Αββάς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Αββάς ή Αβάς σημαίνει πατέρας και είναι ένας θρησκευτικός - ιερατικός τίτλος που δίνεται στον ηγούμενο χριστιανικών ή βουδιστικών μοναστηριών.

Προέλευση ονόματος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η λέξη αββάς ή αβάς είναι συροχαλδαϊκής προέλευσης και χρησιμοποιήθηκε στην αραμαϊκή γλώσσα με την έννοια του πατέρα είτε στη γονεϊκή σχέση είτε ως επίκληση προς το Θεό. Στην Καινή Διαθήκη απαντάται τρεις φορές Μάρ. 14.36, Ρωμ. 8.15, Γαλ. 4.6, τις δύο τελευταίες με πρόθεση να τονιστεί η σχέση του Θεού με το ανθρώπινο γένος ως υιοθεσία, καταδεικνύοντας δηλαδή την αγάπη του Θεού. Και τις τρεις φορές ακολουθείται από την ελληνική αντίστοιχη πατήρ (αββά ο πατήρ).

Προσδιορισμός τίτλου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στον ανατολικό μοναχισμό η χρήση της λέξης υποδήλωνε τον πνευματικό οδηγό των μοναχών και χρησιμοποιήθηκε ιδιαίτερα στην Αίγυπτο και τη Συρία κατά πάσα πιθανότητα χωρίς να συνδέεται με τη βιβλική αναφορά τόσο όσο με τη συριακή ετυμολογία. Αργότερα πήρε την έννοια του ηγουμένου ή του πνευματικά καταξιωμένου μοναχού. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα αββάδων στα Γεροντικά και άλλα μοναχικά έργα προερχόμενα από την αιγυπτιακή παράδοση. Στη δύση πέρασε ως abbot, abbi, abate με τη σημασία του ηγουμένου ή αργότερα κάθε ανώτερου κληρικού μη επισκόπου. Εκεί έχουμε και την ίδρυση των αββαείων, των μοναστηριών δηλαδή, τα οποία αργότερα εξελίχθηκαν σε πνευματικά κέντρα με ιδιαίτερες φεουδαρχικές επιδράσεις στην ευρύτερη λειτουργία τους. Ο Ιερώνυμος, ο μεταφραστής της Λατινικής Βουλγάτας, ήταν αντίθετος στη χρήση του τίτλου "abba" που εφαρμοζόταν στους Καθολικούς μοναχούς της εποχής του με βάση το ότι παραβίαζε τις εντολές του Ιησού στο Ευαγγέλιο του Ματθαίου 23.9: καὶ πατέρα μὴ καλέσητε ὑμῶν ἐπὶ τῆς γῆς· εἷς γάρ ἐστιν ὁ πατήρ ὑμῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς.

Καθιέρωση τίτλου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο όρος άρχισε να χρησιμοποιείται ως τίτλος τιμής για τους Ιουδαίους ραβίνους στους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες και εμφανίζεται με αυτή την έννοια στο Βαβυλωνιακό Ταλμούδ (Μπερακότ 16β). Εκείνος που κατείχε τη θέση του αντιπροέδρου στο Ιουδαϊκό Σάνχεδριν είχε τον τίτλο του Αβ ή Πατέρα του Σάνχεδριν. Αργότερα ο τίτλος εφαρμόστηκε και στους επισκόπους της Κοπτικής, της Αιθιοπικής και της Συριακής Εκκλησίας και αναφερόταν ιδιαίτερα στον τίτλο του Επισκόπου της Αλεξάνδρειας.

Τίτλος Ρωμαιοκαθολικών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ειδικότερα στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία για αρκετό χρόνο ο τίτλος αυτός δινόταν σε οποιονδήποτε ιερωμένο δυτικό που δεν ήταν γνωστός ο τίτλος του. Κατά καιρούς δε, ο τίτλος δινόταν και σε κοσμικούς με οικονομικές μάλιστα απολαβές από τα προς αυτούς Αββαεία. Σήμερα ο τίτλος αυτός αναφέρεται στον ηγούμενο Καθολικού μοναστηριού.

Ιστορική εξέλιξη τίτλου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σχετικά περί "Aβάδων" η ιστορική εξέλιξη έχει ως ακολούθως: Από τον 4ο αιώνα που ο Άγιος Αντώνιος συστηματοποίησε τον μοναχικό βίο «Aβάδες» λέγονταν οι ασκητές εκείνοι των οποίων τα αυστηρά τους ήθη προκαλούσαν τον θαυμασμό αλλά και τον σεβασμό των Χριστιανών. Η παράδοση αυτή συνεχίστηκε και επί των ελληνορθόδοξων μοναστηριών των οποίων οι "Ηγούμενοι" στη δύση ονομάζονταν "Αβάδες" και οι οποίοι εκλέγονταν από τους μοναχούς της μονής υπαγόμενοι όμως στον επίσκοπο της περιοχής. Κατά τον 11ο αιώνα οι Aβάδες πέτυχαν τη κατάργηση του ελέγχου των επισκόπων και κατά τον 12ο αιώνα προκάλεσαν εξέγερση και διαμαρτυρίες από μέρους επιφανών ιερωμένων (μεταξύ των οποίων και ο Άγιος Βερνάρδος). Οι συνασπισμένοι Αβάδες άσκησαν τότε τόση πίεση ώστε η Αγία Έδρα να καταλήξει σε συμβιβαστική λύση και να παραχωρήσει σ΄ αυτούς προνόμια όπως να φέρουν επισκοπικά διάσημα (Ποιμαντορική ράβδο, μήτρα, δακτυλίδι (επισκοπικό), περιχειρίδες και σανδάλια). Τότε ακριβώς πολλά Αββαεία κηρύχθηκαν αυτοκέφαλα, δηλαδή απ΄ ευθείας υπεύθυνα έναντι του Βατικανού. Στη συνέχεια πολλά εξ αυτών εξελίχθηκαν σε μονές απολυταρχικές με έντονα περιστατικά.

Αναγράφονται περιπτώσεις που ξεπερνούν κάθε όριο βασανισμών και ταλαιπωριών των μοναχών. Μάλιστα επί εποχής του Καρόλου του Μεγάλου (Καρλομάγνου) αυτά τα βασανιστήρια έφθαναν ακόμη και στον ακρωτηριασμό ή τη τύφλωση των μοναχών. Ιερείς και καλόγεροι γονάτιζαν μπροστά στους Αβάδες και συμπεριφερόντουσαν ως δούλοι. Εκείνο όμως που προκάλεσε την έντονη δυσφορία των Βασιλέων αλλά και της ίδιας της Δυτικής εκκλησίας ήταν ο βαθύπλουτος τρόπος διαβίωσης ορισμένων Αβάδων που ήταν πολλές φορές και ανήθικος. Σε αντίθεση των Ηγουμένων των Ανατολικών Μονών που δεν εγκατέλειπαν άνευ λόγου σοβαρού τις Μονές, οι Αβάδες διασκέδαζαν το περισσότερο καιρό εκτός των Μονών με το προνόμιο να αλλάζουν ένδυση και να περιφέρονται στα σαλόνια και σε κοσμικά κέντρα χωρία καμία όχι μόνο θρησκευτική αλλά και ηθική αναστολή.

Χαρακτηριστικός είναι εν προκειμένω ο ιδιαίτερος τίτλος «Αβάς της Αυλής» για εκείνους που σύχναζαν σχεδόν αποκλειστικά σε Ηγεμονικές Αυλές χωρίς ποτέ να επιστρέφουν στο μοναστήρι τους. Επίσης αντίθετα με το ότι έτρωγαν οι ανατολικοί μοναχοί σε κοινή τράπεζα, οι Αβάδες διατηρούσαν ιδιαίτερη τραπεζαρία και πολλές φορές με καλεσμένους πιστούς άρρενες και νεαρές «ελαφρές» κοπέλες.

Όλα τα παραπάνω, και όχι μόνο, συνέβαλαν αφενός πολλοί Αβάδες να χάσουν συν τω χρόνω το σεβασμό των πιστών μέχρι τελικά και τη κατακραυγή με αποτέλεσμα, πολλοί Βασιλείς, αρκετούς να εκτοπίσουν και πολλές μονές να διαλυθούν.

Παρόμοια γεγονότα, όχι όμως σε τέτοια έκταση, σημειώθηκαν και στην Ανατολική Εκκλησία από τη Βυζαντινή περίοδο μέχρι πρόσφατα.

Ο τίτλος στη Μυθιστοριογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τέλος πολλά υπήρξαν τα μυθιστορήματα που στην αρχή ήταν μάλλον ευμενή προς τους Αβάδες. Μετά όμως της παρέλευσης της κατακραυγής και στη συνέχεια των διωγμών τους, διάφοροι επιφανείς μυθιστοριογράφοι, του προ-παρελθόντος αιώνος, άρχισαν να παρουσιάζουν τους Αβάδες υπό καλλίτερο και ευμενέστερο φως αποκάλυψης. Σημαντικότερα περί αυτών έργα είναι: ο "Αβάς Κωνσταντίνος" (Αμπέ Κωνσταντάν) του Λουδοβίκου Αλεβύ και ο "Αβάς Τιγράν" του Φερδινάνδου Ραμπρ.