Γοδεφρείδος του Μπουιγιόν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Μπρούτζινο άγαλμα του Γοδεφρείδου του Μπουγιόν, Ίνσμπρουκ
Γοδεφρείδος του Μπουιγιόν - έργο ζωγραφικής (1882)

Ο Γοδεφρείδος του Μπουιγιόν (γαλλ. Godefroy de Bouillon, 1060 - 18 Ιουλίου 1100) ήταν ευγενής κατά τη μεσαιωνική περίοδο, αρχηγός της Α΄ Σταυροφορίας (1096 - 1100), αρχικά λόρδος του Μπουιγιόν, απ' όπου πήρε το όνομα του (1076) και δούκας της Κάτω Λωρραίνης (1087). Μετά την πτώση των Ιεροσολύμων, έγινε ο πρώτος κυβερνήτης της πόλης (1099) αλλά από ταπεινότητα δεν χρησιμοποίησε τον τίτλο του βασιλιά.

Ήταν δεύτερος γιος του Ευστάθιου Β΄ κόμητος της Βουλώνης και της Ίδας της Λωρραίνης. Η γενέτειρά του ήταν τμήμα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και σαν δεύτερος γιος δεν προοριζόταν για σημαντικούς τίτλους, μέχρι που ο άτεκνος από μητέρα θείος του, Γοδεφρείδος Δ΄ της Κάτω Λωρραίνης, τον όρισε διάδοχο του στο δουκάτο, που ήταν το κρατίδιο για το οποίο η Γερμανία με την Γαλλία βρίσκονταν συνέχεια σε έριδα.

Ο Γερμανός βασιλιάς και μέλλων αυτοκράτορας Ερρίκος Δ΄ της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (1084 - 1105) αποφάσισε να κάνει κατάσχεση του δουκάτου για λογαριασμό του γιου του, αφήνοντας στον Γοδεφρείδο την κομητεία του Μπουιγιόν και την κομητεία της Αμβέρσας σαν ένδειξη των ικανοτήτων του. Ο Γοδεφρείδος μπήκε στις υπηρεσίες του Ερρίκου, τον υποστήριξε στρατιωτικά στην μάχη του με τον πάπα Γρηγόριο Ζ΄ όπως και σε μάχες με τον μεγάλο του αντίπαλο Ροδόλφο της Σουηβίας. Στη συνέχεια επιδίωξε να αποκτήσει τον έλεγχο πάνω στα εδάφη που ο αυτοκράτορας Ερρίκος δεν του παραχώρησε, αφού τα διεκδικούσε η χήρα του θείου του, Ματθίλδη της Τοσκάνης. Τα αδέλφια του, Ευστάθιος και Βαλδουίνος, ήρθαν να τον υποστηρίξουν και μετά από σκληρές μάχες ο Γοδεφρείδος ξανακέρδισε το δουκάτο της Κάτω Λωρραίνης (1087).

Πρωταγωνιστής της Α΄ Σταυροφορίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γοδεφρείδος του Μπουιγιόν - έργο του Giacomo Jaquerio περί το 1420

Ο νέος πάπας Ουρβανός Β΄ (1095) κήρυξε Σταυροφορία για την απελευθέρωση των Αγίων Τόπων από τους άπιστους, ζητώντας και την βοήθεια του Βυζαντινού αυτοκράτορα Αλεξίου Α΄ Κομνηνού που βρισκόταν εκείνη την εποχή σε διαμάχη με τους Σελτζούκους. Ο Γοδεφρείδος πούλησε τα περισσότερα από τα εδάφη του, προκειμένου να συγκεντρώσει χρήματα, όπως τις επισκοπές της Λιέγης και του Βερντέν και ενώθηκε με τα αδέλφια του που δεν είχαν εδάφη στην Ευρώπη. Ο Ραϊμόνδος Δ΄ της Τουλούζης κατάφερε να συγκεντρώσει μεγαλύτερο στρατό και κλήθηκε αρχηγός της Α΄ Σταυροφορίας. Μαζί τους ενώθηκε και ο Βοημούνδος, ένας Νορμανδός ηγεμόνας της Κάτω Ιταλίας.

Κάθε στρατός ακολουθούσε δικό του ανεξάρτητο δρόμο, με τελικό σκοπό να ενωθούν στον προορισμό τους. Ο Γοδεφρείδος ξεκίνησε τον Αύγουστο του 1096 με τα αδέλφια του επικεφαλής του στρατού του από την Λωρραίνη, ακολουθώντας τον δρόμο του Καρλομάγνου: πέρασε από την Ουγγαρία και έφτασε τελικά στην Κωνσταντινούπολη, όπου τους υποδέχθηκε ο αυτοκράτορας Αλέξιος Α΄, που βρισκόταν σε πόλεμο με τους Σελτζούκους Τούρκους, μουσουλμάνους στην Κεντρική Ασία και την Περσία. Είχαν όμως εντελώς διαφορετικούς στόχους, αν και πολεμούσαν τον κοινό εχθρό, κάτι που δυσκόλεψε αρκετά την συνεργασία τους, αλλά τελικά αναγκάστηκαν να δώσουν όρκο υποταγής στον Αλέξιο Α΄ με την υπόσχεση να του επιστρέψουν τμήμα των εδαφών που θα ανακατακτούσαν και ξεκίνησαν για μάχη την άνοιξη του 1097.

Πρώτη σημαντική στρατιωτική επιτυχία των Σταυροφόρων ήταν η κατάληψη της Νίκαιας πλησίον της Κωνσταντινούπολης από τους Σελτζούκους, όπου ο Γοδεφρείδος και τα αδέλφια του είχαν δευτερεύοντα ρόλο. Μετά την κατάληψη της πόλης, πολλοί Σταυροφόροι πέταξαν την Βυζαντινή σημαία από τα τείχη της πόλης, κάτι που έκανε τον αυτοκράτορα Αλέξιο Α΄ να συνάψει ειρήνη με τους Σελτζούκους για να τους αντιμετωπίσει. Τελικά, μετά από διαπραγματεύσεις αποκαταστάθηκαν οι σχέσεις Σταυροφόρων - Βυζαντινών. Το 1098 συμμετείχε στην κατάληψη της Αντιόχειας, στην πολιορκία της οποίας πολλοί απογοητευμένοι Σταυροφόροι επέστρεψαν στην Ευρώπη. Ο Αλέξιος Α΄, αν και τα στρατεύματα του πολεμούσαν κοντά, δεν ήρθε να τους βοηθήσει, κάτι που έκανε τους Σταυροφόρους να αθετήσουν τον όρκο τους απέναντι του, καταλαμβάνοντας την πόλη για λογαριασμό τους.

Προστάτης του Παναγίου Τάφου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αργότερα ενώθηκε με τον ισχυρότερο ευγενή της Σταυροφορίας Ραϊμόνδο της Τουλούζης και βάδισαν προς τα Ιεροσόλυμα, που είχαν καταληφθεί από την ισχυρότατη οικογένεια των Φατιμιδών της Αιγύπτου από τον Αύγουστο του 1098. Στην πολιορκία των Ιεροσολύμων γεννήθηκε και ο μεγάλος θρύλος του Γοδεφρείδου του Μπουιγιόν. Οι Σταυροφόροι κατασκεύασαν ξύλινες σκάλες, με τις οποίες σκαρφάλωσαν τα τείχη. Ο Γοδεφρείδος του Μπουιγιόν και οι άντρες του ήταν οι πρώτοι που σκαρφάλωσαν πέρασαν τα τείχη και μπήκαν στην πόλη στις 15 Ιουλίου 1099 μετά από τρία χρόνια μάχης, σκοτώνοντας μεγάλο τμήμα του μουσουλμανικού πληθυσμού της πόλης και Εβραίους.

Μετά την κατάληψη της πόλης, αρνήθηκε τον τίτλο του ηγεμόνα της ο αρχηγός της Σταυροφορίας Ραϊμόνδος της Τουλούζης, οπότε η θέση δόθηκε στον δεύτερο ισχυρό άνδρα, τον Γοδεφρείδο του Μπουιγιόν, ο οποίος έγινε τυπικά κυβερνήτης χωρίς να δεχτεί τον τίτλο του βασιλιά. Θεωρούσε ότι ήταν ιεροσυλία να δεχτεί τον τίτλο του βασιλιά στην πόλη που πέθανε ο Ιησούς Χριστός και δέχθηκε μονάχα τον τίτλο του προστάτη του Παναγίου Τάφου. Στο σύντομο διάστημα της διακυβέρνησής του, κλήθηκε να υποστηρίξει την πόλη από τον μεγάλο κίνδυνο των Φατιμιδών ηγεμόνων της Αιγύπτου, ενώ ήρθε σε αντίθεση με τον πατριάρχη της πόλης Δαγοβέρτο της Πίζας, που είχε συμμαχήσει με τον Τανκρέδο. Σύμφωνα με ιστορικούς, ο πατριάρχης ήταν αντίθετος στην διαδοχή του από τα αδέλφια του, κάτι που δεν έγινε, αφού μετά τον θάνατο του οι υποστηρικτές του κήρυξαν σαν πρώτο βασιλιά της πόλης τον αδελφό του, Βαλδουίνο, στις 25 Δεκεμβρίου 1100.

Ο τρόπος θανάτου του ήταν αμφιλεγόμενος. Κατά τα Αραβικά χρονικά, δέχτηκε ένα βέλος στην μάχη, αλλά σύμφωνα με τις περισσότερες πληροφορίες πέθανε τρώγοντας ένα δηλητηριασμένο μήλο. Ο σημαντικός χρονογράφος Γουλιέλμος της Τύρου περιγράφει αναλυτικά για την εξωτερική του εμφάνιση και τον χαρακτήρα του: περιγράφεται ψηλός λίγο περισσότερο του μετρίου, αρκετά γεροδεμένος με ξανθά μαλλιά και γενειάδα.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Jonathan Riley-Smith, "The Title of Godfrey of Bouillon", Bulletin of the Institute of Historical Research 52(1979), 83-86, and Alan V. Murray, "The Title of Godfrey of Bouillon as Ruler of Jerusalem", Collegium Medievale 3 (1990), 163-78.
  • Holböck, Ferdinand; Michael J. Miller, translator (2002). Married Saints and Blesseds. Ignatius Press, p. 147.
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Godfrey of Bouillon της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).