνοψισθεί σε μερικές κοινές αρχές:  Ορμή, αγάπη για τον αισθησιασμό, τα άκρα, τη διακόσμηση και τη γλωσσολογία.

Κατά τη μεταβατική περίοδο από το 1630 έως το 1660, το μπαρόκ, αν και σταδιακά αντικαταστάθηκε από τον κλασικισμό, εξακολουθεί να διαδραματίζει το ρόλο του. Είναι παρόν στο ρεύμα των Περισπούδαστων, στο μπουρλέσκ (κωμικό) και στο ελευθεριάζον ρεύμα. Ωστόσο, αυτά τα τρία ρεύματα δεν συγχέονται με το μπαρόκ αλλά το καθένα αναπτύσσει, με προνομιακό τρόπο, μία από τις πτυχές του.

Οι Περισπούδαστες (Les Précieuses)[9]

Η Μαντλέν ντε Σκυντερύ

Ήταν ένα ευρωπαϊκό φιλολογικό κίνημα που έφτασε στο αποκορύφωμά του στη Γαλλία κατά τα έτη 1650-1660, ένα αισθητικό ρεύμα αριστοκρατικής προέλευσης που κύριο χαρακτηριστικό του ήταν η προσπάθεια διάκρισης από το κοινό. Αυτή η επιθυμία για κομψότητα και τελειοποίηση εκδηλώνονταν στον πεδίο των ηθών, της συμπεριφοράς, των τρόπων, των προτιμήσεων καθώς και της γλώσσας και της λογοτεχνίας. Αυτό το ρεύμα συνδέθηκε επίσης με μια φεμινιστική διεκδίκηση που επιδίωκε την αναγνώριση των γυναικών στον κόσμο των διανοουμένων και καλλιτεχνών. Ο Αντουάν Μπωντώ ντε Σομαίζ (Antoine Baudeau de Somaize) παρουσίασε το Μεγάλο λεξικό των Περισπούδαστων το 1660.

Αυτή η εξεζητημένη κοινωνία σύχναζε στα σαλόνια, τα πιο γνωστά από τα οποία ήταν αυτά της μαρκησίας ντε Ραμπουιγιέ και της Μαντλέν ντε Σκυντερύ. Αρχικά αριστοκρατικά, αυτά τα σαλόνια άνοιξαν σταδιακά στους αστούς συγγραφείς μετά την αποτυχία των εξεγέρσεων της Σφενδόνης (La Fronde1648-1653) . Η λογοτεχνική μυθιστοριογραφία και η ποίηση είναι τα αγαπημένα θέματα αυτών των σαλονιών και οι συγγραφείς μετέφεραν στα μυθιστορήματα και στα ποιήματά τους αυτόν τον εκλεπτυσμένο κόσμο που διεκδικούσε μια κεντρική θέση για τον εξιδανικευμένο έρωτα.

Η επιθυμία για κομψότητα στη συνομιλία, η αναζήτηση καθαρότητας στο λεξιλόγιο με την κατάργηση των εκφράσεων από διαλέκτους, των αρχαϊσμών, της λαϊκής γλώσσας και η επινόηση νέων όρων ή περιφράσεων σε αντικατάσταση ονομάτων αντικειμένων που θεωρούνταν ταπεινά ή απλά συνηθισμένα οδήγησαν σε καταχρήσεις, που ο Μολιέρος διακωμώδησε στις Γελοίες Κομψευόμενες (Les Précieuses ridicules, 1659) και σε άλλα έργα του.

Αλλά αν και αυτό το κίνημα είχε τις αδυναμίες του, ωφέλησε ωστόσο διαδίδοντας την αγάπη για το διάβασμα και ενοποιώντας τη γλώσσα.Τα σαλόνια αυτά συνετέλεσαν στην εξέλιξη της γαλλικής γλώσσας και λογοτεχνίας.

Ο κλασικισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο κλασικισμός, μια από τις πιο λαμπρές πολιτιστικές εποχές στην ιστορία της Γαλλίας, είναι μια ιδεολογική και αισθητική έκφραση της απόλυτης μοναρχίας. Αναπτύχθηκε κατά το πρώτο μέρος του αιώνα και έφτασε στην αιχμή του γύρω στη δεκαετία του ‘60. Ο κλασικισμός είναι στενά συνδεδεμένος με τα φιλοσοφικά ρεύματα της εποχής, κυρίως με αυτό του ορθολογισμού του Ντεκάρτ,  από τον οποίο επηρεάστηκε.

Κλασική αισθητική

Αναπτύχθηκε κατά τα έτη 1630-1660. Η κλασική αισθητική βασίζεται σε τρεις βασικές αρχές: τον ορθολογισμό, τη μίμηση της φύσης και τη μίμηση της Αρχαιότητας. Αργότερα, το 1674, στην Ποιητική τέχνη  ο Νικολά Μπουαλώ έκανε μια σύνθεση όλων που αποτελούν το κλασικό στυλ.

Ο κλασικισμός καθιέρωσε την υπεροχή της λογικής που ασκείται με κανόνες. Η αναπαράσταση του ωραίου και του πραγματικού παραμένει η μεγάλη φροντίδα των συγγραφέων. Αλλά καθώς οι δημιουργοί απευθύνονται σε ένα συγκεκριμένο κοινό, τη βασιλική Αυλή, το ιδανικό είναι να εμπνεύσει το σεβασμό για το βασιλικό καθεστώς, το ωραίο είναι αυτό που είναι σύμφωνο με τη χριστιανική ηθική. Για αυτούς, η αναπαράσταση του πραγματικού είναι η αναπαράσταση της ανθρώπινης φύσης, αναπαράσταση του ανθρώπου. Η απεικόνιση των ανθρώπινων παθών, η ανάλυσή τους, δίνει έναν ψυχολογικό χαρακτήρα στην κλασική λογοτεχνία. Ο κλασικισμός είναι απρόθυμος να εισαγάγει το άσχημο, το ταπεινό, το περίεργο, το φανταστικό, το μη σχετιζόμενο με το ιδανικό της αρμονικής τελειότητας και έτσι μειώνει το πεδίο παρατήρησης του. Μόνο το ωραίο έπρεπε να μιμούνται.

Την έμπνευσή τους οι κλασικοί συγγραφείς την άντλησαν από τους Αρχαίους. Και σ’αυτό όλοι οι μεγάλοι κλασικοί είναι αλληλέγγυοι, όλοι επιβεβαιώνουν την ανάγκη της έμπνευσης από τους Αρχαίους, να ακολουθούν τις οδηγίες τους και ακόμη και να αντλούν θέματα και εικόνες από τα έργα τους και από την αρχαία ιστορία. Όμως, καθώς τα πάντα στους αρχαίους δεν ήταν απομιμήσιμα, οι συγγραφείς προσάρμοσαν τα αντικείμενα που δανείστηκαν στα γούστα της εποχής, στις θεωρητικές απαιτήσεις του κλασικισμού.

Οι ελευθεριακοί (λιμπερτίνοι)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πιέρ Γκασεντί (1692-1655)

Οι ελευθεριακοί (ελεύθεροι στοχαστές) ήταν συγγραφείς που είχαν απομακρυνθεί από την επίσημη θρησκεία, το Χριστιανισμό, χλεύαζαν τις θρησκευτικές πρακτικές, επιδείκνυαν την ανεξαρτησία της σκέψης τους και προσπάθησαν να δώσουν στην ανθρώπινη ύπαρξη την κοσμική έννοια του όρου. Πρόβαλαν την ελευθεριακή σκέψη τους και την αντισυμβατικότητά τους και υιοθέτησαν τα ελευθεριακά ήθη ακόμη και στην προσωπική τους ζωή. Τολμηροί στην αρχή του αιώνα, χτυπήθηκαν από τον Ρισελιέ. Επανήλθαν στο προσκήνιο τη δεκαετία 1643-1653, κατά τη διάρκεια των εξεγέρσεων της Σφενδόνης. Το ελεύθερο πνεύμα (l'esprit libertin) επιβίωσε για χρόνια και εμφανίστηκε πάλι ορμητικό προς το τέλος του αιώνα.

Αυτό το ιδεολογικό ρεύμα βασίστηκε στην υλιστική φιλοσοφία του Πιέρ Γκασσεντί.  Ο Συρανό ντε Μπερζεράκ, μαθητής του Πιέρ Γκασσεντί, είναι ο κορυφαίος εκπρόσωπος της ελευθεριακής σκέψης. Άλλοι συγγραφείς οι Σαιν-Εβρεμόν, Γκαμπριέλ Νοντέ, Φρανσουά Λα Μοτ Λε Βαγιέ, οι ποιητές Τεοφίλ ντε Βιώ (που για τις ιδέες και τα ελεύθερα ήθη του καταδικάστηκε σε εξορία το 1619 και αργότερα σε θάνατο στην πυρά, από τον οποίο όμως διέφυγε), Μπουαρομπέρ, Σαιντ-Αμάν, ο επιστολογράφος Γκε ντε Μπαλζάκ, καθώς και ο στρατηγός Κοντέ.

Χαρακτηριστικός αυτής της στάσης είναι ο επώνυμος χαρακτήρας του έργου του Μολιέρου, ο Δον Ζουάν.

Οι μοραλιστές (ηθικολόγοι)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Φρανσουά ντε Λα Ροσφουκώ (1613-1680)

Έτσι ονομάστηκαν οι συγγραφείς οι οποίοι σε διάφορα είδη διερεύνησαν τη συμπεριφορά των ανθρώπων με συχνά απαισιόδοξες προσεγγίσεις. Οι κυριότεροι ήταν:

Ο Μπλαίζ Πασκάλ (1623-1662), μαθηματικός,φυσικός, θρησκευτικός φιλόσοφος, ήταν δεξιοτέχνης του γαλλικού πεζού λόγου. Παράλληλα με τις επιστημονικές του αναζητήσεις (νόμος της πίεσης του Πασκάλ), ανέπτυξε μια θρησκευτική θεωρία που δίδασκε ότι ο άνθρωπος αποκτά την εμπειρία του Θεού περισσότερο με την καρδιά παρά με το νου. Από τα σημαντικότερα έργα του οι Στοχασμοί (Pensées) και η Απολογία της χριστιανικής θρησκείας (Αpologie de lα religion chrétienne). Η αρχή του ενορατισμού που δίδαξε άσκησε μεγάλη επίδραση σε μεταγενέστερους φιλοσόφους του μεγέθους του Ζαν-Ζακ Ρουσώ, του Ανρί Μπεργκσόν καθώς και σε εκπροσώπους του Υπαρξισμού.[10]

Ο Φρανσουά ντε Λα Ροσφουκώ (1613-1680) εκπροσωπεί το κοσμικό είδος των αποφθεγμάτων με το έργο του Αποφθέγματα. Στα δηκτικά και περίτεχνα επιγράμματά του αναλύει χωρίς έλεος και με ύφος αυστηρά κλασικό τα χαρακτηριστικά της εποχής του - την εγωιστική αντιμετώπιση της ηθικής, τον κυνικό πεσιμισμό και την ανακάλυψη αυτού που σήμερα ονομάζεται υποσυνείδητο - και στηλιτεύει με τρόπο πνευματώδη και ρωμαλέο τον ατομικισμό, τον ιδεαλισμό, τον στωικισμό και τον διανοουμενισμό.

Ζαν ντε λα Μπρυγιέρ (1645-1696)

O Ζαν ντε Λα Μπρυγιέρ (1645-1696). Το σημαντικότερο έργο του είναι οι Χαρακτήρες, το πρώτο μέρος του οποίου ήταν μετάφραση των Χαρακτήρων του Θεόφραστου από τα ελληνικά (Les caractères de Théophraste) και το δεύτερο αναφερόταν στην εποχή του Οι χαρακτήρες ή τα ήθη αυτού του αιώνα (Les caractères ou les moeurs de ce siècle). Οι Χαρακτήρες διακρίνονται για το ύφος τους, τη διαπεραστική ειρωνεία και το ψυχολογικό βάθος τους. Ο Λα Μπρυγιέρ επιτίθεται κατά των καταχρήσεων των υπαλλήλων, της αλαζονείας των ευγενών, της αρπακτικότητας των χρηματιστών και της δουλικότητας των αυλικών («Στην εκκλησία των Βερσαλλιών δεν κοιτάζουν το Ιερό αλλά το βασιλιά»). Κατέκρινε τους άδικους θεσμούς και υπερασπίστηκε το λαό και ιδιαίτερα τον αγροτικό πληθυσμό που υπέφερε τα πάνδεινα εκείνη την εποχή από τους πολέμους και την άγρια φορολογία.

Η μαντάμ ντε Σαμπλέ (1599-1678) ανήκε στο είδος των κοσμικών διανοούμενων που διοργάνωνε φιλολογικές βραδιές. Στο σαλόνι της σύχναζαν οι μεγαλύτερες πνευματικές προσωπικότητες της εποχής, όπως ο Πασκάλ. Η κύρια διασκέδαση του κύκλου της ήταν η επινόηση και ανταλλαγή γνωμικών, για παράδειγμα "Ο έρωτας έχει κάτι το τόσο χαρακτηριστικό, που δεν μπορούμε να τον κρύψουμε όταν υπάρχει ούτε να τον προσποιηθούμε όταν δεν υπάρχει". Μετά το θάνατο της, δημοσιεύθηκε και ένα βιβλιαράκι με γνωμικά της, αλλά η μεγάλη συμβολή της είναι ότι σ’ αυτήν οφείλεται, κατά μεγάλο μέρος, ότι τα γνωμικά έγιναν πολύ της μόδας για τους επόμενους δύο αιώνες, ενώ η δράση του φιλολογικού της κύκλου ενέπνευσε πολυάριθμους συγγραφείς μεταξύ των οποίων και τον Λα Ροσφουκώ.[11]

Η πεζογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το αισθηματικό μυθιστόρημα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη Γαλλία, η περίοδος που ακολούθησε τους θρησκευτικούς πολέμους είδε την εμφάνιση μιας νέας αφηγηματικής μορφής, την οποία ορισμένοι μελετητές χαρακτήρισαν «αισθηματικό μυθιστόρημα», το οποίο γρήγορα έγινε μια λογοτεχνική τάση χάρη στον ενθουσιασμό ενός αναγνωστικού κοινού που αναζητούσε ψυχαγωγία μετά από τόσα χρόνια συγκρούσεων. Αυτά τα σύντομα και ρεαλιστικά μυθιστορήματα, ή "έρωτες", περιελάμβαναν εκτενή παραδείγματα χαρισματικών επιστολών και ευγενικών συζητήσεων, ερωτικών διαλόγων, γραμμάτων και ποιημάτων ενσωματωμένων στην υπόθεση και άλλων ρητορικών σχημάτων. Τα κείμενα αυτά διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη των νέων τρόπων ευγένειας και λόγου των ανώτερων τάξεων, που οδήγησαν στην έννοια του "έντιμου και ευγενούς ανθρώπου" (honnête homme)[2]. Οι πιο γνωστοί συγγραφείς που ασχολήθηκαν με το είδος ήταν ο Αντουάν ντε Νερβέζ (Antoine de Nervèze), ο Νικολά ντεζ Εσκυτώ (Nicolas des Escuteaux) και ο Φρανσουά ντυ Σουέ (François du Souhait). Κανένα από αυτά τα μυθιστορήματα δεν έχει αναδημοσιευτεί από τις αρχές του 17ου αιώνα και παραμένουν σε μεγάλο βαθμό άγνωστα σήμερα, όμως αντιπροσωπεύουν ένα σημαντικό στάδιο στην ανάπτυξη του μυθιστορήματος στη Γαλλία, που οδήγησε στην Αστραία του Ονορέ ντ'Υρφέ και, αργότερα, στην Μαντλέν ντε Σκυντερί και την Μαντάμ ντε Λαφαγιέτ, στην ανάπτυξη της εθιμοτυπίας και της αίσθησης της ευγένειας με την αντίληψη του "ευγενούς ανθρώπου" και στην εξέλιξη της γαλλικής γλώσσας.

Το μυθιστόρημα περιπέτειας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μέχρι το 1610 το αισθηματικό μυθιστόρημα είχε εξαφανιστεί σε μεγάλο βαθμό, καθώς τα γούστα επέστρεφαν στα μεγαλύτερα μυθιστορήματα περιπέτειας (romans d'aventures) και τα κλισέ τους: πειρατές, καταιγίδες, απαγωγές κοριτσιών, που ήταν δημοφιλή ήδη από την Αυλή των Βαλουά. Κοινό χαρακτηριστικό είναι η απεικόνιση των αριστοκρατικών τρόπων, οι πολλές περιπέτειες και η μελέτη των χαρακτήρων ιδιαίτερα στην ερωτική σχέση. Κύριος συγγραφέας είναι ο Μαρίν Λε Ρουά ντε Γκομπερβίλ (Marin le Roy de Gomberville, 1600; -1674) με σημαντικά έργα την Καριθέα (Carithée, 1621) και τον Πολέξανδρο, πρόδρομο του είδους[12] (5 τόμοι, Polexandre, 1632-1637). Ο Μπεροάλντ ντε Βερβίλ (Béroalde de Verville) έγραφε ακόμα και ο Νικολά ντε Μοντρέ (Nicolas de Montreux) είχε μόλις πεθάνει το 1608. Τόσο ο Νερβέζ όσο και ο Νικολά ντεζ Εσκυτώ έγραψαν μυθιστορήματα περιπέτειας και τα επόμενα είκοσι χρόνια ο ιερέας Ζαν-Πιέρ Καμύ (Jean-Pierre Camus,1584-1652) και ο Φρανσουά ντε Ροσέ (François de Rosset, 1571-1619) αναβίωσαν την παράδοση της σκοτεινού διηγήματος τρόμου, με επιρροές από την τραγική ιστορία (histoire tragique), και συχνά τελείωναν με αυτοκτονία ή δολοφονία.

Όλα αυτά τα έργα τα επισκίασε η εμφάνιση του μυθιστορήματος του Ονορέ ντ' Υρφέ , Η Αστραία (L'Astrée, 1607 έως 1633). Είχε θέμα βουκολικό και συναισθηματικό και είναι το πρώτο μυθιστόρημα-ποταμός της γαλλικής λογοτεχνίας. Το αποκάλεσαν «μυθιστόρημα των μυθιστορημάτων», εν μέρει για το τεράστιο μήκος του (6 μέρη, 40 ιστορίες, 60 βιβλία σε 5399 σελίδες) αλλά και για την επιτυχία που είχε σε όλη την Ευρώπη. Μεταφράστηκε σε μεγάλο αριθμό γλωσσών και διαβάστηκε σε κάθε βασιλική Αυλή. Ακόμα και σήμερα, αυτό το μυθιστόρημα αναδημοσιεύεται τακτικά, τόσο σε πλήρη όσο και σε συντομευμένη έκδοση, ακόμα και σε μορφή κόμικς. Η επιρροή του ήταν τεράστια, ειδικά η διαδοχική του δομή, η οποία επέτρεψε να εισαχθεί ένας μεγάλος αριθμός ιστοριών και χαρακτήρων και το τέλος να καθυστερεί για χιλιάδες σελίδες, ένα μυθιστόρημα όπου παρεμβάλλονται διαδοχικές συναρπαστικές ιστορίες (un roman à tiroirs).

Τα μυθιστορήματα από το 1640 έως το 1660 ήταν πολύτομα και περίπλοκα από δομική άποψη και χρησιμοποιούσαν τις ίδιες τεχνικές παρεμβαλλόμενων ιστοριών όπως ο ντ'Υρφέ. Ονομάστηκαν ηρωικά μυθιστορήματα (romans héroiques), συχνά αποκαλούμενα και "μυθιστορήματα βαθιάς ανάσας" (romans de longue haleine), διαδραματίζονταν στην αρχαία Ρώμη, την Αίγυπτο ή την Περσία, χρησιμοποιούσαν ιστορικούς χαρακτήρες και αναφέρονταν στις περιπέτειες μιας σειράς ιδανικών εραστών που τους χώριζε η μοίρα. Σε αντίθεση με τον ιπποτικό ρομαντισμό, τα μαγικά στοιχεία και πλάσματα ήταν σχετικά σπάνια. Επιπλέον, υπήρχε ψυχολογική ανάλυση και αναλύονταν ηθικά και συναισθηματικά ζητήματα, κάτι που έλειπε από το αναγεννησιακό μυθιστόρημα. Πολλά από αυτά τα μυθιστορήματα ήταν στην πραγματικότητα μυθιστορήματα με κλειδί (romans à clé), δηλαδή περιέγραφαν πραγματικές σύγχρονες σχέσεις κάτω από συγκεκαλυμμένους μυθιστορηματικούς χαρακτήρες.

Οι πιο διάσημοι από αυτούς τους συγγραφείς και μυθιστορήματα είναι:

  • Τα μυθιστορήματα του Ζωρζ και της αδελφής του Μαντλέν ντε Σκυντερί , όπως ο Ιμπραήμ ή ο ένδοξος πασάς (1641-1642) και κυρίως Αρταμένης ή ο Μέγας Κύρος (1649-1653), 10 τόμοι, και  Η Κλέλια με τον περίφημο χάρτη της  Αβρότητας (10 τόμοι μεταξύ 1654 και 1660 εκ των οποίων τα πρώτα υπογράφηκαν από τον Ζωρζ ντε Σκυντερί),
  • ο Ρολάν Λε Βαγιέ ντε Μπουτινί (Roland Le Vayer de Boutigny, 1627–1685) με αντιπροσωπευτικότερο έργο του τον Μιθριδάτη (Mithridate,1648–51) και
  • ο Γκωτιέ Κοστ (Gautier Costes, seigneur de la Calprenede,1614-1663), με την Κασσάνδρα (1642-1645 ), 10 τόμοι, την Κλεοπάτρα η όμορφη Αιγύπτια (1646-1658), 12 τόμοι, και  το Φαραμόν ή η ιστορία της Γαλλίας, αφιερωμένο στον βασιλιά (1661-1670, 7 τόμοι - ημιτελές).

Αντιδράσεις

Οι υπερβολές του μπαρόκ «ηρωικού και εξεζητημένου» μυθιστορήματος δημιούργησαν πολέμιους που απέρριπταν τα «μεγάλα μυθιστορήματα γεμάτα λόγια και υπέροχες περιπέτειες, και  κενά από πράγματα που θα πρέπει να μείνουν στο μυαλό του αναγνώστη και να τα σκεφθεί»(Eustache Le Noble). Από αντίδραση δημιουργήθηκε το ψυχολογικό μυθιστόρημα, που ονομάστηκε «κλασικό», όπως η πριγκίπισσα ντε Κλεβ της μαντάμ ντε Λαφαγιέτ αλλά και παρωδίες και κωμωδίες όπως τα μυθιστορήματα του Πωλ Σκαρρόν και θεατρικά έργα, όπως του Μολιέρου.

Το κλασικό μυθιστόρημα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μέχρι το 1660 το πολύτομο μπαρόκ ιστορικό μυθιστόρημα είχε φύγει από τη μόδα. Η τάση πλέον ήταν για πολύ μικρότερα έργα χωρίς σύνθετη δομή ή περιπετειώδη στοιχεία (πειρατές, ναυάγια, απαγωγές). Αυτό το αντιδραστικό προς το μπαρόκ μυθιστόρημα κίνημα υποστηρίχθηκε από θεωρητικές συζητήσεις για τη νέα δομή, που επεδίωκαν να εφαρμόσουν τις ίδιες αριστοτελικές έννοιες των τριών ενοτήτων, της ευπρέπειας και της αληθοφάνειας, που οι συγγραφείς είχαν επιβάλει στο θέατρο.

Έντονο ενδιαφέρον για τον έρωτα, την ψυχολογική ανάλυση, τα ηθικά διλήμματα και τους κοινωνικούς περιορισμούς διαπερνά αυτά τα μυθιστορήματα. Όταν η δράση ετίθετο σε ιστορικό πλαίσιο, αυτό ήταν ένα περιβάλλον από το πρόσφατο ιστορικό παρελθόν. Παρόλο που εξακολουθούσαν να είναι γεμάτα με αναχρονισμούς, αυτά τα νέα έργα έδειξαν ενδιαφέρον για την ιστορική λεπτομέρεια. Ορισμένα από αυτά τα μικρά μυθιστορήματα κατέγραφαν ιστορίες της σύγχρονης κοινωνίας,όπως η διάσημη Παριζιάνα (L'Illustre Parisienne) του Ζαν ντε Πρεσάκ (Jean de Préchac), ή αναφέρονταν στη «μυστική ιστορία» ενός διάσημου γεγονότος που συνέδεε τη δράση με μια ερωτική ίντριγκα, όπως τα Ευγενικά χρονικά (Annales galantes) της Μαντάμ ντε Βιλντιέ (Madame de Villedieu, 1640-1683) και ονομάζονταν ευγενικές, αβρές ιστορίες (histoires galantes).[13]

Το πιο γνωστό από όλα είναι η Πριγκίπισσα ντε Κλεβ (La Princesse de Clèves,1678) της μαντάμ ντε λα Φαγιέτ, ιστορία ενός μεγάλου έρωτα που διαδραματίζεται στην γαλλική Αυλή του ΙΣΤ’ αιώνα. Μειωμένο ουσιαστικά σε τρεις χαρακτήρες, το σύντομο αυτό μυθιστόρημα αναφέρει την ιστορία μιας αρχόντισσας στην αυλή του βασιλιά του Ερρίκου Δ΄ και τον παράνομο και απελπισμένο της έρωτα με ένα γοητευτικό δούκα. Η ψυχολογική δύναμη και το συγκρατημένο πάθος εντυπωσιάζουν. Το έργο αυτό -αριστούργημα ψυχολογικής ανάλυσης- ήταν το πρώτο ψυχολογικό μυθιστόρημα της γαλλικής φιλολογίας και ένα από τα καλύτερα του είδους μέχρι και σήμερα. Παρόλο που στο μυθιστόρημα παρεμβάλλονται αρκετές ιστορίες, γενικά η αφήγηση επικεντρώνεται στις ακλόνητες αμφιβολίες και τους φόβους των δύο εραστών που ζουν σε ένα κοινωνικό περιβάλλον που κυριαρχείται από την εθιμοτυπία και την ηθική ορθότητα και τελικά οδηγούνται σε άρνηση ενός συμβατικού ευτυχούς τέλους. Το έργο είχε θεαματική υστεροφημία και δεν έπαψε να τυπώνεται έως τις μέρες μας.

Το κωμικό και σατιρικό μυθιστόρημα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σαρλ Σορέλ (1600-1674)

Το σατιρικό και οικείο ύφος που χαρακτηρίζει κάποια  έργα του 17ου αιώνα, είναι παρακαταθήκη ενός συγκεκριμένου «γαλατικού» πνεύματος, παρόντος στα διηγήματα  του προηγούμενου αιώνα (όπως αυτά του Επταήμερου της Μαργαρίτας της Ναβάρας) που επεδίωκαν να δημιουργήσουν τόσο το γέλιο όσο και την αμφισβήτηση. Επηρεασμένοι από το ισπανικό πικαρέσκ (περιπετειώδη μυθιστορήματα σε πεζό λόγο με θέμα τη ζωή περιθωριακών και λαϊκών τύπων) και τα έργα του Θερβάντες, οι Γάλλοι μυθιστοριογράφοι του πρώτου μισού του 17ου αιώνα βάλθηκαν κι αυτοί να περιγράψουν και να σατιρίσουν τη δική τους εποχή και τις υπερβολές της. Αυτό το ρεύμα δημιουργήθηκε επίσης σαν αντίδραση ενάντια στις ιδεαλιστικές και συναισθηματικές υπερβολές των ηρωικών-εξεζητημένων μυθιστορημάτων, τα οποία διακωμώδησαν οι σατιρικοί συγγραφείς. Ο κύριος χαρακτήρας του κωμικού μυθιστορήματος γεννήθηκε θεωρητικά μέσα στο λαό, αλλά όλα δείχνουν ότι η πραγματική του προέλευση ήταν αριστοκρατική καθώς έχει αυτά τα ηθικά χαρακτηριστικά.

Τα πιο αξιοσημείωτα έργα και συγγραφείς είναι:

Ο Ζαν ντε Λανέλ (Jean de Lannel, ; - 1630) άνοιξε το δρόμο με το Σατιρικό Μυθιστόρημα του (1624), όπου περιέγραψε τις ατασθαλίες και τη διαφθορά που επικρατούσε στη Γαλλία στις αρχές της βασιλείας του Λουδοβίκου ΙΓ΄. Το βιβλίο είχε μεγάλη επιτυχία γιατί παρουσίαζε, με φανταστικούς χαρακτήρες, σύγχρονα πρόσωπα.

Συρανό ντε Μπερζεράκ(1619 – 1655)

Ο Σαρλ Σορέλ (1600-1674) με την Η αληθινή κωμική ιστορία του Φρανσιόν (1623), ένα από τα σημαντικότερα κωμικά έργα της εποχής. Διηγείται τις διασκεδαστικές περιπέτειες του Φρανσιόν, ενός Γάλλου ευγενούς κυρίου που αναζητά το μεγάλο έρωτα. Τα ευτράπελα επεισόδια επέτρεψαν στον Σορέλ να κάνει μια αρκετά ζωντανή σάτιρα της κοινωνίας της εποχής του. Στο μυθιστόρημα χλευάζονται η ανηθικότητα της ψυχής, η κοινωνική ιεραρχία, η λατρεία του χρήματος και της εξουσίας και καταγγέλλονται με πικάντικη γλώσσα, γεμάτη από λαϊκές αποστροφές με πολύχρωμες λέξεις και με παροιμίες. Έγραψε επίσης μια σάτιρα της παραδοσιακής μυθοπλασίας Ο εξωπραγματικός βοσκός (Le berger extravagant, 1627) και μια ημιτελή καρικατούρα της παρισινής κοινωνίας Πολύανδρη (Polyandre, 1648).

Ο Αγκριπά ντ'Ωμπινιέ ήταν στρατευμένος Ουγενότος και άφοβος υποστηρικτής των συμφερόντων της θρησκείας του. Στην Εξομολόγηση του κυρίου του Σανσύ[14] σατιρίζει τη ματαιοδοξία της βασιλικής Αυλής και της καθολικής θρησκείας και στις Περιπέτειες του βαρώνου Φενέστ απεικονίζει τους αγενείς τρόπους και τις κωμικές περιπέτειες ενός Γασκώνου ευγενή στη βασιλική Αυλή.

Ο Πωλ Σκαρρόν με το Κωμικό μυθιστόρημα (1651-1657) συνέχισε με τα χαρακτηριστικά του έργου του Σορέλ σε λίγο πιο ήπια μορφή για να κάνει τα έργα του αποδεκτά σε μια εποχή λιγότερο ελεύθερη από αυτή της εμφάνισης του Φρανσιόν. Μέσα από την ιστορία ενός θιάσου ηθοποιών την εποχή του Λουδοβίκου ΙΓ΄, ο συγγραφέας απεικόνισε τα επαρχιακά ήθη με εντυπωσιακό ρεαλισμό και αστείρευτο χιούμορ.

Ο Αντουάν Φυρετιέρ στο Αστικό μυθιστόρημα (1666) απεικόνισε τα ήθη της αστικής τάξης της εποχής. Εισήγαγε τον τύπο του κοινωνικού αριβίστα (ένα κοινωνικό αναρριχητή, που προσπαθεί να εξαπατήσει με τους τρόπους και το ύφος των ανώτερων τάξεων) που εμφανίζεται επίσης σε μια σειρά από διηγήματα και το θέατρο της εποχής (όπως στον Αρχοντοχωριάτη του Μολιέρου).

Ο Συρανό ντε Μπερζεράκ και τα μυθιστορήματα του καταλαμβάνουν ένα ξεχωριστό μέρος με το μείγμα της φαντασίας, της σκέψης και της διασκέδασης. Έγραψε θεατρικά έργα (η τραγωδία του Ο θάνατος της Αγριππίνας παίχτηκε μόνο μια φορά το 1640 κι αμέσως απαγορεύτηκε λόγω των αθεϊστικών της κηρυγμάτων), επιστολές, και δύο μυθιστορήματα: την Κωμική ιστορία των Κρατών και αυτοκρατοριών της Σελήνης (Histoire comique des Estats et empires de la Lune) και την Κωμική ιστορία των Κρατών και αυτοκρατοριών του Ηλίου (Histoire comique des Estats et empires du Soleil ) όπου, 60 χρόνια πριν τα ταξίδια του Γκιούλιβερ, χρησιμοποίησε ταξίδια σε μαγικά εδάφη, το φεγγάρι και τον ήλιο, ως πρότυπα για να σατιρίσει τη σύγχρονη φιλοσοφία και ηθική. Μέχρι τα τέλη του 17ου αιώνα, τα έργα του Συρανό θα εμπνεύσουν μια σειρά από φιλοσοφικά μυθιστορήματα, στα οποία οι Γάλλοι ταξιδεύουν σε ξένα μέρη και παράξενες ουτοπίες. Ο Συρανό ντε Μπερζεράκ ενέπνευσε στον Εντμόν Ροστάν το ομώνυμο θεατρικό του έργο και καθιέρωσε την εικόνα του ρομαντικού ήρωα με την οποία είναι γνωστός ο Συρανό σήμερα.

Το πρώτο μισό του 17ου αιώνα είδε επίσης τη συνεχιζόμενη δημοτικότητα του κωμικού διηγήματος και συλλογών χιουμοριστικών συζητήσεων, όπως το παιχνιδιάρικο, χαοτικό, μερικές φορές άσεμνο και σχεδόν μη αναγνώσιμο Τρόπος προσέγγισης (Moyen de parvenir) του Μπεροάλντ ντε Βερβίλ (Béroalde de Verville), που είναι μια παρωδία των βιβλίων του Ραμπελαί και των Δοκιμίων του Μονταίν, το ανώνυμο Οι φλυαρίες της λεχώνας (Les Caquets de l'accouchée, 1622), όπου περιγράφονται διάφορες πτυχές της ζωής του Παρισιού, αναφέρονται προσωπικότητες της εποχής και θίγονται θέματα πολιτικά και θρησκευτικά. Είναι μια ζωντανή σάτιρα της παρισινής μπουρζουαζίας και μπορεί να "ταξινομηθεί πλέον μεταξύ των ιστορικών έργων, πιστή ηχώ των προκαταλήψεων και των απόψεων μιας εποχής" και την Ερωτική εβδομάδα (Semaine amoureuse,1620) μια συλλογή από διηγήματα του Μολιέρ ντ'Εσερτίν (Molière d'Essertine, 1600-1624).

Μια άλλη μορφή λογοτεχνίας, εμφανώς στρατευμένη, αποτελείται από τις Μαζαρινάδες[15] (1648-1653) και άλλα δυσφημιστικά φυλλάδια και λιβελογραφήματα.

Άλλες μορφές πεζού λόγου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μαντάμ ντε Σεβινιέ, έργο του Claude Lefèbvre, 1665
  • Ιδιωτική αλληλογραφία

Η Μαντάμ ντε Σεβινιέ (1626-1696) άσκησε σημαντική επίδραση στην εξέλιξη της επιστολογραφίας. Τα περισσότερα από τα Γράμματα της, που διακρίνονται για το πνεύμα και τη ζωντάνια τους, απευθύνονταν στην κόρη της που έμενε στην Προβηγκία. Η ιστορική αξία τους είναι τεράστια, διότι μαθαίνουμε από αυτόπτη μάρτυρα συμβάντα της Αυλής και της παρισινής κοινωνίας, καθώς και χαρακτηριστικά ανέκδοτα διάσημων ανδρών του μεγάλου αιώνα του Λουδοβίκου ΙΔ΄. Η μοναδικότητά τους όμως δεν οφείλεται στα ιστορικά στοιχεία που περιέχουν αλλά στον τρόπο γραφής της Σεβινιέ, ο οποίος προσδίδει μια ιδιαίτερη ζωντάνια στα σχόλιά της πάνω στα γεγονότα.[16]

Οι επιστολές και τα επιστολικά μυθιστορήματα πολλών άλλων συγγραφέων είναι αξιοσημείωτα, συμπεριλαμβανομένων των Ζαν - Λουί Γκεζ ντε Μπαλζάκ, Νικολά-Κλωντ Φαμπρί ντε Περέσκ (Nicolas-Claude Fabri de Peiresc,1580-1637), Γκι Πατέν (Guy Patin, 1601-1672) που ήταν γιατρός, γνωστός για την εκτεταμένη αλληλογραφία του σε ύφος ελαφρύ και χαριτωμένο.Οι επιστολές του είναι σημαντική πηγή πληροφοριών για τους ιστορικούς της ιατρικής. Η εκτεταμένη αλληλογραφία της Γερμανίδας Πριγκίπισσας του Παλατινάτου (Princesse Palatine, 1652-1722) προσφέρει μια εντυπωσιακή συνολική εικόνα της βασιλικής Αυλής στις Βερσαλλίες. Ο Τζιοβάνι Μαρανά (Giovanni Marana,1642-1692), Γενουάτης ευγενής που ζούσε στη Γαλλία, δημοσίευσε ένα επιστολικό μυθιστόρημα στα ιταλικά (1684) και στα γαλλικά (1686), ο Τούρκος κατάσκοπος, όπου περιγράφει την ιστορία και τα ήθη της Γαλλίας, όπως τα γνώρισε ένας Ανατολίτης. Ο Γκαμπριέλ ντε Γκιγιεράγκ (Gabriel de Guilleragues, 1628-1684), δημοσιογράφος, διπλωμάτης και συγγραφέας, προσφέρει το 1669 άλλο ένα καλό παράδειγμα του επιστολικού μυθιστορήματος, είδος που αναπτύχθηκε σε μεγάλο βαθμό τον επόμενο αιώνα στα Περσικά γράμματα (1721) του Μοντεσκιέ και τη Julie ή τη Νέα Ελοίζ (1761) του Ζαν-Ζακ Ρουσώ.

Επιστολικά μυθιστορήματα και επιστολές έγραψε και ο δραματουργός Εντμέ Μπουρσώ (Edmé Boursault, 1638-1701): Γράμματα σεβασμού, υποχρέωσης και έρωτα (Lettres de respect, d'obligation et d'amour ,1669), Δεκατρία ερωτικά γράμματα μιας κυρίας σε έναν ιππότη (Treize Lettres amoureuses d'une dame à un cavalier,1709). Το θεατρικό έργο του Το πορτρέτο του ζωγράφου ή η αντι-κριτική στο Σχολείο γυναικών (Le Portrait du peintre ou la contre-critique de l'Ecole des femmes,1663) το έγραψε σε απάντηση στο Σχολείο γυναικών του Μολιέρου, καθώς είχε αναγνωρίσει το πρόσωπό του σατιριζόμενο σε ένα χαρακτήρα του έργου.

  • Μύθοι - Παραμύθια
Σαρλ Περώ (1628-1703)

Οι δύο μεγάλοι συγγραφείς που έγραψαν μύθους τον 17ο αιώνα είναι: ο Σαρλ Περώ, γνωστός σ’ όλο τον κόσμο από τη συλλογή παραμυθιών για παιδιά, που περιλαμβάνονται στις «Ιστορίες της μαμάς μου της χήνας» (Contes de ma mère l’ oye, 1697), που τα έγραψε για τη διασκέδαση των παιδιών του και που έφεραν στη λογοτεχνία τη μόδα των «παραμυθιών» (contes de fées). Ανάμεσα σ’ αυτά περιλαμβάνονται η «Κοκκινοσκουφίτσα», η «Σταχτοπούτα», «Ο Παπουτσωμένος Γάτος», «Η Ωραία Κοιμωμένη», «Ο Κυανοπώγων», «Ο Κοντορεβιθούλης» και άλλα, και ο Ζαν ντε Λα Φονταίν, ο οποίος έπαιρνε τα θέματά του από πολλές πηγές, κυρίως όμως από τον Αίσωπο, τα μεταμόρφωνε με αξιοθαύμαστη τέχνη, ποικιλία ύφους και ψυχολογικό βάθος, και κατέληγε σε ηθικό δίδαγμα ζωγραφίζοντας όλους τους χαρακτήρες και καταστάσεις, ασκώντας πολλές φορές έμμεση κριτική στα κακώς κείμενα. Σπουδαιότερα έργα του : Διηγήματα (Contes, 1665) και προ πάντων οι Μύθοι (Fables 1668). Τα παραμύθια και οι μύθοι του είχαν τεράστια επιτυχία από την εποχή τους μέχρι και σήμερα.

Μετά την επιτυχία των Περρώ και Λαφονταίν, προς το τέλος του αιώνα έγιναν μόδα οι μύθοι και τα παραμύθια. Σ' αυτό το είδος της λογοτεχνίας παρεμβαίνουν υπερφυσικά ή μαγικά στοιχεία, μαγικές λειτουργίες, θαυμαστά γεγονότα που ευχαριστούν τον αναγνώστη ή τον ακροατή. Ανάμεσα στους πολλούς συγγραφείς που ασχολήθηκαν με το είδος είναι:

Η Μαρί-Κατρίν ντ' Ωλνουά (Marie-Catherine d'Aulnoy, 1651-1705). Τα πιο δημοφιλή έργα της ήταν τα Παραμύθια (Les Contes des Fées, 1697) και οι Νέοι Μύθοι ή οι Μοντέρνες νεράιδες (Contes Nouveauux ou les Fées à la Mode, 1698). Γραμμένα κατά το πρότυπο των περίφημων παραμυθιών του Σαρλ Περρώ αλλά διανθισμένα με το προσωπικό της στοιχείο του σαρκασμού αφηγήθηκε τις ιστορίες της σε ένα πιο διαλογικό ύφος, όπως θα μπορούσαν να τις πουν στα σαλόνια. Μεγάλο μέρος της γραφής της δημιούργησε έναν κόσμο ζευγαριών- ζώων, όπου η αγάπη και η ευτυχία έρχονταν αφού οι ηρωίδες ξεπερνούσαν μεγάλα εμπόδια. Αυτοί οι μύθοι δεν ήταν καθόλου κατάλληλοι για παιδιά, ήταν όμως πολύ δημοφιλείς επηρέασαν και άλλους συγγραφείς και γνώρισαν πολλές επανεκδόσεις στην εποχή της αλλά και τον 18ο αιώνα. Η λογοτεχνική της δημιουργία βρίσκεται πιο κοντά στο έργο του Ζαν ντε Λα Φονταίν για την καλυμμένη κριτική της Αυλής και της γαλλικής κοινωνίας του 17ου αιώνα. Έγραψε επίσης μυθιστορήματα αυλικών δολοπλοκιών. Η Σαρλότ-Ροζ ντε Σωμόν (Charlotte-Rose de Caumont, 1650-1724) Τα παραμύθια των παραμυθιών(Les Contes des contes, 1698), Τα παραμύθια (Les Contes des fées,1698) .Έγραψε επίσης ιστορικά μυθιστορήματα και συλλογές διηγημάτων. Το έργο της είχε μεγάλη κυκλοφορία στον 17ο και 18ο αιώνα.Η Ενριέτ-Ζυλί ντε Καστελνώ ντε Μυρά (Henriette-Julie de Castelnau de Murat): Παραμύθια (1697) και Τα νέα παραμύθια (1698). Η Μαρί-Ζαν Λ'Εριτιέ ντε Βιλαντόν (Marie-Jeanne L'Heritier de Villandon), ανεψιά του Σαρλ Περρώ: Οι γοητείες της ευγλωττίας(Les enchantements de l' éloquence), Τα καπρίτσια της μοίρας (Les caprices du destin,1696)

  • Ιστοριογραφία-Απομνημονεύματα
Πωλ Πελισόν (1624-1693)

Μεγάλοι συγγραφείς ασχολήθηκαν παράπλευρα με το έργο τους και με την ιστοριογραφία, όπως ο ποιητής Νικολά Μπουαλώ, ο δραματουργός Ρακίνας αλλά και ο Βολταίρος τον επόμενο αιώνα με το έργο του Αιώνας του Λουδοβίκου ΙΔ΄ (Siècle de Louis XIV), και παρέχουν πολύτιμες πληροφορίες για την εποχή. Ιστορικά στοιχεία παρέχουν και τα Απομνημονεύματα αλλά και η επιστολογραφία πολλών συγγραφέων, όπως:

Τα Απομνημονεύματα του Ζαν-Φρανσουά-Πωλ ντε Γκοντί, καρδινάλιου του Ρετς (Jean-François Paul de Gondi,1613-1679) είναι ένα μεγάλο έργο που διακρίνεται για το καυστικό πνεύμα του. Ο καρδινάλιος ήταν ένας από τους πρωταγωνιστές στις εξεγέρσεις της Σφενδόνης[17] και το έργο δείχνει βαθιά γνώση των πραγμάτων της εποχής και μια απροκατάληπτη αντιμετώπιση της ανθρώπινης συμπεριφοράς.

Ο Αγκριπά ντ'Ωμπινιέ στην Παγκόσμια ιστορία, 11 τόμοι (Histoire universelle,1616-1618) έγραψε την ιστορία του δεύτερου μισού του 16ου αιώνα και συγκεκριμένα για τους Θρησκευτικούς Πολέμους, όπως τους είχε ζήσει, καθώς είχε πάρει μέρος σε ηγετικό ρόλο, στην πλευρά των Ουγενότων.

Ο Ροζέ ντε Ραμπυτέν, κόμης του Μπυσσύ (Roger de Bussy-Rabutin, 1618-1693), έγραψε την Ερωτική ιστορία της Γαλατίας (Histoire amoureuse des Gaules, 1660). Το βιβλίο αυτό, μια σειρά πορτρέτων και αποκαλύψεων για πρόσωπα της Αυλής, του στοίχισε ενός έτους φυλάκιση στη Βαστίλη και έπειτα απομάκρυνση στα κτήματά του λόγω της ασέβειας που επέδειξε προς ορισμένα πρόσωπα της υψηλής αριστοκρατίας.

Ο Ζεντεόν Ταλμάν ντε Ρεώ (Gédéon Tallemant des Réaux, 1619-1692) στο έργο του Ιστοριούλες (Historriettes) δημιούργησε μια συλλογή από μικρές βιογραφίες προσωπικοτήτων της εποχής του, κυρίως από το χώρο της λογοτεχνίας.

Ο Ζαν Σερμόν (Jean Sirmond, 1589-1649), ιστοριογράφος του Λουδοβίκου ΙΓ'.

Ο Πωλ Πελισόν (Paul Pellisson, 1624-1693) έγραψε την Ιστορία της γαλλικής Ακαδημίας από την ίδρυση της μέχρι το 1652, τον Λόγο στο βασιλιά από έναν από τους πιστούς υπηκόους του σχετικά με τη δίκη του κ. Φουκέ, και τη Δεύτερη υπεράσπιση του κ. Φουκέ[18] και από το 1666 που έγινε επίσημος ιστοριογράφος στον βασιλιά το Ιστορικό του Λουδοβίκου ΙΔ΄ .

Ο Λουί ντε Ρουβρουά, δούκας του Σαιν-Σιμόν (Louis de Rouvroy Saint-Simon, 1675-1755) έγραψε τα Απομνημονεύματα κατά τη διάρκεια του πρώτου μισού του 18ου αιώνα. Ορισμένοι μελετητές τον κατατάσσουν σαν κλασικό συγγραφέα του 17ου αιώνα, ενώ το ύφος του, πολύ καινοτόμο, ενέπνευσε αργότερα άλλους μεγάλους συγγραφείς (Σατωμπριάν, Μαρσέλ Προυστ). Ο Σαιν Σιμόν έδωσε μια σύνθετη αφήγηση της ζωής στη βασιλική Αυλή, στηριζόμενος στις δικές του αναμνήσεις και στα δικά του έγγραφα καθώς και στις προφορικές και γραπτές μαρτυρίες των συναδέλφων του στην Αυλή.

Τα μυθιστορηματικά απομνημονεύματα (mémoires) χρησιμοποιήθηκαν επίσης από μυθιστοριογράφους. Τα μυθιστορήματα του Κουρτίλ ντε Σαντρά (Courtilz de Sandras, 1644-1712) Απομνημονεύματα (Mémoires de M.L.C.D.R., 1687, Mémoires de M. d'Artagnan το 1700 και Mémoires de M. de Β., 1711) περιγράφουν τον κόσμο του Ρισελιέ και του Μαζαρίνου χωρίς γλαφυρά κλισέ, όπου κυριαρχούν κατάσκοποι, απαγωγές και οι πολιτικές μηχανορραφίες. Στο βιβλίο του ντε Σαντρά για τον υπολοχαγό των σωματοφυλάκων του βασιλιά ντ'Αρτανιάν βασίστηκε το 19ο αιώνα ο Αλέξανδρος Δουμάς και έγραψε τους Τρεις σωματοφύλακες και τα άλλα του μυθιστορήματα με το σχετικό θέμα.

  • Συγγράμματα κληρικών

Ο Φρανσουά ντε Σαλ (Francοis de Sales,1567-1622), κληρικός. Προερχόμενος από ευγενή οικογένεια, παραιτήθηκε από όλους τους τίτλους ευγενείας του και επέλεξε το μονοπάτι της χριστιανικής πίστης, αφιερώνοντας τη ζωή του στον Θεό. Ήταν ένας από τους πιο σεβαστούς θεολόγους της εποχής του. Με το έργο του άσκησε σημαντική επιρροή στους κόλπους της Καθολικής Εκκλησίας. Από το 1923, η Καθολική Εκκλησία τον ανακήρυξε προστάτη των δημοσιογράφων και συγγραφέων λόγω της στήριξης που προσέφερε στην τυπογραφία. Από τα πιο γνωστά έργα του η Πραγματεία για την αγάπη του Θεού, 1616 (Traité sur l'amour de Dieu) και κυρίως η Εισαγωγή στην ευσεβή ζωή,1608 (L'Introduction à la vie dévote). Αυτό το βιβλίο είχε τεράστια επιτυχία: ανατυπώθηκε περισσότερο από σαράντα φορές κατά τη διάρκεια της ζωής του. Ο ίδιος ο βασιλιάς της Γαλλίας Ερρίκος Δ΄ το διάβαζε και η βασίλισσα Μαρία των Μεδίκων προσέφερε ένα αντίγραφο "κοσμημένο με διαμάντια" στον βασιλιά της Αγγλίας.

Ο Πιέρ ντε Μπερύλ (Pierre de Bérulle,1575-1629), καρδινάλιος.Συγγραφέας πολλών θεολογικών έργων που είναι συγκεντρωμένα σήμερα σε οκτώ τόμους. Αλλά αυτά τα έργα - λόγω του μπαρόκ στυλ τους, πολύ περίπλοκα, φανταχτερά, δύσκολα προσβάσιμα, δεν είχαν την ίδια επιτυχία με αυτά του σύγχρονου Φρανσουά ντε Σαλ, που ήταν πιο απλά και πιο κοντά στην κλασική γλώσσα.

Ζακ Μποσυέ (1627-1704)

Ο Ζακ Μποσυέ (1627-1704), επίσκοπος, προικισμένος με σπάνια ευγλωττία, ο μεγαλύτερος ρήτορας της εποχής, άσκησε μεγάλη επιρροή ως υπερασπιστής των δικαιωμάτων της γαλλικής Εκκλησίας απέναντι στην παπική εξουσία. Μνημονεύεται όμως κυρίως για το συγγραφικό του έργο, που συμπεριλαμβάνει επικήδειους λόγους για μεγάλες προσωπικότητες. Οι Επιτάφιοι (Oraisons funèbres), διανθισμένοι με άφθονα βιβλικά χωρία και παραφράσεις, είναι αριστουργήματα του γαλλικού πεζού λόγου. Αντιπροσωπευτικοί της ρητορικής μπαρόκ, ήταν όμως απαλλαγμένοι από υπερβολές και εντυπωσιασμούς.

Ο Φρανσουά Φενελόν ήταν αριστοκράτης, επίσκοπος, με λαμπρή κλασική παιδεία και παιδαγωγός του διαδόχου του Λουδοβίκου ΙΔ΄. Ένα από τα κυριότερα έργα του είναι οι Περιπέτειες του Τηλέμαχου (Les Aventures de Télémaque,1699), όπου εξιστορούσε με γλαφυρή πρόζα την ιστορία του γιου του Οδυσσέα και τις περιπέτειές του στην αναζήτηση του πατέρα του μετά την πολιορκία της Τροίας. Όπως όλα τα έργα του Φενελόν, ο Τηλέμαχος γράφτηκε για να διαπαιδαγωγήσει. Η ειλικρίνεια όμως του βιβλίου ήταν πολύ τολμηρή και οι ιδέες του πολύ προοδευτικές για την εποχή του.Ο Φενελόν επέκρινε δριμύτατα τον Λουδοβίκο ΙΔ΄ και την αυλή του, το φιλοπόλεμο χαρακτήρα του βασιλιά,την αλαζονεία του, την αδυναμία του στις κολακείες,τη σεξουαλική του ελευθεριότητα, την απολυταρχισμό του, την πολυτέλεια και την επιτήδευση, την οικοδομική του μανία και την αδιαφορία του για την ευημερία του λαού. Έχασε έτσι την εύνοια του βασιλιά αλλά το βιβλίο του γνώρισε μεγάλη δημοτικότητα και είχε αλλεπάλληλες εκδόσεις. [19]

Ο Ρανσέ (Rancé,1626-1700), μοναχός, ιδρυτής του «τάγματος των Μεταρρυθμισμένων Κιστερκιανών του Αυστηρού Κανόνα». Εισήγαγε μια αυστηρή μεταρρύθμιση, σύμφωνα με την οποία η σταθερότητα, η πίστη στην μοναστική ζωή, η υπακοή και η εντολή να μιλούν μόνο όταν είναι απαραίτητο ήταν ο οδηγός για την μοναστική ζωή των μοναχών. Κατά την διάρκεια των γευμάτων έπρεπε να επικρατεί στοχαστική σιωπή και να ακούγεται ανάγνωσμα ιερού κειμένου. Η διατροφή τους να είναι κυρίως χορτοφαγική αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις επιτρέπονταν τα ψάρια. Οι μοναχοί να ζουν από την εργασία των χεριών τους και να παράγουν αγαθά της γης τα οποία να ανταλλάσσουν με προμήθειες για τα Μοναστήρια τους.

Η ποίηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Φρανσουά ντε Μαλέρμπ (1555-1628) έργο του Robert Lefevre

Ποιητές των αρχών του αιώνα, εκπρόσωποι της μπαρόκ ποίησης είναι οι Τεοφίλ ντε Βιώ (Theophile de Viau, 1590-1626), Πιέρ ντε Μαρμπέφ (Pierre de Marbeuf1596-1645), Σαιν-Αμάν (Saint-Amant, 1594-1661). Η αισθητική της υφολογικής δεξιοτεχνίας εκδηλώνεται επίσης στην ποίηση των Βενσάν Βουατύρ (Vincent Voiture1597-1648), Κλωντ Μελβίλ (Claude Malleville,1597-1647) και Ισαάκ ντε Μπενσεράντ (Isaac de Benserade1613-1691).

Από τα πρώτα χρόνια του αιώνα εμφανίστηκαν ποιητικές συλλογές, όπου ο στίχος ήταν αυστηρά καθορισμένος και συγκρατημένος. Κύριος εκπρόσωπος ο Φρανσουά ντε Μαλέρμπ [20](1555-1628), που κωδικοποίησε στις αρχές του αιώνα τους κανόνες της ποιητικής έκφρασης. Οι συγγραφείς της εποχής του τον χαιρέτησαν ως δάσκαλο του κλασικισμού και του ορθολογισμού.[21]

Αργότερα κυριαρχεί ο Νικολά Μπουαλώ (1636-1711), ο οποίος λάμπει στην ποίηση ιδεών με την Ποιητική τέχνη, τις Επιστολές και τις Σάτιρές του. Το ύφος του είναι αριστοτεχνικό. Τα λογοπαίγνια, οι ομοιοκαταληξίες, το παράδοξο, η η επίκαιρη σάτιρα εκφράζονται στο έργο του με άνεση και ρωμαλέο ύφος. Κάθε έργο του ήταν ένας πειραματισμός και λίγοι ποιητές άσκησαν επίδραση σε τόσο διαφορετικές κατευθύνσεις.

Ο ποιητής και λόγιος Ζαν ντε Λα Φονταίν (1621-1695) διέθετε μεγαλύτερο σαρκασμό και πιο πλούσια φαντασία από τον Μπουαλώ. Γνώστης των αρχαίων ποιητών, άντλησε από αυτούς πολλά, προσθέτοντας στα έργα του την προσωπική του σφραγίδα και την επινοητικότητά του. Ο Λα Φονταίν σήμερα είναι γνωστός κυρίως για το έργο του Μύθοι, (1668-1696), έργο γραμμένο σε στίχους και επηρεασμένο από τον Αίσωπο αλλά και από τη γαλλική και ξένη λαϊκή παράδοση, όπου ο συγγραφέας έδωσε ποιητική πνοή στις λεπτομέρειες της καθημερινής ζωής.[1]Μιμείται τους δασκάλους του με μεγάλη ελευθερία. Όπως και οι χαρακτήρες του Μολιέρου οι χαρακτήρες του αντιπροσωπεύουν όλα τα κοινωνικά στρώματα. Ο Λα Φονταίν απεικονίζει ολόκληρη τη γαλλική κοινωνία του δεύτερου μισού του αιώνα. Ο μύθος, που πριν τον Λα Φονταίν ήταν ένα σύντομο είδος όπου το ανέκδοτο κατέληγε στην ηθική, έγινε μια ευρεία κωμωδία  όπου όλα είναι στη θέση τους: το περιβάλλον, τους χαρακτήρες, ο διάλογος.

Το κλασικό θέατρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 17ο αιώνα, οι μελετητές της κλασσικής εποχής, όπως ο Νικολά Μπουαλώ στην Ποιητική τέχνη του, προσπάθησαν να ενισχύσουν την επίσημη κωδικοποίηση στην τραγωδία και την κωμωδία βασιζόμενοι στον Αριστοτέλη. Ο θαυμασμός προς την Αρχαιότητα, η προσπάθεια μίμησης των αρχαίων προτύπων, η αυστηρότητα της δομής, η αποτύπωση του φυσικού και του αληθοφανούς, η λεπτομερής και οξυδερκής ηθική και ψυχολογική ανάλυση, η σαφήνεια και η καθαρότητα του ύφους γίνονται οι βασικές αρχές της τραγωδίας. Οι τραγωδίες πρέπει να πληρούν αυτές τις προϋποθέσεις, ώστε να ανταποκρίνονται στο καλό γούστο (bon goût), την καλαισθησία: μια νέα έννοια, η οποία αποκτά ιδιαίτερη σημασία αυτή την εποχή.[7]

Η κλασσική αισθητική, γαλλική πρωτοτυπία που εναντιώνεται στο εκρηκτικό μπαρόκ, καθόρισε κανόνες που συζητήθηκαν πολύ, όπως αποδεικνύεται από την «διαμάχη του Σιντ»[22] με τις αντιπαραθέσεις της Γαλλικής Ακαδημίας και τους προλόγους των θεατρικών συγγραφέων. Ο «μεγάλος κανόνας» είναι να «ευχαριστηθούν» τα φωτισμένα μυαλά, η κλασσική τέχνη θα συστήσει συμβάσεις που θα πρέπει να οδηγήσουν στην επιτυχία και το μεγαλείο του θεατρικού έργου, το οποίο θεωρείται ως σημαντική λογοτεχνική τέχνη.

Για την κλασική εποχή η τέχνη έχει μια ηθική λειτουργία: το θέατρο πρέπει να σεβαστεί τον κανόνα της ευπρέπειας, αποκλείοντας οτιδήποτε θα μπορούσε να πάει ενάντια στην ηθική, η «άσεμνη» βία για παράδειγμα δεν μπορεί να εμφανίζεται στη σκηνή, και αποκλίνουσες συμπεριφορές πρέπει να τιμωρούνται, όπως ο Δον Ζουάν στο τέλος του έργου του Μολιέρου ή η Φαίδρα στο έργο του Ρακίνα. Η τέχνη πρέπει να «εξαγνίσει τα πάθη (η αριστοτελική κάθαρση) με την τραγωδία και να διορθώσει τα ήθη μέσω του γέλιου με την κωμωδία». Αυτή η ευπρέπεια και αυτή  η ηθική βούληση συνοδεύονται από γλωσσική ευπρέπεια, αν και η κωμωδία είναι πιο ελεύθερη στον τομέα αυτό. Μεγάλη προσοχή δίνεται στο φυσικό και το αληθοφανές, μερικές φορές σε σύγκρουση με το αληθινό. Οι συγγραφείς πρέπει επίσης να υπερασπιστούν και τη συνέπεια των χαρακτήρων και να αναζητήσουν την καθολικότητα τοποθετούμενοι μέσα στη συνέχιση των Αρχαίων, των οποίων η λογοτεχνική επιβίωση δείχνει ότι γνώριζαν να μιλούν για τον άνθρωπο εύστοχα, γεγονός που παραμένει ο στόχος ενός ψυχαγωγικού και ηθικολογικού θεάτρου.

Το κλασικό πνεύμα έλκεται από την ισορροπία, το μέτρο, την τάξη, τη λογική και την έγνοια για αποτελεσματικότητα, από όπου προέρχεται η ενότητα του χρόνου που συνοψίζει ο Μπουαλώ σε δύο διάσημους στίχους της Ποιητικής τέχνης του: "Σε ένα μέρος, σε μια μέρα, ένα μόνο γεγονός να ολοκληρώνεται/ Κρατήστε το θέατρο γεμάτο μέχρι το τέλος". Όρισαν λοιπόν τον κανόνα των τριών ενοτήτων:

  • Η "ενότητα δράσης" αποφεύγει τη διασπορά ενισχύοντας τη συνοχή. Έπρεπε να υπάρχει μόνο μια κεντρική ιστορία και η δευτερεύουσα πλοκή να συνδέεται με αυτήν.
  • Η "ενότητα χρόνου" συσφίγγει τη δράση και την φέρνει πιο κοντά στον χρόνο της παράστασης. Ιδανικά, η διάρκεια του θέματος δεν έπρεπε να ξεπερνάει τις 24 ώρες.
  • Η "ενότητα του τόπου" : τα σκηνικά δεν έπρεπε να αλλάζουν. Αυτό οδήγησε στο να εμφανίζεται ένας χώρος προσβάσιμος σε όλους τους χαρακτήρες (είσοδος, προθάλαμος, αίθουσα θρόνου ...)
  • Μια τέταρτη ενότητα παρουσιάζεται επίσης: "η ενότητα του τόνου" που συνδέεται με τον διαχωρισμό των ειδών (τραγωδία και κωμωδία) με τα ίδια τα θέματα, συγκεκριμένους τύπους χαρακτήρων, επίπεδα γλώσσας και τόνο για διαφορετικό σκοπό: να ψυχαγωγήσει και να διδάξει με κωμωδία, και να εξαγνίσει τα πάθη (κάθαρση) με συγκίνηση (τρόμος και οίκτος) με την τραγωδία.

Συνδυασμένες με τις θεατρικές ενότητες είναι οι ακόλουθες έννοιες:

Η ευπρέπεια: Η λογοτεχνία έπρεπε να σέβεται τους ηθικούς κώδικες και το καλό γούστο. Τίποτα που αντιβαίνει αυτούς τους κώδικες δεν έπρεπε να παρουσιάζεται, ακόμα κι αν ήταν ιστορικά γεγονότα.

Η αληθοφάνεια: Οι ενέργειες έπρεπε να είναι αληθοφανείς. Όταν τα ιστορικά γεγονότα έρχονταν σε αντίθεση με την αληθοφάνεια, επέλεγαν την αληθοφάνεια. Το κριτήριο της πίστης χρησιμοποιείται μερικές φορές για να επικρίνει την αμαρτία. στην οποία αποκαλύπτουν τα συναισθήματά τους.

Αυτοί οι κανόνες σπάνια ακολουθήθηκαν εντελώς και πολλά από τα αριστουργήματα του 17ου αιώνα, έσπασαν τους κανόνες αυτούς εκ προθέσεως για να αυξήσουν το συναισθηματικό τους αποτέλεσμα.

Οι αντιθέσεις τραγωδίας / κωμωδίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Τραγωδία Κωμωδία
Κίνητρο εξαγνισμός των παθών μέσω της συγκίνησης
(Αριστοτέλης : κάθαρση - τρόμος και οίκτος)
να διορθώσουν τα ήθη με το γέλιο
Δράση ασυνήθιστη, εξαιρετική περιπέτεια απομακρυσμένη στο χρόνο
(Θρύλοι, μύθοι, ιστορία της Αρχαιότητας)
περιπέτεια κανονική και σύγχρονη
(χρήμα, κοινωνική φιλοδοξία, γάμος, συζυγική απιστία…)
Χαρακτήρες ασυνήθιστοι, εξαιρετικοί
(βασιλιάδες, πολεμιστές…)
οικείοι
(αστοί, λαός, χαμηλή αριστοκρατία)
Τόνος μοίρα και θάνατος, αμετάκλητο προσωπικό και συλλογικό πεπρωμένο,
καθολικότητα της ανθρώπινης κατάστασης
(δυστυχισμένο τέλος)
ρεαλισμός
(αντανάκλαση της κοινωνίας - αιώνιες ανθρώπινες συνήθειες)
+ γέλιο ή χαμόγελο, ποικίλες κωμικές εντυπώσεις και ευτυχισμένο τέλος
(φάρσα κομψή ή χοντροκομμένη - κωμικές φράσεις, χειρονομίες, καταστάσεις, χαρακτήρες, ήθη)
Μορφή επίσημη γλώσσα, αλεξανδρινοί στίχοι, 5 πράξεις γλώσσα απλή ή φιλική
(σε πεζό λόγο ή σε στίχους, σε 1,3 ή 5 πράξεις)
Κανόνες τρεις ενότητες (χρόνου, τόπου, δράσης), αληθοφάνεια και ευπρέπεια ευελιξία
Τίτλος κύριο όνομα
(Ανδρομάχη, Φαίδρα...)
κοινό όνομα ή συλλογικός χαρακτήρας
(Ο Φιλάργυρος, Οι σοφολογιότατες, Ο Μισάνθρωπος…)

Η τραγωδία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ρακίνας (1639-1699)
Πιέρ Κορνέιγ (1606-1684)

Πολλοί ήταν οι συγγραφείς τραγωδιών αλλά δύο από αυτούς την οδήγησαν στην τελειότητα: ο Πιέρ Κορνέιγ (1606-1684) και ο Ζαν Ρασίν - Ρακίνας - (1639-1699).

Ο Κορνέιγ έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για διεθνή πολιτικά θέματα: η σωτηρία της Ρώμης (Οράτιος), η μοίρα της πόλης της Σεβίλλης που απειλούνταν από τους Μαυριτανούς (Σιντ). Το έργο του ο Σιντ (1637) αποτελεί ορόσημο στην ιστορία του θεάτρου. Αυτό είναι το πρώτο αληθινό κλασικό έργο. Η δράση των έργων του Κορνέιγ, ως επί το πλείστον ιστορικά, είναι περίπλοκη και μερικές φορές είναι παραφορτωμένη γεγονότα. Ο συγγραφέας δεν κουράστηκε ποτέ να ζωγραφίζει ισχυρούς χαρακτήρες για τους οποίους το κάλεσμα της τιμής είναι ακαταμάχητο. Επιλέγοντας αυτά τα παραδείγματα ανθρώπινης δράσης, ο Κορνέιγ δίνει μοντέλα συμπεριφοράς τα οποία είχε ανάγκη η πολιτική της απόλυτης μοναρχίας. Μέσα από τα ποικίλα πρόσωπα του Κορνέιγ, κωμικά, στωικά, ευγενή, φιλόδοξα, αδύναμα ή μοχθηρά, πρόσωπα κατά προτίμηση του ρωμαϊκού ή του αρχαιοελληνικού πανθέου, προκύπτει το ηθικό και το ψυχολογικό του ιδεώδες. Ο ποιητής θέλει τους ήρωές του αισιόδοξους, έτσι ώστε να μπορούν να διεκδικήσουν τη νίκη ή το μεγαλείο, την ελευθερία ή την εκπλήρωση των ευγενικών παθών τους. Τους θέλει υποδείγματα, ποτέ καθημερινούς ή χυδαίους, οχήματα μιας ευτυχούς απόληξης, έστω κι αν αυτή είναι ο θάνατος, όμως δοξασμένος ή στεφανωμένος από τη γενναιότητα του μαρτυρίου.[23] Απόγειο του ταλέντου του θεωρούνται οι ιστορικές του τραγωδίες Οράτιος, Κίννας, Πολύευκτος, Ροδογύνη, Ηράκλειος, Νικομήδης.

Ο Ρακίνας ανήκει στην επόμενη γενιά, πιο αυστηρά κλασική και παριστά το πάθος  σαν μια μοιραία δύναμη που καταστρέφει αυτόν που τον κατέλαβε. Συνειδητοποιώντας το ιδανικό της κλασικής τραγωδίας, παρουσιάζει μια απλή δράση, ξεκάθαρη, της οποίας οι περιπέτειες προκύπτουν από το πάθος των χαρακτήρων. Οι ήρωες του Ρακίνα κυριαρχούνται από το πεπρωμένο. Βλέπομε τους ήρωες ενάρετους και λογικούς χωρίς ακρότητες αλλά δε μπορούν να ελέγξουν τα πάθη τους και η μοίρα τους τιμωρεί. Το αγαπημένο του θέμα είναι η τραγική αφροσύνη και εθελοτυφλία που προκαλεί το ερωτικό πάθος. Ο τόνος είναι αντιηρωικός και αποδίδει με ρεαλισμό την ηθική ενός κόσμου όπου η τρυφερότητα και η ηθική αρετή εκμηδενίζονται από τη βία. Στις τραγωδίες του διεγείρει στην ψυχή των θεατών το έλεος και το φόβο.[24] Τα πιο σημαντικά έργα του: Ανδρομάχη, Φαίδρα, Θηβαΐς, Βερενίκη, Εσθήρ, Αθαλία.

Η κωμωδία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μολιέρος (1622-1673)

Τον 17ο αιώνα το κυρίαρχο όνομα στην κωμωδία είναι ο Μολιέρος (1622-1673). Γεννήθηκε στο Παρίσι και το πραγματικό του όνομα ήταν Ιωάννης Βαπτιστής Ποκλέν. Έλαβε σπουδαία μόρφωση, γιατί ο πατέρας του, που ήταν πλούσιος και είχε σχέσεις με το παλάτι, τον προόριζε για θαλαμηπόλο του βασιλιά. Αντί γι' αυτό όμως ο Μολιέρος, μετά τις σπουδές του στα νομικά, έφτιαξε ένα θίασο από ηθοποιούς που τον ονόμασε Λαμπρό Θέατρο και από το 1645 ως το 1658 γύριζε στις γαλλικές επαρχίες δίνοντας παραστάσεις με έργα δικά του και άλλων συγχρόνων του. Από το 1659 και ως το θάνατο του Μολιέρου το θέατρο είχε εγκατασταθεί στο Παρίσι και παρουσίασε πάνω από είκοσι έργα του.[25]

Η μεγαλοφυΐα του Μολιέρου είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ιστορία του γαλλικού κλασσικού θεάτρου. Οι κωμωδίες ηθών και χαρακτήρων που έγραψε παρουσιάζουν μια πραγματική τοιχογραφία της κοινωνίας του 17ου αιώνα στη Γαλλία. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους δασκάλους της κωμωδίας στη δυτική λογοτεχνία. Δημιούργησε χαρακτήρες απίστευτης κωμικής δύναμης, που συγκριτικά κάνουν όλη την προγενέστερη κωμωδία να μοιάζει αδέξια. Όπως είπε ο Βολταίρος, "ο Μολιέρος δημιούργησε την κωμωδία από το χάος". Τα έργα του έχουν διαχρονική αξία: ο Γιατρός με το στανιό, ο Μισάνθρωπος, ο Αρχοντοχωριάτης, ο Φιλάργυρος, ο Ταρτούφος, έργο που απαγορεύτηκε και του στοίχισε διαρκή και επίμονο αγώνα, είναι κλασικά. Το έργο του επηρέασε βαθιά την εξέλιξη τόσο της σκηνικής πρακτικής όσο και της ίδιας της δραματουργίας, καθώς ο ανεπανάληπτος θεατράνθρωπος έγραψε κείμενα που έφεραν στον πυρήνα τους τόσο τη σκηνοθεσία όσο και την ερμηνεία τους. Ο Μολιέρος έγραφε για τον θίασό του, για συγκεκριμένους και ζωντανούς ανθρώπους δηλαδή, με τον χρόνο να τον πιέζει πάντα και να τον αναγκάζει να ανεβάζει τρία και τέσσερα έργα τη χρονιά ώστε να επιβιώσει τόσο ο ίδιος όσο και ο θίασος του.

Ο Μολιέρος σατίριζε ανοιχτά τον φαρισαϊσμό των ευγενών και της αστικής τάξης ενσαρκώνοντας το πνεύμα των λαϊκών μαζών. Στο στόχαστρό του έβαλε την επίπλαστη θεοσέβεια που εκφράζεται μέσω της υποκριτικής φιλανθρωπίας, την πνευματική χρεοκοπία και τον ωμό κυνισμό της αριστοκρατίας, θέλοντας να ξεσηκώσει το δημοκρατικό λαϊκό κοινό των παραστάσεών του εναντίον των αυταρχικών και δεσποτικών αριστοκρατών[26], γεγονός που του στοίχισε αντιδράσεις και διώξεις.

Η διαμάχη των Αρχαίων και των Σύγχρονων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρόκειται για μια φιλολογική διαμάχη που ξέσπασε στη Γαλλία από το 1659 έως το τέλος του αιώνα αναφορικά με την υπεροχή αρχαίων και νεότερων συγγραφέων. Οι Αρχαίοι, όπως οι Λα Φονταίν, Νικολά Μπουαλώ και Λα Μπρυγιέρ, ισχυρίζονταν ότι οι αρχαίοι κλασικοί ήταν τα μοναδικά πρότυπα για μια καλή λογοτεχνία και ότι τα πάντα έχουν ανακαλυφθεί, όλα έχουν επινοηθεί, οπότε δεν υπάρχει πρόοδος στην τέχνη. Οι Σύγχρονοι από την πλευρά τους και ειδικά ο Σαρλ Περώ (1628-1703), ο συγγραφέας του έργου Ιστορίες της μαμάς μου της χήνας (1697), και ο Φοντενέλ αμφισβητούσαν την υπεροχή των κλασικών προτείνοντας θέματα παρμένα από τις μεσαιωνικές μυθιστορίες και την Αγία Γραφή. Τελικά οι μαχητικές συζητήσεις σταμάτησαν και η διαμάχη έληξε όταν ο Μπουαλώ ζήτησε συγγνώμη από τον Περώ και αναγνώρισε ότι ο 17ος αιώνας είχε να επιδείξει, σε ορισμένους τομείς, αρετές εφάμιλλες με αυτές της αρχαιότητας.

Προς τον 18ο αιώνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αυγή του Διαφωτισμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προς το τέλος του αιώνα, με σύνεση αλλά σταθερότητα, εμφανίζεται μια πρωτοποριακή λογοτεχνία ιδεών, με τους Σαρλ ντε Σαιν-Εβρεμόν (Charles de Saint-Evremond, 1614-1703), Γκαμπριέλ ντε Φουανύ (Gabriel de Foigny,1630-1692), Ντενί Βαιρές (Denis Vairasse,1630-1672), Φενελόν (Fénelon, 1651-1715), Πιέρ Ζυριέ (Pierre Jurieu, 1637-1713), Ανρί Μπασνάζ ντε Μπωβάλ (Henri Basnage de Beauval, 1657-1710), Πιέρ Μπαίλ και Μπερνάρ ντε Φοντενέλ, που προαναγγέλλουν τους φιλοσόφους της εποχής του Διαφωτισμού και τις πνευματικές τους προκλήσεις.

Ο Πιέρ Μπαιλ (Pierre Bayle, 1647-1706) ήταν φιλόσοφος και συγγραφέας γνωστός για το βιβλίο του Ιστορικό και κριτικό λεξικό (1697) που είναι ένα εκτεταμένο θησαύρισμα γνώσεων, ίσως ο μεγαλύτερος όγκος πολυμάθειας που προσφέρθηκε ποτέ από έναν και μόνο άνθρωπο.Ο Μπαιλ εξορίστηκε ως Διαμαρτυρόμενος και έζησε για χρόνια στο Ρότερνταμ. Άλλα του έργα είναι: Διάφορες σκέψεις για τον κομήτη, 1682, όπου δίνει αγώνα κατά της δεισιδαιμονίας και το λογοτεχνικό περιοδικό Νέα από τη Δημοκρατία των Επιστολών, 1684-1687. Ως πρόδρομος των Εγκυκλοπαιδιστών[27] και υποστηρικτής της αρχής της ανεκτικότητας τα έργα του επηρέασαν στη συνέχεια την ανάπτυξη του Διαφωτισμού.

Ο Μπερνάρ ντε Φοντενέλ (1657-1757) ήταν επιστήμονας και λόγιος, μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας, το "καθολικότερο πνεύμα της εποχής του Λουδοβίκου ΙΔ΄ " σύμφωνα με το Βολταίρο. Στα έργα του βρίσκονται σε εμβρυΐκή μορφή πολλές από τις ιδέες του Διαφωτισμού. Μακροβιότατος, ανήκει ταυτόχρονα στο 17ο και 18ο αιώνα σχηματίζοντας κατά κάποιο τρόπο το σύνδεσμο ανάμεσα στο Μεγάλο αιώνα και τον Διαφωτισμό. Από τα περιφημότερα έργα του ήταν οι Φιλόκαλες επιστολές, 1683, κυρίως όμως οι Νέοι νεκρικοί διάλογοι, 1683-4, όπου με πρότυπο τους διαλόγους του Λουκιανού έγραψε συνομιλίες ανάμεσα στο Σωκράτη και στο Μονταίν, τον Σενέκα και τον Σκαρρόν, με σκοπό να προωθήσει τη διάδοση των νέων φιλοσοφικών ιδεών, προσπάθεια που συνέχισε με την Ιστορία των χρησμών,1686.Το πιο πρωτότυπο έργο του ήταν το Περί της απαρχής των μύθων (1684). Με τις Συνομιλίες για την πολλαπλότητα των κόσμων (1686) συνέβαλε στην αποδοχή του Κοπερνίκιου συστήματος, το οποίο το 1686 δεν διέθετε καμία υποστήριξη.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το μπαρόκ

Ο γαλλικός κλασικισμός

Οι Περισπούδαστες (Les précieuses)

Ο Ρισελιέ και ο Κορνέιγ

Σημειώσεις και Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, σελ. 154-155, τόμος 16. 
  2. 2,0 2,1 2,2 Ο "ακέραιος άνθρωπος", του οποίου οι κύριες αρετές περιλάμβαναν εύγλωττη ομιλία, δεξιότητα χορού, εκλεπτυσμένους τρόπους, εκτίμηση των τεχνών, πνευματική περιέργεια, πνεύμα, πνευματική ή πλατωνική στάση απέναντι στον έρωτα και ικανότητα να γράφει ποίηση, όλα αυτά δηλαδή που αποτελούσαν το"όμορφο πνεύμα" (le bel esprit) .
  3. Μεταφραστικό δάνειο από την φράση του Ρενέ Ντεκάρτ je pense donc je suis, που πρωτοδιατυπώθηκε στα γαλλικά το 1637 στο έργο του Discours de la méthode και επαναδιατυπώθηκε στα λατινικά το 1644 στο έργο του Les Principes de la philosophie.
  4. Dictionnaire françois, contenant les mots et les choses, plusieurs nouvelles remarques sur la langue française, ses expressions propres, figurées et burlesques, la prononciation des mots les plus difficiles, le genre des noms, le régime des verbes, avec les termes les plus communs des arts et des sciences: le tout tiré de l'usage et des bons auteurs de la langue française (Geneva, 1680).
  5. Le dictionnaire de l'Académie françoise, dédié au Roy t. 1 (A-L), Paris, Jean-Baptiste Coignard, 1694, Bnf : Bibliothèque nationale de France Gallica : bibliothèque numérique lire en ligne
  6. Η λέξη σαλόνι εμφανίστηκε για πρώτη φορά στα γαλλικά το 1664 από την ιταλική λέξη σάλα, τη μεγάλη αίθουσα υποδοχής ενός αρχοντικού. Πριν από το 1664, οι λογοτεχνικές συγκεντρώσεις έπαιρναν συχνά το όνομα του δωματίου στο οποίο συνέβαιναν. Για παράδειγμα, με τον όρο ruelle, που σημαίνει δρομάκι-στενό, ονομάζονταν οι λογοτεχνικές συγκεντρώσεις που πραγματοποιούνταν στην κρεβατοκάμαρα, μια πρακτική δημοφιλής ακόμη και υπό τον Λουδοβίκο ΙΔ΄. Οι ευγενείς, ξαπλωμένοι στα κρεβάτια τους, δέχονταν στενούς φίλους και τους πρόσφεραν καρέκλες ή σκαμνιά που περιέβαλλαν το κρεβάτι. Το στενό (ruelle) αναφέρεται στον χώρο ανάμεσα σε ένα κρεβάτι και τον τοίχο σε μια κρεβατοκάμαρα, έγινε δε το όνομα αυτών των συγκεντρώσεων καθώς και των πνευματικών και λογοτεχνικών κύκλων που εξελίσσονταν από αυτές, συχνά υπό την προστασία μορφωμένων γυναικών στο πρώτο μισό του 17ου αιώνα.
  7. 7,0 7,1 «Γαλλικός κλασικισμός» (PDF). 
  8. «Ο κανόνας και η απόκλιση: το Μπαρόκ» (PDF). 
  9. «Οι Περισπούδαστες» (PDF). 
  10. Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, σελ. 230, τόμος 48. 
  11. «Μαντάμ ντε Σαμπλέ». 
  12. Le Nouveau Dictionnaire des Œuvres, Laffont-Bompiani 1994, p. 5861. 
  13. The classic work on the "nouvelle classique" is: Godenne, René. Histoire de la nouvelle française aux XVIIe et XVIIIe siècles. Publications romanes et françaises, 108. Geneva : Droz, 1970.. 
  14. «Confession Catholique du Sieur de Sancy et déclaration des causes tant d'état que de religion qui l'ont mu à se remettre au giron de l'Eglise romaine». 
  15. Μαζαρινάδες ονομάζονταν σατιρικά ποιήματα, δυσφημιστικά φυλλάδια ή λιβελογραφήματα σε πεζό λόγο που δημοσιεύονταν την εποχή των δύο εξεγέρσεων της Σφενδόνης (1648-1653) εναντίον του Καρδινάλιου Μαζαρίνου. Αν και οι περισσότερες στρέφονταν εναντίον αυτού του πολιτικού, δόθηκε το ίδιο όνομα και στα γραπτά που τον υπερασπίζονταν και απαντούσαν στις επιθέσεις.
  16. Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, σελ. 260, τόμος 53. 
  17. Οι δυσβάστακτοι φόροι που επιβλήθηκαν για την αντιμετώπιση των πολεμικών δαπανών οδήγησαν στις δύο εξεγέρσεις της Σφενδόνης (Fronde). H πρώτη εξέγερση έγινε στο Παρίσι το 1648 και κράτησε έναν χρόνο. Αιτία ήταν ότι το Δικαστήριο (Parlement) του Παρισιού αρνιόταν να εγκρίνει τους νέους φόρους που ήθελε να επιβάλει ο Μαζαρίνος, και αυτός το παρέκαμψε. H δεύτερη εξέγερση, η λεγομένη των Πριγκίπων, είχε αιτία τη δυσαρέσκεια των μεγαλοευγενών για τα χαμένα τους προνόμια λόγω της πολιτικής την οποία είχε ξεκινήσει ο Ρισελιέ και τη συνέχισε με συνέπεια ο Μαζαρίνος. Οι ευγενείς της επαρχίας συσπειρώθηκαν και πολεμούσαν τον Μαζαρίνο επί τέσσερα χρόνια (1649-1653). Το 1651 ο Μαζαρίνος για να σωθεί κατέφυγε στην Ολλανδία. Από κει ξαναγύρισε σε τρία χρόνια στη Γαλλία. Τελικά ο Μαζαρίνος βγήκε νικητής και από τις δύο φάσεις της Σφενδόνης ενισχύοντας ακόμη περισσότερο τον θεσμό της απόλυτης μοναρχίας και την κεντρική εξουσία.
  18. Για την υπεράσπιση του Φουκέ, υπουργού Οικονομικών του Λουδοβίκου ΙΔ΄, που είχε πέσει σε δυσμένεια.
  19. Gilbert Highet. Η κλασική παράδοση. 
  20. «Φρανσουά ντε Μαλέρμπ». 
  21. «Φρανσουά Μαλέρμπ». 
  22. Οι κριτικοί κατηγόρησαν τον Κορνέιγ ότι το θέμα του δεν προέρχεται από την Αρχαιότητα, όπως θα έπρεπε, ότι η πλοκή υποσκάπτει την ενότητα χώρου και χρόνου, και ότι, δείχνοντας έναν αριστοκράτη να χαστουκίζει έναν άλλον αριστοκράτη, ξεπερνά τα όρια της ευπρέπειας και της αληθοφάνειας, γιατί κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατό να συμβεί στους κύκλους αυτούς, όπου η αυτοσυγκράτηση και η μετρημένη έκφραση συναισθημάτων είναι κυρίαρχη αρετή. Ακόμα πιο δριμύ κατηγορώ εξέφρασαν οι κριτικοί με αφορμή το γεγονός ότι η ηρωίδα αγαπάει το δολοφόνο του πατέρα της και τον παντρεύεται.
  23. «Η κωμική ψευδαίσθηση του θεάτρου». 
  24. Πάπυρος Λαρούς, σελ. 245, τόμος 51. 
  25. «Μολιέρος-Αρχοντοχωριάτης». 
  26. «Μολιέρος». 
  27. Εγκυκλοπαιδιστές ονομάζονται μια ομάδα νέων λογίων που γύρω στα 1750 στο Παρίσι καταπιάστηκαν με τη μετάφραση ενός λεξικού. Το σχέδιο αυτό εξελίχθηκε στο μεγαλύτερο εκδοτικό εγχείρημα της εποχής και η Εγκυκλοπαίδεια έγινε ένα έργο που θεωρήθηκε τόσο επικίνδυνο και ανατρεπτικό, που ο Πάπας το αποκήρυξε και οι συντάκτες του απειλήθηκαν με φυλάκιση και εκτέλεση. Ουσιαστικά επρόκειτο για το ιδεολογικό υπόβαθρο του Διαφωτισμού.