Μετάβαση στο περιεχόμενο

Τζάκομο Πουτσίνι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Τζάκομο Πουτσίνι
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Giacomo Puccini (Ιταλικά)
Γέννηση22  Δεκεμβρίου 1858[1][2][3]
Λούκκα[4][5][6]
Θάνατος29  Νοεμβρίου 1924[1][5][2]
Βρυξέλλες[5][6]ήBrussels[7]
Αιτία θανάτουκαρκίνος του λάρυγγα
Συνθήκες θανάτουφυσικά αίτια
ΚατοικίαTorre del Lago Puccini railway station
Χώρα πολιτογράφησηςΒασίλειο της Ιταλίας (1861–1924)
Μεγάλο Δουκάτο της Τοσκάνης (έως 1859)
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΙταλικά[8][9][10]
ΣπουδέςΩδείο του Μιλάνου
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητασυνθέτης όπερας
συνθέτης[11]
πολιτικός
διευθυντής ορχήστρας
οργανίστας[12]
Αξιοσημείωτο έργοΛα Μποέμ
Τόσκα
Μαντάμα Μπατερφλάι
Τουραντό
Τζιάνι Σκίκι
Crisantemi[13]
Περίοδος ακμής1876
Οικογένεια
ΣύζυγοςElvira Puccini (1904–1924)
ΤέκναAntonio Puccini
ΓονείςΜικέλε Πουτσίνι[14] και Albina Magi
ΣυγγενείςΦόσκα Τζεμινιάνι (θετή κόρη), Giacomo Puccini (προπροπάππους) και Simonetta Puccini
ΟικογένειαPuccini[14]
Αξιώματα και βραβεύσεις
Αξίωμαγερουσιαστής του Βασιλείου της Ιταλίας (Σεπτέμβριος 1924 – Νοέμβριος 1924)
Υπογραφή
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Τζάκομο Πουτσίνι (ιταλ.: Giacomo Puccini, 22 Δεκεμβρίου 185829 Νοεμβρίου 1924), συχνά λανθασμένα και Τζιάκομο Πουτσίνι, ήταν Ιταλός συνθέτης. Ο Τζάκομο Αντόνιο Ντομένικο Μικέλε Σεκόντο Μαρία Πουτσίνι γεννήθηκε στη πόλη Λούκκα της Τοσκάνης το 1858. Ήταν συνθέτης όπερας, ο σημαντικότερος εκπρόσωπος του ιταλικού βερισμού. Ανάμεσα στα δημοφιλέστερα έργα του ανήκουν οι όπερες Μποέμ, Τόσκα, Μαντάμα Μπατερφλάι και Τουραντότ.

Ο Τζάκομο Πουτσίνι ήταν γιος του Μικέλε Πουτσίνι και της Αλμπίνα Μάτζι και καταγόταν από οικογένεια μουσικών. Τα πρώτα τέσσερα ονόματα που του δόθηκαν (Τζάκομο, Αντόνιο, Ντομένικο, Μικέλε) είναι τα ονόματα των προγόνων του, κατά χρονολογική σειρά από τον προ-προπάππου του έως τον πατέρα του και ήταν όλοι επαγγελματίες μουσικοί. Ο πατέρας του, Μικέλε Πουτσίνι (1813-1864), άριστο πρώτο βιολί και διευθυντής ορχήστρας, πέθανε όταν ο Τζάκομο ήταν 6 ετών. Τον μεγάλωσαν η μητέρα του, η γιαγιά του και οι 4 αδελφές του, ίσως γι’ αυτό η γυναικεία μορφή θα είναι η απόλυτη πρωταγωνίστρια της δραματουργίας του.

Σπούδασε σύνθεση και εκκλησιαστικό όργανο, πρώτα στη γενέτειρά του Λούκκα και στα 22 του ξεκίνησε ανώτερες σπουδές ειδίκευσης στο Ωδείο του Μιλάνου. Στα φτωχικά πρώτα χρόνια του στο Μιλάνο συγκατοίκησε με τον συνθέτη Πιέτρο Μασκάνι και ήρθε σε επαφή με τους καλλιτέχνες του κινήματος της Scapigliatura, που σύχναζαν στην Ταβέρνα Πολπέττα. Τον χώρο αυτόν και την μποέμικη ατμόσφαιρά του βρίσκουμε στο Καφέ-Μομύς στη Β’ Πράξη της όπερας Λα Μποέμ.[15]

Το 1883 αγόρασε από τον Φερντινάντο Φοντάνα το λιμπρέτο για την πρώτη του όπερα Λε Βίλλι, πληρώνοντας 100 λιρέτες την κάθε πράξη. Με αυτό το έργο χτύπησε την πόρτα πολλών μουσικών εκδοτικών οίκων ανεπιτυχώς. Κανένας τους δεν έδειξε εμπιστοσύνη στο νεαρό συνθέτη. Την επόμενη χρονιά άκουσε μερικές σελίδες από το έργο του ο Αρρίγκο Μπόιτο, ο οποίος ενθουσιασμένος, τον βοήθησε να το ανεβάσει στις 31 Μαΐου 1884 στο θέατρο Νταλ Βέρμε του Μιλάνου. Τη χαρά της πρώτης του επιτυχίας θα αμαυρώσει ο χαμός της μητέρας του, από καρκίνο του στομάχου στις 17 Ιουλίου. Ένας άλλος θάνατος που θα τον πληγώσει βαθιά αργότερα θα είναι αυτός του μοναδικού αδελφού του Μικέλε, ο οποίος πέθανε 27 ετών από κίτρινο πυρετό στο Ρίο ντε Τζανέιρο στις 12 Μαρτίου 1891. [15]

Ελβίρα Μποντούρι Πουτσίνι
Αεροφωτογραφία, 2021, Τόρε ντελ Λάγκο, σε πρώτο πλάνο η βίλα Πουτσίνι

Ελβίρα Μποντούρι και εγκατάσταση στο Τόρε ντελ Λάγκο

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1885-6, ενώ βρίσκεται στη Λούκα, παραδίδει μαθήματα πιάνου στο σπίτι του έμπορα Τζουζέππε Τζεμινιάνι. Ανάμεσα στον εικοσιοκτάχρονο μουσικό και την εικοσιεξάχρονη σύζυγο του Τζεμινιάνι, Ελβίρα Μποντούρι (1860-1930), θα ξεσπάσει θυελλώδης έρωτας, που θα προκαλέσει μεγάλο σκάνδαλο στην περιοχή και το ερωτευμένο ζευγάρι αναγκάζεται να βρει καταφύγιο στο Μιλάνο. Σύντομα θα γεννηθεί ο γιος τους Αντόνιο (Μόντσα, 23 Δεκεμβρίου 1886 - Βιαρέτζιο, 21 Φεβρουαρίου 1946). Το ζευγάρι μπόρεσε να παντρευτεί, 18 χρόνια αργότερα, στις 3 Φεβρουαρίου 1904, μετά το θάνατο του Τζεμινιάνι, αφού στην Ιταλία δεν επιτρεπόταν το διαζύγιο.

Αλεάρντο Βίλα, Πορτραίτο του έφιππου Τζάκομο Πουτσίνι στη λίμνη Ματσατσιούκολι

Το 1889 ανεβαίνει στη Σκάλα του Μιλάνου η δεύτερη του όπερα, Έντγκαρ, η οποία δεν γνωρίζει την επιτυχία της προηγούμενης, όμως εδραιώνεται η θέση του και ο εκδότης του ο Ρικόρντι, του κάνει αύξηση και τον παρακινεί να γράψει την επόμενη όπερα, που θα είναι η Μανόν Λεσκώ. Αναζητά ένα ήσυχο καταφύγιο για να συνθέτει, στην αρχή το βρίσκει στην εξοχή του Καντόν Τιτσίνο, αλλά τελικά επιστρέφει στην αγαπημένη του Τοσκάνη και εγκαθίσταται από το 1891 στις όχθες της λίμνης Ματσατσιούκολι, στο χωριό Τόρε ντελ Λάγκο (στα Ελληνικά: Πύργος της Λίμνης). Η ηρεμία της λίμνης με τις καλαμιές και την πλούσια πανίδα της είναι παράδεισος για τον Πουτσίνι, που αγαπούσε το κυνήγι και την κουζίνα της Τοσκάνης, σερβίρονταν συχνά στο τραπέζι του τσίχλες, πέρδικες, μπεκάτσες, κοτσύφια, αγριόπαπιες κ.ά. Ως ένδειξη της αγάπης του για την περιοχή, συνήθιζε να λέει ότι πάσχει από «οξεία Τορελαγκίτιδα». Αρχικά έμενε σε ενοικιαζόμενες κατοικίες και αργότερα, με τα έσοδα της όπερας Λα Μποέμ, έχτισε μια βίλα στις όχθες της λίμνης, όπου σήμερα στεγάζεται το μουσείο του. Στη βίλα αυτή, όπου μπορούσε να ακούει την αγαπημένη του ορχήστρα, δηλαδή βατράχια και πάπιες, όπως ο ίδιος έγραφε σε μια επιστολή του, πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του, πηγαίνοντας στο Μιλάνο μόνο τους χειμερινούς μήνες.[16] Σε μια επιστολή του το 1900 δίνει την εξής περιγραφή: Ύψιστη χαρά, παράδεισος, Εδέμ, Βασιλεία των Ουρανών, Κεχαριτωμένη, πνευματικός καθοδηγητής, βασιλικό ανάκτορο.[17]

Οι μεγάλες επιτυχίες

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η τρίτη όπερα του Πουτσίνι, η Μανόν Λεσκώ, έκανε παγκόσμια πρεμιέρα στο Βασιλικό Θέατρο του Τορίνο την 1η Φεβρουαρίου 1893. Βασιζόταν στο ομώνυμο έργο του Αββά Πρεβώ του 1731. Άλλες δυο όπερες είχαν ανέβει ήδη στη Γαλλία πάνω στην ίδια υπόθεση, η Manon Lescaut του Ντανιέλ Ωμπέρ το 1856 και η Manon του Ζυλ Μασνέ το 1884. Το λιμπρέτο πέρασε από πολλά χέρια (Μάρκο Πράγκα, Ντομένικο Ολίβα, Λουίτζι Ιλλίκα και Τζουζέππε Τζακόζα), καθώς ο συνθέτης δεν έμενε ευχαριστημένος από τη δουλειά που έκαναν οι λιμπρετίστες του Ρικόρντι. Το τελικό αποτέλεσμα βγήκε χάρη στην επιμονή και την έμπνευση του συνθέτη και η επιτυχία που είχε τον δικαίωσε. Η επίδραση του Βάγκνερ, είναι αδιαμφισβήτητη στο ερωτικό ντουέτο της Β' πράξης, αλλά και η έμπνευση από τη μουσική του Βέρντι δεν χάνεται. Η φροντίδα στην ενορχήστρωση της Μανόν παραμένει αξεπέραστη στις επόμενες όπερες. Το έργο χαρακτηρίζουν η παράδοση και η νεωτερικότητα, οι εναλλαγές δραματικών και ελαφριών στιγμών. Ο Πουτσίνι χρησιμοποιεί κάθε τεχνική μέθοδο που έχει στη διάθεσή του, για να δημιουργήσει μια εντυπωσιακή όπερα που άφησε το στίγμα της στο μελόδραμα. [18]

Η τριάδα των επόμενων έργων του αντιπροσωπεύει το απόγειο της δημοτικότητας για τις όπερες του Πουτσίνι. Η όπερα με τις περισσότερες παραστάσεις παγκοσμίως είναι η Τραβιάτα του Βέρντι (22.342 παραστάσεις), από τις λοιπές ιταλικές όπερες την επόμενη θέση (4η) κατέχει η Μποέμ με 19.642 παραστάσεις, ενώ βρίσκουμε στην 6η θέση την Τόσκα με 16.840 παραστάσεις και στην 8η θέση τη Μαντάμα Μπατερφλάι με 15.394 παραστάσεις.[19]

Ο Πουτσίνι πείστηκε από τους συνεργάτες του να ασχοληθεί με τη Μποέμ μόνο όταν έμαθε ότι ο μεγάλος του αντίπαλος, ο συνθέτης Ρουτζέρο Λεονκαβάλο ετοίμαζε τη δική του Μποέμ. Λιμπρετίστες ήταν οι Λουίτζι Ιλλίκα και Τζουζέππε Τζακόζα, που είχαν καταφέρει να ολοκληρώσουν το λιμπρέτο της Μανόν Λεσκώ. Χρειάστηκαν σχεδόν τρία χρόνια για να ικανοποιήσουν οι λιμπρετίστες τον Πουτσίνι και για να συνθέσει ο ίδιος την όπερα. Η Μποέμ πρωτοπαρουσιάστηκε στο Βασιλικό Θέατρο του Τορίνο την 1η Φεβρουαρίου 1896 με διευθυντή ορχήστρας τον 28χρονο Αρτούρο Τοσκανίνι. Οι κριτικοί, που είχαν λατρέψει τη Μανόν Λεσκώ του συνθέτη και περίμεναν κάτι σκοτεινό και δραματικό απογοητεύτηκαν λίγο από τη γλυκύτητα της ιστορίας της Μποέμ, αλλά το κοινό ήταν ιδιαίτερα θερμό. Σύντομα η Μποέμ επισκίασε τη Μανόν Λεσκώ σε δημοτικότητα. Η Μποέμ σηματοδοτεί την ανάδειξη του Πουτσίνι ως απόλυτα ώριμου και πρωτότυπου συνθέτη.[20]

Aφίσα της Τόσκα (1900)

Μετά ήρθε η σειρά της Τόσκα, ένα δραματικό θεατρικό έργο του Βικτοριέν Σαρντού, γραμμένο για τη Σάρα Μπερνάρ. Η συνεργασία του Πουτσίνι με τους Ιλλίκα και Τζακόζα στο λιμπρέτο συνεχίστηκε και η όπερα ανέβηκε στο θέατρο Κοστάντσι (τωρινό Θέατρο της Όπερας) της Ρώμης στις 14 Ιανουαρίου 1900, εγκαινιάζοντας όλη τη μουσική του 20ου αιώνα. Όπως συνέβη και με άλλα έργα του Πουτσίνι, οι κριτικοί το υποδέχτηκαν με μεγάλη ψυχρότητα αλλά το κοινό αγκάλιασε την Τόσκα με μεγάλο ενθουσιασμό.[21]

Μαντάμα Μπατερφλάι

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έπειτα από την επιτυχία της Τόσκα, ο Πουτσίνι ήθελε να παρουσιάσει κάτι πρωτότυπο κι έτσι στράφηκε σε ένα δράμα με ιαπωνικό θέμα, που είχε γραφτεί ως θεατρικό μονόπρακτο από τον Αμερικανό συγγραφέα Ντέιβιντ Μπελάσκο. Η ανανέωση που έφερνε ο Πουτσίνι στην όπερα δεν αφορούσε μόνο στη μουσική σύνθεση αλλά και στους ρεαλιστικούς ήρωες των ιστοριών που επέλεγε, μακριά από τις ηρωικές φιγούρες που πλημμύριζαν την όπερα μέχρι τότε. Στη Μποέμ πρωταγωνιστούσαν αγόρια και κορίτσια της καθημερινής ζωής. Στην Τόσκα, μαχητές της ιταλικής απελευθέρωσης συγκρούονται με τον διεφθαρμένο αρχηγό της παπικής αστυνομίας. Στη Μαντάμα Μπατερφλάι η ηρωίδα του είναι μια απλή κοπέλα από την Άπω Ανατολή που θυσιάζεται στο βωμό της αγάπης. Η μια όπερα μετά την άλλη αποτελούν εξαιρετικά δείγματα του βερισμού. Πριν προχωρήσει στη σύνθεση, μελέτησε τον ιαπωνικό πολιτισμό και στόλισε το έργο του με πρωτόγνωρους για όπερα ήχους, π.χ. κελαηδίσματα πουλιών.[21] Ο λιμπρετίστας του, ο Ιλλίκα, ταξίδεψε μέχρι το Ναγκασάκι για να πάρει μια γεύση από το τοπικό χρώμα. Παρά την προσοχή που επέδειξε τόσο ο Πουτσίνι όσο και οι λιμπρετίστες η υποδοχή της από το κοινό, στην πρεμιέρα στη Σκάλα του Μιλάνου στις 17 Φεβρουαρίου 1904, ήταν πολύ κακή. Το κοινό χλεύαζε ανοιχτά, γιούχαρε, φωνασκούσε και σφύριζε καθ' όλη τη διάρκεια της παράστασης. Ο Πουτσίνι ακύρωσε τις επόμενες παραστάσεις και στρώθηκε ξανά στη δουλειά ξεκινώντας εκτεταμένες αναθεωρήσεις, με πιο αξιοσημείωτη τη διαίρεση της υπερβολικά μεγάλης Β' πράξης. Η νέα Μαντάμα Μπατερφλάι που ανέβηκε στη σκηνή της Μπρέσια της Ιταλίας στις 28 Μαΐου 1904 σημείωσε μεγάλη επιτυχία. Ακολούθησαν δύο ακόμη αναθεωρήσεις, το 1905 και το 1906, πριν η όπερα φτάσει στην οριστική της μορφή. [22]

Η τελευταία εικοσαετία

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Ο Πουτσίνι με τη σύζυγό του σε όχημα το 1909

Αν και μανιώδης κυνηγός ο Πουτσίνι, δεν αγαπούσε καθόλου την πεζοπορία. Τον γοήτευαν εξάλλου οι τεχνολογικές καινοτομίες της εποχής του, έτσι στην αρχή στράφηκε στα ποδήλατα, από τα οποία είχε μια καλή συλλογή και γνώριζε όλα τα τεχνικά τους χαρακτηριστικά. Το 1901 ο Πουτσίνι ήταν ένας από τους πρώτους Ιταλούς που είχαν την πολυτέλεια να έχουν ιδιωτικό αυτοκίνητο. Ξεκίνησε με ένα γαλλικό Ντε Ντιόν Μπουτόν και την επόμενη χρονιά αγόρασε ένα επίσης γαλλικό Κλεμάν Μπαγιάρ. Με αυτό το όχημα είχε ένα άσχημο ατύχημα στις 26 Φεβρουαρίου 1903, το αμάξι αναποδογύρισε, αυτός εγκλωβίστηκε από κάτω, έσπασε το πόδι του και κόντεψε να πεθάνει από ασφυξία λόγω των αναθυμιάσεων της βενζίνης. Ο διαβήτης, από τον οποίον έπασχε, δυσκόλεψε κατά πολύ την ανάρρωσή του. Η περιπέτεια αυτή δεν φρέναρε την αγάπη του για τα αυτοκίνητα, συνέχισε να αγοράζει ό,τι πιο εξελιγμένο κυκλοφορούσε στην αγορά. Το τελευταίο του αυτοκίνητο, μια Lancia, το αγόρασε λίγους μήνες πριν πεθάνει.[23]

Η σχέση του με τη σύζυγό του Ελβίρα δεν ήταν από τις πιο αρμονικές. Οι σκηνές ζηλοτυπίας από την πλευρά της ήταν εκρηκτικές, άλλοτε αδικαιολόγητες και άλλοτε δικαιολογημένες. Το πιο τραγικό περιστατικό συνέβη στη βίλα του Τόρε ντελ Λάγκο. Η εικοσάχρονη Ντόρια Μανφρέντι είχε προσληφθεί ως υπηρέτρια το 1903, την περίοδο της ανάρρωσης του συνθέτη από το αυτοκινητιστικό ατύχημα. Στις 23 Ιανουαρίου 1909 έκανε απόπειρα αυτοκτονίας με δηλητήριο και πέθανε μέσα σε φρικτούς πόνους 5 ημέρες αργότερα. Αιτία ήταν οι κατηγορίες της Ελβίρας, υποψιαζόταν πως η νεαρή είχε γίνει ερωμένη του άντρα της. Η νεκροψία έδειξε ότι η Ντόρια ήταν ακόμη παρθένα. Οι γονείς της άσκησαν δίωξη εναντίον της Ελβίρα Πουτσίνι για συκοφαντία, προκαλώντας ένα από τα πιο διάσημα σκάνδαλα της εποχής. Η Ελβίρα κρίθηκε ένοχη και καταδικάστηκε σε 5 μήνες φυλάκιση και χρηματικό πρόστιμο αλλά στην εκδίκαση στο εφετείο οι διαπραγματεύσεις των δικηγόρων έφεραν συμβιβασμό και ο Πουτσίνι κατέβαλε αποζημίωση 12.000 λιρέτες στους Μανφρέντι, οι οποίοι απέσυραν τις κατηγορίες τους.[16] [24]

Το κορίτσι της Δύσης

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Ο Ενρίκο Καρούζο ως Ντικ Τζόνσον

Οι αναθεωρήσεις της Μαντάμα Μπατερφλάι και τα προσωπικά και οικογενειακά προβλήματα που αντιμετώπισε αυτά τα χρόνια καθυστέρησαν τον Πουτσίνι στη σύνθεση μιας νέας όπερας. Έπρεπε όμως να βρει και νέους λιμπρετίστες διότι οι σχέσεις του με τον Ιλλίκα είχαν διαρραγεί σε τέτοιο σημείο ώστε να φτάσουν στα δικαστήρια, ο δε Τζακόζα είχε αποβιώσει το 1906. Η επιλογή του για νέο θέμα έπεσε πάλι σε ένα θεατρικό του Μπελάσκο, Το κορίτσι της Δύσης. [25] Ηρωίδα του έργου είναι η Μίννι, ένα όμορφο κορίτσι που δουλεύει σε ένα σαλούν στην Άγρια Δύση. Όλοι οι χρυσοθήρες της περιοχής είναι ερωτευμένοι μαζί της. Εμφανίζεται ένας ληστής, ο Ντικ Τζόνσον, για να τους γδύσει από όλο το χρυσό που έχουν με κόπο μαζέψει, αλλά χάρη στη Μίννι βρίσκει το δρόμο της αγάπης και τη λύτρωση. Πρόκειται για ένα είδος ιστορίας που μόνο σε αμερικάνικα έργα του βουβού κινηματογράφου έβλεπε κανείς μέχρι τότε. Και ο πάντα νεωτεριστής συνθέτης, μια κινηματογραφική χροιά ζητά από τους νέους λιμπρετίστες του, τον Κάρλο Τζανγκαρίνι και τον Γκουέλφο Τσιβινίνι. Η πρεμιέρα δόθηκε στη Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης στις 10 Δεκεμβρίου 1910 με τον Ενρίκο Καρούζο στο ρόλο του Ντικ Τζόνσον και ενθουσίασε τόσο πολύ το κοινό ώστε καλούσε τον Πουτσίνι ανάμεσα στις πράξεις για να το επευφημήσει. Η όπερα όμως στην Ευρώπη δεν έγινε ιδιαίτερα αγαπητή. Σπανίως πλέον την ανεβάζουν, γιατί συν τοις άλλοις είναι πολυπρόσωπη και απαιτεί πολυέξοδο στήσιμο.

Η επόμενη δουλειά του είναι Το χελιδόνι μια όπερα εμπνευσμένη σαν οπερέτα, έκανε πρεμιέρα στις 27 Μαρτίου 1917 στο Grand Théâtre του Μόντε Κάρλο και δεν γνώρισε ιδιαίτερη επιτυχία. [26]

Το Τρίπτυχο και η Τουραντότ, Θάνατος του Πουτσίνι

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ακολούθησε Το Τρίπτυχο μια συλλογή από 3 μονόπρακτες όπερες με εντελώς διαφορετικό θέμα μεταξύ τους, τραγικό, λυρικό και κωμικό: Το πανωφόρι ή Ο μανδύας, Η Αδελφή Αγγελική και ο Τζιάνι Σκίκι. Το έργο έκανε παγκόσμια πρεμιέρα στη Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης στις 14 Δεκεμβρίου 1918. Και εδώ η δυσκολία στο ανέβασμα ολόκληρου του Τρίπτυχου έγκειται στο πολύ μεγάλο καστ που απαιτείται γι' αυτό και πολλές φορές παρουσιάζεται μόνο ένα από τα τρία μέρη σε συνδυασμό με άλλη μονόπρακτη όπερα.

Ο οικογενειακός τάφος της οικογένειας Πουτσίνι στο Τόρε ντελ Λάγκο

Από το 1920 ο Πουτσίνι άρχισε να ασχολείται με αυτή που έμελλε να είναι η τελευταία του όπερα, την Τουραντότ, την οποία άφησε ημιτελή και την συμπλήρωσε ο Φράνκο Αλφάνο. Από τις αρχές του 2024 ο Πουτσίνι είχε ενοχλήσεις στο λαιμό, όταν τελικά απευθύνθηκε στους γιατρούς, η διάγνωση ήταν Καρκίνος του λάρυγγα μη εγχειρήσιμος. Η μόνη λύση που του πρότειναν ήταν μια θεραπεία με ράδιο σε μια κλινική στις Βρυξέλλες. Στο ταξίδι για τη Βελγική πρωτεύουσα πήρε μαζί του και τις σημειώσεις του για το φινάλε της Τουραντότ αλλά η κατάστασή του δεν του επέτρεψε να γράψει ούτε μια νότα. Στις 24 Νοεμβρίου 1924, ο συνθέτης υποβλήθηκε σε τρίωρη χειρουργική επέμβαση. Παρόλο που η επέμβαση κρίθηκε ως απόλυτα επιτυχημένη και οι ιατρικές αναφορές ήταν θετικές, ο Πουτσίνι πέθανε στις 11:30 π.μ. στις 29 Νοεμβρίου σε ηλικία 65 ετών μετά από εσωτερική αιμορραγία. Μη μπορώντας να μιλήσει τις τελευταίες ημέρες, επικοινωνούσε με γραπτά μηνύματα. Το τελευταίο του ήταν προς τη σύζυγό του Ελβίρα: "Elvira, povera donna, finito" (μετάφραση: Ελβίρα, καημένη γυναίκα, όλα τέλειωσαν). Η νεκρώσιμος ακολουθία τελέστηκε στη Βασιλική Εκκλησία της Παναγίας στις Βρυξέλλες και αμέσως μετά η σορός μεταφέρθηκε με τρένο στο Μιλάνο για την επίσημη τελετή, που πραγματοποιήθηκε στο Ντουόμο του Μιλάνου στις 3 Δεκεμβρίου. Με την ευκαιρία αυτή, ο Τοσκανίνι διηύθυνε την ορχήστρα και τη χορωδία της Σκάλας του Μιλάνου στην εκτέλεση του ρέκβιεμ από τον Έντγκαρ, της δεύτερης όπερας που είχε γράψει ο Πουτσίνι. Ένα τεράστιο πλήθος συνόδευσε υπό καταρρακτώδη βροχή τον μαέστρο στο νεκροταφείο του Μιλάνου στον οικογενειακό τάφο της οικογένειας Τοσκανίνι, αλλά δύο χρόνια αργότερα η σορός μεταφέρθηκε, στο παρεκκλήσι της Βίλας στο Τόρε ντελ Λάγκο, όπου αργότερα θάφτηκε και η οικογένειά του.[27]

Το 1926, 17 μήνες μετά τον θάνατό του, η Τουραντότ ανέβηκε στη Σκάλα του Μιλάνου με μαέστρο τον φίλο του Αρτούρο Τοσκανίνι. Στην πρεμιέρα ο Τοσκανίνι αποφάσισε να τερματίσει την παράσταση στο σημείο όπου είχε δουλευτεί από τον Πουτσίνι. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, διέκοψε το έργο, γύρισε στο κοινό και είπε «Σε αυτό το σημείο τελειώνει το έργο αφού πεθαίνει ο συνθέτης. Δυστυχώς, ο θάνατος υπερβαίνει την τέχνη».

Ο Πουτσίνι έγραψε επίσης μια λειτουργία, έργα μουσικής δωματίου κ.α. Τα έργα του χαρακτηρίζονται από εξαιρετική ενορχήστρωση, άμεσο λυρισμό και κυριαρχεί σε αυτά δραματική ατμόσφαιρα. Είναι από τα πιο δημοφιλή στο χώρο της όπερας. Ο αβίαστος λυρισμός του Πουτσίνι είναι το σήμα κατατεθέν του. Η μουσική γραφή του επηρεάστηκε από δύο γίγαντες της όπερας του 19ου αιώνα - τον Βέρντι και τον Βάγκνερ ενώ για την επιλογή των θεμάτων του, ακολουθώντας το ρεύμα του βερισμού, προτιμούσε ιστορίες που έχουν τις ρίζες τους στην πραγματική ζωή (και όχι σε θρύλους ή στη μυθολογία), όπου η μουσική και το δράμα συνδυάζονται άψογα και συχνά περιγράφουν μια ιστορία πάθους και ρομαντισμού. Όπως και ο Βάγκνερ, ο Πουτσίνι χρησιμοποιεί συχνά λαϊτμοτίβε για να υποδηλώσει χαρακτήρες ή ιδέες. Οι νεωτερισμοί των Κλωντ Ντεμπυσί, Ρίχαρντ Στράους, ακόμη και του Στραβίνσκι, μπορούν να εντοπιστούν στη μουσική του.

Όλες οι όπερες του Πουτσίνι είναι γνωστές για την εξαιρετική σκηνική τους δομή. Ισχυριζόταν ότι μπορούσε να συνθέσει μόνο όταν μπορούσε να οπτικοποιήσει τους χαρακτήρες του στο μυαλό του, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση τους στη σκηνή και το κίνητρό τους. Οι όπερές του συχνά αναδεικνύουν την υπέροχη ικανότητά του να συνδυάζει μουσική, λέξεις και δραματική πλοκή σε μια μόνο στιγμή.[28]

Γύρω από τη γενέθλια πόλη του Πουτσίνι, τη Λούκκα, και την ευρύτερη περιοχή της, όπου ο συνθέτης πέρασε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του, έχουν δημιουργηθεί αρκετά μουσεία και κέντρα μελέτης αφιερωμένα στο έργο του σπουδαίου αυτού μουσουργού.

  • Η καταγωγή της οικογένειας των Πουτσίνι ήταν από το χωριό Τσέλε, 27 χλμ από τη Λούκα. Στην προγονική κατοικία περνούσε ο συνθέτης μεγάλα διαστήματα τα καλοκαίρια της παιδική του ηλικίας. Από το 1971 το χωριό ονομάστηκε Τσέλε ντέι Πουτσίνι (Celle dei Puccini). Τελευταία φορά που το επισκέφθηκε ο Πουτσίνι ήταν στις 26 Οκτωβρίου 1924, ένα μήνα πριν από τον θάνατό του. Το 1973, το κτίριο αγοράστηκε από το «Σωματείο των απανταχού κατοίκων της Λούκκα» και το μετέτρεψε σε μουσείο, το οποίο έχει εμπλουτιστεί και βελτιωθεί με την πάροδο του χρόνου, χάρη στη συμβολή των απογόνων του συνθέτη.[29]
Άγαλμα του Πουτσίνι έξω από την οικία του στη Λούκκα
  • Στην οδό Corte San Lorenzo 9 στη Λούκκα γεννήθηκε ο συνθέτης και εκεί έζησε μέχρι να πάει στο Μιλάνο για σπουδές. Μετά το θάνατο της μητέρας του το σπίτι πουλήθηκε σε συγγενικό πρόσωπο αλλά μετά την μεγάλη επιτυχία της Μανόν Λεσκώ ο Πουτσίνι το αγόρασε πάλι αλλά δεν το κατοίκησε ποτέ ξανά. Το σπίτι το κληρονόμησε ο γιος του Αντόνιο και μετά το θάνατό του (1946) πέρασε στη σύζυγό του Ρίτα Ντελλ' Άννα (1904-1979), η οποία το δώρισε το 1974 στο Ίδρυμα Τζάκομο Πουτσίνι για να μετατραπεί σε μουσείο με έπιπλα εποχής, πίνακες ζωγραφικής, έγγραφα και άλλα οικογενειακά κειμήλια. Τα εγκαίνια έγιναν την 28η Οκτωβρίου 1979. Το 2014 πέρασε στην κατοχή του Ιδρύματος και η βίλα που είχε ο Πουτσίνι στο Βιαρέτζιο και στην οποία είχε κατοικήσει από το 1921 μέχρι τον θάνατό του. [30]
Σιμονέττα Πουτσίνι, εγγονή του Τζάκομο Πουτσίνι
  • Η βίλα στο Τόρε ντελ Λάγκο μετατράπηκε σε μουσείο το 1925 από τον γιο του Αντόνιο. Η Σιμονέττα Τζουρουμέλλο, γεννημένη στην Πίζα το 1929, ξεκίνησε το 1980 έναν δικαστικό αγώνα για να αποδείξει ότι ήταν νόθα κόρη του Αντόνιο, ο οποίος δεν είχε αποκτήσει παιδιά με τη σύζυγό του. Το 1995 βγήκε η οριστική απόφαση του δικαστηρίου υπέρ της και ως εγγονή του Τζάκομο Πουτσίνι κληρονομούσε το 1/3 της περιουσίας του και τη βίλα στο Τόρε ντελ Λάγκο. Τότε προχώρησε στη δημιουργία ενός ιδρύματος για την συντήρηση της βίλας που τόσο αγάπησε ο παππούς της και τη λειτουργία του μουσείου στη μνήμη του. Οι χώροι διατηρούν την αρχική τους εμφάνιση ανέπαφη. Στη σάλα βρίσκεται το πιάνο Förster, πορτρέτα του Μαέστρου σε διάφορα στάδια της ζωής του, η νεκρική του μάσκα και το παραβάν, ένα πολύτιμο δώρο από την Ιαπωνία. Άλλα δωμάτια, όπως η βεράντα, το δωμάτιο με τα χειρόγραφα και η κουζίνα, περιέχουν καθημερινά αντικείμενα, τιμητικές διακρίσεις και βραβεία από όλο τον κόσμο, καθώς και τα τελευταία χειρόγραφα λόγια του μετά την επέμβαση στο λαιμό. Η αίθουσα κυνηγιού στεγάζει τα πολύτιμα τουφέκια του, τα κυνηγετικά τρόπαια, τα παπούτσια και τις μπότες του. Στο παρεκκλήσι της βίλας βρίσκεται ο οικογενειακός τάφος, όπου εκτός από τον Μαέστρο είναι ενταφιασμένοι η σύζυγός του Ελβίρα, ο γιος τους Αντόνιο με τη σύζυγό του Ρίτα και η κόρη του Αντόνιο, Σιμονέττα. [31]

Δίπλα στη Βίλα έχει δημιουργηθεί το «Πάρκο της μουσικής και της γλυπτικής Τζ. Πουτσίνι», που φιλοξενεί εκθέσεις σύγχρονης τέχνης και στο οποίο έχει χτιστεί ένα υπαίθριο θέατρο 3.370 θέσεων όπου λαμβάνει χώρα το ετήσιο φεστιβάλ Πουτσίνι.[32]

  • Κέντρο μελετών Πουτσίνι, ιδρύθηκε στις 5 Ιουνίου 1996. Στο αρχείο του υπάρχουν περισσότερα από 13.000 έγγραφα, συμπεριλαμβανομένων επιστολών του Πουτσίνι, επιστολών που απευθύνονται σε αυτόν, φωτογραφιών με αυτόγραφες αφιερώσεις, μουσικών αυτόγραφων με αυτόγραφες αφιερώσεις, προσχέδια λιμπρέτων, σκίτσων, σχέδια κοστουμιών και σκηνικών των έργων του συνθέτη. Η βιβλιοθήκη περιέχει σχεδόν όλες τις δημοσιεύσεις για τον Πουτσίνι που έχουν παραχθεί παγκοσμίως, μια ευρεία γκάμα τίτλων για το γενικό ιστορικό και καλλιτεχνικό πλαίσιο, με λογοτεχνικά και μουσικά περιοδικά της εποχής.[33]
  1. 1 2 Εθνική Βιβλιοθήκη της Γερμανίας: «Gemeinsame Normdatei» (Γερμανικά) Ανακτήθηκε στις 9  Απριλίου 2014.
  2. 1 2 Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας: (Γαλλικά) καθιερωμένοι όροι της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Γαλλίας. 12765786k. Ανακτήθηκε στις 10  Οκτωβρίου 2015.
  3. (Αγγλικά) SNAC. w68s4nrg. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  4. Εθνική Βιβλιοθήκη της Γερμανίας: «Gemeinsame Normdatei» (Γερμανικά) Ανακτήθηκε στις 10  Δεκεμβρίου 2014.
  5. 1 2 3 «Большая советская энциклопедия» (Ρωσικά) Η Μεγάλη Ρωσική Εγκυκλοπαίδεια. Μόσχα. 1969. Ανακτήθηκε στις 28  Σεπτεμβρίου 2015.
  6. 1 2 Ιστορικό Αρχείο Ρικόρντι. 2. Ανακτήθηκε στις 3  Δεκεμβρίου 2020.
  7. Τσεχική Εθνική Βάση Δεδομένων Καθιερωμένων Όρων. jn20000604528. Ανακτήθηκε στις 13  Ιουλίου 2024.
  8. Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας: (Γαλλικά) καθιερωμένοι όροι της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Γαλλίας. data.bnf.fr/ark:/12148/cb12765786k. Ανακτήθηκε στις 10  Οκτωβρίου 2015.
  9. Τσεχική Εθνική Βάση Δεδομένων Καθιερωμένων Όρων. jn20000604528. Ανακτήθηκε στις 1  Μαρτίου 2022.
  10. CONOR.SI. 11605347.
  11. Operone. puccini. Ανακτήθηκε στις 5  Απριλίου 2022.
  12. Ανακτήθηκε στις 20  Ιουνίου 2019.
  13. static1.squarespace.com/static/548e5731e4b0f0fc25d6231a/t/5aa70ac40d9297f0912b6630/1520896708736/Puccini+I+Crisantemi+Program+Notes.pdf.
  14. 1 2 «Dizionario Biografico degli Italiani». (Ιταλικά) Dizionario Biografico degli Italiani. 1960. puccini. Ανακτήθηκε στις 27  Οκτωβρίου 2021.
  15. 1 2 Daniele Rubboli (2007). «Prefazione». Le Strade di Giacomo Puccini. Λούκκα: Maria Pacini Fazzi Editore. σελίδες 13–23. ISBN 978-88-6550-912-8.
  16. 1 2 Daniele Rubboli (2007). «Massaciuccoli και Torre del Lago». Le Strade di Giacomo Puccini. Λούκκα: Maria Pacini Fazzi Editore. σελίδες 56–58 και 65–74. ISBN 978-88-6550-912-8.
  17. Eugenio Gara (1958). «Επιστολή στον Αλφρέντο Καζέλι». Carteggi pucciniani. Μιλάνο: Casa Ricordi. ISBN 8875921342.
  18. Giulia Cucciarelli (21 Απριλίου 2017). «Manon Lescaut, una donna in lotta con se stessa». Quinte parallele. Ανακτήθηκε στις 11 Νοεμβρίου 2025.
  19. «Statistics». Operabase. Ανακτήθηκε στις 11 Νοεμβρίου 2025.
  20. Linda Cantoni. «La Bohème». Encyclopædia Britannica. Ανακτήθηκε στις 11 Νοεμβρίου 2025.
  21. 1 2 Daniele Rubboli (2007). «La Bohème - Tosca - Madame Butterfly». Le Strade di Giacomo Puccini. Λούκκα: Maria Pacini Fazzi Editore. σελίδες 38–46. ISBN 978-88-6550-912-8.
  22. Betsy Schwarm. «Madama Butterfly». Encyclopædia Britannica. Ανακτήθηκε στις 12 Νοεμβρίου 2025.
  23. Daniele Rubboli (2007). «Puccini, biciclette e motori». Le Strade di Giacomo Puccini. Λούκκα: Maria Pacini Fazzi Editore. σελίδες 83–90. ISBN 978-88-6550-912-8.
  24. Claudio Sartori (7 Νοεμβρίου 2025). «Giacomo Puccini». Encyclopædia Britannica. Ανακτήθηκε στις 12 Νοεμβρίου 2025.
  25. Fiorenzo Iuliano (2020). «La Fanciulla del West di Giacomo Puccini: paesaggi sonori e immaginario popolare, tra Stati Uniti e Italia». Ácoma 19. https://www.acoma.it/sites/default/files/pdf-articoli/4.%20Iuliano.pdf.
  26. Daniele Rubboli (2007). «La fanciulla del West - La Rondine». Le Strade di Giacomo Puccini. Λούκκα: Maria Pacini Fazzi Editore. σελίδες 59–64. ISBN 978-88-6550-912-8.
  27. Daniele Rubboli (2007). «Il Trittico - Turandot». Le Strade di Giacomo Puccini. Λούκκα: Maria Pacini Fazzi Editore. σελίδες 75–80. ISBN 978-88-6550-912-8.
  28. «Giacomo Puccini». English National Opera. Ανακτήθηκε στις 16 Νοεμβρίου 2025.
  29. «Museo di Celle dei Puccini». Associazione Lucchesi nel Mondo. Ανακτήθηκε στις 16 Νοεμβρίου 2025.
  30. «Museo Puccini». Fondazione Giacomo Puccini. Ανακτήθηκε στις 16 Νοεμβρίου 2025.
  31. «Villa Puccini». Fondazione Simonetta Puccini per Giacomo Puccini. Ανακτήθηκε στις 16 Νοεμβρίου 2025.
  32. «Festival Pucciniano». Ανακτήθηκε στις 16 Νοεμβρίου 2025.
  33. «Centro studi Giacomo Puccini». Ανακτήθηκε στις 16 Νοεμβρίου 2025.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]