Ζυλ ντε Γκονκούρ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ζυλ ντε Γκονκούρ
Jules de Goncourt.jpg
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Jules de Goncourt (Γαλλικά)
Γέννηση17 Δεκεμβρίου 1830
Παρίσι[1][2]
Θάνατος20  Ιουνίου 1870[3][4][5]
Παρίσι[1]
Αιτία θανάτουσύφιλη
Συνθήκες θανάτουφυσικά αίτια
Τόπος ταφήςΚοιμητήριο της Μονμάρτρης
Χώρα πολιτογράφησηςΓαλλία[6]
Εκπαίδευση και γλώσσες
Μητρική γλώσσαΓαλλικά
Ομιλούμενες γλώσσεςΓαλλικά[4]
ΣπουδέςΛύκειο Κοντορσέ
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητασυγγραφέας[7][8]
ιστορικός
μυθιστοριογράφος
ημερολογιογράφος
κριτικός λογοτεχνίας
ιστορικός της τέχνης[9]
ΕργοδότηςLe Figaro
Οικογένεια
ΑδέλφιαΕντμόν ντε Γκονκούρ[10]
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Ζυλ ντε Γκονκούρ (γαλλικά: Jules Huot de Goncourt), γεννήθηκε στις 17 Δεκεμβρίου 1830 στο Παρίσι και πέθανε στις 20 Ιουνίου 1870 στην ίδια πόλη, ήταν Γάλλος συγγραφέας. Μέρος του έργου του γράφτηκε σε συνεργασία με τον αδελφό του Εντμόν ντε Γκονκούρ, ο οποίος ίδρυσε την Ακαδημία Γκονκούρ που απονέμει το ομώνυμο βραβείο κάθε χρόνο. Τα έργα των αδελφών Γκονκούρ ανήκουν στο ρεύμα του νατουραλισμού.[11]

Βιογραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ζυλ ντε Γκονκούρ γεννήθηκε στο Παρίσι, το τέταρτο παιδί ενός πρώην αξιωματικού του Ναπολέοντα Α', Μαρκ-Πιέρ Υό ντε Γκονκούρ και της συζύγου του Ανέτ-Σεσίλ. Μεταξύ του Ζυλ και του μεγαλύτερου αδελφού του Εντμόν γεννήθηκαν δύο αδερφές που πέθαναν σε νεαρή ηλικία. Ο παππούς του Ζαν-Αντουάν Υό ντε Γκονκούρ ήταν αντιπρόσωπος στην Εθνοσυνέλευση του 1789. Φοίτησε στο Παρίσι στο Λύκειο Κοντορσέ, από το 1842 έως το 1848, με κατεύθυνση σπουδές ελληνικών και λατινικών. Και οι δύο γονείς του πέθαναν ενώ ήταν ακόμη νεαρός. Μετά το θάνατο της μητέρας τους το 1848, ο Ζυλ και ο Εντμόν κληρονόμησαν μια κληρονομιά που τους έδωσε οικονομική ανεξαρτησία και τους επέτρεψε να ασχοληθούν με τα καλλιτεχνικά τους ενδιαφέροντα.[12]

Το 1862, ο Ζυλ φυλακίστηκε για αρκετές ημέρες επειδή αρνήθηκε να υπηρετήσει στην Εθνική Φρουρά. Το 1868, τα αδέρφια εγκαταστάθηκαν σε σπίτι που αγόρασαν στη συνοικία Ωτέιγ στο 16ο διαμέρισμα του Παρισιού. Στο λογοτεχνικό σαλόνι τους κάθε Κυριακή για πολλά χρόνια, σύχναζαν όλοι οι αξιόλογοι λογοτέχνες και καλλιτέχνες της εποχής. Το σπίτι έγινε κάτι σαν αξιοθέατο λόγω των συλλογών έργων τέχνης των αδελφών, με τις εφημερίδες να δημοσιεύουν άρθρα γι' αυτό και αγνώστους να ζητούν άδεια να το επισκεφτούν.

Με τον αδελφό του δημιούργησαν μια συνεργασία που «είναι πιθανώς μοναδική στην ιστορία της λογοτεχνίας. Όχι μόνο έγραψαν όλα τα βιβλία τους μαζί, αλλά δεν πέρασαν περισσότερο από μια μέρα χωριστά στην ενήλικη ζωή τους, μέχρι που τελικά τους χώρισε ο θάνατος του Ζυλ το 1870.»[13]

Ο Ζυλ ντε Γκονκούρ πέθανε το 1870 σε ηλικία 40 ετών, από προοδευτική γενική παράλυση, μετά από σύφιλη που προσβλήθηκε στη Χάβρη το 1850. Ενταφιάστηκε στο κοιμητήριο της Μονμάρτρης στο Παρίσι, στο ίδιο μνήμα μετά από 26 χρόνια ενταφιάστηκε και ο αδελφός του.

Έργο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Φωτογραφία του Εντμόν (αριστερά) και του Ζυλ (δεξιά) ντε Γκονκούρ από τον Φελίξ Ναντάρ.

Τα δύο αδέρφια επικεντρώθηκαν αρχικά στη μελέτη της ιστορίας της τέχνης, εκδίδοντας βιβλία για την τέχνη του του 18ου αιώνα κυρίως. Συγκέντρωσαν μεγάλη και αξιόλογη συλλογή έργων τέχνης, καθώς και γράμματα, σχέδια και εκτυπώσεις. Από το 1856, δημοσίευσαν μια σειρά δοκιμίων με την ονομασία Η Τέχνη του 18ου αιώνα, η οποία περιλάμβανε 12 μελέτες και ολοκληρώθηκε από τον Εντμόν το 1875. Στη δεκαετία του 1860, δημοσίευσαν συνεργατικά μυθιστορήματα νατουραλιστικής γραφής, εμβαθύνοντας στη μελέτη των διαφορετικών κοινωνικών τάξεων, που θεωρούνται πρόδρομοι του έργου μεταγενέστερων συγγραφέων όπως ο Εμίλ Ζολά. Το Ζερμινί Λασερτέ (1865) είναι «ένα από τα πρώτα ρεαλιστικά γαλλικά μυθιστορήματα της εργατικής τάξης» και βασίστηκε στη ζωή της υπηρέτριάς τους Ρόουζ, της οποίας τη διπλή ζωή ανακάλυψαν μετά το θάνατό της. [14]

Μετά τον θάνατο του Ζυλ το 1870, ο Εντμόν ολοκλήρωσε τα ημιτελή συνεργατικά έργα τους, μεταξύ των οποίων μελέτες για τις τρεις ερωμένες του Λουδοβίκου ΙΕ' (Μαντάμ ντυ Μπαρί, Μαντάμ ντε Πομπαντούρ και Δούκισσα του Σατωρού) και μια μονογραφία για τον καλλιτέχνη Πωλ Γκαβαρνί. Το 1885 ο Εντμόν δημοσίευσε μια επιλογή από τις επιστολές του Ζυλ. Συνέχισε επίσης το Ημερολόγιο, το οποίο είχαν ξεκινήσει τα δύο αδέρφια το 1851, συνεχίζοντάς το μέχρι τον θάνατό του το 1896. Από το 1887 έως το 1896, ο Εντμόν δημοσίευσε 9 τόμους του ημερολογίου, μια αποκαλυπτική αυτοβιογραφία και μνημειώδης ιστορία της κοινωνικής και λογοτεχνικής ζωής στο Παρίσι του 19ου αιώνα.[15]

Έργα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Histoire de la société française pendant la Révolution, 1854 - Ιστορία της γαλλικής κοινωνίας κατά την Επανάσταση
  • Portraits intimes du xviiie siècle, 1857 - Πορτρέτα του 18ου αιώνα
  • Histoire de Marie-Antoinette, 1858 - Ιστορία της Μαρίας Αντουανέτας
  • L'art du dix-huitième siècle, 1859-1870 - Η Τέχνη του δέκατου όγδοου αιώνα
  • Charles Demailly, 1860 - Σαρλ Ντεμαγί
  • Sœur Philomène, 1861 - Αδελφή Φιλομένη
  • Renée Mauperin, 1864 - Ρενέ Μωπεράν
  • Germinie Lacerteux, 1865 - Ζερμινί Λασερτέ, Ελληνική μετάφραση :Εκδόσεις Νεφέλη, 2010.
  • Idées et sensations, 1866 - Ιδέες και συναισθήματα
  • Manette Salomon, 1867 - Μανέτ Σαλομόν
  • Madame Gervaisais, 1869 - Μαντάμ Ζερβαιζαί
  • La Du Barry, 1878 - Λα ντυ Μπαρί
  • La Duchesse de Châteauroux et ses sœurs, 1879 - Η δούκισα ντε Σατωρού και οι αδερφές της
  • La Femme au dix-huitième siècle, 1887 - Η γυναίκα στον δέκατο όγδοο αιώνα
  • Madame de Pompadour, 1888 - Μαντάμ ντε Πομπαντούρ
  • Journal, Ημερολόγιο. Άρχισε να γράφεται από το 1851 από τους δύο αδελφούς μαζί και στη συνέχεια μόνο από τον Εντμόν μετά τον θάνατο του Ζυλ το 1870. Το ημερολόγιο εκδόθηκε σε 9 τόμους, ο πρώτος κατά τη διάρκεια της ζωής των συγγραφέων το 1866 με τίτλο Ιδέες και συναισθήματα και ο τελευταίος το 1896, δύο μήνες πριν από το θάνατο του Εντμόν.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]