Το Μοναστήρι της Πάρμας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Το Μοναστήρι της Πάρμας
StendhalCharterhouseParma01.jpg
ΣυγγραφέαςΣταντάλ
ΤίτλοςLa Chartreuse de Parme
Γλώσσαγαλλικά
Ημερομηνία δημιουργίας1838
Ημερομηνία δημοσίευσηςΜάρτιος 1839
1839
Είδοςμυθιστόρημα
ΤόποςΜιλάνο

Το Μοναστήρι της Πάρμας (Γαλλικά: La Chartreuse de Parme) είναι μυθιστόρημα του Σταντάλ που δημοσιεύθηκε το 1839.

Ο τίτλος του είναι εμπνευσμένος από ένα μοναστήρι που βρίσκεται κοντά στην Πάρμα της Ιταλίας, το οποίο αναφέρεται μόνο στην τελευταία σελίδα του μυθιστορήματος και δεν εμφανίζεται σημαντικά στην πλοκή. Ο Σταντάλ έγραψε το βιβλίο σε διάστημα μόλις 52 ημερών, από τις 4 Νοεμβρίου 1838 έως τις 26 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους.[1]

Το μυθιστόρημα έχει προσαρμοστεί επανειλημμένα για την όπερα, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση.

Λογοτεχνική αξία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το μυθιστόρημα είναι ένα «ρομαντικό θρίλερ» με πολιτικές ίντριγκες και περιπέτειες και συγχρόνως μια εξερεύνηση της ανθρώπινης φύσης, της ψυχολογίας και της δικαστικής πολιτικής. Ο Σταντάλ καυτηριάζει τα ήθη της εποχής σχολιάζοντας την ματαιοδοξία και σκληρότητα των ευγενών, τις μηχανορραφίες της πριγκιπικής αυλής, τον αγώνα για εξουσία, τις δωροδοκίες, τους επαναστάτες και τους προδότες.[2]

Το μυθιστόρημα αναφέρεται σαν ένα πρώιμο δείγμα ρεαλισμού, μια έντονη αντίθεση στον ρομαντισμό που ήταν δημοφιλής όταν ο Σταντάλ έγραφε το μυθιστόρημα. Θεωρείται από πολλούς συγγραφείς ως πραγματικά επαναστατικό έργο. Ο Ονορέ ντε Μπαλζάκ το θεωρούσε το σημαντικότερο μυθιστόρημα της εποχής του, ο Τολστόι επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό από την περιγραφή της μάχης του Βατερλώ στην απεικόνιση της μάχης του Μποροντίνο στο έργο του Πόλεμος και Ειρήνη. Ο Αντρέ Ζιντ το περιέγραψε ως το μεγαλύτερο από όλα τα γαλλικά μυθιστορήματα, ενώ ο Χένρι Τζέιμς το κατατάσσει «μεταξύ των δώδεκα καλύτερων μυθιστορημάτων που διαθέτουμε». [3]

Υπόθεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναμνηστική πλάκα στην οδό Κωμαρτέν 8, στο 9ο διαμέρισμα του Παρισιού, όπου ο Σταντάλ έγραψε το μυθιστόρημα

Το Μοναστήρι της Πάρμας εξιστορεί τις περιπέτειες του νεαρού Ιταλού ευγενή Φαμπρίτσιο ντε Ντόνγκο από τη γέννησή του το 1798 έως το θάνατό του. Ο Φαμπρίτσιο περνά τα πρώτα του χρόνια στο κάστρο της οικογένειάς του στη λίμνη Κόμο, ενώ το μεγαλύτερο μέρος του υπόλοιπου μυθιστορήματος διαδραματίζεται στην Πάρμα. Και οι δύο τοποθεσίες βρίσκονται στην Ιταλία, η οποία την εποχή εκείνη, διατηρούσε το μεσαιωνικό χαρακτήρα των μικρών κρατιδίων με τους δικούς του άρχοντες το καθένα και η Πάρμα, στα βόρεια της Ιταλίας, ήταν ένα μικρό κράτος.[4]

Η δράση του μυθιστορήματος ξεκινά στο Μιλάνο το 1796, με την άφιξη των απελευθερωτικών επαναστατικών γαλλικών στρατευμάτων, με επικεφαλής τον νεαρό Ναπολέοντα Βοναπάρτη. Αυτά τα στρατεύματα ξυπνούν στους κατοίκους της Λομβαρδίας, που βρίσκονταν υπό αυστριακή κηδεμονία, παλιές ηρωικές μνήμες και την επιθυμία της ελευθερίας, και έγιναν δεκτά από την πλειοψηφία με ενθουσιασμό. [5]

Ο Φαμπρίτσιο μεγαλώνει περιτριγυρισμένος από ίντριγκες και συμμαχίες υπέρ και εναντίον των Γάλλων - ο πατέρας του, ο μαρκήσιος, τάσσεται υπέρ των Αυστριακών.

Η πρώτη ενότητα του μυθιστορήματος περιγράφει την μάλλον δονκιχωτική προσπάθεια του Φαμπρίτσιο να ενταχθεί στον στρατό του Ναπολέοντα όταν ο τελευταίος επιστρέφει στη Γαλλία τον Μάρτιο του 1815 (οι Εκατό ημέρες [6]). Ο Φαμπρίτσιο είναι δεκαεπτά ετών, όμορφος, ιδεαλιστής, χαρισματικά αφελής και μιλάει ελάχιστα Γαλλικά. Μέσα στον ενθουσιασμό του αφήνει το σπίτι του στη λίμνη Κόμο και ταξιδεύει βόρεια με ψεύτικα χαρτιά. Περιπλανιέται στη Γαλλία, χάνοντας γρήγορα χρήματα και άλογα. Φυλακίζεται ως κατάσκοπος αλλά δραπετεύει φορώντας τη στολή ενός νεκρού Γάλλου ουσάρου. Στον ενθουσιασμό του να παίξει το ρόλο Γάλλου στρατιώτη, χωρίς ουσιαστικά να συνειδητοποιεί για ποιο σκοπό μάχεται, βρίσκεται στα μετόπισθεν του πεδίου της μάχης του Βατερλώ.

Ο Σταντάλ, βετεράνος πολλών ναπολεόντειων εκστρατειών (ήταν ένας από τους επιζώντες της Γαλλικής εισβολής στη Ρωσία το 1812), περιγράφει αυτή τη διάσημη μάχη ρεαλιστικά, βάσει και της προσωπικής του εμπειρίας στα πεδία των μαχών. Ο Φαμπρίτσιο εντάσσεται στη φρουρά του στρατηγού Μισέλ Νεΰ και μετά την υποχώρηση, επιβιώνει μόνο με μια σοβαρή πληγή στο πόδι του. Τελικά επιστρέφει στο οικογενειακό κάστρο τραυματισμένος και εξακολουθεί να αναρωτιέται, «ήμουν πραγματικά στη μάχη;» Ο νεαρός ήρωας αναγκάζεται γρήγορα να φύγει από το πατρικό του, καθώς ο μεγαλύτερος αδερφός του - άρρωστος και βαρετός - τον καταγγέλλει για τη συμμετοχή του στη στρατιά του Ναπολέοντα.

Το μυθιστόρημα στη συνέχεια εστιάζεται στον Φαμπρίτσιο και τη θεία του Τζίνα, αδερφή του πατέρα του. Η Τζίνα συναντά και δημιουργεί σχέση με τον πρωθυπουργό της Πάρμας, τον κόμη Μόσκα. Παντρεύεται όμως έναν πλούσιο γέρο, τον δούκα Σανσεβερίνα, διατηρώντας τη σχέση της με τον κόμη.

Η Τζίνα (πλέον δούκισσα Σανσεβερίνα) έτρεφε πολύ θερμά συναισθήματα για τον ανιψιό της από τότε που αυτός επέστρεψε από τη Γαλλία. Δεδομένου ότι η προσχώρηση στην στρατιά του Ναπολέοντα ήταν επίσημα παράνομη, αυτή και ο κόμης Μόσκα προσπαθούν να σχεδιάσουν μια επιτυχημένη αποκατάσταση για τον νεαρό. Το σχέδιο του κόμη είναι να πάει ο Φαμπρίτσιο στη θεολογική σχολή (σεμινάριο) της Νάπολης και όταν αποφοιτήσει να επανέλθει στην Πάρμα με ανώτερο αξίωμα στη θρησκευτική ιεραρχία και τελικά να γίνει Αρχιεπίσκοπος, καθώς ο κάτοχος του τίτλου ήταν ηλικιωμένος. Το γεγονός ότι ο Φαμπρίτσιο δεν ενδιαφέρεται για τη θρησκεία (και την αγαμία) δεν έχει σημασία για αυτό το σχέδιο. Ο Φαμπρίτσιο συμφωνεί απρόθυμα και φεύγει για τη Νάπολη.[7]

Στη συνέχεια, το βιβλίο περιγράφει με μεγάλη λεπτομέρεια πώς ζουν η Τζίνα και ο κόμης Μόσκα στην αυλή του πρίγκιπα της Πάρμας (με την ονομασία Ρανούτσε-Ερνέστος Δ'). Ο Σταντάλ, ο οποίος έζησε δεκαετίες ως επαγγελματίας διπλωμάτης στη βόρεια Ιταλία, δίνει μια ζωντανή και ενδιαφέρουσα περιγραφή της πριγκιπικής αυλής, αν και όλα αυτά που περιγράφει είναι εντελώς φανταστικά, καθώς εκείνη την εποχή στην πραγματικότητα η Πάρμα είχε κυβερνήτη τη Μαρία Λουίζα, Δούκισσα της Πάρμας. (Η Μαρία Λουίζα ήταν η δεύτερη σύζυγος του Ναπολέοντα.)

Μετά από αρκετά χρόνια θεολογικών σπουδών στη Νάπολη, κατά τη διάρκεια των οποίων δημιούργησε αρκετές αισθηματικές σχέσεις, ο Φαμπρίτσιο επιστρέφει στην Πάρμα και αναπτύσσει ρομαντικά συναισθήματα απέναντι στη θεία του Τζίνα. Ο παντογνώστης αφηγητής μας λέει ότι τα ίδια συναισθήματα ταράζουν και τη θεία του, αν και δεν τα εξωτερικεύουν ποτέ.

Ο Φαμπρίτσιο εμπλέκεται σε σχέση με μια νεαρή ηθοποιό, τον διευθυντή/εραστή της οποίας σκοτώνει ο Φαμπρίτσιο σε μονομαχία και φεύγει από την Πάρμα για τη Μπολόνια, για να μην αντιμετωπίσει τη δίκη. Στη Μπολόνια, περνά τον χρόνο του προσπαθώντας να δημιουργήσει μια σχέση με μία ελκυστική σοπράνο, τη Φάουστα. Εν τω μεταξύ, στην Πάρμα το δικαστήριο τον έκρινε ένοχο για τη δολοφονία. Καθώς οι εξελίξεις δείχνουν ότι ο Φαμπρίτσιο ενδέχεται να εκτελεστεί, η Τζίνα πηγαίνει στον Πρίγκιπα και παρακαλέσει για τη ζωή του. Τελικά ο Φαμπρίτσιο φυλακίζεται για δώδεκα χρόνια στον Πύργο Φαρνέζε.

Για τους επόμενους εννέα μήνες, η Τζίνα σχεδιάζει να απελευθερώσει τον Φαμπρίτσιο και καταφέρνει να του μεταδώσει μυστικά μηνύματα. Όμως, στη φυλακή ο νεαρός ήρωας ζει ευτυχισμένος καθώς ερωτεύτηκε την κόρη του διοικητή της φυλακής, την Κλέλια Κόντι, την οποία παρατηρούσε από το παράθυρο του κελιού του καθώς αυτή φρόντιζε τα κλουβιά με τα πουλιά της. Ερωτεύονται και μετά από λίγο καιρό αρχίζουν να επικοινωνούν με σημειώματα.

Ο ευτυχισμένος Φαμπρίτσιο αντιστέκεται στα σχέδια της Τζίνας για απόδραση αλλά τελικά πείθεται. Το μόνο που τον ενδιαφέρει όμως είναι αν θα μπορέσει να συναντήσει την Κλέλια μετά την απόδρασή του. Αλλά η Κλέλια - που έχει συναισθήματα ενοχής, επειδή έδωσε στον πατέρα της λάβδανο - το οποίο αντιλήφθηκε ως δηλητήριο - υπόσχεται στην Παναγία ότι δεν θα δει ποτέ ξανά τον Φαμπρίτσιο και θα ακολουθήσει τις συμβουλές του πατέρα της να παντρευτεί κάποιον που της πρότεινε.[8]

Ο κόμης Μόσκα, για να παραχωρήσει στον Φαμπρίτσιο ένα ανώτερο θρησκευτικό αξίωμα, τον πείθει να επιστρέψει οικειοθελώς για να δικασθεί πάλι και να αθωωθεί. Αντί να πάει στη φυλακή της πόλης, ο Φαμπρίτσιο επιστρέφει εθελοντικά στον Πύργο Φαρνέζε για να είναι κοντά στην Κλέλια. Επιδιώκοντας εκδίκηση, ο πατέρας της προσπαθεί να τον δηλητηριάσει, αλλά η Κλέλια τον εμποδίζει.

Η Κλέλια, εν τω μεταξύ, παντρεύτηκε αυτόν που ο πατέρας της επέλεξε.

Μετά την αθώωσή του, ο Φαμπρίτσιο αναλαμβάνει τα καθήκοντά του ως αρχιδιάκονος της Καθολικής Εκκλησίας και τα κηρύγματά του γίνονται γνωστά σε όλη την πόλη. Ο μόνος λόγος που κάνει αυτά τα κηρύγματα, λέει ο ίδιος, είναι η ελπίδα ότι η Κλέλια θα έρθει να τον ακούσει, επιτρέποντάς του να τη δει και να της μιλήσει. Μετά από 14 μήνες, τη συναντά και η Κλέλια συμφωνεί να συναντιέται μαζί του υπό την προϋπόθεση ότι να είναι στο σκοτάδι, για να μην παραβιάσει τον όρκο της στην Παναγία να μην τον ξαναδεί και τιμωρηθούν και οι δύο για την αμαρτία της. Ένα χρόνο αργότερα, φέρνει στον κόσμο το παιδί του Φαμπρίτσιο. Όταν το αγόρι γίνεται δύο ετών πεθαίνει, η Κλέλια επίσης λίγους μήνες αργότερα. Μετά το θάνατό της, ο Φαμπρίτσιο αποσύρεται στο μοναστήρι της Πάρμας, ένα μοναστήρι Καρθουσιανών, όπου μετά από λιγότερο από ένα χρόνο πεθαίνει κι αυτός. Η Τζίνα, κόμισα Μόσκα, που πάντα αγαπούσε τον Φαμπρίτσιο, πεθαίνει λίγο μετά από αυτόν. Το μυθιστόρημα τελειώνει με την αφιέρωση «To Happy Few» δηλαδή στους λίγους που θα το καταλάβουν.[9]

Ελληνικές μεταφράσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Το μοναστήρι της Πάρμας : Γιάννης Μπεράτης (Γκοβόστης, 1950), Νίκος Σαρλής (εκδ. Π.Κ., 1955), Κωστούλα Αγγελοπούλου (De Agostini Hellas, 2006), Δημήτρης Στεφανάκης (ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ, στη σειρά Μεγάλες Αφηγήσεις).

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]