Φούλκων των Ιεροσολύμων

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Φούλκων Ε΄ του Ανζού ή Φούλκων των Ιεροσολύμων (Ανζού 1092 - Άκρα 13 Νοεμβρίου 1143) ήταν κόμης του Ανζού (1109 - 1129) και βασιλιάς των Ιεροσολύμων (1131 - 1143). Υιός και διάδοχος του Φούλκωνος Δ΄ κόμητος του Ανζού και της Βερτράδης του Μονφόρ, η οποία χώρισε τον άντρα της (1092) προκειμένου να παντρευτεί τον βασιλιά της Αγγλίας Φίλιππο Α΄. Ήταν αρχικά αντίπαλος του βασιλιά της Αγγλίας Ερρίκου Α΄ και υποστηρικτής του βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκου ΣΤ΄. Συμμάχησε με τον Ερρίκο (1127) όταν τακτοποιήθηκε ο γάμος του μεγαλύτερου γιου του Γοδεφρείδου με την κόρη του Ερρίκου Α΄, Ματίλντα, με πρωτοβουλία του ίδιου του Άγγλου βασιλιά που συμπαθούσε τον γιο του.

Είχε αναχωρήσει για Σταυροφορία στους Αγίους Τόπους (1120), όπου κατατάχθηκε στην τάξη των Ναΐτών Ιπποτών. Αναφέρεται ως εξέχων Ναΐτης και γι' αυτό οι απόγονοι του βασιλείς της Αγγλίας Πλανταγενέτες ήταν πάντα ευνοϊκοί σε αυτούς. Μετά από την επιστροφή του, χρηματοδοτούσε ετησίως δύο ιππότες κάθε χρόνο στους Αγίους Τόπους.

Διάδοχος και βασιλιάς των Ιεροσολύμων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο θάνατος του Φούλκωνος των Ιεροσολύμων - χειρόγραφο της Άκρας (13ος αι.) από περιγραφή του Γουλιέλμου της Τύρου

Το 1127 αμέσως μετά τους γάμους του γιου του Γοδεφρείδου με την πριγκίπισσα της Αγγλίας Ματίλντα ετοιμαζόταν να επιστρέψει στην κομητεία του στο Ανζού, όταν δέχθηκε γράμμα από τον βασιλιά των Ιεροσολύμων Βαλδουίνο Β΄. Ο Βαλδουίνος Β΄ δεν είχε γιους και ήθελε να τον παντρέψει με την σύζυγο του, Μελισσάνθη, και να τον ορίσει παράλληλα διάδοχο του στον θρόνο των Ιεροσολύμων. Ο Φούλκων διέθετε όλα τα προσόντα σαν πλούσιος Ναΐτης Σταυροφόρος, ικανός στρατιωτικός αρχηγός, έξυπνος, και ταυτόχρονα χήρος. Ο Φούλκων τακτοποίησε όλες τις εκκρεμότητες που είχε στην πατρίδα του το Ανζού, όρισε διάδοχο και μόνιμο κόμη τον γιο του Γοδεφρείδο, αφού ο ίδιος παραιτήθηκε οριστικά και αναχώρησε για τα Ιεροσόλυμα προκειμένου να παντρευτεί την Μελισσάνθη (2 Ιουνίου 1129).

Το 1131 πέθανε ο πεθερός του βασιλιάς των Ιεροσολύμων Βαλδουίνος Β΄ και τον διαδέχθηκαν ο Φούλκων και η Μελισσάνθη. Ο Φούλκων με την άνοδο του στον θρόνο προσπάθησε να ευνοήσει την αριστοκρατία της γενέτειρας του, Ανζού, κάτι που επιχείρησε παλιότερα να κάνει και ο πεθερός του, αλλά ο Φούλκων δεν στάθηκε και τόσο ικανός. Μεγαλύτερη αντίσταση συνάντησε από την κουνιάδα του Αλίκη της Αντιόχειας, που πήρε τον έλεγχο της πόλης μετά τον θάνατο του πατέρα της. Συμμάχησε με τον Πονς της Τρίπολης και τον Τζοσελίν Β΄ της Έδεσσας για να συγκρατήσει τον Φούλκωνα στην προέλαση του στα βόρεια. Μετά από μια σύντομη μάχη κλείστηκε ειρήνη και η Αλίκη εξορίστηκε.

Εν τω μεταξύ, ο Φούλκων ήταν έντονα ενοχλημένος από την δεύτερη γενιά των Σταυροφόρων της Α΄ Σταυροφορίας που δεν του είχαν εμπιστοσύνη και ήθελαν για βασιλιά τον δημοφιλή ξάδελφο της Μελισσάνθης Ούγο Β΄ της Γιάφας. Σύντομα ξέσπασε μεγάλη εχθρότητα μεταξύ τους, με αποκορύφωμα (1134) την κατηγορία του Φούλκωνα απέναντι στον Ούγο για σχέσεις μοιχείας με την Μελισσάνθη. Ο Ούγος συμμάχησε αμέσως με τους μουσουλμάνους της Ασκαλών να τον αντιμετωπίσει, αλλά σύντομα κλείστηκε ειρήνη μεταξύ τους με παρέμβαση του πατριάρχη ύστερα από τις ικεσίες της Μελισσάνθης. Ο Φούλκων συμφώνησε να κλείσει ειρήνη, με την προϋπόθεση να εξοριστεί ο Ούγος από την χώρα για τρία χρόνια.

Στρατιωτικές επιτυχίες και οχύρωση των Ιεροσολύμων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην συνέχεια έγινε απόπειρα δολοφονίας κατά του Ούγου, ενώ κατηγορήθηκε χωρίς καμιά ένδειξη ότι βρισκόταν πίσω από αυτή ο Φούλκων. Ως αποτέλεσμα ξέσπασε πραξικόπημα στην χώρα και όλοι οι οπαδοί του Φούλκωνα φοβήθηκαν για την ζωή τους, αλλά όπως εξηγεί ο Γουλιέλμος της Τύρου, βιογράφος των μεγαλύτερων Σταυροφόρων της εποχής του, αυτό ήταν αδύνατο. Η Μελισσάνθη αντιδρούσε έντονα σε αυτή την ενέργεια και ο Φούλκων δεν έκανε τίποτα στην ζωή του στα Ιεροσόλυμα αν δεν είχε την σύμφωνη γνώμη της συζύγου του, ήταν απόλυτα εξαρτημένος από αυτήν ενώ είχε κάνει ήδη δύο γιους.

Η μεγαλύτερη απειλή για τον Φούλκωνα έγινε η άνοδος του Ζένγκι της Μοσούλης, όπου ηττήθηκε (1137) σε μάχη κοντά στην πόλη Μπαρίν. Αλλά συμμάχησε με τον βεζίρη της Δαμασκού, που επίσης απειλούνταν από τον Ζένγκι και κυρίευσαν το κάστρο του Μπανιάς στα βόρεια της λίμνης Τιβεριάδας, εξασφαλίζοντας τα βόρεια σύνορα του. Στην συνέχεια προσπάθησε να εξασφαλίσει το κράτος του στα νότια σύνορα του κτίζοντας το κάστρο του Κεράκ στα νότια της Νεκράς θάλασσας. Έκτισε πολλά άλλα φρούρια για να έχει πρόσβαση στην Ερυθρά και να αντιμετωπίσει εύκολα τους Φατιμίδες της Αιγύπτου, που χρησιμοποιούσαν το κάστρο της Ασκαλών ως βάση των επιδρομών τους στα Ιεροσόλυμα.

Τον επισκέφτηκε δύο φορές ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Ιωάννης Β΄ Κομνηνός (1137,1142) του έκανε πρόσκληση να συναντηθούν, αλλά ο Φούλκων και τις δύο φορές υποτιμητικά τον αγνόησε. Το 1143 σε ένα κυνήγι στην Άκρα με την σύζυγο του βρήκε τραγικό θάνατο αφού έπεσε απότομα από το άλογο του, από μεγάλο ύψος και το κρανίο του σκίστηκε στα δύο σύμφωνα με λεπτομερή καταγραφή του βιογράφου του, Γουλιέλμου της Τύρου.

Κληρονόμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Judith Tarr, "Queen of Swords", A Forge Book, Published by Tom Doherty LLC., 1997
Προηγούμενος
Βαλδουίνος Β΄ της Ιερουσαλήμ
Βασιλέας της Ιερουσαλήμ
1131–1143 μαζί με τη Μελισάνθη της Ιερουσαλήμ
Επόμενος
Βαλδουίνος Γ΄ της Ιερουσαλήμ
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Fulk of Jerusalem της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).