Ρεαλισμός (παραστατικές τέχνες)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ο Ρεαλισμός στις τέχνες είναι μια προσπάθεια απεικόνισης ενός θέματος με πραγματικά χαρακτηριστικά χωρίς τεχνητές ή καλλιτεχνικές παρεμβάσεις που μπορεί να περιλαμβάνουν τα στοιχεία του απίθανου ή του εξωπραγματικού.

Ο Ρεαλισμός επικράτησε στην τέχνη πολλών περιόδων και αφορά την τεχνική, την εξάσκηση και την αποφυγή του επιτηδευμένου. Στις εικαστικές τέχνες, ο ρεαλισμός αφορά την ακριβή απεικόνιση των μορφών της ζωής, τις προοπτικές και τις λεπτομέρειες του φωτός και του χρώματος. Τα ρεαλιστικά έργα μπορεί να δίνουν έμφαση σε άσχημες ή νοσηρές πτυχές θεμάτων, όπως για παράδειγμα τα έργα του κοινωνικού ρεαλισμού ή του θρησκευτισμού.

Υπάρχουν πολλά διαφορετικά είδη του κινήματος του Ρεαλισμού στις τέχνες, όπως το ύφος της όπερας του βερισμού, ο λογοτεχνικός ρεαλισμός, ο θεατρικός ρεαλισμός και το Ιταλικό νεορεαλιστικό σινεμά. Ο Ρεαλισμός στην ζωγραφική ξεκίνησε στη Γαλλία τη δεκαετία του 1850 μετά από την Επανάσταση του 1848.[1] Οι Ρεαλιστές ζωγράφοι απέρριψαν τον Ρομαντισμό ο οποίος κυριαρχούσε στη Γαλλική λογοτεχνία και τέχνη από το τέλος του 18ου αιώνα.

Οπτικές τέχνες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ρεαλισμός ως κίνημα και στυλ πρέπει να διαχωριστεί από τον όρο «ρεαλισμό» ο οποίος περιγράφει την ακριβή, λεπτομερή και συγκεκριμένη αναπαράσταση στην τέχνη της οπτικής εμφάνισης τοπίων ή αντικειμένων. Ο Ρεαλισμός με την πιο πρόσφατη έννοια του αποκαλείται και νατουραλισμός ή μιμητισμός και αποφεύγει κάθε είδους επιτήδευση. Παρ' όλα αυτά αυτός ο «ρεαλισμός» χρησιμοποιείται συχνά για να απεικονίσει, για παράδειγμα, αγγέλους με φτερά κάτι το οποίο δεν προέρχεται από πραγματικό ερέθισμα για τον καλλιτέχνη. Παρομοίως, τον 19ο αιώνα οι Ρεαλιστές ζωγράφοι, όπως ο Κουρμπέ, δεν φημίζονται για την ακριβή και προσεκτική αναπαράσταση των θεμάτων. Την εποχή του Κουρμπέ αυτό ήταν περισσότερο χαρακτηριστικό της Ακαδημαϊκής ζωγραφικής η οποία πολύ συχνά αναπαριστούσε με προσοχή και ακρίβεια σκηνές που ήταν τεχνητές ή φανταστικές. Ουσιαστικά είναι η επιλογή και η μεταχείριση του θέματος που καθορίζουν τον Ρεαλισμό σαν κίνημα στη ζωγραφική παρά η προσεκτική απεικόνιση των οπτικών ερεθισμάτων. Επίσης, και οι άλλες ορολογίες όπως ο νατουραλισμός δεν αποφεύγουν τις ασάφειες παρά το γεγονός ότι η διαφοροποίηση μεταξύ «ρεαλιστικού» και «ρεαλισμού» είναι συχνά πολύ χρήσιμη.[2]

Γενικά, οι Ρεαλιστές απεικόνιζαν καθημερινά θέματα και καταστάσεις τις σύγχρονης ζωής καθώς και ανθρώπους όλων των κοινωνικών τάξεων. Συγχρόνως, ο Κλασικός ιδεαλισμός και ο Ρομαντικός συναισθηματισμός και το δράμα αποφεύγονταν, ενώ οτιδήποτε άσχημο δεν ωραιοποιούνταν ή εξομαλύνονταν. Ο Κοινωνικός ρεαλισμός δίνει έμφαση στην απεικόνιση της εργατικής τάξης και της συμπεριφέρεται με την ίδια σοβαρότητα όπως σε άλλες κοινωνικές τάξεις στην τέχνη αποδιώχνοντας στοιχεία ηρωισμού ή συναισθηματισμού.[3]

Σαν καλλιτεχνικό κίνημα ο Ρεαλισμός ήταν μια αντίδραση στο κίνημα του Ρομαντισμού στα μέσα του 19ου αιώνα το οποίο ηγήθηκε από τον Κουρμπέ στη Γαλλία. Εξαπλώθηκε στην Ευρώπη και επηρέασε τους μετέπειτα αιώνες αλλά όσο ενσωματωνόταν από το γενικό ρεύμα της ζωγραφικής γινόταν όλο και λιγότερο εύχρηστος σαν όρος για να περιγράψει ένα καλλιτεχνικό στυλ. Μετά την άφιξη του Ιμπρεσιονισμού και άλλων ρευμάτων τα οποία υποβάθμισαν τη σημασία της ακριβούς απεικόνισης μέσα από τη ζωγραφική ο Ρεαλισμός συχνά χρησιμοποιούνταν για να υποδηλώσει ένα πιο παραδοσιακό ή σταθερό τρόπο ζωγραφικής. Ο όρος χρησιμοποιήθηκε από πολλά κινήματα και τάσεις στην τέχνη αργότερα αλλά και δημιούργησε προεκτάσεις όπως ο Φωτορεαλισμός.

Ψευδαισθητικός Ρεαλισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αυξανόμενη εξέλιξη της ακριβούς αναπαράστασης των οπτικών ερεθισμάτων έχει μια μακρά ιστορία στην τέχνη. Συμπεριλαμβάνει στοιχεία όπως η πιστή απεικόνιση στοιχείων ανατομίας των ανθρώπων και των ζώων, προοπτικές και εφέ της απόστασης, του φωτός και των χρωμάτων. Παραδείγματα αποτελούν: η Τέχνη της Παλαιολιθικής εποχής στην Ευρώπη η οποία απέδωσε αξιοσημείωτα τα στοιχεία της ζωής, η Αρχαία Αιγυπτιακή Τέχνη η οποία παρά τον συγκερασμό του ιδεατού και του πραγματικού απέδωσε αποτελεσματικές και ακριβείς αναπαραστάσεις, αλλά και η Αρχαία Ελληνική Τέχνη η οποία επικεντρώθηκε στην ανθρώπινη ανατομία. Δεν έχουν διασωθεί πολλές αυθεντικές τοιχογραφίες από τους αρχαίους Έλληνες ζωγράφους αλλά από τη λογοτεχνία και από το σύνολο των ανευρεθέντων παραγόμενων έργων είναι σαφές ότι ο ψευδαισθητικός ρεαλισμός κατείχε σημαντικό ρόλο στην τέχνη εκείνης της εποχής. Παράλληλα με την ακρίβεια στην απόδοση του σχήματος, του φωτός και του χρώματος, τα Ρωμαϊκά ζωγραφικά έργα επιδεικνύουν μια μη επιστημονική αλλά αποτελεσματική γνώση στο να αναπαριστούν απομακρυσμένα αντικείμενα μικρότερα από ότι τα κοντινά καθώς και να αποδίδουν τέτοιες διαστάσεις στους χώρους ώστε να υπάρχει προοπτική. Αυτή η πρόοδος στα εφέ της ψευδαισθητικής τέχνης δεν απορρίπτει τον ιδεαλισμό. Για παράδειγμα, τα αγάλματα των Ελλήνων θεών και ηρώων επιχειρούν να αναπαραστήσουν ιδεατές και καλλωπισμένες φόρμες. Τα πορτρέτα των Ρωμαίων αντίθετα, παρά το γεγονός ότι δέχθηκαν μεγάλη επιρροή από την Ελληνική τεχνοτροπία, έδειξαν συνέπεια στην πιο πιστή αναπαράσταση των θεμάτων.

Η τέχνη της Ύστερης Αρχαιότητας απέρριψε των ψευδαισθητικό ρεαλισμό, μια αλλαγή η οποία βρισκόταν ήδη σε εξέλιξη από την εποχή που ο Χριστιανισμός άρχισε να επιδρά στην τέχνη των ανώτερων κοινωνικά στρωμάτων. Στα τέλη του Μεσαίωνα επανήλθε ξανά η συγκεκριμένη τάση όπου και εμφανίστηκε το χρώμα με βάση το λάδι το οποίο επέτρεψε τις μικρές και ακριβείς πινελιές και την ακόμα καλύτερη απόδοση των λεπτομερειών. Επιστημονικές μέθοδοι αναπτύχθηκαν στην Ιταλία για την απόδοση προοπτικής και βάθους οι οποίες σταδιακά εξαπλώθηκαν και σε όλη την Ευρώπη. Η ακρίβεια στην ανατομία επαναπροσδιορίστηκε υπό την επιρροή της κλασσικής τέχνης. Ο ιδεαλισμός παρέμεινε η νόρμα όπως στην Κλασσική εποχή.

Επίσης εξελίχθηκε η πιστή αναπαράσταση του τοπίου στη ζωγραφική η οποία έφτασε σε πολύ υψηλό επίπεδο τον 17ο αιώνα δίνοντας έμφαση στις καιρικές συνθήκες αλλά και στο φυσικό φως. Οι ζωγραφικοί πίνακες και τα άλλα έργα τα οποία απέδιδαν τη ζωή έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην ψευδαισθητική τέχνη. Παραδόξως, τα ίδια τα θέματα που συμπεριλάμβαναν τη ζωή και έχοντας οδηγήσει στον ψευδαισθητικό ρεαλισμό ήταν αυτά που οδήγησαν και στον κυβισμό.

Ο Ρεαλισμός ή ο νατουραλισμός ως μέσο για την απεικόνιση απλών, καθημερινών πραγμάτων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αναπαράσταση απλών και καθημερινών μορφών στην τέχνη έχει επίσης μια μακρά ιστορία παρά το γεγονός ότι συμπτύχθηκε με άλλα θέματα ή δείχθηκε σε μικρότερη κλίμακα. Αυτό έγινε εν μέρει γιατί η τέχνη ήταν υψηλού κόστους και τις περισσότερες φορές εξέφραζε θρησκευτικούς, πολιτικούς ή προσωπικούς σκοπούς που επέτρεπε μόνο ένα μικρό ποσοστό χώρου ή προσπάθειας να αφιερωθεί σε τέτοιες σκηνές. Κάποιες φορές, συμπεριλαμβάνονταν σκηνές της καθημερινής ζωής στο περιθώριο των κωμικών εικονογραφημένων χειρογράφων του Μεσαίωνα. Στην τέχνη του Μεσαίωνα και της Πρώιμης Αναγέννησης απεικονίζονταν συχνά ανίερες μορφές ενδεδυμένες με ρούχα της εποχής.

Τα ζωγραφικά έργα της πρώιμης εποχής της Ολλανδικής τέχνης απεικόνιζαν τόσο τις χαμηλές κοινωνικές τάξεις όσο και τις ανώτερες (πλούσιοι έμποροι) και είναι αξιοσημείωτο ότι σε μερικά έργα όπως το Πορτρέτο των Αρνολφίνι του Γιαν βαν Άικ (1434) και το Merode Altarpiece του Ρομπέρ Καμπέν συμπεριλαμβάνουν λεπτομερειακά στοιχεία από αντικείμενα εσωτερικού χώρου των μεσοαστικών τάξεων.

Τον 16ο αιώνα υπήρξε μια τάση απεικόνισης, σε μεγάλους πίνακες, ανθρώπων που δουλεύουν κυρίως σε λαϊκές αγορές και κουζίνες. Παραδείγματα καλλιτεχνών που ασχολήθηκαν με την παραπάνω θεματική είναι οι εξής: οι Ολλανδοί Πέτερ Άρτσεν (Pieter Aertsen) και ο ανηψιός του Γιοακίμ Μπόικαλερ (Joachim Beuckelaer), ο Ιταλός Ανιμπάλε Καράτσι (Annibale Carracci) και ο Μπαρτολομέο Πασερότι (Bartolomeo Passerotti). Τον 17ο αιώνα οι σκηνές που έδειχναν την ανθρώπινη εργασία απέκτησαν μεγάλη απήχηση. Τον 18ο αιώνα παρέμεινε αυτή η τάση με μια έμφαση στις γυναικείες μορφές.

Γενικά τα περισσότερα έργα τέχνης που απεικόνιζαν καθημερινούς ανθρώπους, και ειδικότερα σε έντυπη μορφή, ήταν κωμικού και ηθικολογικού περιεχομένου. Παρ' όλα αυτά, το θέμα της φτώχειας από μόνο του ήταν σπάνια κομμάτι του ηθικού μηνύματος. Από τα μέσα του 19ου αιώνα και μετά αυτό άλλαξε και δόθηκε έμφαση στις δυσκολίες της ανθρώπινης ζωής. Παρά το γεγονός ότι αυτή η τάση συνέπεσε με την μεγάλης κλίμακας μετανάστευση από τις επαρχίες της Ευρώπης προς τις μεγάλες πόλεις, οι ζωγράφοι συνέχιζαν να απεικονίζουν φτωχούς αγροτικούς πληθυσμούς όπως ο Γκουστάβ Ντορέ (Gustave Dore). Για τους Ιμπρεσιονιστές οι πολυπληθείς πόλεις και οι δρόμοι τους αποτέλεσαν βασικό θέμα έμπνευσης.

Ο Αμερικάνικος Ρεαλισμός είναι ένα καλλιτεχνικό κίνημα το οποίο εμφανίζεται στις αρχές του 20ού αιώνα και αποτελεί ένα από τα πολλά μοντέρνα κινήματα που υπάγονται στην ομπρέλα του Ρεαλισμού.

Ρεαλιστικό κίνημα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Ρεαλιστικό κίνημα έχει τις απαρχές του στα μέσα του 19ου αιώνα σαν αντίπαλο δέος του Ρομαντισμού και της Ιστορικής απεικόνισης. Για να αποδοθεί η «αληθινή» ζωή, οι Ρεαλιστές ζωγράφοι εμπνεύστηκαν από εργάτες και απλούς ανθρώπους σε καθημερινά περιβάλλοντα οι οποίοι ασχολούνταν με τις καθημερινές τους δραστηριότητες. Οι κυριότεροι εκπρόσωποι του κινήματος είναι ο Γκυστάβ Κουρμπέ, ο Ζαν Φρανσουά Μιγέ, ο Ονορέ Ντωμιέ, και ο Ζαν-Μπατίστ Καμίλ Κορό.[4][5][6] Σύμφωνα με τον Ρος Φινόκιο, του Τμήματος Ευρωπαϊκής ζωγραφικής στο Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης, οι Ρεαλιστές χρησιμοποιούσαν αυτούσιες λεπτομέρειες της καθημερινής σύγχρονης ζωής τόσο στη ζωγραφική όσο και στη λογοτεχνία. Εκπρόσωποι της δεύτερης είναι: ο Εμίλ Ζολά, ο Ονορέ ντε Μπαλζάκ και ο Γκυστάβ Φλωμπέρ.[7]  Το κίνημα του Γαλλικού Ρεαλισμού εξαπλώθηκε λίγο αργότερα ισοδύναμα και σε άλλες χώρες του Δυτικού κόσμου όπως στη Ρωσία και τη Βρετανία.

Ρεαλισμός ή Νατουραλισμός ως αντιστεκόμενη ιδεολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ρεαλισμός ή Νατουραλισμός είναι ρεύμα που αντιπροσωπεύει την ειλικρίνεια και το μη ιδεατό. Αυτό το ρεύμα έχει τις ρίζες του στην κλασική τέχνη οι οποίες παρέμειναν και κατά τη διάρκεια της Αναγέννησης και του Μπαρόκ. Ακόμα και στα χρόνια της Αρχαίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας οι πολιτικοί προτιμούσαν την πιστή απόδοση των χαρακτηριστικών τους στις προτομές παρά τον εξωραϊσμό τους. Αργότερα τα πορτρέτα του Γκόγια απεικόνιζαν τα μέλη της βασιλικής οικογένειας της Ισπανίας με τα πραγματικά τους χαρακτηριστικά και χωρίς ωραιοποιημένα στοιχεία.

Μια επαναλαμβανόμενη τάση στην Χριστιανική τέχνη ήταν ο «ρεαλισμός» με την έννοια ότι τόνιζε την ανθρώπινη φύση των θρησκευτικών μορφών και κυρίως του Ιησού. Επίσης, γλυπτά τα οποία απεικόνιζαν ρεαλιστικά χαρακτηριστικά των θεϊκών μορφών έχουν βρεθεί στην Κεντρική Ευρώπη με χαρακτηριστικά παραδείγματα στην Ισπανία και τη Γερμανία.

Οι θεωρητικοί της Αναγέννησης ξεκίνησαν μια συζήτηση, η οποία διήρκεσε αρκετούς αιώνες, σχετικά με το ποια είναι η σωστή ισορροπία ανάμεσα στη ζωγραφική τέχνη που πηγάζει από την παρατήρηση της φύσης ή από ιδεατές φόρμες. Οι περισσότεροι παραδέχθηκαν την σημασία του φυσικού και του ακατέργαστου στοιχείου στην τέχνη. Πολλοί όμως τόνισαν ότι η τέχνη θα έπρεπε να εξευγενίζεται και να περιλαμβάνει μόνο το όμορφο ή το ιδεατό. Ο Λεονάρντο ντα Βίντσι ήταν από τους καλλιτέχνες που υπερασπίστηκε την μελέτη της φύσης και επεδίωξε να αποτυπώσει το εύρος των ιδιαίτερων στοιχείων της ανθρώπινης μορφής.[8] Από την άλλη, ο Λέον Μπαττίστα Αλμπέρτι[9] όπως και ο Μιχαήλ Άγγελος ήταν δύο ιδεαλιστές καλλιτέχνες που προέβαλλαν το στοιχείο του ωραίου.[10]

Τον 17ο αιώνα η συζήτηση αυτή συνεχίστηκε με επίκεντρο την Ιταλία. Επί της ουσίας, οι δύο αντικρουόμενες πλευρές ήταν ανάμεσα στον κλασικό ιδεαλισμό των Καράτσι (οικογένεια Καράτσι) και του νατουραλιστικού στυλ της σχολής του Καραβάτζιο (Caravaggisti). Ο Μπελόρι γράφοντας μερικές δεκαετίες μετά το θάνατο του Καραβάτζιο, και παρά το γεγονός ότι δεν ήταν υποστηρικτής του στυλ του, λέει «Αυτοί που δοξάζονται στο όνομα της φύσης»(νατουραλιστές).[11]

Τον 19ο αιώνα ο «Νατουραλισμός» ή η «Νατουραλιστική Σχολή» ανυψώθηκε σαν όρος που εκπροσωπούσε μια αποσχισθείσα  υποκατηγορία του κινήματος του Ρεαλισμού. Προσπάθησε (όχι με πλήρη επιτυχία) να διαχωριστεί από τον Ρεαλισμό αποφεύγοντας θεματικές σχετικά με τα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα ενώ έδινε βάρος στη Φυσική ιστορία και στη βιολογία. Ο εμπνευστής του όρου ήταν ο Γάλλος κριτικός τέχνης Jules-Antoine Castagnary ο οποίος το 1863 είπε: «Η Νατουραλιστική σχολή δηλώνει ότι η τέχνη είναι η έκφραση της ζωής σε όλες τις φάσεις και τα επίπεδα. Ο μοναδικός σκοπός της είναι να αναπαράγει τη φύση με το να την προβάλει στο μέγιστο της δύναμης και της έντασης της. Ουσιαστικά είναι η αλήθεια σε ισορροπία με την επιστήμη». Πολλοί Νατουραλιστικοί πίνακες κάλυψαν ένα εύρος θεμάτων όμοιων με αυτά του Ιμπρεσιονισμού αλλά χρησιμοποιώντας πιο παραδοσιακά στυλ ζωγραφικής.

Λογοτεχνία και Ρεαλισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γενικά διατυπωμένο ως «η πιστή αναπαράσταση της πραγματικότητας»,[12] ο Ρεαλισμός σαν κίνημα της λογοτεχνίας, βασίζεται στην «αντικειμενική πραγματικότητα» και επικεντρώνεται στο να αναδείξει καθημερινές δραστηριότητες και πράξεις κυρίως της μέσης και χαμηλής κοινωνικής τάξης, χωρίς ρομαντικούς ιδεαλισμούς ή δραματικότητα.[13] Μπορεί να περιγραφεί ως η προσπάθεια να αποδοθούν οι καταστάσεις και τα υποκείμενα σε τρίτο πρόσωπο μέσα από ένα αντικειμενικό πρίσμα και χωρίς παρεμβάσεις.[14] Μια τέτοια προσέγγιση υπονοεί ότι μια τέτοια πραγματικότητα είναι οντολογικά ανεξάρτητη από τα ανθρώπινα εννοιολογικά συστήματα, τις γλωσσικές πρακτικές και πεποιθήσεις και έτσι μπορεί να γίνει γνωστή στον καλλιτέχνη που μπορεί να την παρουσιάσει πειστικά. Όπως δηλώνει ο Ίαν Βατ  μοντέρνος ρεαλισμός «ξεκινά από το σημείο που η αλήθεια μπορεί να ανακαλυφθεί από τον άνθρωπο με τις αισθήσεις και σαν τέτοια έχει τις ρίζες της στον Ντεκάρτ και τον Λοκ».[15]

Θέατρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το επίτευγμα του ρεαλισμού στο θέατρο ήταν στο να κατευθύνει την προσοχή στα κοινωνικά και ψυχολογικά θέματα της καθημερινής ζωής. Αυτά τα πρωτοποριακά θεατρικά έργα δεν δίστασαν να παρουσιάσουν τις αδυναμίες και την απλότητα των χαρακτήρων όπως ακριβώς θα τους βλέπαμε από τα δικά μας μάτια.

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Metropolitan Museum of Art». Metmuseum.org. 2 Ιουνίου 2014. Ανακτήθηκε στις 15 Ιουλίου 2014. 
  2. Stremmel, Kerstin, Realism, pp. 6-9, 2004, Taschen, ISBN 3822829420, 9783822829424
  3. Finocchio, Ross. "Nineteenth-Century French Realism". In Heilbrunn Timeline of Art History. New York: The Metropolitan Museum of Art, 2000–. online (October 2004)
  4. «NGA Realism movement». Nga.gov. 6 Ιανουαρίου 1941. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 14 Ιουλίου 2014. Ανακτήθηκε στις 15 Ιουλίου 2014. 
  5. «National Gallery glossary, Realism movement». Nationalgallery.org.uk. Ανακτήθηκε στις 15 Ιουλίου 2014. 
  6. «Philosophy of Realism». Impressionist1877.tripod.com. Ανακτήθηκε στις 15 Ιουλίου 2014. 
  7. «Nineteenth-Century French Realism | Thematic Essay | Heilbrunn Timeline of Art History | The Metropolitan Museum of Art». Metmuseum.org. 2 Ιουνίου 2014. Ανακτήθηκε στις 15 Ιουλίου 2014. 
  8. Blunt 1985, σελίδες 30-32
  9. Blunt 1985, σελίδες 14-20
  10. Blunt 1985, σελίδες 59-64
  11. «Quelle che si gloriamo del nome de naturalisti», Raben Hans, 134, σημείωση 31
  12. Donna M. Campbell. «Realism in American Literature». Wsu.edu. Ανακτήθηκε στις 15 Ιουλίου 2014. 
  13. «Realism definition of Realism in the Free Online Encyclopedia». Encyclopedia2.thefreedictionary.com. Ανακτήθηκε στις 15 Ιουλίου 2014. 
  14. Morris, Pam 2003, σελ. 5
  15. Watt, Ian 1957, σελ. 12

Πηγές-Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Baron, Christine and Engel, Manfred, επιμ. (2010). Realism/Anti-Realism in 20th-Century Literature. NL: Rodopi. ISBN 978-90-420-3115-9. CS1 maint: Πολλαπλές ονομασίες: editors list (link)
  • Blunt, Anthony (1985). Artistic Theory in Italy, 1450-1600. Oxford University Press. ISBN 0198810504. 
  • Morris, Pam (2003). Realism. London: Routledge. ISBN 0415229383. 
  • Needham, Gerald, "Naturalism." Grove Art Online. Oxford Art Online. Oxford University Press, accessed February 23, 2013, subscriber link
  • Raben, Hans, "Bellori's Art: The Taste and Distaste of a Seventeenth-Century Art Critic in Rome", Simiolus: Netherlands Quarterly for the History of Art, Vol. 32, No. 2/3 (2006), pp. 126–146, Stichting voor Nederlandse Kunsthistorische Publicaties, JSTOR
  • Watt, Ian (1957). The Rise of the Novel: Studies in Defoe, Richardson and Fielding. Berkeley: University of California Press. 
  • West, Shearer (1996). The Bullfinch Guide to ArtFree registration required. UK: Bloomsbury Publishing Plc. ISBN 0-8212-2137-X. 

Περαιτέρω Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Dahlhaus, Carl (1985). Realism in Nineteenth-Century Music. Translated by Mary Whittall. Cambridge, London, New York, New Rochelle, Melbourne, Sydney: Cambridge University Press. ISBN 978-0-521-26115-9.  ISBN 978-0-521-27841-6 (pbk).
  • Dahlhaus, Carl (1989). Nineteenth-Century Music. Translated by J. Bradford Robinson. Berkeley, Los Angeles, and London: University of California Press. ISBN 978-0-520-07644-0. 
  • Frisch, Walter (2005). German Modernism: Music and the Arts. Berkeley, Los Angeles, and London: University of California Press. ISBN 978-0-520-25148-9. 

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Realism (arts) της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).