Αυλώνας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 40°27′0″N 19°29′0″E / 40.45000°N 19.48333°E / 40.45000; 19.48333

Αυλώνας
Πανοραμική άποψη της πόλης
Πανοραμική άποψη της πόλης

Αυλώνας στον χάρτη: Αλβανία
Αυλώνας
Χώρα Flag of Albania.svg Αλβανία
Νομός Αυλώνα
Επαρχία Αυλώνα
Πληθυσμός 93.812 (2006)
Ταχυδρομικός κώδικας 9401-9405
Δήμαρχος Shpëtim Gjika
Δικτυακός τόπος www.bashkiavlore.org

Ο Αυλώνας (αλβανικά: Vlorë) είναι η δεύτερη μεγαλύτερη παραλιακή πόλη της Αλβανίας, μετά το Δυρράχιο. Έχει πληθυσμό 93.812 κατοίκων (εκτίμηση για το 2006).

Ιδρύθηκε ως αρχαία ελληνική αποικία τον 6ο αιώνα π.Χ με το όνομα Αυλών. Κατοικούμενη έκτοτε για 26 περίπου αιώνες, η πόλη του Αυλώνα είναι σήμερα το πλέον σημαντικό οικονομικό και πολιτιστικό κέντρο της Νότιας Αλβανίας και αποτελεί έδρα του Πανεπιστημίου της Αυλώνας. Το 1994 στην πόλη έζησαν 8.000 ’Ελληνες ντόπιοι ελληνόφωνοι.

Ονομασίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πρώτο της όνομα Αυλών, δηλαδή κοιλάδα στα αρχαία ελληνικά, που χρησιμοποιείται σήμερα και στην Ελλάδα, είναι η πιθανή ερμηνεία αντίστοιχης προελληνικής λέξης.[1] Στα καθιερωμένα αλβανικά η πόλη ονομάζεται Βλόρε (Vlorë) ή Βλόρα (Vlora), στη δε Γκεγκική διάλεκτο της Αλβανικής είναι γνωστή ως Βλόνε (Vlonë). Στις αρχές του περασμένου αιώνα, ο Αυλώνας ήταν γνωστός στα Αγγλικά ως Avlona ή με την ιταλική ονομασία Valona. Κατά την Οθωμανική περίοδο, σε χρήση ήταν και ο τουρκικός τύπος Avlonya.

Τοποθεσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πόλη βρίσκεται στον νομό Αυλώνα της επαρχίας Αυλώνα στην Αλβανία.

Είναι κτισμένη στον ομώνυμο κόλπο, ο οποίος χωρίζει την Αδριατική θάλασσα από το Ιόνιο Πέλαγος, και είναι σχεδόν περικυκλωμένη από ορεινούς όγκους. Το λιμάνι του Αυλώνα είναι το κοντινότερο στον ιταλικό λιμένα του Μπάρι, σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο λιμάνι, ενώ απέχει μόλις 70 ναυτικά μίλια (130 χλμ) από τις ακτές του Σαλέντο. Κοντά στην πόλη βρίσκεται το νησάκι Σάσων, σε στρατηγική θέση στην είσοδο του κόλπου του Αυλώνα. Ο Αυλώνας περιβάλλεται από κήπους και ελαιώνες.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ιδρυμένη από Έλληνες αποίκους τον 6ο π.Χ. αιώνα, η πόλη του Αυλώνα είναι εκ των αρχαιοτέρων της Αλβανίας. Αναφέρεται για πρώτη φορά από τον Πτολεμαίο (Γεωγραφία III, xii, 2). Αναφορά σε αυτή γίνεται και σε άλλα γεωγραφικά κεἰμενα, όπως στον «Χάρτη του Πόιτινγκερ και τον Συνέκδημο του Ιεροκλέους. Η πόλη υπήρξε σημαντικό λιμάνι της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ως μέρος της Νέας Ηπείρου (Epirus Nova).

Κατά τον πέμπτο αιώνα ο Αυλώνας έγινε επισκοπική έδρα. Μεταξύ των γνωστότερων επισκόπων είναι ο Ναζάριος (458 μ.Χ.) κι ο Σωτήρ (553 μ.Χ.) (Δανιήλ Φαρλάτι Illyricum sacrum, VII, 397-401). Την εποχή εκείνη, η επισκοπή τπυ Αυλώνα ανήκε στο Πατριαρχείο της Ρώμης. Το 733 προσαρτήθηκε, μαζί με όλη την ανατολική Ιλλυρία, στο Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, παρόλο που δεν καταγράφεται σε κανένα από τα επισκοπικά αρχεία του Πατριαρχείου. Φαίνεται πως η επισκοπεία της πόλης καταπιεζόταν, αφού ο Αυλών δεν έχει καταγραφεί ούτε και στα αρχεία της Αρχιεπισκοπής Αχρίδος, αν και οι Βούλγαροι κατείχαν την περιοχή για ένα διάστημα. Ο Αυλώνας έπαιξε κεντρικό ρόλο στις διαμάχες μεταξύ του Νορμανδικού Βασιλείου της Σικελίας και της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, κατά την διάρκεια του 11ου και 12ου αιώνα. Επί Φραγκοκρατίας, οι Λατίνοι εγκαθιστούν ρωμαιοκαθολική επισκοπεία, κι ο Κονράδος Έουμπελ αναφέρει πολλούς από τους επισκόπους της (Hierarchia catholica medii aevi, I, 124). Διάφοροι Λατίνοι επίσκοποι που αναφέρονται κι από τον ΛεΚιέν (Oriens christianus, III, 855-8) υπάγονται, σύμφωνα με τον Έουμπελ (I, 541), στην έδρα της Βαλεάνα στη Συρία- δεν είναι όμως ξεκάθαρο αν ο Έουμπελ αναφερόταν στον Αυλώνα (Aulon) της Αλβανίας ή στον Αυλώνα της Ελλάδος, την σημερινή Άμφισσα ή Σάλωνα.

Η Σερβική Αυτοκαρατορία κατέλαβε τον Αυλώνα, ή Βαλώνα, όπως λεγόταν τότε, το 1345 και τον κατέστησε την έδρα μιας ανεξάρτητης ηγεμονίας έως την κατάληψη της πόλης από τους Οθωμανούς το 1417. Υπό Οθωμανική κυριαρχία, έγινε το κέντρο σαντζακίου στο Εγιαλέτι Ρούμελης ως Αυλώνυα (Αvlonya), ενώ το 1690 έγινε Βενετική κτήση. Επανήλθε υπό τουρκική διοίκηση τον επόμενο χρόνο (1691), οπότε κι έγινε πρωτεύουσα καζά (αντίστοιχου με σημερινό νομό) στο σαντζάκιο Βερατίου, Βιλαέτι Ιωαννίνων. Την εποχή αυτή, η πόλη είχε περί τους 10.000 κατοίκους καθώς και μια καθολική ενορία που ανήκε στην αρχιεπισκοπεία Δυρραχίου. Κατά τον 16ο αιώνα, αποτέλεσε σημαντικό κέντρο Σεφαρδιτών Εβραίων που είχαν έλθει πρόσφυγες από την Ιβηρική.

Το 1861 υπέστη σοβαρές ζημιές από σεισμό.

Αδελφοποιημένες πόλεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. google book reference: Placenames of the World: Origins and Meanings of the Names for 6,600 Countries, Cities, Territories, Natural Features, and Historic Sites By Adrian Room Published by McFarland, 2005, ISBN 978-0-7864-2248-7, 433 pages.



Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Vlore της Αγγλόγλωσσης Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).