Γκαμπριέλ Φωρέ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Γκαμπριέλ Υρμπαίν Φωρέ (γαλλ. Gabriel Urbain Fauré, 12 Μαΐου 1845 – 4 Νοεμβρίου 1924) ήταν Γάλλος συνθέτης, οργανίστας, πιανίστας και δάσκαλος μουσικής της ύστερης Ρομαντικής εποχής. Το έργο του, που περιλαμβάνει την περίφημη Παβάνα και το Ρέκβιεμ, επηρέασε σημαντικά πολλούς συνθέτες του 20ού αιώνα.

Βιογραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρώιμα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έκτο κατά σειρά τέκνο μιας καλλιεργημένης οικογένειας, ο Φωρέ γεννήθηκε στην κοινότητα του Παμιέ των γαλλικών Πυρηναίων. Λόγω προβλημάτων υγείας της μητέρας του Marie-Antoinette-Hélène Lalène-Laprade, μέχρι την ηλικία των τεσσάρων έζησε με μια τροφό· το 1849 ο πατέρας του, Toussaint-Honoré Fauré, διορίζεται διευθυντής της École Normale στο Μονγκωζύ και ο Φωρέ επιστρέφει στην οικογένειά του. Δίπλα στο σχολείο του υπήρχε ένα παρεκκλήσιο, όπου ο Φωρέ έπαιζε συχνά αρμόνιο· μια τυφλή ηλικιωμένη που τον άκουσε, αναγνώρισε το πηγαίο του ταλέντο και ενημέρωσε τον πατέρα του. Αργότερα, το 1853, ο Dufaur de Saubiac -αξιωματούχος της Γαλλικής Εθνοσυνέλευσης- επίσης άκουσε τον νεαρό Φωρέ να παίζει και εισηγήθηκε τις περαιτέρω σπουδές του. Μετά από έναν χρόνο, ο πατέρας του συμφώνησε και ο 9χρονος Φωρέ εισάγεται στη Σχολή Κλασικής και Θρησκευτικής Μουσικής που μόλις είχε ανοίξει ο Ελβετός Λουί Νίντερμάγιερ στο Παρίσι [1].

Λαμβάνοντας υποτροφία από την Επισκοπή της γενέτειράς του, παρέμεινε στη σχολή ως εσωτερικός για περίπου ένδεκα χρόνια· τα δωμάτια ήταν σκοτεινά και το συσσίτιο μέτριο, ενώ το αυστηρό καθεστώς επέβαλλε την ενδυμασία μιας περιστόλιστης στολής [n 1]. Η μουσική εκπαίδευση ωστόσο ήταν εξαίρετη[3]: υπό τη διεύθυνση του Νίντερμάγιερ το εκπαιδευτικό αντικείμενο επικεντρωνόταν στην εκκλησιαστική μουσική, με σκοπό την παραγωγή άριστων οργανιστών και διευθυντών χορωδίας. Οι καθηγητές του περιλάμβαναν τον Clément Loret στο εκκλησιαστικό όργανο, τον Louis Dietsch στην αρμονία, τον Xavier Wackenthaler στην αντίστιξη και τη φούγκα, καθώς και τον ίδιο τον Νίντερμάγιερ στο πιάνο, το γρηγοριανό μέλος και τη σύνθεση [1].

Ο καθηγητής και επιστήθιος φίλος του Φωρέ, Καμίγ Σαιν-Σανς

Τον Μάρτιο του 1861 ο Νίντερμάγιερ πεθαίνει και αντικαθίσταται από τον Καμίγ Σαιν-Σανς, ο οποίος κατά βάση διδάσκει πιάνο, ενώ εισάγει τους μαθητές στην τότε σύγχρονη μουσική του Ρόμπερτ Σούμαν, του Φραντς Λιστ και του Βάγκνερ[4]. Με τον Φωρέ ανέπτυξε μια ιδιαίτερη σχέση δασκάλου προς μαθητή, την οποία επισφράγισαν με μια φιλία που κράτησε πάνω από 60 χρόνια [5]. Ενόσω μαθητής, ο Φωρέ έλαβε την πρώτη θέση σε πολλούς σχολικούς διαγωνισμούς, συμπεριλαμβανομένης της διάκρισης στη σύνθεση για το χορωδιακό Cantique de Jean Racine Op. 11, έργο που καθιερώθηκε σύντομα στο χορωδιακό ρεπερτόριο [1]. Αποφοίτησε το 1865, ως διπλωματούχος (Laureat = δαφνούχος) στο όργανο, το πιάνο, την αρμονία και τη σύνθεση, με διακριτικό τίτλο αυτόν του Maître de Chapelle (Μαέστρος Χορωδίας).[6][7]

Πρώιμη επαγγελματική σταδιοδρομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τελειώνοντας τη σχολή, διορίζεται αρχικά οργανίστας στην Εκκλησία του Αγίου Σώστη, στην πόλη Ρεν της Βρεττάνης. Παρέμεινε εκεί για τέσσερα χρόνια, όπου παρέδιδε «αμέτρητα» ιδιαίτερα μαθήματα ως συμπλήρωμα του εισοδήματός του [8]. Έβρισκε την πόλη βαρετή, ενώ η σχέση του με τον εφημέριο δεν ήταν και η καλύτερη: συχνά έκανε διάλειμμα για τσιγάρο κατά τη διάρκεια του κηρύγματος, ενώ το 1870, πηγαίνοντας μετά από ξενύχτι στην Κυριακάτικη Λειτουργία με τα βραδινά του ρούχα, του ζητήθηκε να παραιτηθεί [9]. Άμεσα, προσελήφθη ως βοηθός οργανίστα στη Νοτρ Νταμ του Κλινιανκούρ βόρεια του Παρισιού, όπου και παρέμεινε για λίγους μόνο μήνες· με το ξέσπασμα του Γαλλο-Πρωσσικού Πολέμου το 1870, δήλωσε εθελοντής στρατιώτης, συμμετέχοντας στην άρση της Παρισινής Κατοχής και λαμβάνοντας μέρος σε μάχες στο Μπουρζέ, το Σαμπινύ και το Κρετέιγ.[10]

Με τη νίκη της Πρωσίας, το Παρίσι έζησε ταραχώδεις μέρες, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της Παρισινής Κομμούνας. Ο Φωρέ βρίσκει καταφύγιο σε έναν από τους αδελφούς του στο Ραμπουιγιέ, ενώ στη συνέχεια δραπετεύει στην Ελβετία, όπου και προσλαμβάνεται ως καθηγητής της Σχολής Νίντερμέγιερ, που είχε αλλάξει έδρα προς αποφυγή των εντάσεων στο Παρίσι. Ο πρώτος του μαθητής εκεί υπήρξε ο Αντρέ Μεσαζέ, με τον οποίον αργότερα τους συνέδεσε η περιστασιακή συνεργασία, ενώ έκτισαν μια διά βίου φιλία [1][11]. Το 1871 ο Φωρέ επιστρέφει στο Παρίσι, όπου και διορίζεται διευθυντής χορωδίας στην περίφημη Εκκλησία του Αγίου Σουλπικίου, συνθέτης και οργανίστας της οποίας είναι ο Σαρλ-Μαρί Βιντόρ [11]. Του δίνεται η ευκαιρία να παραβρεθεί αρκετές φορές στα μουσικά σουαρέ του Σαιν-Σανς, όπου και γνωρίζεται με την τραγουδίστρια και συνθέτη Πωλίν Βιαρντό [1]. Συνάμα, γίνεται ιδρυτικό μέλος στη νεοσύστατη Εθνική Λέσχη Μουσικής (Société Nationale de Musique), που στόχο έχει τη διάδοση του έργου νέων Γάλλων συνθετών [12]. Τα μέλη της συμπεριελάμβαναν τους Ζωρζ Μπιζέ, Ζυλ Μασνέ, Σεζάρ Φρανκ κ.ά.[13]· ο Φωρέ διετέλεσε γραμματέας το 1874 [14], ενώ πολλά από τα έργα του πρωτοπαρουσιάστηκαν σε συναυλίες της Λέσχης.[14]

Το ίδιο έτος εγκαταλείπει τον Άγιο Σουλπίκιο και διορίζεται οργανίστας στην Εκκλησία της Μαντλέν, αντικαθιστώντας τον Σαιν-Σανς που περιοδεύει σε συναυλίες [15]. Κατά τα λόγια του τελευταίου, ο Φωρέ ήταν "πρώτης τάξεως οργανίστας όταν το ήθελε"[16], ενώ οι αυτοσχεδιασμοί του ήταν απαράμιλλοι[17]. Ωστόσο, στην πρώτη θέση της προτίμησής του ήταν το πιάνο, θεωρώντας το όργανο ως βιοποριστικό μέσο[16]· ίσως γι' αυτό, αν και επαγγελματίας οργανίστας για 40 χρόνια, στο έργο του δεν συγκαταλέγεται ούτε ένα κομμάτι για σόλο όργανο [18].

Το 1877 υπήρξε έτος-σταθμός για τον Φωρέ, τόσο σε επαγγελματικό, όσο και σε προσωπικό επίπεδο[19]. Τον Ιανουάριο παρουσιάζεται η σονάτα του για βιολί σε συναυλία της Λέσχης[19], αποσπώντας διθυράμβους, ενώ τον Μάρτιο αναλαμβάνει τη διεύθυνση της χορωδίας της Εκκλησίας της Μαντλέν, παραδίδοντας τη θέση του οργανίστα στον Τεοντόρ Ντυμπουά[19]. Τον Ιούλιο του ίδιου έτους αρραβωνιάζεται με την κόρη της Βιαρντό, Μαριάν, με την οποία είναι βαθιά ερωτευμένος[19]· ωστόσο, τον Νοέμβριο του 1877 ο αρραβώνας διαλύεται από μέρους της, χωρίς να γνωρίζουμε τους λόγους[20]. Για να τον παρηγορήσει, ο Σαιν-Σανς παίρνει τον Φωρέ στη Βαϊμάρη και του γνωρίζει τον Φραντς Λιστ. Το ταξίδι αποτελεί βάλσαμο για τον Φωρέ, ο οποίος έκτοτε αρέσκεται να ταξιδεύει στο εξωτερικό[20]· τον επόμενο χρόνο παίρνει τον άλλοτε μαθητή του Μεσαζέ και πηγαίνουν στη Γερμανία για να παρακολουθήσουν όπερες του Βάγκνερ. Βλέπουν τον Χρυσό του Ρήνου και τις Βαλκυρίες στην Όπερα της Κολωνίας· το Δαχτυλίδι των Νιμπελούνγκεν στην Όπερα του Μονάχου και το Βασιλικό Θέατρο του Λονδίνου· τους Αρχιτραγουδιστές της Νυρεμβέργης και τον Πάρσιφαλ στο Μόναχο και την Όπερα του Μπαϊρόιτ[21]. Με τον Μεσαζέ γράφουν από κοινού το Souvenirs de Bayreuth, ένα πιανιστικό κομμάτι για τέσσερα χέρια, με δάνεια θέματα από το Δαχτυλίδι[22]. Εντούτοις, αν και εκτέθηκε σε μεγάλο βαθμό στη μουσική του Βάγκνερ, ο Φωρέ είναι από τους ελάχιστους συνθέτες της γενιάς του που γενικά δεν επηρεάστηκε απ' αυτόν.[23]

Η μέση περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1883 ο Φωρέ νυμφεύεται τη Μαρί Φρεμιέ, κόρη του γλύπτη Εμμανουέλ Φρεμιέ. Ο γάμος άρχισε με τους καλύτερους οιωνούς, ωστόσο η νοικοκυρά Μαρί σιγά-σιγά σιχάθηκε τις απουσίες και τους παράνομους δεσμούς του συζύγου της[24]. Ο Φωρέ συνδέθηκε ερωτικά με την τραγουδίστρια Έμμα Μπαρντάκ περί το 1892[25], κατόπιν με τη συνθέτη Αντέλα Μάντισον[26] και το 1900 με την πιανίστα Μαργκερίτ Χάσελμανς, κόρη του Αλφόνς Χάσελμανς. Η τελευταία αυτή σχέση κράτησε μέχρι τον θάνατο του συνθέτη· τη συντηρούσε σ' ένα διαμέρισμα στο Παρίσι, ενώ δεν έκρυβαν το αμοιβαίο τους αίσθημα [27].

Με τη νόμιμη γυναίκα του απέκτησε δύο γιούς, το 1883 τον Εμμανουέλ Φωρέ-Φρεμιέ (με διπλό επώνυμο κατ' απαίτηση της συζύγου του), που εξελίχθηκε σε διεθνούς φήμης βιολόγο[28], και τον Φιλίπ το 1889[1]. Για τον βιοπορισμό τους ο Φωρέ διηύθυνε την εκκλησιαστική χορωδία της Μαντλέν καθημερινά, ενώ παρέδιδε μαθήματα πιάνου και αρμονίας. Οι συνθέσεις του δεν απέφεραν αξιόλογα ποσά, καθώς ο εκδότης τις αγόραζε για 50 φράγκα την καθεμιά, χωρίς να του αποδίδει πνευματικά δικαιώματα. Απ' αυτή την περίοδο προέρχονται αρκετά -μεγάλης κλίμακας- έργα, καθώς και πολλά κομμάτια για πιάνο και τραγούδια, τα περισσότερα από τα οποία τα κατέστρεψε μετά από μερικές παραστάσεις, κρατώντας μόνο κάποια ως πηγή ιδεών[1].

Ως νεαρός, ο Φωρέ υπήρξε πολύ εύθυμος· στα λόγια ενός φίλου, ήταν "γεμάτος από νεανικό, ακόμη και παιδικό, κέφι"[29]. Ο διαλυμένος του αρραβώνας, σε συνδυασμό με την ανεπιτυχή του καριέρα, επέφεραν σημάδια κατάθλιψης, τα οποία ο ίδιος περιέγραφε ως "χολή". Στη δεκαετία του 1890, ωστόσο, τα πράγματα βελτιώθηκαν. Με τον θάνατο το 1892 του Ερνέστ Ζιρώ, καθηγητή σύνθεσης στο Ωδείο των Παρισίων, ο Σαιν-Σανς τον παρότρυνε να αιτηθεί της κενής θέσης. Η συντηρητική διοίκηση του Ωδείου θεωρούσε τον Φωρέ «επικίνδυνα μοντέρνο» και ο διευθυντής, Αμπρουάζ Τομά, απέτρεψε την πρόσληψη διαμηνύοντας: "Ο Φωρέ; Ποτέ! Αν διοριστεί εδώ, εγώ παραιτούμαι"[30]. Εντούτοις, ο Φωρέ αναλαμβάνει μια άλλη θέση που κατείχε ο Ζιρώ, αυτή του επιθεωρητή ωδείων και μουσικών σχολών ανά τη γαλλική επαρχία· το πόστο περιλαμβάνει συχνά και μακρόχρονα ταξίδια σ' ολόκληρη τη χώρα, αλλά βέβαια του παρέχει ένα σταθερό εισόδημα, που καθιστούν τα ιδιαίτερα μαθήματα πλέον περιττά[31].

Το 1896 ο Αμπρουάζ Τομά πεθαίνει και τη διεύθυνση του Ωδείου αναλαμβάνει ο Τεοντόρ Ντυμπουά, τον οποίον ο Φωρέ με τη σειρά του διαδέχεται ως κύριος οργανίστας της Μαντλέν. Η διεύθυνση υπό τον Ντυμπουά δεν ήταν άνευ συνεπειών: ο Ζυλ Μασνέ, καθηγητής σύνθεσης του Ωδείου, περίμενε να διαδεχθεί τον Τομά, ωστόσο επέμενε στην ισόβια ανάληψη της θέσης[32]. Καθώς απορρίφθηκε, τη θέση κατέλαβε ο Ντυμπουά και ο Μασνέ παραιτήθηκε οργισμένος[33]. Εν τέλει ο Φωρέ αναλαμβάνει την τάξη της σύνθεσης, από την οποία θα περάσουν αρκετοί μετέπειτα γνωστοί συνθέτες, μερικοί από τους οποίους περιλαμβάνουν τους Μωρίς Ραβέλ, Λουί Ωμπέρ, Τζόρτζε Ενέσκου και τη Νάντια Μπουλανζέ[1]. Κατά την άποψη του Φωρέ, οι μαθητές χρειάζονταν μια στιβαρή βάση με τα στοιχειώδη, έργο που ανέθεσε με χαρά στον ικανότατο βοηθό του, Αντρέ Ζεντάλζ[34]· η δική του συνεισφορά εστιαζόταν στο πώς να βοηθήσει τον κάθε μαθητή να εφαρμόσει αυτά τα στοιχειώδη στα προσωπικά του μέτρα και αισθητική. Ένας μαθητής του, ο Ζαν Ροζέρ-Ντυκάς, έγραφε αργότερα, πως "διόρθωνε την κάθε εργασία, επικαλούμενος τους κανόνες της φόρμας... και ανατρέχοντας πάντα σε κάποιο παράδειγμα από τους μεγάλους συνθέτες"[35]. Ο Ραβέλ, από την άλλη, πάντα ενθυμούνταν το «ανοιχτό μυαλό» του δασκάλου του, ο οποίος -βλέποντας για πρώτη φορά το κουαρτέτο εγχόρδων του Ραβέλ- δεν έδειξε ιδιαίτερο ενθουσιασμό· μετά από μερικές μέρες, ξανακοιτώντας του δήλωσε "μπορεί και να είχα κάνει λάθος [εκτίμηση]"[36]. Στα λόγια του μουσικολόγου Ανρί Πρυνιέρ, "αυτό που ο Φωρέ ανέπτυξε στους μαθητές του ήταν το αισθητικό κριτήριο, την αρμονική ευαισθησία, την αγάπη για τις καθαρές γραμμές, τις απρόσμενες και χρωματιστές μετατροπίες· ποτέ όμως δεν τους ώθησε να γράφουν στο δικό του ύφος και γι' αυτόν τον λόγο κατάφεραν όλοι τους να βρουν το δικό τους προσωπικό μονοπάτι, συχνά σε αντιδιαμετρικές κατευθύνσεις"[37].

Στην αλλαγή του αιώνα, ο Φωρέ γράφει μουσική για το θεατρικό του Μωρίς Μέτερλινκ "Πελλέας και Μελισάνθη" (1898), καθώς και τον "Προμηθέα", μια λυρική τραγωδία για το αμφιθέατρο στην πόλη Μπεζιέ. Καθώς προοριζόταν για εκτέλεση σε ανοιχτό χώρο, η ενορχήστρωση είναι για μια μεγάλη ορχήστρα και χορωδία. Η πρεμιέρα του τον Αύγουστο του 1900 αποτέλεσε μεγάλη επιτυχία, που επαναλήφθηκε και την επόμενη χρονιά, αλλά και στο Παρίσι το 1907. Δέκα χρόνια μετά παίζεται στην Όπερα των Παρισίων, σε εκδοχή για κανονικού μεγέθους ορχήστρα και χορωδία, και ακολουθούν άλλες 40 παραστάσεις[n 2]. Από το 1903 ως το 1921 ο Φωρέ γράφει μουσικές κριτικές στην εφημερίδα Λε Φιγκαρό, ρόλος που όμως δεν του ταιριάζει· ο βιογράφος του, Ζαν-Μισέλ Νεκτού, το εξηγεί αυτό, λέγοντας πως "η φυσική του καλοσύνη και το ανοιχτό του μυαλό αν μη τι άλλο του έδιναν το έναυσμα να εστιάζει στα θετικά στοιχεία ενός έργου"[1].

Επικεφαλής του Ωδείου Παρισίων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1905 έλαβε χώρα ένα σκάνδαλο ανάμεσα στους μουσικούς κύκλους της Γαλλίας, με μήλο της έριδος το κορυφαίο μουσικό έπαθλο, το Βραβείο της Ρώμης· η γενική γνώμη ήταν ότι το βραβείο έπρεπε να είχε δοθεί στον μαθητή του Φωρέ, Μωρίς Ραβέλ, κάτι που δεν έγινε λόγω αντιδραστικών στοιχείων εντός του Ωδείου. Σαν επακόλουθο, παραιτείται της διεύθυνσης ο Ντυμπουά και αναλαμβάνει ο Φωρέ, ο οποίος -με την υποστήριξη της κυβέρνησης- έκανε δραστικές αλλαγές, τόσο σε διοικητικά θέματα, όσο και στο πρόγραμμα σπουδών. Μία απ' αυτές ήταν η καθιέρωση εξωτερικών επιτροπών σε εξετάσεις και διαγωνισμούς, το οποίο εξανάγκασε κάποιους καθηγητές σε παραίτηση· ο λόγος ήταν οικονομικός, αφού πλέον δεν μπορούσαν να τύχουν ειδικής μεταχείρησης οι μαθητές τους, στους οποίους παρέδιδαν ιδιαίτερα μαθήματα[39]. Όσον αφορά στο πρόγραμμα σπουδών, οι αλλαγές ήταν τόσο σαρωτικές, που οι παλαιότεροι της σχολής του απέδωσαν το παρατσούκλι "Ροβεσπιέρος", καθώς το εύρος της διδασκόμενης ύλης εκμοντερνίστηκε και διευρύνθηκε, ώστε να καλύπτει τα πιο πρόσφατα έργα. Κατά τον Νεκτού, "εκεί που ο Ωμπέρ, ο Αλεβύ και ο Μέγιερμπέερ ήταν επιβεβλημένοι... τώρα ήταν δυνατό να τραγουδήσει κανείς μια άρια του Ραμώ, ή ακόμη και του Βάγκνερ -ονόματα μέχρι πρότινος απαγορευμένα εντός των τειχών του Ωδείου"[40]. Το ρεπερτόριο πλέον εκτείνονταν από την Αναγεννησιακή πολυφωνία, μέχρι τα έργα του Ντεμπυσσύ[40].

Όσο για τον ίδιο τον Φωρέ, η νέα του θέση σήμαινε καλύτερες οικονομικές απολαβές, αλλά και την ευρύτερη φήμη του ως συνθέτη. Η διοίκηση του Ωδείου, ωστόσο, δεν του άφηνε αρκετό χρόνο για σύνθεση· τα καλοκαίρια αποσύρονταν -συνήθως σε κάποιο ξενοδοχείο με θέα τις λίμνες της Ελβετίας[41]- για να επικεντρωθεί στο έργο του. Από την περίοδο αυτή προέρχεται η λυρική του όπερα Πηνελόπη, μερικά από τα πιο χαρακτηριστικά του τραγούδια, όπως ο κύκλος La chanson d'Ève, Op. 95, καθώς και κάποια κομμάτια για πιάνο (τα Νυχτερινά Νο. 9-11 και οι Βαρκαρόλλες Νο. 7-11).

Το 1909 εκλέγεται μέλος του Γαλλικού Ινστιτούτου· είχε τη στήριξη του πεθερού του και του Σαιν-Σανς -αμφότεροι μέλη από παλιά- και κατάφερε, με ψήφους 18 έναντι 16, να επιβληθεί του Βιντόρ[42]. Τον ίδιο χρόνο μια ομάδα νέων συνθετών, υπό τον Ραβέλ και τον Σαρλ Κεκλέν (Koechlin), διέκοψαν την συμμετοχή τους στην Εθνική Λέσχη Μουσικής, η οποία -με επικεφαλής τον Βενσάν ντ' Εντύ (d'Indy)- είχε παρακμάσει σε οργανισμό τοπικής αντίδρασης. Δημιουργούν μία καινούρια λέσχη, την Ανεξάρτητη Μουσική Λέσχη (Société Musicale Indépendante), την ηγεσία της οποίας δέχεται να αναλάβει ο Φωρέ. Παραμένει εντούτοις και στην παλιά Λέσχη, διατηρώντας τις καλύτερες σχέσεις με τον ντ' Εντύ· ο ρόλος του στη νέα Λέσχη ήταν η προώθηση νέων έργων[42]. Στα 1911 επιβλέπει τη μεταφορά του Ωδείου στην οδό Μαδρίττης (rue de Madrid)[41], περίοδο κατά την οποία αναπτύσει ωτικά προβλήματα, που σταδιακά τον οδήγησε στην κώφωση· οι ήχοι έγιναν αδύναμοι και παραμορφωμένοι, και δεν μπορούσε πλέον να ξεχωρίσει το τονικό ύψος. Αν και προσπάθησε να συγκαλύψει το πρόβλημά του, εν τέλει έγινε τόσο εμφανές, που αναγκάστηκε να παραιτηθεί από την έδρα του[43].

Στις αρχές του αιώνα, η μουσική του περνάει τα σύνορα της Γαλλίας και αρχίζει να ακούγεται στη Βρετανία και -σε μικρότερο βαθμό- στη Γερμανία, την Ισπανία και τη Ρωσσίαref>Nectoux (1991), p. 278</ref>. Τακτικός επισκέπτης της Αγγλίας, το 1908 προσκλήθηκε να παίξει στο Παλάτι του Μπάκιγκχαμ, κάτι που του άνοιξε πολλές πόρτες στο Λονδίνο και παραπέρα[44]. Τον ίδιο χρόνο, είχε μάλιστα την ευκαιρία να παρακολουθήσει την πρώτη εκτέλεση της Πρώτης Συμφωνίας του Έλγκαρ, με τον οποίο κατόπιν γευμάτισαν[45]. Σε γράμμα του στον κοινό τους φίλος Φρανκ Σούστερ αναφέρει ότι "ο Φωρέ είναι ένας πραγματικός τζέντλεμαν - από την καλύτερη πάστα των Γάλλων και τον θαυμάζω απεριόριστα"[46]. Σε μία κίνηση μεγαλοθυμίας, προσπάθησε να συμπεριλάβει το Ρέκβιεμ του Φωρέ στο Φεστιβάλ των Τριών Χορωδιών, ωστόσο δεν παρουσιάστηκε παρά μόνο το 1937, σχεδόν 50 χρόνια μετά τη γαλλική του πρεμιέρα. Συνθέτες απ' όλη την Ευρώπη του έπλεκαν το εγκώμιο: ο Τσαϊκόφσκι τον θεωρούσε "αξιαγάπητο"[47], ο Ρίχαρντ Στράους ζήτησε τις συμβουλές του [48] και ο Αμερικανός Άαρον Κόπλαντ δήλωνε μέγας του θαυμαστής[5], ενώ η φιλική του σχέση με τον Ισαάκ Αλμπένιθ μαρτυρείται και από την πολυετή τους αλληλογραφία[49].

Με το ξέσπασμα του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου ο Φωρέ βρίσκεται αποκλεισμένος στη Γερμανία, όπου περνάει συνθέτοντας τις καλοκαιρινές του διακοπές. Καταφέρνει να επιστρέψει στο Παρίσι διαμέσου Ελβετίας[50], όπου και παραμένει κατά τη διάρκεια του πολέμου. Όταν μια ομάδα Γάλλων μουσικών -με επικεφαλής τον Σαιν-Σανς- προσπάθησε να μποϋκοτάρει τη γερμανική μουσική, ο Φωρέ με τον Μεσαζέ αποστασιοποιήθηκαν από την ιδέα, χωρίς ωστόσο να χαλάσουν τις σχέσεις τους με τον Σαιν-Σανς[51]. Για τον Φωρέ, η μουσική δεν μπορούσε να τοποθετηθεί σε εθνικά πρότυπα, καθώς η τέχνη του "μιλάει μια γλώσσα πέρα και πάνω από τις άλλες, που καταρρέει όταν τη χρησιμοποιούν για την έκφραση συναισθημάτων και φρονημάτων που ανήκουν σε ένα συγκεκριμένο έθνος"[52]. Ωστόσο, είχε επίγνωση ότι τα έργα του στη Γερμανία ήταν περισσότερο σεβαστά παρά αγαπητά. Τον Ιανουάριο το 1905, επισκεπτόμενος για συναυλίες τη Φρανκφούρτη και την Κολωνία, είχε γράψει: "οι κριτικοί γράφουν για τη μουσική μου ότι είναι κάπως ψυχρή και "καλοθρεμμένη"! Δεν υπάρχει αμφιβολία, οι Γάλλοι με τους Γερμανούς δεν έχουν ουδεμία σχέση"[53].

Τα τελευταία χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Φωρέ σε φωτογραφία του Pierre Choumoff

Το 1920, στην ηλικία των 75 πλέον ετών, ο Φωρέ συνταξιοδοτείται από το Ωδείο, κυρίως λόγω της κώφωσης και της φθίνουσας υγείας του[1]. Σαν δείγμα εκτίμησης, του απονέμεται τον Μέγα Σταυρό της Λεγεώνας της Τιμής, μεγάλη και σπάνια διάκριση για μουσικό. Δύο χρόνια αργότερα δίδεται μια συναυλία προς τιμήν του, "μια υπέροχη γιορτή στη Σορβόννη, όπου συμμετείχαν οι πλέον ταλαντούχοι Γάλλοι καλλιτέχνες, που τού έδωσε μεγάλη χαρά. Το οξύμωρο του θεάματος ήταν ότι παρουσιάστηκε η μουσική παρουσία του συνθέτη, που όμως δεν μπόρεσε να ακούσει ούτε μια νότα, και απλώς παρακολουθούσε σκεπτικός, και εντούτοις ευπρεπής και χαμογελαστός"[43].

Στα τελευταία του χρόνια ο Φωρέ υπέφερε, κυρίως λόγω του ότι υπήρξε βαρύτατος καπνιστής. Ωστόσο, ήταν πάντα διαθέσιμος στους νέους συνθέτες, συμπεριλαμβανομένων των μελών της Ομάδας των Έξι, που του είχαν μεγάλη αδυναμία[43]. Ο Νεκτού γράφει: "στα γεράματα τον διακατείχε μια γαλήνη, χωρίς να χάνει την αξιοσημείωτη ζωντάνια του πνεύματός του, αλλά μάλλον απομακρυσμένος πια από τον αισθησιασμό και το πάθος που βλέπουμε στα έργα της περιόδου 1875-1895"[1].

Ο Φωρέ πεθαίνει από πνευμονία στο Παρίσι, ετών 79. Κηδεύτηκε δημοσία δαπάνη από την Εκκλησία της Μαντλέν και ετάφη στο Κοιμητήριο του Πασσύ.

Μετά τον θάνατό του, το Ωδείο επέστρεψε στον πρότερο συντηρητισμό του, όπου οι κανόνες της αρμονίας έθεταν το όριο του μοντερνισμού[54]. Η γενιά των σπουδαστών του μεσοπολέμου απέρριψαν αυτή την αναχρονιστική πρακτική και στράφηκαν στη σύγχρονη μουσική του Μπάρτοκ, της Δεύτερης Σχολής της Βιέννης και τα ύστερα έργα του Στραβίνσκι[54].

Στην επετειακή εκατονταετηρίδα από τον θάνατό του, ο μουσικολόγος Λέσλι Όρρεϋ γράφει στο περιοδικό The Musical Times: "πιο βαθυστόχαστος από τον Σαιν-Σανς, πιο ποικίλος από τον Λαλό, πιο πηγαίος από τον ντ' Εντύ, πιο κλασικός από τον Ντεμπυσσύ, ο Γκαμπριέλ Φωρέ είναι ο πλέον έξοχος «μαΐστωρ» της γαλλικής μουσικής, ένας τέλειος καθρέπτης της μουσικής διανόησης"[55].

Μουσικολογικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Άαρον Κόπλαντ γράφει πως αν και η μουσική του Φωρέ διαιρείται σε τρεις περιόδους, οι διαφορές μεταξύ της πρώτης και της τελευταίας δεν είναι τόσο έντονες, όσο παρατηρείται σε άλλους συνθέτες. Ο Κόπλαντ εντοπίζει στοιχεία της τρίτης περιόδου ακόμη και στα πρώιμά του έργα, αλλά και τούμπαλιν: "τα θέματα, οι αρμονίες, οι φόρμες παραμένουν κατ' ουσίαν ίδιες, αλλά με κάθε νέο έργο προσλαμβάνουν ολοένα και περισσότερη φρεσκάδα και προσωπικότητα"[5].

Κατά τον Οδηγό Δίσκων του 1955 (The Record Guide[56]) ο Φωρέ έμαθε τον αυτοπεριορισμό και την επιφανειακή ομορφιά από τον Μότσαρτ, την τονική ελευθερία και τις μακροσκελείς μελωδικές γραμμές από τον Σοπέν, και από τον Σούμαν την απρόσμενη ευδαιμονία που απηχεί η ανάπτυξη στα έργα του, τα οποία μ' έναν μαγικό τρόπο φωτίζονται από μια σύντομη κόντα[57]. Το όλο έργο του βασίζεται στην αρμονική κατανόηση που έχτισε όσο σπούδαζε στη Σχολή Νίντερμέγιερ, με κύριο καθηγητή τον Γκουστάβ Λεφέβρ[1]. Ο τελευταίος έγραψε μια Διατριβή στην αρμονία (Παρίσι, 1889) η οποία διαφέρει κατά πολύ από την αντίστοιχη διατριβή του Ραμώ. Οι "διάφωνες" συγχορδίες δεν θεωρούνται πια ως τέτοιες[n 3], αλλά αποτελούν ηχητικά εφφέ, που ο χρωματισμός τους προμηνύει το χαρακτηριστικό ιδίωμα των συνθετών του Ιμπρεσιονισμού[58]}}.

Εν αντιθέσει με την αρμονική και μελωδική του γλώσσα, που για τους συγχρόνους του ήταν ακραία, το ρυθμικό στοιχείο τείνει να είναι διακριτικό και επαναληπτικό, ενίοτε «καρυκεύοντας» το με συγκοπές, όπως αυτές που απαντώνται συχνά στον Μπραμς[1]. Ο Κόπλαντ μάλιστα τον αποκαλεί "Μπραμς της Γαλλίας"[5], ενώ για τον Τζέρυ Ντάμπινς (Fanfare Magazine, 2007) "ο Φωρέ αποτελεί τον συνδετικό κρίκο ανάμεσα στον Μπραμς και τον Ντεμπυσσύ"[n 4].

Φωνητική μουσική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Φωρέ θεωρείται ειδήμων της τέχνης του Γαλλικού Τραγουδιού[1], ενώ σύμφωνα με τον Κόπλαντ είναι εμφανής η επιρροή από τον Σαρλ Γκουνώ, εκτός από μεμονωμένα τραγούδια -όπως τα "Après un rêve" και "Au bord de l'eau"- που δεν απεικονίζουν τη μελλοντική του μαεστρία. Ο «πραγματικός» Φωρέ διαφαίνεται στον δεύτερο τόμο με 60 τραγούδια του, μερικά από τα οποία περιλαμβάνουν τα "Les berceaux", "Les roses d'Ispahan" και κυρίως το "Clair de lune" (φεγγαρόφως), λέει ο Κόπλαντ, και συμπληρώνει ότι είναι "τόσο όμορφα και τέλεια που κατάφεραν να «περάσουν» ακόμη και στην Αμερική"[5]. Ο Φωρέ έγραψε επίσης μερικούς κύκλους τραγουδιών, εκ των οποίων οι "Πέντε Βενετσιάνικες Μελωδίες", Op. 58, περιγράφονται από τον συνθέτη ως ένα είδος σουίτας τραγουδιών, με ένα κεντρικό μουσικό θέμα να διαπερνά όλο τον κύκλο[60]. Ένας μεταγενέστερος κύκλος με τίτλο "La bonne chanson", Op. 61, εμπεριέχει πέντε μουσικά θέματα που ανακυκλώνονται ανά τα τραγούδια, και περιγράφεται ως "η πιο αυθόρμητη σύνθεσή" του· μέχρι την ολοκλήρωσή του, η ερωμένη του -Έμμα Μπαρντάκ- τού τραγουδούσε καθημερινά ό,τι καινούριο είχε γράψει[61].

Το Ρέκβιεμ, Op. 48, δεν γράφτηκε εις μνήμην κάποιου συγκεκριμένου προσώπου, αλλά γιατί "απλά ήθελε να το γράψει". Πρωτοπαρουσιάστηκε το 1888 και έχει παρομοιωθεί ως "νανούρισμα του θανάτου" λόγω του ήρεμου χαρακτήρα του.[62] Το μέρος του Dies Irae (Μέρα οργής) απουσιάζει, αλλά η αναφορά στη μέρα της κρίσης απαντάται στο Libera me, το οποίο -όπως και ο Βέρντι- προσέθεσε στο κανονικό κείμενο της Νεκρώσιμης Λειτουργίας[63]. Ο Φωρέ διασκεύασε αρκετές φορές το έργο κατά τη διάρκεια της ζωής του και πλέον υπάρχουν διάφορες εκδοχές: από τις πρωιμότερες, που είναι χρησιμοποιούν ελάχιστα μουσικά μέσα (όργανο και μικρή χορωδία, μικρό σύνολο και χορωδία κλπ), μέχρι την τελευταία, γραμμένη για πλήρη ορχήστρα[64].

Οι όπερες του Φωρέ δεν μπόρεσαν ποτέ να βρουν τη θέση τους στο ρεπερτόριο του λυρικού θεάτρου. Κατά τον Κόπλαντ, η "Πηνελόπη" είναι ένα συναρπαστικό έργο, από τις καλύτερες όπερες μετά τον Βάγκνερ. Σημειώνει, ωστόσο, ότι η μουσική στο σύνολό της δεν εμπίπτει ακριβώς σ' αυτό που θα αποκαλούσαμε θεατρικό είδος[5]. Ο Φωρέ χρησιμοποιεί θεματικά μοτίβα (γερμ. Leitmotif) και οι πρωταγωνιστικοί ρόλοι είναι γραμμένοι για ηρωικής ποιότητας φωνές, όμως η επιρροή του Βάγκνερ σταματά εκεί. Καθότι έργα της τελευταίας περιόδου, η τονικότητα ωθείται στα όριά της, χωρίς όμως να «σπάει»[65].

Έργα για πιάνο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα έργα για πιάνο ο Φωρέ απορρίπτει το δεξιοτεχνικό ύφος χάρην των φωτεινών και καθαρών μελωδικών γραμμών -τυπικό χαρακτηριστικό της γαλλικής μουσικής[58]. Χρησιμοποιεί συχνά αρποειδείς φιγούρες (τα λεγόμενα αρπέζ), ενώ η μελωδία περνά από το ένα χέρι στο άλλο. Από τεχνικής πλευράς, καθότι ο ίδιος οργανίστας κατά κύριο λόγο, εμφανίζουν συχνά δακτυλικές μεταθέσεις, που καταστούν τα έργα του αρκετά δύσκολα, ακόμη και για κάποιον βιρτουόζο όπως τον Λιστ[66]. Τα πιο πρώιμα έργα του είναι καθαρά επηρεασμένα από τον Σοπέν[67], ωστόσο μεγαλύτερη ακόμη πηγή αποτελεί ο Σούμαν, τα έργα για πιάνο του οποίου ο Φωρέ θαύμαζε περισσότερο απ' οποιουδήποτε άλλου[68]. Με το 6ο του Νυχτερινό, ο Φωρέ απενδύεται κάθε αναφορά σε άλλους συνθέτες [5] και ο πιανίστας Αλφρέντ Κορτό σημειώνει σχετικά: "δεν υπάρχουν παρά ελάχιστες σελίδες μουσικής που μπορούν να συγκριθούν μ' αυτό"[5]. Ο μουσικοκριτικός Μπράις Μόρισον αναφέρει ότι οι πιανίστες δείχνουν προτίμηση στα πρώιμα έργα, όπως το Impromptu No. 2 (= Αυτοσχεδιασμός), παρά στα ύστερα κομμάτια που βρίθουν "τέτοιου προσωπικού πάθους, όπου ο θυμός εναλλάσσεται με την παραίτηση", που δημιουργεί αμηχανία στο κοινό[69] Fauré was unimpressed by purely virtuoso pianists, saying, "the greater they are, the worse they play me."[70]. Ο δε Φωρέ δεν εντυπωσιαζόταν από απόλυτα βιρτουόζους πιανίστες, λέγοντας πως "όσο μεγαλύτεροι είναι, τόσο χειρότερα παίζουν τα έργα μου"[71].

Μουσική δωματίου και ορχηστρικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ενορχήστρωση δεν ενδιέφερε ιδιαίτερα τον Φωρέ, πράγμα που συχνά ανέθετε στους μαθητές του, όπως τον Ζαν Ροζέ-Ντυκάς και τον Σαρλ Κεκλέν. Η αισθητική του ορίζεται γενικά από έναν μάλλον μελαγχολικό και ήρεμο τόνο[72], ενώ απουσιάζουν οι έντονες ηχητικές αντιθέσεις, καθώς -κατά τον ίδιο- "υποκαθιστούν την έλλειψη ιδεών και τείνουν να γίνονται ένα είδος αυτο-ικανοποίησης"[1]. Ο βιογράφος του, Νεκτού, γράφει πως "η ιδέα της χροιάς δεν ήταν καθοριστικό στοιχείο της μουσικής του σύλληψης"[72]. Από τα ορχηστρικά του έργα ξεχωρίζει η ορχηστρική σουίτα "Masques et bergamasques" (βασισμένη σε μουσική για ένα θεατρικό έργο, μια divertissement comique) και η μουσική για το θεατρικό "Πελλέας και Μελισσάνθη".

Όσον αφορά τα έργα μουσικής δωματίου, ξεχωρίζουν τα δύο του κουαρτέτα με πιάνο[73], ενώ περιλαμβάνονται και δύο κουιντέτα με πιάνο, δύο σονάτες για βιολί, ένα τρίο με πιάνο και ένα κουαρτέτο εγχόρδων· το τελευταίο, μάλιστα, έχει χαρακτηριστεί ως "ένας εσωτερικός διαλογισμός για τα περασμένα".

Ηχογραφήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μεταξύ του 1905 και του 1913, κομμάτια του για πιάνο εξεδόθησαν σε διάτρητη μορφή για αυτόματα πιάνα (πιανόλα) από αρκετούς οίκους· απ' αυτά σώζονται σε κύλινδρο τα [n 5]. Στη δεκαετία του 1920 μερικά από τα πιο γνωστά του τραγούδια ηχογραφήθηκαν, όπως το "Après un rêve" με την Olga Haley[75] και τα "Automne" και "Clair de lune" με την Ninon Vallin[76]. Την επόμενη δεκαετία εμφανίζονται ηχογραφήσεις με πιο ηχηρά ονόματα εκτελεστών, όπως ο Georges Thill ("En prière")[77], και οι Jacques Thibaud και Αλφρέντ Κορτό (Σονάτα για βιολί No. 1 και Berceuse)[78], ενώ το 1938 ηχογραφούνται και κάποια αποσπάσματα από τον "Πελλέα και Μελισσάνθη"[79].

Μέχρι το 1940 οι ηχογραφήσεις έργων του Φωρέ αρχίζουν να πληθαίνουν. Ονόματα που εμφανίζονται στο ρεπερτόριο περιλαμβάνουν την πιανίστα Kathleen Long, τους διευθυντές ορχήστρας Boyd Neel και Ernest Bourmauck, αλλά και την υψίφωνο Maggie Teyte[80]. Δέκα χρόνια μετά, τα έργα του Φωρέ αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των καταλόγων δίσκων, περιλαμβάνοντας τα κουιντέτα με πιάνο, το κουαρτέτο εγχόρδων, τις σονάτες για βιολί, δύο ηχογραφήσεις του Ρέκβιεμ, αλλά και ολόκληρους τους κύκλους τραγουδιών La bonne chanson και La chanson d'Ève[81].

Στη νεότερη εποχή του δίσκου βινυλίου και του CD, οι δισκογραφικές εταιρείες διαθέτουν εκτενείς καταλόγους με έργα του Φωρέ, σε πολλές εκτελέσεις από Γάλλους και μη εκτελεστές. Μερικοί από τους πιο γνωστούς ερμηνευτές, περιλαμβάνουν τους διευθυντές ορχήστρας Μισέλ Πλασόν (1981)[82], Υάν Πασκάλ Τορτελιέ (1996)[83], τα κουαρτέτα εγχόρδων Ysaÿe Quartet (1984) και Domus, τον βιολοντσελίστα Paul Tortelier, και τους βιολιστές Αρτύρ Γκρυμιώ και Joshua Bell[84]. Όλα τα έργα για πιάνο έχουν ηχογραφηθεί από τους Kathryn Stott (1995)[85] και Paul Crossley (1984–85)[86], καθώς επίσης και από τους Jean-Philippe Collard (1982–84)[87] και Πασκάλ Ροζέ (1990)[88]. Όσον αφορά στα τραγούδια του, ξεχωρίζουν μεταξύ άλλων οι Jean-Paul Fouchécourt, Φελίσιτυ Λοτ, Τζον Μαρκ Αίνσλεϋ και η Jennifer Smith[89]. Πολλές εκτελέσεις του Ρέκβιεμ είναι διαθέσιμες στην αγορά[90], ενώ στην Πηνελόπη φιγουράρουν τα ηχηρά ονόματα της Ρεζίν Κρεσπέν και Τζέσυ Νόρμαν[91].

Σημειώσεις και παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σημειώσεις
  1. Ένας κατοπινός συγγραφέας περιγράφει μια φωτογραφία του Φωρέ ως μαθητή "να φορά τη σχολική στολή, μοιάζοντας με τον Άρθουρ Σάλλιβαν από το Βασιλικό Παρεκκλήσι".[2]
  2. Η Παρισινή πρεμιέρα του 1907 έλαβε χώρα στον Ιππόδρομο του Vincennes Racecourse, αλλά η ακουστική ήταν τόσο κακή που οι υπόλοιπες παραστάσεις μεταφέρθηκαν στην Όπερα των Παρισίων. Η αναθεωρημένη ενορχήστρωση του 1917 έγινε κατά παράκληση του Φωρέ από τον Ροζέ-Ντυκάς.[38]
  3. Συγκεκριμένα, οι συγχορδίες μεθ' εβδόμης και μεθ' ενάτης δεν θεωρούνταν πλέον διάφωνες, και η 3η βαθμίδα της αρμονίας μπορούσε να αλλοιωθεί χωρίς την αλλαγή τονικότητας.[1]
  4. "The quartet inhabits a demiworld that hovers between Brahms's unrequited longing in melodies and harmonies turned modal, and Debussy's auto-erotic reveries in ninth chords and altered scales."[59]
  5. "Romance sans paroles" No. 3, Barcarolle No. 1, Prelude No. 3, Pavane, Nocturne No. 3, Sicilienne, Thème et variations και τα Valses-caprices Nos. 1, 3 και 4[74]
Παραπομπές
  1. 1,00 1,01 1,02 1,03 1,04 1,05 1,06 1,07 1,08 1,09 1,10 1,11 1,12 1,13 1,14 1,15 Nectoux, Jean-Michel. "Fauré, Gabriel (Urbain)", Grove Online, Oxford Music Online, accessed 21 August 2010
  2. Henderson, A. M. "Memories of Some Distinguished French Organists – Fauré". The Musical Times, September 1937, pp. 817–19, accessed 22 August 2010
  3. Jones, p. 15
  4. Jones, p. 16
  5. 5,0 5,1 5,2 5,3 5,4 5,5 5,6 5,7 Copland, Aaron. "Gabriel Fauré, a Neglected Master". The Musical Quarterly, October 1924, pp. 573–86, Oxford University Press, accessed 20 August 2010
  6. Nectoux (1991), p. 502
  7. Jones, p. 20
  8. Nectoux (1991), p. 508
  9. Jones, p. 21
  10. Nectoux (1991), p. 503
  11. 11,0 11,1 Jones, p. 27
  12. Vallas, p. 135
  13. Jones, p. 28 and Grove
  14. 14,0 14,1 Jones p. 28
  15. Jones, p. 29
  16. 16,0 16,1 Nectoux (1991), p. 41
  17. Henderson, A. M. "Memories of Some Distinguished French Organists – Fauré", The Musical Times, September 1937, pp. 817–19, accessed 22 August 2010
  18. See, for example, Henderson, A. M. "Memories of Some Distinguished French Organists – Fauré", The Musical Times, September 1937, pp. 817–19, accessed 22 August 2010 and Orrey, Leslie. "Gabriel Fauré, 1845–1924", The Musical Times, May 1945, pp. 137–39
  19. 19,0 19,1 19,2 19,3 Jones, p. 33
  20. 20,0 20,1 Jones, p. 50
  21. Jones, p. 51
  22. Wagstaff, John and Andrew Lamb. "Messager, André". Grove Music Online, Oxford Music Online, accessed 14 August 2010
  23. Nectoux (1991), p. 39
  24. Jones, p. 52
  25. Nectoux (1991), p. 181
  26. Orledge (1979), pp. 16–17
  27. Nectoux (1991), pp. 282–285
  28. Willmer, E. N. "Emmanuel Fauré-Fremiet, 1883–1971", Biographical Memoirs of Fellows of the Royal Society, Vol. 18 (November 1972), pp. 187–221, The Royal Society, accessed 7 September 2010
  29. Jones, p. 31
  30. Nectoux (1991), p. 224
  31. Jones, p. 65
  32. Jones, p. 78
  33. Nectoux (1984), pp. 224–25
  34. Nectoux (1991), p. 246
  35. Nectoux (1991), p. 307
  36. Nichols, p. 103
  37. Copland, quoting Henri Prunières
  38. Nectoux (1991), p. 370
  39. Woldu, Gail Hilson. "Gabriel Fauré, directeur du Conservatoire: les réformes de 1905", Revue de Musicologie, T. 70e, No. 2e (1984), pp. 199–228, Société Française de Musicologie. French text. Accessed 7 September 2010.
  40. 40,0 40,1 Nectoux (1991), p. 269
  41. 41,0 41,1 Nectoux (1991), p. 270
  42. 42,0 42,1 Jones, p. 133
  43. 43,0 43,1 43,2 Landormy, Paul and M. D. Herter. "Gabriel Fauré (1845–1924)", The Musical Quarterly, Vol. 17, No. 3 (July 1931), pp. 293–301, Oxford University Press, accessed 4 September 2010
  44. Nectoux (1991), p. 283
  45. Moore, p. 547
  46. Anderson, p. 156
  47. Anderson, Robert. "Review: Insights", The Musical Times, February 1985, pp. 93–94, accessed 5 September 2010
  48. Jones pp. 124–25
  49. Jones, p. 10
  50. Jones, pp. 160–61
  51. Jones, pp. 162–65
  52. Caballero, Carlo. Review: Gabriel Fauré: A Musical Life. 19th-Century Music, Vol. 16, No. 1 (Summer, 1992), pp. 85–92, University of California Press, accessed 6 September 2010
  53. Nectoux (1991), p. 277
  54. 54,0 54,1 Nectoux (1991), p. 469
  55. Orrey, Leslie."Gabriel Fauré, 1845–1924", The Musical Times May 1945, pp. 137–139, accessed 21 August 2010
  56. Edward Sackville-West and Desmond Shawe-Taylor
  57. Sackville-West, pp. 263–64
  58. 58,0 58,1 Slonimsky, Nicholas."Fauré, Gabriel (-Urbain)", Baker's Biographical Dictionary of Musicians, Schirmer Reference, New York 2001, accessed 8 September 2010
  59. Fanfare Magazine, 1 May 2007
  60. Orledge (1979), pp. 78–81
  61. Orledge (1979), p. 15
  62. Payne, Anthony, "Sweet lullaby of death", The Independent, 5 April 1997.
  63. Rosen, pp. 60–74
  64. Orledge, Robert "Fauré Revised", The Musical Times, May 1980, p. 327
  65. Murray, David, in Holden, p. 120
  66. Jones, p. 51.
  67. Nectoux (1991), p. 49
  68. Nectoux (1991), p. 43
  69. Morrison, Bryce (1995). Liner notes to "Gabriel Fauré – The Complete Music for Piano", Hyperion Records, catalogue number CDA66911/4
  70. Nectoux (1991), p. 379
  71. Nectoux (1991), p. 379
  72. 72,0 72,1 Nectoux (1991), p. 259
  73. Sackville-West, p. 265
  74. Nectoux (1991), p. 45.
  75. The Gramophone, April 1925, p. 63
  76. The Gramophone, November 1929, p. 19
  77. The Gramophone, December 1937, p. 18
  78. The Gramophone, July 1932, p. 11 and December 1932, p. 19
  79. The Gramophone, July 1938, p. 24
  80. The Gramophone, December 1945, p. 15
  81. Sackville-West, pp. 265–68
  82. EMI Records, catalogue number 5 86564-2
  83. Chandos Records, catalogue number Chan 9412
  84. March, pp. 450–53
  85. Hyperion Records, catalogue number DA 66911/4
  86. CRD Records, catalogue number 5006
  87. EMI Records, catalogue number 5 85261-2
  88. Decca Records, catalogue number 425 606–40
  89. Hyperion Records, catalogue numbers CDA67333-CDA67336
  90. March pp. 455–56.
  91. Discoreale Records, catalogue number DR 10012-4; and Erato Records, catalogue number STU71386

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Anderson, Robert (1993). Elgar. London: J M Dent. ISBN 0-460-86054-2
  • Holden, Amanda (ed.) (1997). The Penguin Opera Guide. London: Penguin Books. ISBN 0-14-051385-X
  • Jones, J Barrie (1989). Gabriel Fauré – A Life in Letters. London: B. T. Batsford Ltd. ISBN 0-7134-5468-7
  • March, Ivan (ed.) (2007). The Penguin Guide to Recorded Classical Music 2008. London: Penguin Books. ISBN 978-0-141-0336-5
  • Moore, Jerrold Northrop. (1987) Elgar – A Creative Life. Oxford: Oxford Paperbacks. ISBN 0-19-284014-2
  • Nectoux, Jean-Michel, trans. J.A. Underwood (1984). Gabriel Fauré – His Life Through Letters. London: Boyars. ISBN 0-7145-2768-8
  • Nectoux, Jean-Michel, trans. Roger Nichols (1991). Gabriel Fauré – A Musical Life. Cambridge: Cambridge University Press. ISBN 0-521-23524-3
  • Nichols, Roger (1987). Ravel Remembered. London: Faber and Faber. ISBN 0-571-14986-3
  • Orledge, Robert (1979). Gabriel Fauré. London: Eulenburg Books. ISBN 0-903873-40-0
  • Rosen, David (1995), Verdi: Requiem. Cambridge: Cambridge University Press. ISBN 0-521-39767-7
  • Sackville-West, Edward, and Desmond Shawe-Taylor (1956). The Record Guide. London: Collins. OCLC 500373060
  • Wagstaff, John (1991). André Messager: A Bio-Bibliography. New York: Greenwood Press. ISBN 0-313-25736-1
  • Vallas, Léon, trans. Hubert Foss (1951). César Franck, London: Harrap, 1951. OCLC 910827

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Gabriel Fauré της Αγγλόγλωσσης Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).