Προσκύνημα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Μουλμάνοι πιστοί κατά τη διάρκεια του Χατζ γύρω από την Κάαμπα, στη Μέκκα.

Γενικά με τον όρο προσκύνημα χαρακτηρίζεται η, με γονυκλισία ή επίκυψη, εκδήλωση σεβασμού, τιμής, λατρείας προς τον Θεό, Άγίους, ιερών λειψάνων κ.λπ., καθώς και η υπό υπηκόου εκδήλωση πίστης και υποταγής προς το Δεσπότη ή κυρίαρχο Ηγεμόνα.

Επίσης προσκύνημα ονομάζεται και η μετάβαση ή το ταξίδι που εκτελεί ένας πιστός σε ιερό της θρησκείας του τόπο όπου και κατ΄ επέκταση ονομάζεται ομοίως προσκύνημα και ο τόπος αυτός καθώς και όλα τα αντικείμενα τα επιδεχόμενα την προσκύνηση αυτή π.χ. εικόνες, ιερά λείψανα, τάφοι αγίων, χώροι μαρτυρίων κ.λπ.

Με τον όρο στο πληθυντικό "τα προσκυνήματα" κατά τις παλαιότερες κοινωνικές εκφράσεις αποδίδονταν επιπλέον με τη έννοια του χαιρετισμού υπό μορφή ευγενείας. π.χ. "τα προσκυνήματά μου στη κυρία μητέρας σας"΄, ή "προσκυνώ Δέσποτα" που λέγεται σήμερα από λαϊκό πιστό προς Αρχιερέα ως εκδήλωση τιμής και σεβασμού, προκειμένου να λάβει ευλογία ή που επαναλαμβάνει κατά την αποχώρηση.

Ιστορία του όρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Είναι γεγονός πως από την αρχαιότητα επικράτησε σ΄ όλους σχεδόν τους λαούς της Γης η ιδέα πως η απόδοση της λατρείας προς το Θείον π.χ. δέηση, θυσία κ.λπ. είναι περισσότερο αποδεκτή από ορισμένο τόπο παρά απ΄ οπουδήποτε. Έτσι αναφαίνονται στην Αίγυπτο, Μεσοποταμία, Φοινίκη κ.α. τέτοιοι ιεροί τόποι όπου παρατηρούνταν αθρόα προσέλευση προσκυνητών κάθε χρόνο και μάλιστα σε ορισμένη χρονική περίοδο. Ένας τέτοιος τόπος αναδείχθηκε και η Ιερουσαλήμ.

Αλλά και πολύ πιο πρώιμα, στον ελλαδικό χώρο, που υπέστη τις φοβερές και τεράστιες γεωλογικές και κλιματολογικές αναστατώσεις όπου στην πρώιμη εκείνη παρατήρηση των κατοίκων η αναμέτρηση των ορεινών όγκων με το υγρό στοιχείο ερμηνεύτηκε ως γιγαντομαχία και τιτανομαχία η αναζήτηση και δημιουργία ιερών τόπων υπήρξε περισσότερο έντονη απ΄ οπουδήποτε αλλού. Έτσι ο Όλυμπος, η τελευταία ελπίδα σωτηρίας στο κατακλυσμό ήταν ο πρώτος ιερός χώρος που παρέμεναν οι φυσικές δυνάμεις (Θεοί). Στη συνέχεια με την αποχώρηση των υδάτων και την ηρεμία προσδιορίστηκαν νέοι ιεροί τόποι που συνδέθηκαν με αλληγορικές σημασίες στην πρώιμη αναζήτηση των αιτιών. Έτσι τόποι φοβεροί, ή παραδείσιοι ή τόποι που προσδιόριζαν εκείνη τη παλιά αναμέτρηση αναδείχθηκαν ιεροί όπως η Δωδώνη, οι Δελφοί, η Ελευσίνα, το Σούνιο και γενικά κάθε κορυφή όρους που αντίκριζε τις πρώτες ακτίνες του Ήλιου Απόλλωνα.

Ο Άγιος Τάφος της Ιερουσαλήμ, αποτελεί σημαντικό χριστιανικό προσκύνημα.

Αλλά και οι Ρωμαίοι είχαν τη συνήθεια να ταξιδεύουν κατά ομάδες για να προσκυνήσουν μακρινά ιερά. Και η συνήθεια αυτή υπάρχει μέχρι σήμερα σ΄ όλες τις θρησκείες του κόσμου. Έτσι οι Βουδιστές μεταβαίνουν στο Θιβέτ, οι Μουσουλμάνοι στη Μέκκα και τη Μεδίνα, οι Ινδουιστές στο Μπενάρες, κ.λπ. Οι Χριστιανοί διατήρησαν τη συνήθεια του προσκυνήματος και στους τάφους μαρτύρων από τον 4ο αιώνα, ενώ το παράδειγμα της συρροής προσκυνητών στους Αγίους Τόπους έδωσε η Αγία Ελένη μητέρα του Αυτοκράτορα Μ. Κωνσταντίνου που επισκέφθηκε τη Παλαιστίνη το 327 που μερίμνησε στην ανεύρεση του Τιμίου Σταυρού.

Άλλα περίφημα και σπουδαία προσκυνήματα στη μεν Δύση είναι η Ρώμη, ο Άγιος Ιάκωβος της Κομποστέλλα στην Ισπανία, και η Λούρδη στη Γαλλία. Στη δε Ανατολή επίσης μεγάλα χριστιανικά προσκυνήματα είναι τα νησιά Τήνος, Πάρος, Πάτμος, Κέρκυρα, Κεφαλονιά και Ζάκυνθος , με προεξέχουσα θέση το Άγιο Όρος και τα Μετέωρα, των οποίων και ακολουθούν πλείστες άλλες Ιερές Μονές και Εκκλησίες. Στη δε Μικρά Ασία η Έφεσος όπου κατά μία παράδοση εκεί "εκοιμήθη" η Παναγία.

Τουρκοκρατία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη περίοδο της Τουρκοκρατίας στον Ελλαδικό χώρο το "προσκύνημα" πήρε τελείως διάφορη σημασία από τη θρησκειολογική.
Τότε αποδιδόταν με τη σημασία της εκδήλωσης μετάνοιας χωριού ή ατόμων ή ομάδων που προηγουμένως είχαν επαναστατήσει κατά του κυρίαρχου ή των εκπροσώπων του. Μάλιστα πολλές φορές το προσκύνημα αποδιδόταν και με προληπτικό χαρακτήρα ότι δηλαδή δεν υφίσταται σχέση, ούτε θα υπάρξει με τους επαναστάτες, τους οποίους ο προσκυνών θεωρούσε πολέμιούς του, ως πιστός "ραγιάς" του Σουλτάνου και του Δοβλετίου. Προς επιβεβαίωση δε των προσκυνούντων με αυτές τις προϋποθέσεις οι Τούρκοι παρείχαν τα λεγόμενα "προσκυνοχάρτια" (πιστοποιητικά) με τα οποία εφοδιάζονταν οι προσκυνούντες. Τέτοια προσκυνοχάρτια εκδόθηκαν άπειρα, ειδικά μετά την εκδήλωσης της Επανάστασης του 1821 προκειμένου οι Τούρκοι, με αυτό το μέτρο, να εκφοβίσουν και να καταστείλουν περαιτέρω εξεγέρσεις.
Με ανάλογες ενέργειες, βιαιότερες και συστηματικότερες προέβει και ο Ιμπραήμ Πασάς στα τελευταία χρόνια του Αγώνα, όπου με τη πίεση και την απειλή ολοκαυτωμάτων και γενικής καταστροφής "δια πυρός και σιδήρου" αναγκάσθηκαν να προσκυνήσουν ομαδικά και ολόκληρες επαρχίες της Στερεάς Ελλάδας και της Πελοποννήσου. Σ΄ αυτά ακριβώς αντέδρασε ενεργά και αποτελεσματικά ο στρατηγός Θεόδωρος Κολοκοτρώνης με αντίμετρα δίνοντας το ιστορικό σύνθημα "Φωτιά και τσεκούρι" κατά των "προσκυνημένων".

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]