Παλαιά Διαθήκη

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο όρος Παλαιά Διαθήκη δηλώνει την αρχαιότερη από τις δύο συλλογές βιβλίων που αποτελούν την χριστιανική Αγία Γραφή, η οποία και αναφέρεται ειδικότερα στην αποκάλυψη του Θεού (Γιαχβέ), και στην αρχική συνδιαλλαγή του με το "περιούσιο" έθνος Ισραήλ, με σκοπό να ευλογηθεί πρώτα αυτό και στη συνέχεια όλη η ανθρωπότητα. Τα βιβλία που συγκροτούν την Παλαιά Διαθήκη, γράφτηκαν από διάφορους συγγραφείς σε διάστημα αρκετών εκατονταετηρίδων. Συνώνυμες ονομασίες είναι επίσης οι όροι Εβραϊκές Γραφές, Εβραϊκή Βίβλος —με βάση την προέλευση των συγγραφέων— και Δεύτερη Διαθήκη[1].

Ο εβραϊκός Βιβλικός όρος μπερίθ που αποδίδεται διαθήκη σημαίνει «συνθήκη, συμμαχία, σύμβαση ή συμφωνία». Έτσι, στη Βίβλο ο όρος χρησιμοποιείται για να δηλώσει την συμφωνία που συνάπτει ο Θεός είτε με μεμονωμένα άτομα είτε συλλογικά το λαό Ισραήλ και στοχεύει στη δημιουργία των προϋποθέσεων για τη σωτηρία ολόκληρης της ανθρωπότητας.

Τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης αποτέλεσαν τις μοναδικές Ιερές Γραφές που χρησιμοποιήθηκαν από τον Ιησού Χριστό, τους αποστόλους και την πρωτοχριστιανική κοινότητα. Η πρώτη χριστιανική εκκλησία αποκαλούσε αυτό το σύνολο των προγενέστερων βιβλίων «ο Νόμος και οι Προφήτες» ή απλά «οι Γραφές». Περίπου από τον 3ο αιώνα μ.Χ. ο όρος «Παλαιά Διαθήκη» άρχισε να χρησιμοποιείται ευρύτερα για τις Γραφές που είχαν ολοκληρωθεί πριν τον Χριστό. Αυτός ο όρος χρησιμοποιήθηκε σε αντιδιαστολή προς τη χρονικά μεταγενέστερη Καινή Διαθήκη, τη συλλογή των βιβλίων που αναφέρονται στην εκπλήρωση των επαγγελιών της παλαιάς και τη σύναψη της νέας διαθήκης δια του Ιησού Χριστού, μιας συμφωνίας μεταξύ Θεού και ολόκληρης της ανθρωπότητας.

Η αρχαιότερη μετάφραση του εβραϊκού κειμένου της Παλαιάς Διαθήκης έγινε στην ελληνική γλώσσα και έχει επικρατήσει να ονομάζεται Μετάφραση των Εβδομήκοντα.

Σχέση Καινής και Παλαιάς Διαθήκης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για τους χριστιανούς, η Παλαιά και η Καινή Διαθήκη αποτελούν μέρη ενός ενιαίου οργανικού συνόλου με κοινό θεολογικό ενδιαφέρον το οποίο εστιάζεται στον Χριστό, καθώς η σχετική θεία υπόσχεση για τον ερχομό Του, την οποία συναντάμε στην Παλαιά Διαθήκη, εκπληρώνεται στην Καινή[2]. Ήδη από την πρώτη περίοδο του χριστιανισμού, όταν αισθάνονται οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς την ανάγκη να υπερασπιστούν τα πιστεύω τους, επιμένουν ότι δεν πρόκειται για κάτι που εμφανίζεται "για πρώτη φορά, ξεκάρφωτο ή ουρανοκατέβατο"[3], αλλά αντιθέτως, αφορά πίστη "μη νέαν και ξένην"[4], η οποία έχει βαθιές ιστορικές αλλά και θεολογικές ρίζες, αφού στηρίζεται στην αρχαιότητα της και στα αρχαία δόγματα της διδασκαλίας της[5]. Η Π.Δ. ξεκινά με την κλήση από τον Θεό ενός περιπλανώμενου βοσκού, του Αβραάμ, ο οποίος ζούσε στην πόλη Ουρ της αρχαίας βαβυλώνας την εποχή του Χαμμουραμπί (18ος αι. π.Χ.). Η βιβλική ιστορία στο σύνολό της, αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο ενεργεί ο Θεός στον κόσμο, συνεργαζόμενος μετά από συμφωνία, με μια ομάδα ανθρώπων, αλλά με σαφή αναφορά στο σύνολο της ανθρωπότητας[6] και όχι σε έναν λαό μόνο[7]. Κατόπιν, και η ιστορία της χριστιανικής εκκλησίας αναφέρεται επίσης σε όλη την ανθρωπότητα ως μια συνέχεια της λεγόμενης Θείας Οικονομίας[8] η οποία συντελείται μέσα στην ιστορία και μπαίνει σε μια "αποφασιστική φάση" της, με την παρουσία του Χριστού[9]. Η Παλαιά Διαθήκη για τους χριστιανούς, δεν σχετίζεται με το περιεχόμενο της εβραϊκής βίβλου, υπό τη θεώρηση των ιουδαίων. Οι χριστιανοί θεωρούν ότι έχει φυσική συνέχεια με την Κ.Δ. και ότι είναι ακατανόητη χωρίς την παρουσία του Χριστού και όσων διαδραματίσθηκαν στην επίγεια ζωή του[10]. Ο ίδιος ο Χριστός άλλωστε, είδε στην Π.Δ. "να προεικονίζονται η ζωή και η δράση του και να προδιαγράφονται ο θάνατος και η ανάσταση του"[11]. Σε αντιδιαστολή με τους ιουδαίους, οι χριστιανοί κατανοούν χριστολογικά την Π.Δ., θεωρούν ότι εκπληρώνεται στην Κ.Δ. και ότι οι δύο Διαθήκες λειτουργούν σε αδιάσπαστη θεολογική ενότητα, με την διαφορά ότι η Π.Δ. προπαιδεύει τον άνθρωπο "εις Χριστόν" ενώ η Κ.Δ. τον οδηγεί σε τελείωση "εν Χριστώ"[12].

Τρόποι ερμηνείας της Παλαιάς Διαθήκης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με την ισχύουσα θεολογική πραγματικότητα της πλειοψηφίας των ομολογιών, η ερμηνεία της Π.Δ. δεν πραγματοποιείται με την απλή ανάγνωση του κειμένου, αλλά έχοντας ως βάση την ερμηνεία που μια εκκλησία αποδέχεται γι αυτές. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία, "πίσω από ανθρωποπαθείς, εικονικές, μεταφορικές, παραβολικές ή αινιγματικές λέξεις, φράσεις ή διηγήσεις...συμβολικές ονομασίες προσώπων ή ζωικών οργανισμών...κ.ά." οι Πατέρες ερμηνεύουν "διά μέσου του γράμματος" το "υποκείμενο πράγμα"[13]. Για παράδειγμα, κάθε φορά που γίνεται η διαπίστωση ότι η Π.Δ. αντιλαμβάνεται το Θεό άλλοτε ως τιμωρό της αμαρτίας, "και άλλοτε ως στοργικό και οικτίρμονα", όταν ο ίδιος ο Θεός παρουσιάζεται να λέει "διά του Ιεζεκιήλ" "εγώ ειμί Κύριος ο τύπτων" (7,6) και "εγώ [ειμί] Κύριος ο αγιάζων" (20,12)[14], η ερμηνεία των εκφράσεων αυτών δεν γίνεται αυθαίρετα, αλλά εφόσον η θεολογική παράδοση αποδέχεται ότι, ουδέποτε, οτιδήποτε κακό δεν είναι δυνατόν να προέρχεται από τον Θεό[15], ακολουθείται αυτή η ερμηνευτική γραμμή. Έτσι, όσοι ερμηνευτές "επιμένουν πεισματικά στην κατά γράμμα ερμηνεία ακόμα και εικονικών, παραβολικών...ή άνθρωποπαθών διηγήσεων της Γραφής...στιγματίζονται συλλήβδην από τους ορθοδόξους Πατέρες"[16]. Αυτό σημαίνει ότι η ορθή ερμηνευτική μέθοδος θα πρέπει να βρίσκεται σε οργανική σύνδεση Αγίας Γραφής και Ιησού Χριστού και από το συγκεκριμένο παράδειγμα προκύπτει ότι "οι εκφράσεις και οι εικόνες της Αγίας Γραφής...περί Θεού φοβερού και τιμωρού είναι σωστές, όχι επειδή όντως ο Θεός οργίζεται και τιμωρεί, αλλά γιατί ο ένοχος και αμαρτωλός άνθρωπος βλέπει το Θεό ως τιμωρό. Βλ. Γρηγορίου Νύσσης, Εις την επιγραφήν των Ψαλμών, PG 44, 557D"[17]. Ωστόσο υπάρχουν και αντίθετες απόψεις, όπως του Βιολόγου R. Dawkins(Βλ. 'Η περι Θεού αυταπάτη'), που υποστηρίζουν πως αυτος ο τρόπος ερμηνείας, εφόσον αναγκαστικά χρησιμοποιεί την ανθρώπινη κρίση ως κριτήριο του 'καλού' και 'ηθικού' και εφόσον μια τέτοια κρίση δεν μπορεί να απορρέει απο την κυριολεκτική απόδοση των κειμένων, υποδεικνύει πως οι γραφές δεν μπορούν να θεωρηθούν ως αντικειμενικές αναφορές θεϊκής ηθικής άλλα απλά αντικατοπτρισμός της εκάστοτε κοινωνικής επιταγής.

Οι κανόνες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βλέπε και άρθρο Βιβλικός κανόνας

Το σύνολο των βιβλίων που θεωρείται ότι είναι θεόπνευστα και περιέχουν την θεία αποκάλυψη, αποτελούν τον Κανόνα της Παλιάς Διαθήκης, και τα βιβλία αποκαλούνται κανονικά, όμως ο αριθμός τους ποικίλει μεταξύ των χριστιανικών δογμάτων.

Ορθόδοξη Εκκλησία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ορθόδοξη Εκκλησία περιλαμβάνει στον κανόνα της 76 βιβλία (δεν θα αναφερθούν όλα) . Εκτός από τα 39 βιβλία της ιουδαϊκής Βίβλου, έτσι όμως όπως έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά και τιτλοφορηθεί στη Μετάφραση των Εβδομήκοντα, αποδέχεται και 10 βιβλία ακόμη, ισόκυρα με τα 39, τα λεγόμενα "αναγινωσκόμενα" ή "δευτεροκανονικά" (όλα μαζί αποτελούν τον λεγόμενο αλεξανδρινό κανόνα των 49 βιβλίων):

  • Α' Έσδρας
  • Τωβίτ
  • Ιουδίθ
  • Α' Μακκαβαίων
  • Β' Μακκαβαίων
  • Γ' Μακκαβαίων
  • Σοφία Σολομώντος
  • Σοφία Σειράχ
  • Βαρούχ
  • Επιστολή Ιερεμίου

Πέρα από τα 10 επιπλέον βιβλία, αποδέχεται τις εξής 4 προσθήκες, που ονομάζονται δευτεροκανονικά τεμάχια:

  • μία προσθήκη στην Εσθήρ, στα ελληνικά
  • τρεις προσθήκες στον Δανιήλ, στα ελληνικά

Στον κανόνα της Ορθόδοξης Εκκλησίας, δεν συμπεριλαμβάνεται και γι αυτό ονομάζεται "απόκρυφο", το βιβλίο Δ' Μακκαβαίων.

Ρωμαιοκαθολικοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία περιλαμβάνει στον κανόνα της 46 βιβλία. Εκτός από τα 39 βιβλία της ιουδαϊκής Βίβλου, έτσι όμως όπως έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά και τιτλοφορηθεί στη Μετάφραση των Εβδομήκοντα, αποδέχεται και 7 βιβλία ακόμη, που ονομάζονται "δευτεροκανονικά", είναι όμως ισόκυρα με τα υπόλοιπα:

  • Τωβίτ
  • Ιουδίθ
  • Α' Μακκαβαίων
  • Β' Μακκαβαίων
  • Σοφία Σολομώντος
  • Σοφία Σειράχ
  • Βαρούχ και Επιστολή Ιερεμίου (ως ένα βιβλίο)

Πέρα από τα 7 δευτεροκανονικά βιβλία, αποδέχεται και τα δευτεροκανονικά τεμάχια:

  • μία προσθήκη στην Εσθήρ, στα ελληνικά
  • τρεις προσθήκες στον Δανιήλ, στα ελληνικά

Στον κανόνα των Ρωμαιοκαθολικών, δεν συμπεριλαμβάνονται και γι αυτό ονομάζονται "απόκρυφα", τα βιβλία Α' Έσδρας, Γ' Μακκαβαίων και Δ' Μακκαβαίων.

Διαμαρτυρόμενοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Διαμαρτυρόμενοι δέχονται στον κανόνα τους 39 βιβλία, δηλ. τα ίδια ακριβώς που περιέχει και η ιουδαϊκή Βίβλος, γραμμένα όμως όχι στα ελληνικά της Μετάφρασης των Εβδομήκοντα, αλλά στο λεγόμενο εβραϊκό κείμενο των Μασοριτών. Τα επιπλέον βιβλία που περιλαμβάνονται στον κανόνα της Ορθόδοξης και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας τα ονομάζουν γενικά "απόκρυφα".

Υποσημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Washington State University: «Βίβλος».
  2. Καλαντζάκης Ε. Σταύρος, Εισαγωγή στην Παλαιά Διαθήκη, Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 2006, σελ. 21-22.
  3. Ματσούκας Α. Νίκος, Ορθοδοξία και Αίρεση στους εκκλησιαστικούς συγγραφείς του Δ΄, Ε΄, ΣΤ΄ αιώνα, 2η έκδ., Θεσσαλονίκη 1992, σελ. 58.
  4. Ευσεβ., Εκκλ. Ιστ., PG 20,80C.
  5. Ματσούκας, ό.π., σελ. 60.
  6. Για την παγκοσμιότητα της Π.Δ. βλ. Γεν 12,3. 18,18. 22,18. 26,4. Δευτ. 32,21. Ψαλμ. 2,8. 22,27–31. 46,4-10. 65,2-5. 66,4. 68,31-32. 72,1-20. 86,9. 102,15-22. 145,10-11. Ησ. 2,2–4. 9,2-7. 11,6–10. 18,7. 24,16. 35,1-10. 40,4-11. 42,1-12. 49,6. 54,1–3. 55,5. Ιερ. 3,17. 4,2. 16,19–21. 47,3–5. Δαν. 2,35-45. 7,13-14. Ωσ. 2,23. Ιωήλ 2,28–32. Αμώς 9,11-12. Μιχ. 4,3-4. Αγγ. 2,7. Ζαχ. 2,10-11. 6,15. 8,20–23. 9,9–17. 14,8-21. Μαλ. 1,11.
  7. Κωνσταντίνου Μιλτιάδης, Η Παλαιά Διαθήκη Μυθολογία των Εβραίων ή Βίβλος της Εκκλησίας;, Αποστολική Διακονία, Αθήνα 2003, σελ. 19.
  8. Κωνσταντίνου, ό.π.
  9. Ματσούκας, Ορθοδοξία..., ό.π., σελ. 280.
  10. Καλαντζάκης, Εισαγωγή..., ό.π., σελ. 71.
  11. Καλαντζάκης, Εισαγωγή..., ό.π., σελ. 75.
  12. Καλαντζάκης, Εισαγωγή..., ό.π., σελ. 73.74.
  13. Παναγόπουλος Ιωάννης, Εισαγωγή στην Καινή Διαθήκη, Ακρίτας, Αθήνα 1994, σελ. 446.
  14. Καλαντζάκης Ε. Σταύρος, Καρδία Καινή και Πνεύμα Καινόν - Οι Θεολογικές Ιδέες του Προφήτη Ιεζεκιήλ, Θεσσαλονίκη 1998, σελ. 64-65.
  15. "Το κακόν ου παρά Θεού, ουδέ εν Θεώ ούτε εξ αρχής γέγονεν, ούτε ουσία τις έστιν" (Μ. Αθανάσιος, ΡG 25,13Α // "Ου μην ουδέ παρά Θεού το κακόν την γένεσιν έχειν ευσεβές έστι λέγειν, δια το μηδέν των εναντίων παρά του εναντίου γίγνεσθαι. Ούτε γαρ ζωή θάνατον γεννά, ούτε το σκότος φωτός έστιν αρχή, ούτε νόσος υγιείας δημιουργός" (Μ. Βασίλειος, Ομιλία 2 εις την Εξαήμερο // "Η μεν αρετή εκ του Θεού εδόθη τη φύσει και αυτός έστι παντός αγαθού αρχή και αιτία" (Ι.Δαμασκηνός, PG 94, 973Α.
  16. Παναγόπουλος, Εισαγωγή..., ό.π., σελ. 446-447.
  17. Ματσούκας Α. Νίκος, Ιστορία της Βυζαντινής Φιλοσοφίας, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1994, σελ. 271, υποσημ. #4.

Βλέπε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Wikisource logo
Στη Βικιθήκη υπάρχει υλικό που έχει σχέση με το θέμα: