Λυσιέν Λεβέν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Λυσιέν Λεβέν
Stendhal - Lucien Leuwen, I, 1929, éd. Martineau.djvu
ΣυγγραφέαςΣταντάλ
ΤίτλοςLucien Leuwen
Γλώσσαγαλλικά
Ημερομηνία δημοσίευσης1894
Είδοςμυθιστόρημα

Ο Λυσιέν Λεβέν (Γαλλικά: Lucien Leuwen) είναι το δεύτερο μεγάλο μυθιστόρημα του Γάλλου συγγραφέα Σταντάλ. Γράφτηκε το 1834 μετά το Κόκκινο και το Μαύρο (1830) και παρέμεινε ημιτελές λόγω της ανησυχίας του συγγραφέα να χάσει την κυβερνητική του θέση προσβάλλοντας την κυβέρνηση της Ιουλιανής Μοναρχίας.

Δημοσιεύθηκε το 1894, πολύ αργότερα από τον θάνατο του Σταντάλ (1842).

Το μυθιστόρημα περιγράφει την κοινωνική και επαγγελματική σταδιοδρομία του Λυσιέν, γιου ενός παρισινού τραπεζίτη, στα χρόνια μετά την Ιουλιανή επανάσταση του 1830 που έφερε τον Λουδοβίκο-Φίλιππο στο θρόνο και αποτελεί μια σατυρική και καυστική κριτική της πολιτικής και της καθεστηκυίας τάξης.

Ιστορικό πλαίσιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για να κατανοήσουμε το μυθιστόρημα, πρέπει να γνωρίζουμε το κοινωνικό πλαίσιο της μοναρχίας του Ιουλίου: ο βασιλιάς Κάρολος Ι' μόλις έχει εκδιωχθεί από την επανάσταση του Ιουλίου του 1830 λόγω των αυταρχικών του μέτρων. Ο Λουδοβίκος-Φίλιππος που ανακηρύχθηκε νέος Βασιλιάς των Γάλλων, και όχι πλέον «Βασιλιάς της Γαλλίας», δεν είναι αρεστός στους κύκλους των υπερσυντηρητικών βασιλικών Νομιμοφρόνων (υποστηρικτών του Οίκου των Βουρβόνων στον οποίο ανήκε ο Κάρολος Ι'), που τον θεωρούν σφετεριστή του θρόνου και βλέπουν στο πρόσωπό του τον απόγονο του Φιλίππου της Ορλεάνης, εξάδελφο του Λουδοβίκου ΙΣΤ' ο οποίος όμως ψήφισε υπέρ της εκτέλεσης του βασιλιά.[1]

Συγγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σταντάλ έγραψε τον Λυσιέν Λεβέν ενώ υπηρετούσε ως πρόξενος για την κυβέρνηση του Λουδοβίκου-Φιλίππου στην Τσιβιταβέκια, κοντά στη Ρώμη. «Κάνω το πρώτο προσχέδιο για πολύ καιρό», έγραψε ο Σταντάλ για τον Λυσιέν Λεβέν στο ημερολόγιό του. «Στη Μασσαλία, το 1828 νομίζω, έκανα το χειρόγραφο του Κόκκινου πολύ σύντομο. Όταν ήθελα να το εκτυπώσω στο Παρίσι, χρειάστηκε να προσθέσω αντί να περικόψω μερικές σελίδες και να διορθώσω το στυλ. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο γράφω αυτές τις 200 σελίδες πάρα πολύ καιρό, έτσι ώστε όταν το μεταφέρω στο Παρίσι, μετά την πτώση, την δική μου ή της Ι (Ιουλιανή Μοναρχία), θα έχω μόνο δύο πράγματα που θα πρέπει να κάνω: 1. Να περικόψω σελίδες και φράσεις 2. Να κάνω το στυλ πιο καθαρό, λιγότερο απότομο».

Ο Σταντάλ τελείωσε μόνο το πρώτο μέρος του μυθιστορήματος. Η μοναρχία του Ιουλίου διήρκεσε μέχρι τη Γαλλική Επανάσταση του 1848, έξι χρόνια μετά το θάνατο του συγγραφέα, ο οποίος δεν ήθελε να διακινδυνεύσει την επίσημη θέση του πρόξενου που κατείχε. Το μυθιστόρημα, όπως μας έχει παραδοθεί, αποτελείται από το αρχικό προσχέδιο των δύο πρώτων τμημάτων.

Υπόθεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η βασίλισσα Βικτώρια και ο πρίγκιπας Αλβέρτος της Σαξονίας-Κόμπουργκ με την οικογένεια του βασιλιά Λουδοβίκου Φιλίππου

Ο Λυσιέν Λεβέν, ένας νεαρός φοιτητής της Πολυτεχνικής σχολής, αποβάλλεται από τη σχολή ως ύποπτος για δημοκρατικές συμπάθειες. [2]Ο πατέρας του, ένας πλούσιος παρισινός τραπεζίτης, του επιτρέπει να γίνει υπολοχαγός, γεγονός που τον οδήγησε να φύγει για τη στρατιωτική μονάδα του στο Νανσύ - στην πραγματικότητα ένα φανταστικό Νανσύ - όπου πλήττει. Μερικές φορές φαντάζεται ήρωες στο πεδίο της μάχης και άλλοτε αισθάνεται αηδία για τον πόλεμο. Ονειρεύεται ηρωικές μάχες όπως στην εποχή του Ναπολέοντα και είναι απογοητευμένος με τη ρουτίνα ζωή που ζει. Για ψυχαγωγία, επισκέπτεται την υπερ-βασιλική αριστοκρατία της οποίας η γελοιότητα τον διασκεδάζει.

Ο Λυσιέν αναρωτιέται: «Είναι λοιπόν η μοίρα μου να περνάω τη ζωή μου ανάμεσα σε τρελούς, εγωιστές και ευγενικούς νομιμόφρονες βασιλικούς, που λατρεύουν το παρελθόν, και τρελούς, γενναιόδωρους και βαρετούς δημοκρατικούς, που λατρεύουν το μέλλον; »[3]

Αυτός, που πίστευε ότι ήταν απρόσβλητος στον έρωτα, ερωτεύεται την κυρία ντε Σαστελέ, μια νεαρή χήρα, μέλος της νομιμόφρονης βασιλικής αριστοκρατίας της πόλης. Σύντομα συναντιούνται σε κοινωνικές συγκεντρώσεις στο Νανσύ και ο έρωτάς τους σταδιακά γίνεται αμοιβαίος, αν και παραμένει πλατωνικός. Η Ματίλντ προέρχεται από την αριστοκρατία, ενώ η Λυσιέν από την (ανώτερη) αστική τάξη και ανάμεσα στις δύο τάξεις υψώνεται αδιαπέραστο φράγμα. Το πρώτο μέρος τελειώνει με τη φυγή του Λυσιέν και την επιστροφή του στο Παρίσι, σε απόγνωση από αυτή τη συναισθηματική αποτυχία και την πλήξη που του προκαλούσε ο στρατός.

Οι γνωριμίες του πατέρα του, του εξασφαλίζουν τη θέση του γραμματέα του Υπουργού Εσωτερικών. Η θέση του τον οδηγεί να συμμετάσχει στη νοθεία των εκλογών στη Νορμανδία. Οι εκλογές είναι το σημείο καμπής της καριέρας του, καθώς αποτυγχάνει να βοηθήσει την εκλογή ενός υπερσυντηρητικού εις βάρος του τελικά νικηφόρου δημοκρατικού υποψηφίου. Με την ευκαιρία αυτή, ο Σταντάλ περιγράφει τους μηχανισμούς και τα όρια της νομαρχιακής εξουσίας σε μια επαρχιακή κοινωνία, χαρακτηριστικά των πολιτικών συνθηκών της Γαλλίας εκείνη την εποχή.

Κατά την επιστροφή από την αποστολή του, ο Λυσιέν αναλαμβάνει την ευθύνη για την ήττα, ενώ ο πατέρας του εκλέγεται βουλευτής. Στο Κοινοβούλιο, ο κ. Λεβέν επιτίθεται στον Υπουργό Εσωτερικών και έτσι υπερασπίζεται την τρωθείσα τιμή του γιου του. Μέσα από τις πνευματώδεις ομιλίες του στη Συνέλευση, η επιρροή του αυξάνεται.

Στο τέλος του μυθιστορήματος, ο πατέρας του Λυσιέν πεθαίνει κατεστραμμένος οικονομικά, αφού έζησε μια ζωή γεμάτη διασκεδάσεις και απερίσκεπτες δαπάνες, ενώ στον Λυσιέν προσφέρεται μια θέση στη Γαλλική Πρεσβεία στη Ρώμη, για την οποία ετοιμάζεται να αναχωρήσει.[4]

Στο τελευταίο τμήμα του βιβλίου, ο Σταντάλ είχε σχεδιάσει να περιγράψει τη ζωή του Λυσιέν στην Ιταλία και να δώσει αίσιο τέλος στον έρωτα με τη Ματίλντ, αυτό το τμήμα δεν γράφτηκε όμως ποτέ.[5]

Θέματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σταντάλ απεικονίζει την απογοήτευση της στρατιωτικής σταδιοδρομίας είκοσι χρόνια μετά το Ναπολεόντειο έπος. Αναφέρει σε πολλά σημεία το κλίμα καχυποψίας των στρατιωτικών αρχών έναντι των φιλελεύθερων ιδεών.

Η πολιτική πλευρά του μυθιστορήματος: περιγράφει τα πολιτικά ήθη της μοναρχίας του Ιουλίου και διακωμωδεί τους ανθρώπους της εξουσίας. Το πολιτικό σύστημα της εποχής περιγράφεται με ακρίβεια: οι βουλευτές εκλέγονται από μεγάλους εκλέκτορες (έμμεση ψηφοφορία) και οι περίπλοκες δολοπλοκίες για την εξαγορά αυτών των ψήφων παρουσιάζονται λεπτομερώς. Οι υπουργοί διορίζονται από τον βασιλιά.

Παρουσιάζει επίσης μια ερωτική ιστορία ανάμεσα σε δύο χαρακτήρες που όλα φαίνεται να τους χωρίζουν: Ο Λυσιέν είναι ένας πλούσιος αστός του Παρισιού που έχει συγγενικές ιδέες με τους δημοκρατικούς, ενώ η κυρία ντε Σαστελέ προέρχεται από την υπερ-συντηρητική νομιμόφρονη επαρχιακή αριστοκρατία. Ανακοινώνουν στον Λυσιέν ότι η κυρία ντε Σαστελέ δεν μπορεί να τον δεχτεί  λόγω της τρίχρωμης κονκάρδας της στολής του: πράγματι, η τρίχρωμη σημαία που αποκατέστησε ο Λουδοβίκος-Φίλιππος ήταν αντικείμενο μίσους για τους νομιμόφρονες βασιλικούς που επιζητούσαν την επιστροφή του Καρόλου Ι'. Ο πατέρας της κυρίας ντε Σαστελέ θυμάται ακόμη την εξορία του κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης. Η δημοκρατία είναι μια λέξη που είναι πολύ τρομακτική σε αυτό το περιβάλλον.[6]

Ελληνικές μεταφράσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Λυσιέν Λεβέν : Νάγια Παπασπύρου - Υφαντή (εκδ. Κριτική, 1988), Κρις Μαυρομάτη & Βαλερί Ρασπιλέρ (εκδ. Μέδουσα, 1991)

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]