Δεύτερη Γαλλική Δημοκρατία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δεύτερη Γαλλική Δημοκρατία
Deuxième République Française 1848-1952

Σημαία

Σύμβολο
Εθνικό σύνθημα: Liberté, Égalité, Fraternité
Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφοσύνη
Η Γαλλία το 1839
και μεγαλύτερη πόλη Παρίσι
48°51′24″N 2°21′07″E / 48.856578°N 2.351828°E / 48.856578; 2.351828
Γαλλικά
Νόμισμα γαλλικό φράγκο

Η Δεύτερη Γαλλική Δημοκρατία, είναι το δημοκρατικό πολίτευμα της Γαλλίας από τις 24 Φεβρουαρίου 1848, ημερομηνία προσωρινής ανακήρυξης της Δημοκρατίας στο Παρίσι, μέχρι τις 2 Δεκεμβρίου 1852, με την ανακήρυξη του Λουδοβίκου-Ναπολέοντα Βοναπάρτη ως αυτοκράτορα. Το προηγούμενο πολίτευμα ήταν η μοναρχία του Ιουλίου και το επόμενο η Δεύτερη Αυτοκρατορία.

Η Δεύτερη Δημοκρατία διακρίνεται από τα άλλα πολιτικά καθεστώτα στην ιστορία της Γαλλίας, πρώτα από τη συντομία της αλλά και και επειδή είναι το τελευταίο καθεστώς που έχει θεσπιστεί μετά από επανάσταση. Εφαρμόστηκε για πρώτη φορά η καθολική ψηφοφορία για τους άνδρες στη Γαλλία και καταργήθηκε η δουλεία στις γαλλικές αποικίες. Μετά από μια μεταβατική περίοδο, όπου η κυβέρνηση έλαβε μέτρα οικονομικής στήριξης των ασθενέστερων τάξεων, το καθεστώς σταθεροποιήθηκε, απομάκρυνε τους Σοσιαλιστές και στη συνέχεια υιοθέτησε ένα σύνταγμα.

Από τον Δεκέμβριο 1848 η Δημοκρατία είχε πρόεδρο τον Λουδοβίκο-Ναπολέοντα Βοναπάρτη, εκλεγμένο για τέσσερα χρόνια με το «κόμμα της Τάξης». Οι απόψεις του Βοναπάρτη τον απομάκρυναν σταδιακά από το κόμμα που τον έφερε στην εξουσία, και συγκέντρωσε γύρω του ένα νέο περιβάλλον βοναπαρτιστικό, ενώ το «κόμμα της Τάξης» έλπιζε να φέρει στην προεδρία το 1852 έναν υποψήφιο μοναρχικό.

Ο Βοναπάρτης, του οποίου η θητεία ήταν τετραετής και χωρίς δυνατότητα επανεκλογής σύμφωνα με το σύνταγμα, πίεσε για την τροποποίησή του, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Με το πραξικόπημα της 2ας Δεκεμβρίου 1851 εγκαθίδρυσε ένα αυταρχικό καθεστώς, το οποίο εγκρίθηκε από το λαό με δημοψήφισμα. Τον επόμενο χρόνο, ο Βοναπάρτης ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας, μετατρέποντας το πολίτευμα σε Δεύτερη Αυτοκρατορία. Η ανάμνηση του ταραγμένου τέλους της Δεύτερης Δημοκρατίας επηρέασε τόσο τη γαλλική πολιτική, που αρνήθηκε για πάνω από εκατό χρόνια την δυνατότητα στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να μπορεί να επανεκλέγεται με καθολική ψηφοφορία.

Τα ταραγμένα χρόνια πριν την Δεύτερη Δημοκρατία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οικονομική κρίση και αδυναμία εκλογικής μεταρρύθμισης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα μέσα της δεκαετίας του 1840 σηματοδοτήθηκαν από μια οικονομική, κοινωνική και πολιτική κρίση που έπληξε τη μοναρχία του Ιουλίου και έφερε τέλος στη μοναρχία. Οι κακές εσοδείες των καλλιεργειών το 1845 και 1846 και τα ανεπαρκή μέσα μεταφοράς για ενίσχυση των πληγέντων στην επαρχία, οδήγησαν σε μια οικονομική κρίση με εκτίναξη των τιμών των τροφίμων, με συνακόλουθη εξαθλίωση και εξεγέρσεις.

Και ενώ η κρίση ήταν κατά κύριο λόγο αγροτική, στη συνέχεια εξαπλώθηκε και σε άλλους τομείς. [1] Ο αγροτικός κόσμος (75% του πληθυσμού) μείωσε την κατανάλωση βιοτεχνικών και βιομηχανικών προϊόντων οπότε η η κρίση κλόνισε και αυτόν τον τομέα, ο οποίος είχε αναπτυχθεί πολύ από το 1840.[2] Η οικονομική και νομισματική κρίση οδήγησε τις εταιρείες σε πτώχευση, ιδιαίτερα στους τομείς της μεταλλουργίας και των σιδηροδρομικών κατασκευών, δημιουργώντας στα τέλη του 1847 κοντά 700.000 ανέργους.[3] Αυτό το κλίμα κρίσης μείωσε τα ποσοστά γεννήσεων, αύξησε τη θνησιμότητα και δημιούργησε έντονο αίσθημα κοινωνικού φόβου. Η απώλεια της εμπιστοσύνης οδήγησε πολλά από τα θύματα της κρίσης να αναζητήσουν τους υπεύθυνους για την κατάστασή τους, στρεφόμενοι εναντίον της κυβέρνησης.

Επίσης, οι αστοί ζητούσαν εκλογική μεταρρύθμιση και περαιτέρω διεύρυνση του εκλογικού σώματος, που είχε ήδη διευρύνει επί Λουδοβίκου-Φιλίππου ο πρωθυπουργός Φρανσουά Γκιζό σε όλη σχεδόν την αστική τάξη, την οποία θεωρούσε ως τη μόνη που ενσάρκωνε τις βασικές αρχές της Γαλλικής Επανάστασης, θέτοντας όμως ως κριτήριο την κατοχή περιουσιακών στοιχείων και τη φορολογία: το 1848 η Γαλλία είχε μόνο 241.000 ψηφοφόρους για σχεδόν 35,5 εκατομμύρια κατοίκους. Ψήφιζαν μόνο όσοι κατέβαλαν αυξημένο φόρο. Η μικροαστική τάξη ζητούσε μείωση του ορίου. Η αντιπολίτευση ήλπιζε να διπλασιάσει τον αριθμό των ψηφοφόρων, αλλά η κυβέρνηση του Φρανσουά Γκιζό, επικεφαλής της κυβέρνησης από το 1840, είχε αρνηθεί.

Η επανάσταση του 1848[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Αντιπολιτευτική συνεστίαση - Banquet du Château-Rouge (9 Ιουλίου 1847)

Οι μοναρχικοί της «δυναστικής αντιπολίτευσης», καθώς οι μοναρχικοί ήταν διχασμένοι σε Νομιμόφρονες: οπαδοί της νόμιμης δυναστείας των Βουρβόνων και Ορλεανιστές: οπαδοί του οίκου της Ορλεάνης στον οποίο ανήκε και ο βασιλιάς Λουδοβίκος-Φίλιππος, έχοντας επίγνωση της ανάγκης εκλογικής μεταρρύθμισης για να έρθουν στην εξουσία και γνωρίζοντας την αδυναμία της κυβέρνησης να την κάνει, τάχθηκαν υπέρ της διεύρυνσης των προϋποθέσεων πρόσβασης στην ψηφοφορία και προσπάθησαν να πείσουν τον πρωθυπουργό Φρανσουά Γκιζό αλλά ο επικεφαλής της κυβέρνησης παρέμεινε αδιάλλακτος,[4] λόγω του φόβου για ενδεχόμενη δημοκρατία των Ιακωβίνων.

Αντιμέτωπη με αυτή την άρνηση, η αντιπολίτευση διοργάνωσε μια μεταρρυθμιστική εκστρατεία. Λόγω του νόμου περί απαγόρευσης των πολιτικών συγκεντρώσεων, έκαναν πολλές δημόσιες συγκεντρώσεις υπό μορφή συνεστιάσεων. Η πολιτική δυσαρέσκεια των ευκατάστατων στρωμάτων σε συνδυασμό με την κοινωνική δυσαρέσκεια της εργατικής τάξης αποτελούσε εκρηκτικό δίδυμο.

Στις 22 Φεβρουάριου 1848 η κυβέρνηση απαγόρευσε μια προγραμματισμένη αντιπολιτευτική συνεστίαση, γεγονός που προκάλεσε μεγάλες διαδηλώσεις στο Παρίσι και ο βασιλιάς αναγκάστηκε να αποπέμψει τον Γκιζό. Η αστική τάξη ικανοποιήθηκε και όλα θα μπορούσαν να είχαν τελειώσει εκεί. Ο στρατός όμως άνοιξε πυρ κατά του πλήθους που πανηγύριζε. Η λαϊκή αντίδραση που ακολούθησε, κατέληξε στην πτώση της μοναρχίας του Ιουλίου και ο βασιλιάς παραιτήθηκε υπέρ του εννιάχρονου εγγονού του, κόμη του Παρισιού, και φυγαδεύτηκε στην Αγγλία. Ο Λουδοβίκος - Φίλιππος ήταν ο τελευταίος βασιλιάς της Γαλλίας.

Δεύτερη Γαλλική Δημοκρατία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προσωρινή κυβέρνηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Λαμαρτίνος μπροστά στο Δημαρχείο αρνείται την κόκκινη σημαία στις 26 Φεβρουαρίου 1848

Στις 24 Φεβρουαρίου ανακηρύχθηκε η Δεύτερη Δημοκρατία με μια πρώτη προσωρινή κυβέρνηση με τη συμμετοχή όλων των δυνάμεων της αντιπολίτευσης, μετριοπαθών και ριζοσπαστών δημοκρατικών και σοσιαλιστών, με αρχηγό τον Λαμαρτίνο. Συμμετείχαν οι σοσιαλιστές Λουί Μπλαν και Λεντρύ-Ρολέν. Αυτή η κυβέρνηση απέρριψε την κόκκινη σημαία που πρότειναν οι σοσιαλιστές, επειδή οι αναμνήσεις του 1793 ήταν ακόμη νωπές, και καθιέρωσε την τρίχρωμη σημαία ως σύμβολο του Κράτους.

Η νεοσυσταθείσα κυβέρνηση έλαβε αμέσως φιλολαϊκά μέτρα. Εφάρμοσε την καθολική ψηφοφορία, δημιούργησε θέσεις εργασίας για ανέργους, τα λεγόμενα Εθνικά Εργαστήρια, εφαρμόζοντας το δόγμα «δικαίωμα στην εργασία» (droit de travail), μείωσε τις ώρες εργασίας σε 10 ημερησίως και κατάργησε τη δουλεία στις αποικίες. Επίσης επικράτησε ελευθερία του Τύπου και η κατάργηση της χαρτοσήμανσής του, οπότε η τιμή του φύλλου μειώθηκε. Πολλές εφημερίδες, μερικές εφήμερες, δημιουργήθηκαν τότε: περισσότερες από 300 στο Παρίσι και 94 στην επαρχία.

Παραχωρήθηκε πάλι το δικαίωμα των δημόσιων συναθροίσεων και δόθηκε το δικαίωμα σε κάθε πολίτη να συμμετέχει στην Εθνοφυλακή. Επίσης, για να προστατευθεί η κυβέρνηση από την πίεση για αντεκδικήσεις, θέσπισαν την κατάργηση της θανατικής ποινής για πολιτικά αδικήματα. Η ιδιωτική ιδιοκτησία δεν αμφισβητήθηκε.[5]

Η μετριοπαθής κυβέρνηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις εκλογές του Απριλίου που ακολούθησαν, οι οποίες διεξήχθησαν για πρώτη φορά με καθολική ψηφοφορία ανδρών, υπερίσχυσαν οι μετριοπαθείς δημοκράτες, που ήταν αντίθετοι προς τον σοσιαλισμό και έσπευσαν να ακυρώσουν τις κοινωνικές μεταρρυθμίσεις της προσωρινής κυβέρνησης.

Οι επαναστάτες αντέδρασαν βίαια εισβάλλοντας στις 15 Μαΐου στο ανάκτορο Μπουρμπόν. Διέλυσαν τη βουλή και ανέλαβαν να συγκροτήσουν προσωρινή κυβέρνηση αλλά η κυβέρνηση επιβλήθηκε και συνέλαβε και εξόρισε τους κυριότερους ριζοσπάστες αρχηγούς, τον Ωγκύστ Μπλανκί, Φρανσουά Ρασπάιγ και Α. Μπαρμπές. Το σοσιαλιστικό κόμμα αποδυναμώθηκε.

Στις 21 Ιουνίου η κυβέρνηση έκλεισε τα Εθνικά Εργαστήρια, που χαρακτήρισε σαν εστίες ταραχών, και είπαν στους εργάτες να καταταχθούν στο στρατό ή να πάνε να εργασθούν στην επαρχία. Το αποτέλεσμα ήταν ανεργία χιλιάδων εργατών.

Οι ημέρες του Ιουνίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οδόφραγμα στην οδό Σουφλό, έργο του Οράς Βερνέ, 24 Ιουνίου 1848. Στο βάθος διακρίνεται το Πάνθεον

Λόγω όλων αυτών των ταραχών, της συνεχιζόμενης οικονομικής κρίσης και της ανεργίας, που επιδεινώθηκε με το κλείσιμο των Εθνικών Εργαστηρίων, αλλά και της γρήγορης εξάπλωσης των σοσιαλιστικών ιδεών, εκδηλώθηκαν ταραχές σε διάφορες περιοχές με αποκορύφωμα την πολύνεκρη εξέγερση της 23-26 Ιουνίου. Στις 23 Ιουνίου μερικές χιλιάδες εργάτες συγκεντρώθηκαν μπροστά στην αναμνηστική στήλη της πλατείας της Βαστίλης και οχυρώθηκαν πίσω από οδοφράγματα απαιτώντας την ανασύσταση των Εθνικών Εργαστηρίων.

Κηρύχθηκε αμέσως στρατιωτικός νόμος και στις οδομαχίες που ακολούθησαν επί τέσσερις μέρες οι επαναστάτες εξουδετερώθηκαν από την καλά οργανωμένη Εθνοφρουρά, πολλοί σκοτώθηκαν (περισσότεροι από 3.000 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους και 5.000 τραυματίστηκαν) και περισσότεροι φυλακίσθηκαν και εκτοπίσθηκαν. Το «κόμμα της Τάξης» είχε νικήσει. Το σοσιαλιστικό κόμμα διαλύθηκε και οι εφημερίδες του απαγορεύθηκαν.

Η κυβέρνηση Καβαινιάκ που συστάθηκε μετά τα δραματικές Ημέρες του Ιουνίου, ακολούθησε μια πολιτική που στόχευε στη διατήρηση της ενότητας μεταξύ των μετριοπαθών δημοκρατικών και των μοναρχικών συνιστωσών της Εθνοσυνέλευσης.

Η προεδρία του Λουδοβίκου Ναπολέοντα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Λουδοβίκος-Ναπολέων

Με το ξέσπασμα της επανάστασης τον Φεβρουάριο του 1848, ο ανεψιός του Ναπολέοντα Α΄, Λουδοβίκος Ναπολέων, που είχε φυλακισθεί και εξορισθεί από το προηγούμενο καθεστώς, και στα νιάτα του υπήρξε φιλελεύθερος, ακόμα και καρμπονάρος, οργάνωσε ένα μικρό κόμμα βοναπαρτιστών, με το οποίο εξελέγη σε πέντε νομούς και άρχισε να προετοιμάζεται για τις προεδρικές εκλογές, υποστηριζόμενος από το «κόμμα της Τάξης», που το αποτελούσαν μοναρχικοί και καθολικοί. Επωφελούμενος του ονόματός του, θύμιζε στους ψηφοφόρους τις μνήμες της εθνικής δόξας επί Ναπολέοντα και κατόρθωσε να γίνει αρεστός σε όλους, δεσμευόμενος να υπερασπίσει τα συμφέροντά τους. Το κυριότερο, υποσχέθηκε τάξη και ευημερία στην αστική τάξη και τους αγρότες και βοήθεια στους φτωχούς.[6] Επίσης, οι εργάτες δυσαρεστημένοι από την υπόθεση των Εθνικών Εργαστηρίων, πίστευαν πως ο καινούργιος Βοναπάρτης ήταν σοσιαλιστής.

Στις προεδρικές εκλογές του Δεκεμβρίου 1848 ο Λουδοβίκος Ναπολέων εξελέγη με καθολική ψηφοφορία ανδρών πρώτος Πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας, επιτυγχάνοντας ποσοστό 74,2%. Η θητεία του ήταν τετραετής χωρίς δυνατότητα επανεκλογής. Η κυβέρνηση που συγκρότησε αποτελούνταν από μοναρχικούς και βοναπαρτιστές.

Κατά την περίοδο της προεδρίας του τοποθέτησε στη διοίκηση και στο στρατό ανθρώπους της εμπιστοσύνης του και απέκτησε μεγάλη δημοτικότητα ταξιδεύοντας σε όλη τη χώρα. Ακολούθησαν χρόνια συντηρητικής πολιτικής, που χαρακτηρίστηκαν κυρίως από νόμους που καθιστούσαν πιο έντονη την παρουσία της Καθολικής Εκκλησίας στον τομέα της εκπαίδευσης (νόμος Falloux). Όταν τον Φεβρουάριο 1849 η κυβέρνηση των Παπικών Κρατών αντικαταστάθηκε προσωρινά από δημοκρατική διακυβέρνηση και ο πάπας Πίος Θ΄ κατέφυγε από τη Ρώμη στην Γκαέτα, ο Λουδοβίκος-Ναπολέων διοργάνωσε εκστρατεία υπέρ του Πάπα, γεγονός που προκάλεσε μια διαδήλωση από αριστερούς που κραύγαζαν ότι παραβιάσθηκε το σύνταγμα. Αυτό ήταν η πρόφαση για να ανακληθούν η ελευθερία του Τύπου και των δημοσίων συγκεντρώσεων. Τέλος, με ένα νόμο που απαιτούσε από τον εκλογέα να έχει τρία χρόνια διαμονή στο μέρος που ψήφιζε, 3 εκατομμύρια εκλογείς στερήθηκαν τα δικαιώματά τους, και σχεδόν όλοι τους ήταν εργάτες, και έτσι περιορίσθηκε η καθολική ψηφοφορία με πλάγιο τρόπο, από το φόβο επιστροφής της αριστεράς.

Τέλος της Δεύτερης Γαλλικής Δημοκρατίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Σύνταγμα απαγόρευε την επανεκλογή του προέδρου μετά την εκπνοή της τετράχρονης θητείας του. Μετά από κάποιες αποτυχημένες προσπάθειες αναθεώρησης του Συντάγματος, στις 2 Δεκεμβρίου 1851, ο Λουδοβίκος Ναπολέων έκανε πραξικόπημα διαλύοντας τη Βουλή, επιδιώκοντας με αυτόν τον τρόπο να αναθεωρήσει το επίμαχο άρθρο του συντάγματος που απαγόρευε την επανεκλογή του στην προεδρία της Δημοκρατίας. Μια αντίσταση φιλελεύθερη και αστική που διοργανώθηκε, κατεστάλη τόσο στο Παρίσι όσο και σε άλλες πόλεις στην επαρχία. Ενώ οι εργατικές τάξεις του Παρισιού, που θυμούνταν ακόμη τις ημέρες του Ιουνίου 1848, φάνηκαν απρόθυμες να υπερασπιστούν ένα καθεστώς που είχε αγωνιστεί εναντίον τους, η επαρχία κινητοποιήθηκε έντονα σε πολλά μέρη. [7] Το νέο αυταρχικό καθεστώς συνέλαβε και εκτόπισε κάθε διαφωνούντα. Θέσπισε στη συνέχεια νέο σύνταγμα, όπου προέβλεπε την επαναφορά της καθολικής ψηφοφορίας και προκήρυξε δημοψήφισμα, το οποίο ενέκρινε το νέο Σύνταγμα. Τον Νοέμβριο 1852, με νέο δημοψήφισμα, ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας.

Πολιτικοποίηση του πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Δεύτερη Δημοκρατία προώθησε, μέσω της καθολικής ψηφοφορίας, την πολιτικοποίηση του πληθυσμού. Από την αρχή του καθεστώτος, το τέλος της λογοκρισίας επέτρεψε την ευκολότερη κυκλοφορία ιδεών, ειδικά στην εργατική τάξη και τα Εθνικά Εργαστήρια έγιναν χώρος για τη διάδοση της σοσιαλιστικής σκέψης μεταξύ των εργαζομένων, γεγονός που αποτέλεσε έναν από τους λόγους για το κλείσιμό τους. [8]Στις επαρχίες, οι ριζοσπαστικές ιδέες κυκλοφορούσαν επίσης μέσα από τη λαογραφία, τους χορούς και τα τραγούδια. [9]

Οι σύλλογοι και οι πολιτικές λέσχες ήταν ένας σημαντικός χώρος γι' αυτή την εξάπλωση προς τον σοσιαλισμό, γεγονός που οδήγησε το «κόμμα της Τάξης» να απαγορεύσει πολλούς.[10] Οι δικές του ιδέες κυκλοφορούσαν κυρίως μέσα από την Εκκλησία και γενικότερα από τον ρόλο της εποπτείας που θεωρούσε ότι έχει στον πληθυσμό. [11]Ένας χάρτης πολιτικής επιρροής (ιδιαίτερα εμφανής κατά τη διάρκεια των εκλογών 1849) παρουσίαζε μια συντηρητική Γαλλία προς τα βόρεια και δυτικά, και ριζοσπαστική στο κέντρο και ανατολικά.[12]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από τη Γαλλική Επανάσταση στην Πέμπτη Γαλλική Δημοκρατία: Οι πρόεδροι και η ιστορία τους

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. André Jardin et André-Jean Tudesq, , Seuil, 1973, 249 p. (ISBN 2-02-000666-9).
  2. André Jardin et André-Jean Tudesq, , Seuil, 1973, 249 p. (ISBN 2-02-000666-9)
  3. André Jardin et André-Jean Tudesq, , Seuil, 1973, 249 p. (ISBN 2-02-000666-9)
  4. André Jardin et André-Jean Tudesq, , Seuil, 1973, 249 p. (ISBN 2-02-000666-9).
  5. Αντρέ Μωρουά Η ιστορία της Γαλλίας τομ. 2 σελ. 388
  6. Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα τομ. 44σελ. 352
  7. Maurice Agulhon 1973, p. 178.
  8. Francis Démier, , Seuil, 2000, 602 p. (ISBN 9782020406475).
  9. Maurice Agulhon, , Paris, Éditions du Seuil, coll. « Points. Histoire / Nouvelle histoire de la France contemporaine, no 8 » (no 108), 1973, 249 p.
  10. Maurice Agulhon 1973, p. 117.
  11. ↑ Maurice Agulhon 1973, p. 125.
  12. Maurice Agulhon 1973, p. 128 - 130.