Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ρενέ (μυθιστόρημα)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Ρενέ
Ο Ρενέ διηγείται την ιστορία της ζωής του. Εικονογράφηση του 1853
ΣυγγραφέαςΦρανσουά-Ρενέ ντε Σατωμπριάν
ΤίτλοςRené
ΓλώσσαΓαλλικά
Ημερομηνία δημοσίευσης1802
Πολιτιστικό κίνημαρομαντισμός
Μορφήμυθιστόρημα
νουβέλα
Εμπνευσμένο απόΤα πάθη του νεαρού Βέρθερου
ΠροηγούμενοΑταλά
ΕπόμενοThe Genius of Christianity
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ρενέ (γαλλικός τίτλος: René) είναι μυθιστόρημα του Φρανσουά-Ρενέ ντε Σατωμπριάν που δημοσιεύτηκε το 1802 μαζί με το Πνεύμα του Χριστιανισμού και στη συνέχεια από το 1805 αναδημοσιεύτηκε χωριστά πολλές φορές.[1]

Έργο-προάγγελος της ανάπτυξης του ρομαντισμού στη Γαλλία, το δεύτερο μυθιστόρημα του συγγραφέα μετά την Αταλά (1801), γνώρισε μεγάλη επιτυχία κατά τη δημοσίευσή του και ακόμη περισσότερο κατά την Παλινόρθωση. Προοιωνίζεται το «κακό του αιώνα», με θέματα όπως η πλήξη, η ανησυχία, η απελπισία, η μελαγχολία, η απαισιοδοξία, η ζωή στη φύση, ο εξωτισμός, ο έρωτας και ο θάνατος, χαρακτηριστικά συγγραφέων και ποιητών της γενιάς των Ρομαντικών του 19ου αιώνα. Με την πτώση της Ναπολεόντειας Αυτοκρατορίας, μια ολόκληρη γενιά έχασε τα όνειρά της για δόξα και αποπροσανατολισμένη και περιορισμένη στην αδράνεια φαίνεται να αναγνωρίζει τον εαυτό της στους ήρωες του Σατωμπριάν. [2]

Ο Ρενέ, ένας απελπιστικά δυστυχισμένος νεαρός Γάλλος, έχει βρει καταφύγιο στους κατοίκους Νατσέζ της Λουιζιάνα, παραμένοντας βυθισμένος σε μια μελαγχολία από την οποία τίποτε δεν μπορεί να τον αποσπάσει. Για να συμμορφωθεί με τα ήθη της χώρας, όταν έφτασε είχε αναγκαστεί να πάρει μια σύζυγο, αλλά δεν ζούσε μαζί της. Μετά από πολλή αντίσταση, αποφασίζει να μιλήσει στον Σακτάς, τον θετό του πατέρα, και τον ιεραπόστολο Σουέλ, και τους αποκαλύπτει την ιστορία της δυστυχισμένης ύπαρξής του και την αιτία της μελαγχολίας του. [3]

Μιλά για τα μοναχικά παιδικά του χρόνια στον πύργο του πατέρα του στη Βρετάνη. Η μητέρα του πέθανε γεννώντας τον και, καθώς ο πατέρας του είναι απόμακρος, ο Ρενέ καταφεύγει σε μια στενή φιλία με την αδερφή του Αμελί και σε μεγάλες μοναχικές βόλτες στην ύπαιθρο γύρω από τον πύργο.

Όταν ο πατέρας τού Ρενέ πεθαίνει και ο αδελφός του κληρονομεί τον οικογενειακό πύργο, αποφασίζει να ταξιδέψει στο εξωτερικό. Επισκέπτεται τα αρχαία ερείπια της Ελλάδας και της Ρώμης, που του εμπνέουν μελαγχολικούς στοχασμούς. Για να διώξει την πλήξη που τον βασανίζει, ταξιδεύει αναζητώντας συνεχώς νέες αισθήσεις. Αλλά αυτές οι περιπλανήσεις δεν του δίνουν ανακούφιση. Ταξιδεύει στη Σκωτία και στα διάσημα αξιοθέατα της Ιταλίας, ανεβαίνει στην κορυφή της Αίτνας, πουθενά δεν βρίσκει την υπαρξιακή παρηγοριά που αναζητά. Τίποτα δεν τον ικανοποιεί: «Ο αρχαίος κόσμος δεν είχε καμία βεβαιότητα, ο σύγχρονος κόσμος δεν έχει ομορφιά». Επιστρέφει στη Γαλλία και βρίσκει την κοινωνία διεφθαρμένη και άθρησκη. Η αδερφή του Αμελί φαίνεται ανεξήγητα να τον αποφεύγει.[4]

Απελπισμένος, ο Ρενέ αποσύρεται από την κοινωνία και ζει σε ένα σκοτεινό μέρος της πόλης. Αλλά αυτή η απομονωμένη ζωή τον κουράζει σύντομα. Αποφασίζει να εγκατασταθεί στην ύπαιθρο, αλλά ούτε εκεί δεν βρίσκει ευτυχία:

«Αλίμονο, ήμουν μόνος, μόνος στη γη. Ένας κρυφός μαρασμός κυριεύει το σώμα μου. Η απέχθεια για τη ζωή που ένιωθα από την παιδική μου ηλικία επέστρεψε με ανανεωμένη δύναμη. Σύντομα η καρδιά μου δεν έδινε πλέον τροφή για το μυαλό μου και το μόνο πράγμα που ένιωθα στην ύπαρξή μου ήταν ένας βαθύς θυμός».

Ο Ρενέ διαλογίζεται μπροστά στην καταιγίδα, Φραντς Λούντβιγκ Κάτελ, 1820

Ο Ρενέ αποφασίζει να αυτοκτονήσει, αλλά η αδερφή του μαθαίνει τα σχέδιά του και οι δυο τους συναντιούνται ξανά. Του δίνει παρηγοριά και υποστήριξη. Ενώ ο Ρενέ επιστρέφει σταδιακά στη ζωή, η Αμελί φαίνεται να υποφέρει από μια μυστηριώδη ασθένεια. Μια μέρα, ο Ρενέ ανακαλύπτει ότι έχει εξαφανιστεί, αφήνοντάς του ένα γράμμα που τον ενημέρωνε για την επιθυμία της να γίνει καλόγρια, χωρίς καμία περαιτέρω εξήγηση. Ο Ρενέ πηγαίνει να παρακολουθήσει την τελετή μύησής της. Εκεί αποκαλύπτεται ότι η Αμελί αποφάσισε να αποσυρθεί στο μοναστήρι επειδή καταλήφθηκε από ένα «εγκληματικό πάθος» γι'αυτόν και βασανίζεται από τύψεις. Συντετριμμένος από αυτή την ομολογία, ερωτευμένος και αυτός μαζί της, ο Ρενέ αποφασίζει να αφήσει για πάντα την Ευρώπη και να ταξιδέψει στην Αμερική. Αφού πέρασε λίγο χρόνο με τους Ινδιάνους, λαμβάνει ένα γράμμα που αναγγέλλει τον θάνατο της αδερφής του. Το μυθιστόρημα ολοκληρώνεται αποκαλύπτοντας ότι λίγο αφότου διηγήθηκε την ιστορία του, ο Ρενέ σκοτώθηκε σε μια μάχη μεταξύ των Νατσέζ και των Γάλλων.[5]

(Σημείωση: η ιστορία διαδραματίζεται στη δεκαετία του 1720).

Λογοτεχνική σημασία και κριτική

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Ο Ρενέ περπατά με την Αμελί

Όπως υποδηλώνει ο τίτλος, υπάρχουν πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία στο βιβλίο, το οποίο βασίζεται εκτενώς στις αναμνήσεις του Σατωμπριάν από την παιδική του ηλικία στη Βρετάνη και τα ταξίδια του στη Βόρεια Αμερική το 1791. Ο συγγραφέας επικρίθηκε για τη χρήση του θέματος της αιμομιξίας και δεν υπάρχει καμία απόδειξη ότι η αδερφή του Λουσίλ έτρεφε τέτοιο πάθος γι 'αυτόν στην πραγματική ζωή.[6]

Το μυθιστόρημα αποδείχθηκε τεράστια έμπνευση για τους νέους ρομαντικούς, που ένιωθαν ότι ήταν η τέλεια έκφραση του «κακού του αιώνα» (mal du siècle) που βίωσε η γενιά τους. Ανάμεσα στους θαυμαστές του έργου ήταν ο Εκτόρ Μπερλιόζ και ο Αλφρέ ντε Μυσσέ. Η φήμη του έφτασε στο εξωτερικό. Τα ταξίδια του Ρενέ στην Ευρώπη ενέπνευσαν στον Λόρδο Μπάιρον το αφηγηματικό ποίημα Το προσκύνημα του Τσάιλντ Χάρολντ (1812).Τόσο ο Ρενέ όσο και ο Χάρολντ είναι ανήσυχοι ξένοι αριστοκράτες με περιφρόνηση για την κοινοτοπία του κόσμου.

Όπως ο Γκαίτε με Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου (1774), τα μετέπειτα χρόνια ο Σατωμπριάν άρχισε να αγανακτεί για τη δημοτικότητα του έργου του. Όπως έγραψε στα απομνημονεύματά του:[7]

«Αν δεν υπήρχε ο Ρενέ, δεν θα το έγραφα ξανά· αν ήταν δυνατόν να το καταστρέψω, θα το κατέστρεφα. Δημιούργησε μια ολόκληρη σειρά ποιητών Ρενέ και πεζογράφων Ρενέ· ό,τι ακούμε σήμερα είναι θλιβερές και ασύνδετες φράσεις· το μόνο θέμα είναι οι θύελλες, οι καταιγίδες και άγνωστες ασθένειες που θρηνούν στα σύννεφα και στη νύχτα. Δεν υπάρχει ούτε ένα παιδάριο που τελειώνοντας το σχολείο να μην ονειρεύτηκε ότι ήταν ο πιο άτυχος των ανθρώπων· δεν υπάρχει ούτε ένας νεαρός που δεν έχει εξαντλήσει ό,τι έχει να προσφέρει η ζωή μέχρι τα δεκαέξι του, που δεν πιστεύει ότι βασανίζεται από το πνεύμα του· που, στην άβυσσο των σκέψεών του, δεν έχει παραδοθεί στο «κύμα των παθών», που δεν έχει χτυπήσει το χλωμό και αναμαλλιασμένο μέτωπό του και δεν έχει καταπλήξει την ανθρωπότητα με μια θλίψη που ούτε ο ίδιος ούτε η ανθρωπότητα γνωρίζουν το όνομά της».

  • Ρενέ, μετάφραση: Θανάσης Χατζόπουλος, εκδόσεις Το Ροδακιό, 1993[8]